Κατερίνα Μαλακατέ, Η απλή μέθοδος των τριών (διήγημα)

«Ποίηση στη σχάρα» του Πέτρου Γκολίτση: ο ποιητής και δοκιμιογράφος Κώστας Δεσποινιάδης

Μια κριτική προσέγγιση στο «Πέρασμα» του Κωνσταντίνου Τζαμιώτη, της Εύης Κουτρουμπάκη

«Sturm und Drang» του Γιώργου Λίλλη: Gottfried Benn, Ποιήματα

«7» του Ζαχαρία Στουφή: Καλοκαιρινός ποιητής

Η Θράκα θυμάται: Τάκης Παπατσώνης, Όνειρο στην άπνοια (Εκλογή Α', Ursa Minor, Β' 'Εκδοση, Ίκαρος 1988)

Η ομάδα φίλων επικούρειας φιλοσοφίας «Κήπος της Ελεύθερης Σκέψης» διοργανώνει εισήγηση με θέμα “Αυτονομία σε καιρούς κρίσης: το πρόταγμα του Καστοριάδη ως ανάγκη του σήμερα” με εισηγητή τον Γιώργο Σαράτση, την Κυριακή 1η Μαρτίου και ώρα 19.00 στο ξενοδοχείο “Μινέρβα” (Εγνατίας 44 & Συγγρού 12), στη Θεσσαλονίκη.

Πόσο εφαρμόσιμη μπορεί να είναι η ιδέα της αυτονομίας; Μήπως πρόκειται για ένα ακόμα ουτοπικό θεωρητικό σχήμα; «Η ουτοπία», σπεύδει να διευκρινίσει ο Καστοριάδης, «είναι κάτι που δεν υπάρχει και δεν μπορεί να υπάρξει. Η ατομική και συλλογική αυτονομία δεν είναι ουτοπία αλλά κοινωνικο-ιστορικό πρόταγμα, το οποίο μπορεί να πραγματοποιηθεί και τίποτα δεν δείχνει ότι είναι αδύνατο. Η πραγματοποίησή του εξαρτάται μονάχα από τη διαυγή δραστηριότητα των ατόμων και των λαών, από την κατανόηση τους, από τη θέλησή τους, από τη φαντασία τους. Είναι σαφές ότι μια τέτοια κατάσταση πραγμάτων απέχει πάρα πολύ από το τωρινό σύστημα, του οποίου η λειτουργία είναι κατ’ ουσίαν μη δημοκρατική. Εσφαλμένα ονομάζονται τα καθεστώτα μας δημοκρατικά, στην πραγματικότητα, είναι απλώς φιλελεύθερες ολιγαρχίες».


Σκέψεις και διαπιστώσεις


Τι γίνεται να ζεις χωρίς γυναίκα και παιδιά ;
Πόσο αντέχεις αν απουσιάσουν ;


Πεντέξι τα τσιγάρα που καπνίζω λύνοντας σταυρόλεξα
ή στίχους γράφοντας για ένα ποίημα.
Η φλαμουριά ξεθύμανε, πάνε τα άνθη και οι ευωδιές της,
όμως ο ίσκιος και το οξυγόνο της υπάρχουν.


Μικρά παιδιά που έγιναν παπούδες
και κάτι τέτοια μοιάζουν παραμύθια , είναι απίστευτα.
Πολλές φορές σαν αποχαιρετιέσαι μ' ένα άτομο,
δεν ξέρεις αν ποτέ ξανά το συναντήσεις.


Τρ.9 Ιουλίου 2013(14.05-14.16)




Αυτά είχα να πω σήμερα


Τα είκοσι ευρώ πρέπει να φτάσουνε για μια εβδομάδα.
Ως τότε θα κουβεντιάζω με τις λέξεις μου,
που θα κελαηδούν στην διπλανή μου φλαμουριά.
Ένα ζωάκι νιώθει την προσβολή που του κάνεις,
γι' αυτό ας υμνήσω σήμερα αυτά τα ζωάκια
που έχουν αισθήματα και πολιτισμό.


Ρωτάω τον εαυτό μου*<λες κάποτε να χάσεις κι αυτό το μπαλκόνι
όπου πίνεις τον καφέ σου και καπνίζεις το τσιγάρο σου?>
Από 'δω η ευωδιά τών ταπεινών
κι απο ΄κει οι αγέρωχοι στις εξέδρες των παρελάσεων.
Η φλαμουριά μού δίνει οξυγόνο,ίσκιο,άρωμα και τσάϊ με τα άνθη της.
Εσείς της εξουσίας τι ακόμη θα μου πάρετε?


Αυτά είχα να πω σήμερα που γιορτάζω την φτώχεια μου.


21 Μαϊου 2013




       Ρίχτερ τρελά


Για πες μου εαυτέ μου
πώς θα κερδίσω τον χαμένο χρόνο.
Πες μου πώς θα συσπειρωθώ
για να μαζέψω δύναμη κι ορμή
από βρύσες συνεχούς ροής.


Για πες μου εαυτέ μου
πώς θα γκρεμίσεις ψεύτικους θεούς και ημίθεους*
κανείς δεν σε γνωρίζει , για να σε πιστέψει.
Ψέμα καλά κτισμένο,
ρίχτερ τρελά χρειάζονται στο γκρέμισμά του.



30 Ιαν.1999



Το παγκάκι


Έφτιαξα με γερές λέξεις ένα παγκάκι
για να ξαπλώνω με παλιές ιερές σκέψεις
εκεί στη γωνιά τού υπαρξιακού μου πάρκου.


Ελάχιστες ασπρόμαυρες φωτογραφίες
κουβαλούν τα παιδικά κι εφηβικά μου χρόνια.


Ακούω τα δευτερόλεπτα που τρέχουν,
προσέχω και το πέρασμα της ώρας,
αλλά το έτος μού διέφυγε και πάλι.


Όσο πληθαίνουν οι ρυτίδες μας,
τόσο και πιο πολύ επιστρέφουμε
στα παιδικά κι εφηβικά μας χρόνια
και ψάχνουμε να βρούμε τόπους και ανθρώπους.


Πέμπτη 27 Ιουνίου 2013 (απόγ)


Ο Λεβιάθαν, αναφέρει η Βιβλική παράδοση, είναι ο δαίμονας της ζηλοφθονίας. Ένα από τα εφτά θανάσιμα αμαρτήματα, όπως τουλάχιστον τα εισήγαγε ο Πάπας Γρηγόριος Α’ κάπου στα τέλη του 6ου αιώνα στο έργο του Magna Moralia.

