Η Άννα Γρίβα γράφει στο fractal για τον "Άνθρωπο τανκ" (Θράκα, 2017) του Γιώργου Λίλλη

Ένα ανέκδοτο διήγημα του Κωνσταντίνου Γαλάνη

Απόσπασμα από το υπό έκδοση πεζογράφημα του Πέτρου Μπιρμπίλη, από τις εκδόσεις Θράκα (Κυκλοφορεί στις 16 του Οκτώβρη)

Ένα ανέκδοτο ποίημα της Μαρίας Θ. Αρχιμανδρίτη

Ο Κώστας Κουτρουμπάκης γράφει για τον "Κούκο" (Θράκα, 2016) της Πελαγίας Φυτοπούλου

Προσπαθούσα για πολλές μέρες να δώσω έναν ορισμό στην "αλητεία"πέρα από αυτόν που μπορώ να βρω στο λεξικό. Έναν ορισμό περιεκτικό για τον «αλήτη». Η αλήθεια  είναι πως δεν μπόρεσα, για τον λόγο πως μου έρχοταν στο μυαλό διάφοροι αλήτες που είχαν μόνο  κάποια κοινά χαρακτηριστικά μεταξύ τους. Σίγουρα, όμως, τους θεωρούσα αλήτες.

 Έτσι  άρχισα να ρωτώ φίλους και αγνώστους πότες στα μπαρ της Λάρισας :

«Τι χαρακτηριστικά έχει ένας αλήτης;», «Ποιος είναι αλήτης;», Τι σημαίνει τελικά αλήτης;».

Σε μια από αυτές τις νύκτες στο αγαπημένο μου «Αλομπάρ», κρατήσαμε τα πρακτικά της συνεδρίας της μπάρας.
Αποφασίσαμε, λοιπόν, πως ο αλήτης:

1.      Δεν είναι ποτέ από την πλευρά της εξουσίας ή κάποιου κατεστημένου
2.     Βρίσκεται πάντα σε μια κίνηση
3.     Όπου και αν ανήκει πολιτικά λειτουργεί διαφορετικά από το σύνολό του ρεύματός του
4.     Μπορεί με ευκολία να πράξει το καλό και το κακό
5.     Πολλές φορές δεν ξέρει τι πραγματικά θέλει
6.     Είναι πιο κοντά στη καταστροφή από τους άλλους ανθρώπους
7.     Έχει διαφορετική αισθητική ,διαφορετική αφή, χροιά
8.     Υπερασπίζεται τον εαυτό του και μόνος του
9.     Η συμπεριφορά του οδηγεί τους άλλους είτε προς την εξιδανίκευσή του είτε προς την καταδίκη του
10. Έχει διαφορετική ηθική από αυτή της κοινωνίας




Κυκλοφόρησε το 4ο βιβλίο της σειράς ΑΡΓΕΝΤΙΝΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ
 Πρόλογος

Ο Ούγκο Μουχίκα (Μπουένος Άιρες, 1942) είναι μία από τις πιο ξεχωριστές ποιητικές φωνές τής Αργεντινής των τελευταίων ετών. Η δουλειά του δεν επικεντρώνεται μόνο στην πνευματική δημιουργία, αλλά η λέξη αποτελεί και το κέντρο των διηγηματικών του αντανακλαστικών. Η λέξη ως πνευματική δημιουργία και ταυτόχρονα ως πεδίο στοχασμού. Η ποίησή του είναι μια σαφής αποκύρυξη του ίδιου του του εαυτού, ώστε να μεταμορφωθεί σε έκφραση της ζωής, δημιουργώντας έναν οικείο και ανεξάντλητο διάλογο με τον κόσμο.

«Μόνο μια φορά πέφτει κάθε βροχή
και όλες οι σταγόνες της είναι
εκείνη η βροχή»

Είναι ακριβώς αυτή η απρόσκλητη προσφορά, αυτή η απογύμνωση, που κάνει τον Ούγκο Μουχίκα έναν ανένταχτο συγγραφέα και μακάρι να είναι έτσι για πάντα. Η πρόοδός του κατά τη διάρκεια των ετών ως εύπλαστος καλλιτέχνης, η παραμονή του για επτά χρόνια σε ένα μοναστήρι αφοσιωμένος στον όρκο σιωπής, και η αφοσίωσή του στην ποιητική δημιουργία, εμπλουτίζουν το έργο αυτού του πολυσύνθετου συγγραφέα μέσα στην απλότητά του.