Και ακόμα προσπαθώ να καταλάβω τι το ιδιαίτερο βρήκαν κοινό και κριτικοί στο τελευταίο δημιούργημα του Ζβιάγκιντσεφ με τον ομώνυμο δαιμονικό τίτλο. Η ταινία, πέραν της σχέσης της τοπικής εξουσίας με τον φτωχομεσαίο Κόλια και την παρατυπία του δικηγόρου Ντιμίτρι να ατιμάσει τη φιλία τους, πηγαίνοντας με τη γυναίκα του Κόλια, σκιαγραφεί μια ζωή βουτηγμένη στο οινόπνευμα, τις καταχρήσεις και την πνιγερή ανία των κατοίκων μιας ρωσικής επαρχίας του βορρά. Μέχρι εδώ καλά. Κοινωνιολογικά, τουλάχιστον. Αυτές οι συσχετίσεις με βιβλικές αναφορές, Ιώβ και υπαρξιακά αδιέξοδα τύπου Ταρκόφσκι γιατί να προκύψουν;

Σίγουρα η κοινωνικοπολιτική νύξη του σκηνοθέτη, το άτυπο ταξικό αίσθημα δικαίου έναντι στους σκληρούς τεχνοκράτες και άξεστους καταπατητές της ανθρώπινης αξιοπρέπειας είναι διάχυτο σ’ ολόκληρη την ταινία. Σίγουρα βρίσκεις κάτι αξιόλογο στην ωμότητα ορισμένων σκηνών, αλλά η κοινότοπη θεματολογία, οι όχι ιδιαίτεροι διάλογοι ακόμα και η σκηνοθεσία δεν είναι επάξια των αποθεωτικών σχολίων και κριτικών που ακολούθησαν, πόσο μάλλον για Όσκαρ ξενόγλωσσης.


Δεν είναι ότι ο θεατής αναζητά να εντυπωσιαστεί κατ’ ανάγκη από το δημιούργημα. Να του πει κάτι άλλο, αναζητά, με άλλα λόγια και εικόνες από όσα ίσως ήδη ξέρει, αισθάνεται ή έχει βιώσει κάπως κάποτε στο πετσί το. Κάποια στιγμή, μάλιστα, έπεσαν οι τίτλοι τέλους και βγήκα νυσταγμένος από την αίθουσα. Μέρες μετά, έμεινα με την απορία: η ζηλοφθονία που είχε φωλιάσει στην ταινία;




Οι εκδόσεις “Θράκα” και το περιοδικό πολιτιστικής αρθρογραφίας “Διάβαση” (diavasinet.gr) σας προσκαλούν στην παρουσίαση του νέου βιβλίου του Θάνου Γώγου «Γλασκώβη», στις 24 Φεβρουαρίου και ώρα 21:00 στο Stage club (Ήρας 8 & Φιλίππου) στη Λάρισα.
Μετά το πρώτο του βιβλίο με τίτλο «Μεταιχμιακή χαρά» των εκδόσεων “Φαρφουλάς” ο Λαρισαίος ποιητής επανέρχεται με ένα τολμηρό, ιδιόφωνο σχεδίασμα 56 σελίδων που ακροβατεί ανάμεσα στον πεζό λόγο και τη ποίηση, στο στοχασμό και το παραλήρημα.
Για το βιβλίο θα μιλήσουν οι ποιητές και μεταφραστές Κώστας Λάνταβος και Σωτήρης Παστάκας, ενώ αποσπάσματα θα διαβάσει ο Γιώργος Σαράτσης.
Την παρουσίαση θα συντονίσει ο δημοσιογράφος Ηλίας Σκυλλάκος.
Ο Θάνος Γώγος γεννήθηκε στη Λάρισα το 1985. Ποιήματα και διηγήματά του έχουν δημοσιευτεί σε πολλά λογοτεχνικά περιοδικά και στο διαδίκτυο. Είναι συνιδρυτής του Πανθεσσαλικού Φεστιβάλ Ποίησης που πραγματοποιείται κάθε άνοιξη στη πόλη της Λάρισας.



 ΥΣΤΕΡΟΧΡΟΝΟ ΒΑΡΑΘΡΟ

Η κάθε πέτρα στο κεφάλι μου
σύμβολο της στερνότερης αντήχησης

Μυώδης και συχνά πολύχρωμη
μετουσιώνεται με κάθοδο σε ύλη
Τυλίγετ' έπειτα γύρ' απ' το μπράτο μου
κι εγκαταλείπει τον αγώνα,
δένοντας στη μέση μου πουλόβερ
την αγνότητα

Χα! Η αγνότητα!
Η αγνότητα να βελάζει βελούδο
κι εγώ ζαβλακωμένος στην αποσυγκέντρωση

Εγώ να διασπώμαι σε πομπώδη φρασεολογία,
ταυτίζοντας ανεγκέφαλος αλαλαγμούς κι εξιλεώσεις

Εγώ να κακίζω αιγυπτιακές θεότητες
και μάζωξη αφέλειας
στους πατρογονικούς παπύρους

Εγώ να χάνομαι
στο πεζοδρόμιο της κοσμολογίας,
προβαίνοντας σε ατομικούς χιασμούς ευαγγελιστών

Εγώ Εγώ Εγώ

Να χώνω στα νέα μου ποιήματα στίχους του 2011

- Αρχάρια αρχέτυπος -

και δε χρειάζεται μεγάλη σκέψη για να καταλάβετε
ποιος φταίει
για όλη, σχεδόν, την κακοφωνία της ποιητικής μου..

Είν' οι χιλιάδες ποιητές σας,
που κάνανε όλες τις όμορφες λεξούλες σαν τα μούτρα τους
και, ως εκ τούτου, δεν ανέχομαι να τις αγγίζω
παρά μονάχα, ίσως, όταν βρίσκομαι σε βέβαιο οίστρο!

Παρά μονάχα όταν εγγυάται η έμπνευση εξαγνισμό..


 ΡΗΞΗ ΤΟΥ ΑΙΜΑΤΟΣ

Ρητά θα προσδένομαι στη μαύρη άρια
του κάθε ξέμπαρκου δαιμονίου

Έτσι, φελλός και ημιανάπηρος,
κάθε που θα αισθάνομ' αστερόσκονη να στάζει
απ΄το δερμάτινο,
θα παρευρίσκομαι αδίστακτος
στην νεκρικής σιγής ορκωμοσία
της συμπαντικής Μητρότητας

Εκεί, υπό το καθεστώς μιας Άγιας σύγχυσης,
θα φυτεύομαι στο "Υψηλό"
και, παντελώς αποδιοργανωμένος,
θα καρπώνομαι Χάη



.ΣΤΟ ΣΚΑΡΙΜΠΑ

Σαν ήρθε τ’ οργουελικό το έτος,
δεν άντεξες Γιάννη Σκαρίμπα

είπες:
-Μην είναι καναπές!
Μην είναι θρόνος!

και σύρθηκες ως ερπετό-τσουγκράνα
μέχρι το κοντινότερο ημίψηλο
καπέλο
βυθίστηκες στα μπαλαούρα των
πλανητών..!!



. ΣΤΡΕΨΟΔΙΚΙΑ ΥΠΟΣΤΑΣΗΣ

Δεν είμαι, πιθανότατα,
ό,τι καλύτερο σας έχει συμβεί!

Ένας ξεμωραμένος 60άρης,
αλκοολικός και πρώην playboy,
βαριόμοιρος στην κρύα αγκαλιά της Ποίησης!

Παρά ταύτα,
βρίσκομαι σε θέση που μου επιτρέπει
να διαχωρίζω εμπράκτως την υπόστασή μου
από 30χρονους μωρούς γεροξεκούτηδες
μ' εκφραστικά αρθριτικά
και εμφανέστατο λουμπάγκο επινόησης,
που χασμουριούνται από μέσα τους
ανύπαρκτους μοντερνισμούς
κι αρθογραφούν για την κάθε τυχάρπαστη φυλλάδα
της Αποστείρωσης


Πρώτα απ’ όλα ο ποιητής κρίνεται από την ιδιοφωνία του. Χιλιάδες ποιητές αναμασούν κι αντηχούν φωνές άλλων. Τους διαβάζεις μέσα από παράσιτα, όπως γινόταν παλιά με τα τρανζιστοράκια, που ο ένας σταθμός έπεφτε πάνω στον άλλον. Όσο τους διαβάζεις, δεν μπορείς να ξεχωρίσεις τη δική τους φωνή από τις φωνές των άλλων που επικάθονται σαν κηρήθρα στο έσω ους. Πρώτο βήμα λοιπόν, για όλους μας η κατάκτηση της ιδιοφωνίας.

Ο ποιητής λοιπόν που διαθέτει, ας υποθέσουμε ιδιοφωνία, έχει μπροστά του άλλα δύο άλματα. Η ιδιοφωνία, όσο σπάνια κι αν είναι, από μόνη της και πάλι δεν φτάνει για να τον κάνει ποιητή. Για να το πούμε διαφορετικά, η ιδιοφωνία του πρέπει να είναι και πολυφωνική. Δεν φτάνει να είναι μονόχορδα ιδιόφωνος. Πρέπει το έργο του να έχει εύρος θεματικό και βάθος απροσμέτρητο. Να σκάπτει το υπέδαφος πλούσιο σε ορυκτό πλούτο, να πετάει στον αέρα σαν δράκος και να κολυμπά στο νερό σαν την Έστερ Ουΐλιαμς. Να έχει σπάσει τα δάκτυλα του στη μετάφραση, το δοκίμιο, την επιφυλλίδα, το λίβελο και την κριτική.


Ο ποιητής που έχει ιδιοφωνία και θεματική πολυφωνία και εύρος έργου για να εγγραφεί στους εκλεκτούς θα πρέπει να αποδώσει και το πνεύμα της εποχής του. Δεν υπάρχει ποιητής εκτός ιστορικού χρόνου. Τη γενιά μας δεν την επιλέγουμε, την χρεωνόμαστε. Ένας ποιητής που γεννιέται σήμερα στο πρώτο ήμισυ του εικοστού πρώτου αιώνα, όσο καλός κι αν είναι (διαθέτει ιδιοφωνία και εύρος φωνής), πάλι δεν θα κάνει τίποτα αν δεν μπορέσει να εκφράσει το «πνεύμα» των ημερών του. Να αποτυπώσει την ιδεολογία και τις θεωρητικές αναζητήσεις της εποχής του. Αν δεν εγγραφεί στην Ιστορία του τόπου του και τη συμπαντική συνείδηση του καιρού του.

«ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΣΤΗ ΒΡΕΜΗ» του Ράϊνερ Βέρνερ Φασμπίντερ στο θέατρο ΜΕΤΑΞΟΥΡΓΕΙΟ

κριτική παρουσίαση : Εφη Καλογεροπούλου
«Ο κάθε ευπρεπής σκηνοθέτης έχει μόνο ένα θέμα και τελικά κάνει την ίδια ταινία ξανά και ξανά. Το δικό μου θέμα είναι η εκμετάλλευση των αισθημάτων χωρίς να έχει σημασία ποιος μπορεί να είναι αυτός που τα εκμεταλλεύεται. Αυτό δεν τελειώνει ποτέ. Είναι ένα θέμα διαρκείας. Μπορεί η πολιτεία να εκμεταλλεύεται τον πατριωτισμό, η στη σχέση ενός ζευγαριού ο ένας να καταστρέφει τον άλλο» Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ

Ιδιόμορφος καλλιτέχνης, «καταραμένος» κινηματογραφιστής αλλά και θεατράνθρωπος, αναρχικός δημιουργός, ο Ράϊνερ Βέρνερ Φασμπίντερ(1945-1982), στη διάρκεια της εξαιρετικά σύντομης ζωής του,  έχοντας στο ενεργητικό του περισσότερες από πενήντα ταινίες,τηλεοπτικές σειρές,σκηνοθεσίες στο θέατρο και ραδιοθεατρικές παραγωγές, σημάδεψε καθοριστικά την ευρωπαική μεταπολεμική κινηματογραφική τέχνη εγγράφοντας σε αυτήν, το δικό του ιδιαίτερο  προσωπικό στίγμα.

Μετά τον πόλεμο,η κατακερματισμένη γερμανική συνείδηση, προσπαθεί να ξορκίσει το φάντασμα του Ναζισμού,να αντιμετωπίσει την οικονομική αστάθεια,τον φόβο και την αβεβαιότητα,να βρεί ένα ρεαλιστικό βηματισμό που θα την απομακρύνει από την ενοχή και την τύψη.