Γιολάντα Ντελγάδο Μπατίστα

***

Ούγκο Μουχίκα, Ποιήματα

ΑΥΓΗ

ήρεμος,

σαν να μην κουνιέσαι
ώστε το αίμα να μην αναβλύσει
από το στόμα

ήρεμος,

σαν να αισθάνεσαι ένα πληγωμένο
πουλί
στην παλάμη του χεριού

χωρίς να κλείσεις το χέρι
χωρίς να ανοίξεις τα μάτια.

υπάρχει μια πίστη που είναι απόλυτη•

            μια πίστη χωρίς ελπίδα

***

ΝΑ ΜΗΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΠΟΥΛΙΑ

να μην υπάρχουν πουλιά
πάει να πει θαλασσοταραχή

πόλη
ή πάει να πει έρημος.

να μην υπάρχουν φτερά
μπορεί να είναι μια
κραυγή
που κανένας δεν ακούει•

μια σιωπή που πυρπολεί φτερά.

***


ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΒΗΜΑ

μόλις μια προέκταση πιο μπροστά
από κάθε βήμα
με το οποίο σκορπίζουμε
        τη σκιά μας,

μόλις μια αμφιβολία
ανάμεσα στη λέξη και την ηχώ της

μια σιωπή δίχως μνήμη
ώστε το αδιανόητο να ειπωθεί.

κάθε άνθρωπος είναι η μικρή του
άβυσσος,

το ανίστροφο
από αυτό που προδόθηκε,

το κενό στο οποίο ρίχτηκε.

καθένας η μικρή του άβυσσος
καθένας το μεγαλείο του

η αδειανή κούπα
με την οποία τολμά να πιει στο όνομα της ζωής.




***

ΓΑΛΑΖΙΑ ΕΡΗΜΟΣ

στη θάλασσα πάντα
αντικατοπτρίζεται
        ο ουρανός,

αλλά στον ουρανό
καμιά θάλασσα

γαλάζια έρημος το βλέμμα
του παιδιού•

από την υποχρέωση
του θανάτου
ως την παιδική ηλικία μας μέμφεται.

***

ΝΗΜΑΤΑ

Κροταλίζει το ποτάμι ανάμεσα στις πέτρες

διακλαδίζεται
κι επιστρέφει,

νήμα το νήμα,
να ανακτήσει την κοίτη του,
να ξανανιώσει το κελάρυσμά του.

(Προβάλει
το υφάδι
δεν μακραίνει ούτε κονταίνει η κλωστή•
                    παύω να είμαι εγώ•

κάπως έτσι είναι οι λέξεις,
            ή η σιωπή• το νήμα που μας ενώνει.)

***

XXVI

Κάθε ρίζα
δεν εκπληρώνει
τη φωτεινή της μοίρα
    ούτε κάθε ρωγμή
        ανοίγει την υπόσχεση
                της αβύσσου•

ούτε όλοι
οι βηματισμοί
καταφέρνουν ν’ αγγίξουνε τη γη•
            μόλις κάποιοι λίγοι
                 κατευθύνονται γυμνοί στον θάνατο.



μετάφραση: Στάθης Ιντζές


    Ψηφίδες
                                                                                   
                       
                        Σηκώνονται με το ξημέρωμα απ’ τη θάλασσα τα σύννεφα,
                        μετά το καυτό μεσημέρι ξεπλένει η μπόρα τα βουνά·
                        με αγάπη κι αδιάφορος ο ίδιος μοιάζει ρυθμός, μεγάλος
                        πολύ για τα μάτια: τεράστιο χέρι κανένα δεν τα γαληνεύει,
                        τεράστιο βήμα η αγάπη σε άγνωστη χώρα και κίνδυνος να πατήσει
αυτό που ονομάζει· έχουν όμως και τα μικρά τα ίδια σημάδια-
γι’ αυτά θα μιλήσει μικρή, σεβαστική προσοχή· κι αυτή βλέπει:


πολλή σκόνη σαν να σηκώθηκε από χιλιάδες βήματα ανθρώπων
τα γέρικα σπίτια τους αφήνουν, τα δέντρα του τόπου τους
να ποτίζονται μόνα τους όπως πολύ παλιά, πριν χρεωθούν σε κανέναν·
ίσως έτσι μοιάζει από ψηλά