Στο καινούργιο status και στον αντίποδα του Ρομαντισμού,του Βαγκνερικού πένθους,της Νιτσεϊκής αγωνίας,αλλά και του ψυχρού ορθολογισμού της ναζιστικής κουλτούρας που σκότωσε κάθε έννοια στοχαστικής αναζήτησης,κοσμικής ενόρασης,υπαρξιακής αγωνίας και φαντασίας,υποκρύπτεται  στο ασυνείδητο η ανάγκη ενός ανατρεπτικού στοχασμού που θα ανασυνθέσει τις βάσεις του ψευδαισθητικού γερμανικού οικοδομήματος ,κατεδαφίζοντάς το και ανασυνθέτοντάς το.
Το γερμανικό πνεύμα πιάνοντας το νήμα από τον Μπρέχτ και τον Τόμας Μάν ,από τον Γκύντερ Γκράς και τον Πέτερ Βάις μέχρι τον Μπότο Στράους,πασχίζει να εκφράσει ένα συνειδησιακό βάρος και ταυτόχρονα μια συλλογική τύψη που εχει κληρονομήσει.Σε αυτό το κλίμα και σε ένα εντελώς διαφορετικό μήκος κύματος από εκείνο του Χέρτσογκ,του Βέντερς,του Σλέντορφ και της Φόν Τρόττα,ο Φασμπίντερ κάνει το δικό του σινεμά ,ένα σινεμά με θεατρικό χαρακτήρα.

«Οποιος καταπιάνεται με τον κινηματογράφο πρέπει να ξέρει από θέατρο,το θέατρο είναι πολύ χρήσιμο για το σινεμά ,ενώ το αντίστροφο καθόλου»είχε πεί.

Οι κινηματογραφικές του σεκάνς έμφορτες θεατρικού ύφους, επιχειρούν να ανακινήσουν το συναίσθημα στον αντίποδα κάθε είδους λογιότητας, με εργαλεία την ιδιαίτερη αυτονόμηση του κινηματογραφικού χώρου, αποσπώντας τον από την συμβατική πραγματικότητα,τους φωτισμούς που χρωματικά υφαίνουν την εσωτερική κατάσταση των ηρώων του φωτίζοντας την υπαρξιακή τους κατάσταση,αλλά και την μεγέθυνση των συγκρούσεων και των σχέσεων των χαρακτήρων του, που γίνεται όχι με εικονιστικά αλλά δραματολογικά στοιχεία.

Από το υπόγειο θεατράκι του περιθωριακού Μονάχου(1967), μέχρι τις μεγάλες κρατικές σκηνές της πατρίδας του και την καθιέρωσή του στις Κάννες το 1974 με την ταινία του ο Φόβος τρώει τα σωθικά ,αλλά και τον Γάμο της Μαρίας Μπράουν,εως την τελευταία του ταινία τον Καβγατζή(1982), ο Φασμπίντερ παράγει ένα αξιοζήλευτο σε όγκο-41 ταινίες μεγάλου μήκους μέσα σε 13 χρόνια- κινηματογραφικό ,θεατρικό και ραδιοφωνικό έργο,πολλές φορές ετεροβαρές, αλλά πάντα πολιτικό, εστιάζοντας στις αιτίες που υποκινούν την δράση, δίνοντας μια ανάσα Μπρεχτικής αποστασιοποίησης στο αφηγηματικό του ύφος.

Ετσι και στα κινηματογραφικά αλλά και τα θεατρικά του έργα, η ατμόσφαιρα που δημιουργεί δεν απευθύνεται άμεσα στο θυμικό στοχεύοντας ακαριαία το συναίσθημα και το συγκινησιακό βάρος,αλλά δημιουργεί μια κριτική και στοχαστική αντίληψη.

Στο βάθος των έργων του πάντα τα ίδια στοιχεία: η απελπισία,η κοινωνική καταπίεση ,η ηθική παρακμή,τα διαπροσωπικά παιχνίδια εξουσίας,η περιθωριοποίηση,ο φόβος,η δέσμευση, η συντριβή.

Ο Φασμπίντερ δεν κάνει νατουραλισμό.Η ρεαλιστική και κάπου εξπρεσιονιστική απεικόνιση που επιχειρεί πολλές φορές με υπερβολή των εικαστικών στοιχείων του χώρου που τοποθετεί τους κινηματογραφικούς του ήρωες ,εχει στόχο να βαθύνει την ένταση υπερτονίζοντας το περίγραμμα μέσα στο οποίο εκδηλώνεται εν τελει η εσωτερική  κραυγή.

Η θεατρική εργογραφία του Φασμπίντερ αριθμεί 12 πρωτότυπα θεατρικά έργα και αρκετές διασκευές με κυριότερες εκείνες   της Ιφιγένειας εν Ταύροις του Γκαίτε(1968),Του Αίαντα του Σοφοκλή(1968),της όπερας του ζητιάνου του Τζόν Γκαίη(1969),του καφενείου του Γκολντόνι(1969),αλλά και του Φλεγόμενου χωριού του Λόπε ντε Βέγκα(1970).

Από τα θεατρικά του έργα ξεχωρίζουν τα : Σταγόνες πάνω σε καυτή πέτρα ,Pre-paradiseSorry now(1969), Αίμα στο λαιμό της Γάτας(1971),Τα πικρά δάκρυα της Πέτρα Φόν Κάντ(1971),Ελευθερία στη Βρέμη(1971),Τα σκουπίδια η πόλη,ο θάνατος(1976).Το 1980 κινηματογραφεί το Berlin Alexanderplatz,κυριολεκτικά ένα έπος  16 ωρών πάνω στην νουβέλα του Αλφρεντ Ντέμπλιν.

Το έργο του Ελευθερία στη Βρέμη γραμμένο το 1971 στηρίζεται σε ένα πραγματικό γεγονός.Η Γκέσε Γκότφριντ,μια τίμια και θεοσεβής σύζυγος και μητέρα ,αποκεφαλίστηκε δημόσια το 1831 μετά την διάπραξη δεκαπέντε φόνων.Είχε σκοτώσει σύζυγο,γονείς, παιδιά και πρόσωπα του άμεσου περιβάλλοντός της.Στό έργο αυτό ο Φασμπίντερ δεν εστιάζει στα ποινικά στοιχεία της υπόθεσης ή στην εκτέλεση της Γκέσε που ακολουθεί συνέπεια των πράξεων της ,αλλά στα κίνητρα της πράξης της ,διεισδύοντας στον κοινωνικό μηχανισμό που κυριαρχεί και εξουσιάζει τις πράξεις αυτές και εν γένει την συμπεριφορά και την υπόσταση της ηρωίδας του.

Η Γκέσε μετατρέπεται σε μία εργώδη μηχανή θανάτου .Δηλητηριάζει τον βάναυσο άντρα της,την ηθικολόγα μητέρα της,τον αφέντη –πατέρα της,τον εραστή της που εντέλει την προδίδει,τα παιδιά της,την πιο στενή της φίλη.Ο ενας φόνος διαδέχεται τον αλλον,αλλά είναι ο μοναδικός της δρόμος προς την ελευθερία.Η καταπίεση,ο εξευτελισμός,η ασφυξία που της δημιουργεί ο οικογενειακός και κοινωνικός περίγυρος γίνονται αντιληπτά από την πρώτη σκηνή του έργου .Σε αυτήν βλέπουμε τον άντρα της να την διατάζει να του φέρει καφέ,εφημερίδα,τσάΪ,κτλ υπό το διαρκές ηχητικό υπόστρωμα του κλάματος των μωρών και την ίδια να πασχίζει να εκτελέσει αυτές τις αντρικές εντολές.

Ολοι (σύζυγοι,εραστές,πατέρας αδερφός,φίλοι) την αντιμετωπίζουν με βιαιότητα απαιτώντας να ικανοποιήσει τις ορέξεις τους.Η ύπαρξή τους είναι ο καθημερινός της εφιάλτης.Ο στεγανός χώρος της οικογενειακής και κοινωνικής συνθήκης που αντιμετωπίζει την γυναίκα σαν αναπαραγωγική μηχανή,σκεύος ήδονής,αποστερώντας της το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης , της ελευθερίας,της αγάπης ,της ευτυχίας την πνίγει.Η ασφυξία της θα  ζητήσει διέξοδο αλλά και πάλι η ελευθερία της θα συνθλιβεί.Η αυθυπαρξία όπως και στα υπόλοιπα έργα του Φασμπίντερ είναι ένα παιχνίδι χαμένο από την αρχή.

Στο τέλος του δρόμου η Γκέσε θα συναντήσει την μοναξιά και τον δικό της θάνατο.

Στην παράσταση που είδαμε στο θέατρο ΜΕΤΑΞΟΥΡΓΕΙΟ, η νεαρή Νάντια Φώσκολου,με μια λιτή σκηνοθεσία,προσπάθησε και πέτυχε να μείνει πιστή στο σύμπαν του Φασμπίντερ,κρατώντας σωστές αναλογίες στα συναισθηματικά,γκροτέσκ και "μπρεχτικά" σημεία του έργου, στην πολύ καθαρή και θεατρική μετάφραση της Α.Κολτσιδοπούλου.

Οι σημαντικές ερμηνείες των καλών νέων ηθοποιών,οδηγούσαν στιβαρά το θεατή στον ζοφερό κόσμο της Γκέσε και στην σταδιακή "απελευθέρωσή" της, με την  Γιασεμή Κηλαηδόνη να μεταμορφώνεται σε φόνισσα Γκέσε με απλότητα,εσωτερικότητα και δραματική ένταση,χαρίζοντας μας δυνατές υποκριτικές στιγμές.

Ολοι οι ηθοποιοί αλλά και η μουσική,η σκηνογραφία και οι φωτισμοί  της παράστασης υπηρέτησαν αρμονικά την σκηνοθετική αντίληψη και απέδωσαν επιτυχώς το κλίμα της Φασμπιντερικής γραφής προσφέροντας μας μια ενδιαφέρουσα θεατρική εμπειρία.
  
Συντελεστές της παράστασης:
Συγγραφέας:
Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ
Σκηνοθέτης:
Νάντια Φώσκολου
Μετάφραση: Άννυ Κολτσιδοπούλου,
Σκηνικά: Μικαέλα Λιακατά,
Κοστούμια: Βασιλική Σύρμα,
Φωτισμοί: Χρήστος Τζιόκας,
Μουσική: Γιάννης Καραγιάννης
Ηθοποιοί:
Τίνα Γιωτοπούλου, Γιασεμί Κηλαηδόνη, Δημήτρης Πλειώνης, Χρήστος Ροδάμης, Στράτος Σωπύλης, Αλέξανδρος Σωτηρίου



                                                              



Όχι, δεν πρόκειται για μία αριστουργηματική τουρκική ταινία, ούτε για κάτι εξεζητημένο που απαιτεί περίπλοκες θεωρητικές γνώσεις για να αντιληφθείς όσα έχει να σου προφέρει. Μπορεί η “Χειμερία Νάρκη” να είναι η μεγαλύτερη σε διάρκεια ταινία που κέρδισε ποτέ Χρυσό Φοίνικα στις Κάννες, μπορεί το σενάριό της να έφτανε τις 285 σελίδες, μπορεί να σάρωσε διεθνή βραβεία και κριτικές, παραμένει ωστόσο αναμφισβήτητα ένα πολυεπίπεδο ψυχογράφημα που αφορά σχεδόν τον καθένα μας.

Ο Αϊντίν (Haluk Bilginer), ένας εγωκεντρικός εν αποστρατεία ηθοποιός, συζεί με την κατά πολύ μικρότερή του Νιχάλ (Melisa Sözen) στο λαξευτό ιδιόκτητο ξενοδοχείο του στα υψίπεδα της Καππαδοκίας, συντάσσοντας άρθρα για μια εφημερίδα της Ανατολίας. Κοντά του και η προσφάτως χωρισμένη αδερφή του Νετζλά (Demet Akbag), η οποία αποτελεί χαρακτήρα-κλειδί στην εξέλιξη της ιστορίας. Οι ήρωες καταφέρνουν να αγγίξουν λεπτομέρειες μιας καλομελετημένης καθημερινότητας, όπου δύσκολα ο θεατής να μην ταυτιστεί με τα πάθη τους ή να μη χαμογελάσει με ευτράπελα που προκύπτουν εντελώς φυσικά, σπάζοντας κάπως τη μονοτονία της μοναξιάς.

Ολόκληρη η ιστορία βασίζεται αποκλειστικά στους διαλόγους και στα εύθραυστα χαρακτηριστικά των προσώπων που ραγίζουν ή κομματιάζονται ανάλογα με τις σκηνοθετικές απαιτήσεις. Προσπερνώντας, μάλιστα, την κοινοτοπία κάποιων διαλόγων ή το γκροτέσκο ορισμένων χαρακτήρων, η “Χειμερία Νάρκη” κατορθώνει να σκιαγραφήσει τα αδιέξοδα των σχέσεων, την αιώνια πάλη των τάξεων και τη μοναχική πορεία του ανθρώπου στον χρόνο.