γιατί δε θα ‘φυγαν όλοι μαζί, μα λίγοι-λίγοι και μονάχοι συνήθως· γέρικη μήτρα τώρα η θάλασσα, σιωπηλή άσπρη κοιλιά:
λίγες οι φωνές των παιδιών, των γυναικών πλάι στο κύμα
ακούγονται όμως ακόμα ν’ ανεβαίνουν -στην κορφή μόνο σταματήσαν: λίγοι πια με τα ρουθούνια στραμμένα στον ουρανό,
δε θα χρειαστεί πολύ ακόμα να στέλνουν ψηλά τις φωνές-
σε λίγο θα τους πάρει· ανάγκη για νέα στόματα, που τώρα σιωπούν

αλλά δεν χάθηκαν: και στα χαμηλά μικρά πάντα τα ίδια σημάδια
η προσοχή μαλακό αυτί κοντά σε στόματα που μοιάζουν κλειστά
γιατί κι εδώ κάτω μαζεύει όλες τις φωνές και θυμάται:


δεν έγινε μονομιάς ο κόσμος· ανήσυχες ψηφίδες ταξιδεύουν
παλεύουν να μοιάζει ακίνητη πάντα η εικόνα- όχι αυτές
μα εκείνη τους χρωστάει· καθεμιά τους ένας κόσμος γεμάτος:


                        άδικα κανείς δεν πλανήθηκε· έτσι κι η βάρκα η σπασμένη
                        με το κουπί ζουν –κάποιο κουρασμένο χέρι τα ταξίδεψε
                        και τα άφησε εδώ· κι είναι πια δική του η ακτή κι έφυγε
                        κείνος γι’ αλλού, που να μην αφήσει κανένα τόπο έρημο:

                       
κι ας βλέπει σκιά στον άδειο ουρανό να τον καταριέται,
αυτός είναι το χέρι που αγγίζει το χώμα και το ξυπνά να ζήσει·
το στόμα που του δίνει, όταν προσεκτικά του ψιθυρίζει,
όλα του τα ονόματα.

                                                                                    7.7.2010


       Ουρανός
                       
                        Τη νύχτα το βουνό ήταν γεμάτο φαντάσματα:
                        Τα δέντρα βογγούσαν μες στο σκοτάδι.
                        Με το χάραμα φάνηκαν οι κεραμιδιές σκεπές
ν’ αναπνέουν λίγο-λίγο τις πρωινές σταγόνες·
                        μια μέρα ακόμα: οι κάτοικοι -αν ζουν- θα κοιμούνται

                        Μέσα στην πάχνη, τα κλαδιά υψώνουν τις παλάμες:
                        μαλακός βοριάς φυσούσε, τραβούσε στην κορφή
                        το σώμα· τα μάτια στραμμένα στον ουρανό
                        κάτι πασχίζουν ν’ αναστήσουν
                        ξανά: από κάτω προς τα πάνω-
                        ενώ το τελευταίο αστέρι τρεμοσβήνει.

                        Μια φωνή ανεβαίνει, κατεβαίνει με την ψιλή βροχή:
                        Το καμπαναριό, το ρολόι με βγαλμένους τους δείχτες-
                        η καμπάνα, σκουριασμένη, πενθεί τα χρόνια·
                        παλιό αμαξάκι, σύντροφος πιστός, κάθεται άχρηστο πια,
                        τα μπράτσα του φυτεμένα στη γη:
τώρα όλα τρέχουν πολύ γρήγορα

                        Όμως εδώ τα τρένα φτάνουν πολύ αργά:
                        οι σταθμοί πονούν, έχουν αίμα, και δέρμα απαλό-
                        λίγοι άνθρωποι, πρόσφυγες, μετανάστες περιμένουν γυμνοί
                        σκυφτοί· εδώ μένουν -καμιά σκεπή γι’ αυτούς,
                        όταν σηκώνουν το βλέμμα η ματιά πάει πέρα, ψηλά:
                        ο κόσμος εδώ είναι πιο λεπτός από τη δροσιά του πρωινού,
                        ομίχλη κι απάτη· αλλιώς θα ‘ταν αβάσταχτος.