Πώς μια πέτρα στο παράθυρο ενός αυτοκινήτου μπορεί να πυροδοτήσει σειρά αντιδράσεων, ξεσκεπάζοντας τη ζωή και τον ψυχισμό των ηρώων; Χειμερινό σκηνικό, χωματόδρομοι, λάσπη και απέραντες χιονισμένες εκτάσεις συνομιλούν με απωθημένα, ανολοκλήρωτες φυγές και σωτήριες αυταπάτες. Το νεκρό σκυλί δίπλα από τις ράγες του τραίνου, το βίαιο τιθάσευμα του αλόγου στα παγωμένα νερά του ποταμού ή το ξεψυχισμένο κουφάρι του λαγού από σκάγια δίκαννου στην παγωμένη τούνδρα, είναι κάποιες μόνο από τις αλληγορικές συσχετίσεις του σκηνοθέτη με τη ζωή των ηρώων.


Εν τέλει, η “Χειμερία Νάρκη” είναι ένα δράμα με βαθιές κοινωνικοπολιτικές προεκτάσεις που εξυψώνεται από την προσεγμένη σκηνοθεσία του Νουρί Μπιλγκέ Τζεϊλάν, την άρτια φωτογραφία, το αξιόλογο κάστινγκ, τη σιωπηρή μουσική και τους πανέμορφους ασβεστολιθικούς λόφους της Καππαδοκίας. Κάποιες σκηνές μάλιστα νιώθεις να αποτελούν θέα παραθύρου που την απολαμβάνεις κάνοντας τσιγάρο. Ίσως πάλι, αξίζει ν’ απολαύσει κανείς την τρίωρη και κάτι αυτή ταινία μόνο και μόνο για τον εκτενή διάλογο του Αϊντίν με την αδερφή του. Η ειλικρίνεια, το βάθος και η ωμότητα των λόγων τους δεν μπορούν παρά να εγείρουν τις πιο αβάσταχτες αμηχανίες σου.


 «Ξένων Αιμάτων Τρύγος»
Με τη στήριξη της Αντιδημαρχίας Πολιτισμού του Δήμου Λαρισαίων και των βιβλιοπωλείων Γνώση, το περιοδικό ΘΡΑΚΑ πραγματοποιεί το Σάββατο 21 Φεβρουαρίου στο αμφιθέατρο στο 2ο όροφο στο Μύλο του Παππά, την παρουσίαση της ανθολογίας του Γιώργου Θεοχάρη «Ξένων Αιμάτων Τρύγος», εκδόσεις Γαβριηλίδη, 2014. Χορηγός επικοινωνίας diavasinet.gr
Ο Σωτήρης Παστάκας υποδέχεται τον Γιώργο Θεοχάρη και κουβεντιάζει μαζί του περί ποιητικών ανθολογιών και υπερπληθώρας ποιητικής παραγωγής.
Ποιητές απ” όλη τη Θεσσαλία έχουν προσκληθεί να διαβάσουν ένα ποίημά τους, ανεξάρτητα αν συμπεριλαμβάνονται στον πρώτο τόμο ενόψει του δεύτερου που θα κυκλοφορήσει τον Δεκέμβριο του 2015.
«Ξένων Αιμάτων Τρύγος»
Η παρούσα ανθολογία είναι το αποτέλεσμα μιας σκέψης που γεννήθηκε στο μυαλό του ανθολόγου το 2012 προκειμένου να υποστηρίξει εμπράκτως και σε καθημερινή βάση την ποιητική δημιουργία και να εμπλουτίσει την ποιότητα των αναρτήσεων στο νέο μέσο κοινωνικής δικτύωσης που μπήκε ορμητικά στη ζωή μας, το facebook. Έτσι, λοιπόν, κάθε πρωί, ο ανθολόγος, φορώντας το προσωπείο του χαρτοκόπτη, αναρτά ένα ποίημα που καλύπτει την αναγνωστική του απαίτηση και προσδοκία και το συνοδεύει με μία εικόνα εξωφύλλου του βιβλίου από το οποίο προέρχεται, με φωτογραφία του ποιητή ή της ποιήτριας και με πλήρη βιβλιογραφική τεκμηρίωση.
Οι αναρτήσεις είναι σε ελεύθερη θέαση από όλους τους χρήστες του facebook, και, κατά τεκμήριο, στη διάρκεια της ημέρας, «φίλοι» διαδικτυακοί του χαρτοκόπτη αναρτούν τα σχόλια και την εντύπωσή τους για το ποίημα.
Δημιουργείται έτσι κι ένας διάλογος πάνω στα ποιήματα και τους δημιουργούς και η όλη ιδέα αποκτά συν τω χρόνω δυναμική. Πρόθεση του ανθολόγου ήταν να συγκροτηθεί μία Ανθολογία Ποιημάτων και όχι ποιητών.
Αναντιρρήτως δεν ανταποκρίνεται καθόλου στη λογική της γραμματολογίας. Θα λέγαμε με παρρησία ότι δεν είναι καν ανθολογία, αλλά μια τεράστια ανθοδέσμη φτιαγμένη από εκατοντάδες ξεχωριστά άνθη που μάζεψε με ευαισθησία ο ανθολόγος για να στολίζει καθημερινά το βλέμμα του και το βλέμμα των διαδικτυακών του «φίλων».

Γιώργος Θεοχάρης
Ο Γιώργος Χ. Θεοχάρης γεννήθηκε στη Δεσφίνα της Φωκίδας και διαμένει στην Αντίκυρα Βοιωτίας. Συνταξιοδοτήθηκε από τη βιομηχανία παραγωγής αλουμινίου, στα Άσπρα Σπίτια Βοιωτίας, όπου εργάστηκε ως τεχνικός μηχανολογικής συντήρησης. Είναι ποιητής. Διευθύνει το λογοτεχνικό περιοδικού «Εμβόλιμον» και μετέχει στη σύνταξη της εφημερίδας «Book Press». Ποιήματά του δημοσιεύτηκαν σε λογοτεχνικά περιοδικά και μεταφράστηκαν στα γαλλικά, αγγλικά και ισπανικά. Δημοσιεύει επίσης δοκιμιακά σημειώματα και κείμενα λογοτεχνικής κριτικής. Είναι μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων.
Έργα του:
– «Πτωχόν μετάλλευμα», έκδοση του περιοδικού «Εμβόλιμον», Άσπρα Σπίτια, 1990
– «Αμειψισπορά», Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Λεβαδείας, Λειβαδιά, 1996
– «Ενθύμιον», Καστανιώτης, Αθήνα, 2004
– «Δίστομο, 10 Ιουνίου 1944: το ολοκαύτωμα», Σύγχρονη Έκφραση, Αθήνα, 2010

Κατά τον Victor Shklovsky, ο πρωτεύον ρόλος της λογοτεχνίας είναι το παραξένισμα ή η ανοικείωση (estrange or defamiliarize)· δηλαδή, η εκ προθέσεως απεικόνιση του κόσμου ως κάτι παράξενο, μέσω της διασάλευσης του κοινού γλωσσικού λόγου.

Στο βιβλίο “Μετάlipsi”, η Ιφιγένεια Σιαφάκα, καταργεί την ρεαλιστική παρουσίαση του κόσμου και των γεγονότων, εισάγοντάς μας σ’ ένα παραμυθένιο περιβάλλον. Σε σημείο τέτοιο που πολλά αποσπάσματα να θυμίζουν τα Märchen της γερμανόφωνης παράδοσης.

Η αγωνία του ποιητή, ο άξονας ρευστών σημαινόντων και το φαντασιακό (imaginary) είναι τα υλικά πάνω στα οποία η συγγραφέας χτίζει το έργο- το οποίο με την σειρά του καλεί τον αναγνώστη να το εσωτερικεύσει και κατ’ επέκταση να το οικειοποιηθεί. Για να επιτευχθεί, όμως, ο στόχος αυτός δεν αρκεί η απλή ανάγνωση του κειμένου. Η πολυσημία (plurisignation) του λόγου ανοίγει τρομερά τον ερμηνευτικό ορίζοντα και μ’ αυτόν τον τρόπο υποχρεώνει τον αναγνώστη σε μια ιδιαίτερη και σχεδόν μυσταγωγική διαδικασία... την υπερανάγνωση (over- reading).

Δομή- πρόθεση- πρόσληψη- γλώσσα: είναι άρρηκτα συνδεδεμένα μεταξύ τους, δημιουργώντας έναν δίαυλο επικοινωνίας με το υποσυνείδητο.

Διαβάζουμε στην σελίδα 23: “με το ακάνθινο ζωνάρι στα δάχτυλα της πένας απαγχονίζω της εγγrαφής τους εφιάλτες Χθες βράδυ μάλιστα σημάδευα τριχιές μ’ ένα περίστροφο σε μια πλατεία που τη λέγαν της “Ιδέας” Στη γλώσσα γάζωνα και μία γκιλοτίνα για επείγουσα ανάγκη [...]”. Η αγωνία και η ηδονή (;) που προκαλεί η “επιθυμία” και η μάχη που συντελείται κατά την διαδικασία σχηματισμού της σε γλωσσική έκφραση, μας θυμίζει την λακανική άποψη για τις ψυχικές διεργασίες του ονείρου που μεταφράζονται σε γλωσσικά σχήματα λόγου. Άρα, συγγραφέας και αναγνώστης μπλέκονται στην δύνη του ασυνείδητου και των απωθημένων νοημάτων.

Μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η φωνηματική επεξεργασία του κειμένου. Η ασάφεια που δημιουργείται εσκεμμένα στο έργο, είναι τέτοια που να μην καθίσταται ικανή ούτε η διασάφηση της ελλειπτικής πράξης (illocutionary act). Με ακρότατο σημείο την ίδια την πτώση του λόγου- συμβολική ή και έντυπη (π.χ. σελίδα 29).

Τέλος, ο λόγος διατηρεί τον ρυθμό και την ευφωνία του, παρά το παρατακτικό ύφος σε πολλά σημεία. Παρηχήσεις και εξωτερικοί ήχοι, που παρεισφρέουν, τον ζωηρεύουν χρωματίζοντας την ανάγνωση και προσφέροντας μια δυναμική γλωσσική φαντασμαγορία.




           

Δεσποινίς, σας νοιάζομαι. Ειλικρινά! Θα σας δώσω ηδονές. Και αυτό το υπόσχομαι. Θα σας δώσω όλα αυτά που επιθυμείτε: πόνυ/κουρδιστά παιχνίδια/κουνιστές καρέκλες/μαθήματα γαλλικών και πιάνου / εκδρομές στη λίμνη / τα σαββατοκύριακα/ με τον σκύλο να τρέχει/ανέμελα/κυνηγώντας τα άλλα παιδιά/κι εμείς να γελάμε...
Τι στιγμές ―θα σας ξεγυμνώνω χωρίς να σας αγγίζω. Τι μαγικές στιγμές! ―θα ζήσουμε έρωτες περιπέτειες δράματα και όλες τις συγκινήσεις που κυνηγούσατε μανιωδώς. Θα υπάρξουν κι άλλες πολλές. Θα καρπωθώ το εμείς με έντεχνο τρόπο. Σε αντίθεση με εσάς θα είμαι ο δημιουργός κάθε μας πλάνης. Η σιωπή σας αίρει τη φαντασία μου. Θα σαρκάζω κάθε στιγμή της ανοησίας μου. Θα γελώ με τη ματαιοδοξία της ηρωίδας μου. Θα σας κάνω τόσο ευτυχισμένη.




          


          ΠΡΟΤΙΜΗΣΕΙΣ

Ναι, μ’ αρέσουν τα πουλιά του φθινοπώρου
Σαν πεσμένα σύκα στο χώμα
Να πλένουν τα φτερά τους με μαύρο ιώδιο
Να τσιμπάνε κάτι τσιμεντένια ψίχουλα
Και ν’ αυτοκτονούν στη σκιά του ήλιου.

Ναι, μ’ αρέσει ο ήλιος του απογεύματος
Όταν απ’ το τζάμι διεισδύει ασθμαίνοντας
Έχοντας ολοκληρώσει επιτυχώς τη βάρδια του
Και μετά στρώνει να κοιμηθεί στο δωμάτιο
Αγκαλιά με μια ξεχαρβαλωμένη κρεμάστρα.

Ναι, μ’ αρέσει η κρεμάστρα της ντουλάπας
Φορτωμένη με δυο παντελόνια κι ένα θάνατο
Χρόνια στο σημείο αυτό ασάλευτη
Αν είχε πόδια θα έτρεχε στα λιβάδια
Να ερωτευθεί ένα άσπρο πουκάμισο.

Ναι, μ’ αρέσει το πουκάμισο που φορούσες χθες
Είχε μια στάμπα κυριακάτικης ραστώνης
Πάνω του έπαιζαν κουμπιά και γελούσαν
Αλλά μέσα απ’ την αριστερή του τσέπη
Ανάβλυζε ένα ποτάμι άδικου αίματος.

Ναι, μ’ αρέσει το αίμα που ρέει στις φλέβες
Παρασέρνοντας όλα τα σκουπίδια της ζωής
Στις εκβολές του βαφτίζονται βρέφη αγγέλων
Πριν ν’ αρχίσει ν’ αραιώνει ξαφνικά
Mε την πρώτη βροχή του φθινοπώρου.
  