                        Μια φωνή ανεβαίνει, έπειτα γκρεμίζεται στη γη:
                        σκληρό κι αέρινο και το στερέωμα και το χώμα,
                        ομίχλη και σιωπή· μόνο πέρα, στον ορίζοντα
                        οι κορφές των δέντρων, μυστικές
                        αγκαλιάζουν τα σύννεφα.         



Υπάρχουν κάποια πράγματα που δεν μπορώ να εξηγήσω σε όσους αυτοπροσδιορίζονται ως «αριστεροί». Τον τρόπο που βλέπω την εκκλησία, για παράδειγμα. Πώς να εξηγήσω σε έναν υψογρονθάκια ένα συναίσθημα; Την αναγνώριση του θείου ηχοχρώματος της πρότασης «υπάρχει και Θεός». Τη συγκίνηση που με διαπερνά όταν αντικρύζω το γαλανό και το λευκό των Κυκλάδων που εναρμονίζει την ψυχή μου μ’ ένα ανείπωτο ρίγος υπό τους ήχους μιας νοητής, εκκωφαντικής ορχήστρας δέους συνοδεύουσα άπαντα τα νησιώτικα ξωκκλήσια. Την απέριττη τελειότητα των βυζαντινών εικόνων που όλες μαζί και η καθεμία χωριστά αποτελούν τη βρώση των αισθήσεων μιας Θείας Ευχαριστίας σώματος που επιμένει στην ταπείνωση και την αυταπάρνηση. Τη συμπαντική τροφοδότηση που αναγεννάται μέσα από την προσευχή, επιστρατεύοντας μυστικές αναστομώσεις της αισιοδοξίας, της ελπίδας, της δίψας για ζωή, μα και της μετάνοιας και της αμείλικτης αυτοκριτικής. Το θαυμασμό για τους ιερείς που δεν ηθικολογούν ποτέ αλλά αμίλητοι ακούν προσφέροντας  ένα άγγιγμα στον ώμο, ένα πιάτο φαγητό ή ό,τι περισσότερο μπορούν. Την ταυτότητα που κάθε Έλληνας φέρει στο στήθος του και τη σημαία του. Την αφελή πίστη των χωρικών στην καλοσύνη, την εντιμότητα, το φιλότιμο, με όλα τα θυμιατά της, την τέχνη της, τα έθιμά της, το δάκρυ της. Την απολύτως υποβλητική ατμόσφαιρα των ναών που έρχεται να σου θυμίσει ότι κάποιος διαρκώς σε κοιτάζει, ευφραίνεται όταν προοδεύεις και λυπάται όταν αποτυγχάνεις.

Δε θέλω να παρεξηγηθώ. Και για την εκκλησία μιαρός είμαι- γιατί δεν πιστεύω ότι το Ευαγγέλιο συνέγραψε ο Θεός με το φλεγόμενό του δάχτυλο, γιατί δεν πιστεύω ότι η ερωτική επαφή είναι αμαρτία, γιατί δε θεωρώ ότι όποιος επιλέγει να καίγεται αντί να θάβεται θέτει εαυτόν εκτός Εκκλησίας, γιατί δεν πιστεύω ότι η Εκκλησία πρέπει να απολαμβάνει προνομίων όπως η φορολογική ασυλία, γιατί φρονώ ότι ο δρόμος του αγνωστικισμού είναι μονόδρομος όταν κάποιος αντιμετωπίσει στην ωρίμανσή του το περί Θεού ερώτημα ως αυτό που είναι: ένα επιστημονικό ερώτημα.

Ακατανόητος για τους υψογρονθάκηδες και απόβλητος για την Εκκλησία, δε θα ήθελα να ορκιστώ με πολιτικό όρκο. Δε θα ήθελα να παντρευτώ με πολιτικό γάμο. Θα οδυρόμουν σα να έχασα μέλος του κορμιού μου αν πάθαιναν ποτέ κάτι τα νησιώτικά ξωκκλήσια τα λευκά που ’ναι όλα τους στην αγκαλιά του Ελληνικού ουρανού. Θα έκλαιγα απαρηγόρητος αν κάποιος μου έπαιρνε την ανάμνηση της μάνας μου να με λιβανίζει. Θα έστρεφα αλλού το πρόσωπό μου από αποτροπιασμό σαν ένα παιδί ρωτούσε τον πατέρα του αν ο παππούς είναι ψηλά με το Θεούλη και κείνος αποκρινόταν πως «δεν υπάρχει Θεός».

Παλιομοδίτης και αρχαιοσυντηρητικός.

Αυτός είμαι. Και δύσκολος.


αγάπη είναι ο ωκεανός και τα ερείπια το ταξίδι ήταν πάντα ζωγραφισμένο σφιχτά τόσο έλα κι ούτε μια λέξη

-*-

είχα μια φωνή στο χώρο τη συντριβή όχι το δράμα είχα εσένα το σώμα ή το όνομά σου;

-*-

Έτσι τα οστά σου γεννήθηκαν
Η άμμος γύρω από τα δέντρα ο ήλιος και μια καθαρή βροχή η ανάσα της σιωπής των λέξεων μια Κυριακή και μια αξιοπρέπεια το μουσκεμένο μουσειακό κουτί.
Έτσι τα οστά σου γεννήθηκαν χθες βράδυ από τα συστατικά ενός απολιθώματος με αντιθέσεις και χωρίς ηλικία έγιναν χιόνι ή ένα τραγούδι για το χιόνι απέκτησαν λίπος και σχέδια άνθισαν, χρωματιστές κορδέλες.
Σχηματίστηκε η κοιλιά σου, τα δάκρυα τα στήθη και η θαυμάσια μέρα η παρεξηγημένη ελπίδα στο πρόσωπό σου μαλλιά που δεν ξέρουν τη θέση τους και πέφτουν στη γη σαν καραμέλα.
Αν η άκρη του μετάλλου μου ακτινοβολεί είναι γιατί έχεις τα χέρια σου πάνω μου έχεις την ταχύτητα κι όλη τη ζέστη βελούδινα και γυμνά σπασμένη αδειάζεις από περιεχόμενο για να είσαι μαζί μου.

-*-

Μείνε αν
Μείνε αν Όλα γκρεμίζονται Οι λέξεις είναι καθαρές Τόσο σαν να σ' αγκάλιαζα Το φως αποκαλύπτει Ερείπια Ένα φόρεμα Ένα σακατεμενο στόμα Που είναι ο χρόνος Όταν με κοιτάζεις Όλα αιμορραγούν Γιατί μένεις γυμνή Δίχως φυσιογνωμία Δε σε γνωρίζω Απροσδιόριστα στέκω Πλάι στη κοιλιά σου Τα χέρια σου Αυτό που κρύβει η νύχτα Όλα πυρρακτωνονται Όλα καταρρέουν Γιατί σ' αγαπώ Γιατί το λένε τα μάτια σου

-*-

αν ζω
αν
πες μου τι είσαι πες μου τι είμαι
θα σε λατρέψω






Όλα όσα ο άνθρωπος επιτυγχάνει και όλα όσα αποτυγχάνει να επιτύχει είναι το άμεσο αποτέλεσμα των σκέψεών του. Σε ένα δίκαια διευθετημένο σύμπαν, όπου η απώλεια ισορροπίας θα σήμαινε ολοκληρωτική καταστροφή, η ατομική ευθύνη πρέπει να είναι απόλυτη.
Η αδυναμία και η δύναμη ενός ανθρώπου, η εντιμότητα και η ανεντιμότητα, είναι δικές του ιδιότητες, και όχι κάποιου άλλου. Αυτές τις αποκτά μόνος του και όχι μέσω κάποιου άλλου· και μπορούν να μεταβληθούν μόνο από τον ίδιο, ποτέ από κάποιον άλλον. Η κατάστασή του είναι επίσης δική του, και όχι κάποιου άλλου. Ο πόνος του και η ευτυχία του εξελίσσονται από μέσα του. Όπως σκέφτεται, έτσι και είναι· όπως συνεχίζει να σκέφτεται, έτσι παραμένει.

Ένας δυνατός άνθρωπος δεν μπορεί να βοηθήσει έναν πιο αδύναμο εκτός και εάν ο πιο αδύναμος είναι πρόθυμος να βοηθηθεί, αλλά ακόμα και τότε ο αδύναμος άνθρωπος πρέπει να επιβληθεί στον εαυτό του. Αυτός πρέπει, με τις δικές του προσπάθειες, να αναπτύξει την δύναμη την οποία θαυμάζει στον άλλον. Κανένας εκτός από τον εαυτό του δεν μπορεί να αλλάξει την κατάστασή του.

Είναι  συνηθισμένο για τους ανθρώπους να σκέφτονται και να λένε, «Πολλοί άνθρωποι είναι σκλάβοι επειδή κάποιος είναι δυνάστης· ας μισούμε τον δυνάστη».
Τώρα, όμως, υπάρχει σε μια μικρή μερίδα ανθρώπων μια αυξανόμενη τάση να αντιστραφεί αυτή η κρίση και να λένε, «Ένας άνθρωπος είναι δυνάστης επειδή πολλοί είναι σκλάβοι· ας περιφρονούμε τους σκλάβους». 

Η αλήθεια είναι ότι δυνάστης και σκλάβος είναι συνεργάτες εν αγνοία, και, ενώ φαίνεται να αντιπαλεύει ο ένας τον άλλον, στην πραγματικότητα αντιπαλεύουν τους εαυτούς τους. Μια τέλεια Γνώση διακρίνει την επίδραση του δικαίου στην αδυναμία των καταπιεζόμενων και την εσφαλμένη εφαρμογή της δύναμης του δυνάστη. Μια τέλεια Αγάπη, βλέποντας τον πόνο που συνεπάγονται και οι δυο καταστάσεις, δεν αποδοκιμάζει καμία. Μια τέλεια Ευσπλαχνία αγκαλιάζει και τον καταπιεστή και τον καταπιεζόμενο.
Εκείνος που έχει υπερνικήσει την αδυναμία, και έχει αποβάλλει όλες τις εγωιστικές σκέψεις, δεν ανήκει ούτε στον δυνάστη ούτε στον καταπιεζόμενο. Είναι ελεύθερος.
Ένας άνθρωπος μπορεί να ανυψωθεί, να υπερνικήσει και να επιτύχει μόνο όταν ανυψώσει τις σκέψεις του.

Θα παραμείνει αδύναμος, και άθλιος, και φουκαράς μόνο όταν αρνείται να ανυψώσει τις σκέψεις του.

----



Βρετανός θυμόσοφος, συγγραφέας εμπνεόμενων συγγραμμάτων και ποίησης, θεωρείται ως ο πρωτοπόρος του ρεύματος συγγραφής βιβλίων αυτοβοήθειας.

Ο James Allen γεννήθηκε στις 28 Νοεμβρίου 1864 στο Leicester της Αγγλίας και ήταν το μεγαλύτερο παιδί εργατικής οικογένειας.
Μετά τον θάνατο του πατέρα του αναγκάζεται να αφήσει το σχολείο σε ηλικία δεκαπέντε ετών για να εργαστεί αρχικά ως γραμματέας σε διάφορες εταιρίες του μεταποιητικού τομέα και αργότερα ως δημοσιογράφος.
Το 1898 βρίσκει εργασία ως αρθρογράφος στο περιοδικό “The Herald of the Golden Age” όπου μπορεί να εκθέτει τα πνευματικά και κοινωνικά ενδιαφέροντά του. Ήταν τότε που ο Allen εισέρχεται στην δημιουργική του περίοδο και το 1901 εκδίδει το πρώτο του βιβλίο.
Το 1902 ξεκινάει την έκδοση του δικού του περιοδικού “The Light of Reason”, το οποίο αργότερα θα μετονομαστεί “The Epoch”.
Το ίδιο έτος θα εκδώσει το πιο γνωστό βιβλίο του As A Man Thinketh” - ‘Ως Άνθρωπος Σκεπτόμενος’  το οποίο έτυχε μεγάλης αποδοχής από την πρώτη του έκδοση κάνοντας τον γύρο του κόσμου και δίνοντάς του μετά θάνατον την φήμη του πρωτοπόρου και εμπνευστή συγγραφέων βιβλίων αυτοβοήθειας.
Μετά από αυτό αποφασίζει να αφιερωθεί στην συγγραφή και στις εκδόσεις.
Το 1903 η οικογένεια του Allen αποσύρεται στην παράκτια πόλη Ilfracombe της Νότιας Αγγλίας όπου ο Allen έζησε ως το τέλος της ζωής του, συνεχίζοντας να εκδίδει το περιοδικό The Epoch και να γράφει περισσότερα του ενός βιβλία το χρόνο. Μέχρι το θάνατό του στις 24 Ιανουαρίου 1912 εννέα χρόνια μετά την εγκατάστασή του εκεί συνέγραψε 19 έργα.

Φίλος ποιητής μου εξομολογείται πως μέσα στις υποχρεώσεις της καινούργιας του δουλειάς είναι να στήνει και πάγκους στη Λαϊκή Αγορά: του λέω να έχει τα μάτια του και τα αυτιά του ανοικτά, να καταγράφει εικόνες και κουβέντες, ιδιωματισμούς και ντοπιολαλιές. Ο Γιάννης Βαρβέρης υπάλληλος του Υπουργείου Εξωτερικών αρνήθηκε να ακολουθήσει την καριέρα του διπλωμάτη που ακολούθησε ο συμμαθητής του Γιώργος Βέης, για να μην απομακρυνθεί από την Ελλάδα. Ποιητής είσαι μόνον στη χώρα σου.

Ο Φίλιππος Βλάχος το 1975 που τον επισκέφθηκα στο τυπογραφείο του εκεί στη Μαυρομιχάλη, απέρριψε ευγενικά το πρωτόλειο ποίημα που του έδωσα και μου είπε πως αν ήθελα να γίνω ποιητής έπρεπε να επιστρέψω αμέσως μετά τις σπουδές μου στην Ελλάδα. «Πρέπει να ακούς κάθε μέρα στ’ αυτιά σου τη γλώσσα σου» μου είπε, «δεν φτάνει να διαβάζεις ελληνικές εφημερίδες». Η γλώσσα είναι ζωντανός οργανισμός και σε μολύνει σαν διαπεραστικός ιός.


Εγκαταλείψτε τα μεταπτυχιακά σας, τις δουλειές σας και την καριέρα σας στην αλλοδαπή. Επιστρέψτε στον τόπο σας. Ακόμα καλύτερα γυρίστε στο χωριό σας. Μάθετε πόσο έχει ένα κιλό ντομάτα και μια φρατζόλα ψωμί. Μπείτε σε λαϊκά καφενεία και ουζερί. Εγκαταλείψτε το ΙΧ και μετακινηθείτε με τις συγκοινωνίες. Δεν μπορεί, κάπου η γλώσσα θα σας βρει και θα σας πετύχει στο κούτελο.

 (Αυτοανθολογία/1971-1996)
Ανάτυπο από το περιοδικό
 Εμβόλιμον


ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΙ ΧΩΡΟΙ ή  ΤΑ ΕΙΚΟΣΙ (1973)

 ΠΙΣΩ ΑΠ' ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΜΑΣ

Πίσω απ' τα μάτια μας
Κουλουριασμένοι κι άφωνοι κοιτάζουμε
Τον κόσμο έξω
Σαν από φεγγίτες φυλακής.

Πίσω απ' τα μάτια μας
Στρώνουμε σχέδια μυστικά
Με τ' όπλο σημαδεύουμε και πυροβολούμε
Σαν από πολεμίστρες.

Κι όταν βραδιάζει
Καθώς σε παραθύρια
Τραβάμε τις κουρτίνες βιαστικά
Κι ανάβουμε στο εσωτερικό τα φώτα.



ΣΚΟΤΕΙΝΟΣ ΕΡΩΤΑΣ (1977)

ΤΟ ΜΑΥΡΟ

Το μαύρο ειν' οι λέξεις
Που πέσανε η μία πάνω στην άλλη
Τα τυπωμένα ποιήματα
Το ένα πάνω στο άλλο
Κι όλα τα χρώματα που ζήτησαν εκεί
Το τελικό κρησφύγετο.



Ο ΔΙΑΒΟΛΟΣ ΤΡΑΓΟΥΔΗΣΕ ΣΩΣΤΑ (1981)

ΜΙΛΑΕΙ Ο ΔΙΑΒΟΛΟΣ

"Ο άγγελος δεν ξέρει τίποτ' απ' την 
ομορφιά του αγγέλου
Εγώ, μονάχα εγώ,
Που πρόδωσα τη φύση μου
-Την πρώτα αγγελική-
Τώρα μπορώ σωστά να τη λατρέψω
Να εφαρμόσω ολόκληρος απάνω της
Ρουφώντας με φιλιά τη μεταμέλεια
Να ονειρευτώ, να ερωτευτώ, το απαρνημένο".

ΤΟ ΘΑ ΚΑΙ ΤΟ ΝΑ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ(1987) 

ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΜΕΝΕΙ

Αυτό που μένει περισσότερο
Είναι αυτό που φεύγει

Καθώς το τίποτα είναι πολύ
Ενώ το λίγο τίποτα

Κι οι κύλινδροι αλέθουν τη στιγμή
Σε λεπτότατο φύλλο.



φωτο: Φρόσω Ρόγκου

ανάμεσα στα τζάμια
σε διακεκομμένες
εγκλωβίζεται ο αέρας
τρέχουν δυο σκέψεις μάρμαρο



φωτο: Πάνος Κεφαλάς
μεταμεσονύκτιο έγκλημα: 
τα δέκα χρόνια νερά 
οι δέκα τρύπες ομπρέλα




φωτο: Μαρία Σταθοπούλου

όποιος δεν αντέχει τη νύχτα 
να καρφωθεί βαθιά στο χώμα 
με επιγραφή για τους περαστικούς 
"πήγαινε σα-φως γυρεύοντας"



Στη συνάντηση- γνωριμία, που πραγματοποιήθηκε το Σάββατο 17 Ιανουαρίου στον Χορίαμβο, ορίστηκε η ημέρα διεξαγωγής των σεμιναριακών μαθημάτων δημιουργικής γραφής «Η αλφαβήτα της γραφής».
Τα μαθήματα θα γίνονται κάθε Σάββατο στις 19:00 με 21:00 στον πολιτιστικό σύλλογο Χορίαμβο (Γαληνού 5 & Φαρμακίδου) από τον Σωτήρη Παστάκα (ποιητή, μεταφραστή, δοκιμιογράφο, εκδότη, ραδιοφωνικό παραγωγό).
Οι μαθητές θα διδαχθούν πως φτιάχνουμε μια φράση, πως διατυπώνουμε ένα συναίσθημα, πως αναπαριστάμε μια προσωπική εμπειρία, είτε αυτή είναι ευχάριστη είτε δυσάρεστη, ακολουθώντας την βασική αρχή κάθε γραπτού (ποιήματος, διηγήματος, άρθρου κτλ.) που δεν είναι άλλη απ” την χεγγελιανή άποψη ότι κάθε κείμενο πρέπει να διαθέτει θέση, αντίθεση, σύνθεση.
Τα μαθήματα είναι κοινά για όλους (ποιητές, στιχουργούς, πεζογράφους, δοκιμιογράφους, δημοσιογράφους κτλ.) μιας και ο τρόπος έκφρασης είναι επιλογή των μαθητών.
Τα σεμινάρια θα είναι εβδομαδιαία (ένα δίωρο), όπου θα περιλαμβάνουν ανάλυση και πρακτική εξάσκηση και θα διαρκέσουν ως τις 15 Ιουνίου.
Προσοχή! Στα μαθήματα δεν διδάσκονται
  1. Γραμματική
  2. Συντακτικό κι ορθογραφία
  3. Έκθεση για το ΑΣΕΠ

Το περιοδικό και οι εκδόσεις “Θράκα” υπό την αιγίδα του Δήμου Λαρισαίων διοργανώνουν το ερχόμενο Σάββατο 24 Ιανουαρίου παρουσίαση του πρώτου βιβλίου του Λαρισαίου Θοδωρή Νταλούση με τίτλο «Ο Μασκοφόρος» από τις εκδόσεις “Φαρφουλάς” στις 20.30 το απόγευμα στο αμφιθέατρο του 2ου ορόφου στο Μύλο του Πάππα (Γεωργιάδου 53, δίπλα στα ΚΤΕΛ).

 Ο Νταλούσης στην πρώτη του συλλογή διηγημάτων ακροβατεί ανάμεσα στο σάλτο και στον αυτοέλεγχο. Η ρεαλιστική σκληρότητα της γραφής του, μεταδίδει στον αναγνώστη μια εύλογη ανησυχία για το μέλλον του κόσμου, μέσα από 13 αληθοφανείς ιστορίες, δοσμένες με ντοκιμαντερίστικη ευθύτητα. Για τα βιβλίο θα μιλήσουν η Έλενη Τσαντίλη και ο Γιώργος Σαράτσης.

Θέλω ζεστό τσάι και μπουγάτσα Σαλονίκης για πρωινό. Από τέτοιες ασήμαντες συνήθειες κρίνεται όλη μου η ζωή. Να βγαίνω μετά στο μπαλκόνι για