            ΕΞΙΣΤΟΡΗΣΗ

Η ζωή μας
Σαν ανάποδα κολλημένο γραμματόσημο
Πάνω σε φάκελο χωρίς παραλήπτη
Ταξιδεύει μέσα σε ταχυδρομικούς σάκους
Μένει στα αζήτητα για χρόνια
Ο αποστολέας έχει γεράσει
Οι δρόμοι πήραν άλλα ονόματα
Οι ταχυδρόμοι απολύθηκαν.

Η ζωή μας
Σαν τετράδιο χωρίς ετικέτα
Μέσα στην τσάντα αιώνιου φοιτητή
Περιφέρεται στις αίθουσες διδασκαλίας
Στα αμφιθέατρα και στα αναγνωστήρια
Τα παλιά κτίρια γκρεμίστηκαν
Η ύλη των μαθημάτων άλλαξε
Οι καθηγητές συνταξιοδοτήθηκαν.

Η ζωή μας
Σαν ασπρόμαυρη ταινία του εξήντα
Με καινούργια κόπια και υπότιτλους
Προβάλλεται  στα θερινά σινεμά
Χωρίς εισιτήριο εισόδου
Οι θεατές άρχισαν να φεύγουν
Ο σκηνοθέτης αποκήρυξε το έργο
Οι ηθοποιοί έχουν πεθάνει.

Κι αν δεν υπάρχει ζωή
Υπάρχει ένας άνθρωπος να την ιστορεί.















Η ποιητική παραγωγή είναι αντιστρόφως ανάλογη με την κοινωνική αποδοχή του ποιητή. Όσο τείνει να εξαφανισθεί ο κοινωνικός ρόλος του ποιητή άλλο τόσο πληθαίνουν τα βιβλία, οι παρουσιάσεις, τα φεστιβάλ και οι... έριδες! Κάποτε ο λόγος του ποιητή γινόταν ακουστός από την πλειοψηφία του κόσμου. Να το πω διαφορετικά: ο κόσμος περίμενε με αγωνία «τι θα πει ο ποιητής», να πάρει θέση, να τους διαφωτίσει και να τους χαράξει πορεία ζωής. Σήμερα, αν κάποιος γονιός ακούσει από το μοναχογιό του πως θέλει να γίνει «ποιητής» πρώτα θα σκάσει στα γέλια και μετά θα βγάλει το ζωνάρι του να τον δείρει.

Όσο μικραίνει λοιπόν, ο κοινωνικός ρόλος του ποιητή κι έχει ξεπεράσει ήδη το επίπεδο της καρπαζιάς (το γνωρίζουν όσοι έτυχε κάποια στιγμή να τους ξεφύγει και να δηλώσουν στον εργασιακό τους χώρο την «κρυφή» τους ιδιότητα του «ποιητή»), της χλεύης και του προσωπικού διασυρμού, άλλο τόσο οι ποιητές αναλίσκονται μεταξύ τους σε φιλονικίες και έριδες, για το τίποτα, για ένα πουκάμισο αδειανό, για μιαν Ελένη.

Ερίζουν για ασήμαντα πράγματα επί προσωπικού, κι αυτό είναι το δυσάρεστο: για το βρακί της παρτουζιάρας που την πήραν όλοι εξ’ άπαντες, για τον αν έχει παραβιαστεί το «άβατον» του πισινού τους, τις φορολογικές τους δηλώσεις και την τυχόν φοροδιαφυγή. Τα πολιτικά τους φρονήματα, για το ποιος τέλος πάντων πήδηξε τις περισσότερες γκόμενες και για το ποιος την έχει πιο μεγάλη. Έριδες που δεν έχουν την αίγλη επί της ποιητικής ιδεολογίας, που δεν έχουν ορίζοντα το λογοτεχνικό γίγνεσθαι, την αγωνία για την πορεία της Τέχνης που υπηρετούν αλλά τα συμφέροντα του νταή και του ψευτόμαγκα που σύρεται αλυσοδεμένος σε αίθουσες δικαστηρίων γιατί απλώς υβρίζει, απειλεί και εκβιάζει. Οι πάλαι ποτέ λογοτεχνικές έριδες κατέπεσαν στις μέρες μας σε κακουργηματικές πρακτικές κατασυκοφάντησης και ποταπού εκβιασμού.




ΠΡΟΣ ΕΑΥΤΟΝ

”ego tecum taguam mecum lopuor” =
“σου ομιλώ όπως θα ομιλούσα στον εαυτόν μου”
                                                                      Κικέρων

Οφείλεις να ’σαι
επιγραμματικός, οξύνους και πολύκλαδος.
Να ανακαλύπτεις την ελευθερία
όπως και τον εαυτό σου.
Οφείλεις
μία διαμεσολάβηση νοημάτων
και υποδώριων λέξεων.
Ένα Δάντειο καθαρτήριο
μία πλατεία «ντε λα Φιόρε»
και την Πυθαγόρεια χορτοφαγία.
Οφείλεις
ένα Κάλβιο εγερτήριο
και ενός Πυθέα το πιλωτήριον.


ΣΚΕΨΕΙΣ

Ανάμεσα σε δυό πατρίδες
ευχαρίστως θα προτιμούσα
την χαρμόσυνη επαιτεία των στοίχων.
Ανάμεσα σε δύο παραδείσους
θα προτιμούσα ευχαρίστως
μία κόλαση για να ξοδεύω
την εικόνα και το σπέρμα μου.


Γνώθι τοις άλλοις

Και δεν εγνώριζα
της Μέμφιδος το κλεινόν αρχιπέλαγος,
μήτε την ανακτορία με τους γελωτοποιούς της φυλής.
Διότι τον καιρό εκείνον
ετράνευα όπως το αγριοράδικο εις τόπον χέρσο μα κοπρισμένο,
εις την ερήτιμη επικράτεια
ποιητών, αμπελουργών τε και οδοκαθαριστών
της πάλαι αιδοιοανθισμένης μου ιδανικής ενδοπολιτείας.
Με καρτερικότητα Μεσολογγίτικης πολεμίστρας,
με της θεάς το αμόλυντο δόρυ
τη ναυαρχίδα των μέγιστων νεκρών
διέρχομαι υπερυψούμενος εκ της κληρονομημένης μου γελωτοκρατίας
πας συμβιώσαντος φίλου και φύλλου
θυμίσαντος δε του άδικου θανάτου
του τοτινού μου σκύλου,
καταθέτω στέφανον ταπεινόν
εις το μνημείο των αδέσποτων και άγνωστων
πιστών τετραπόδων.


ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA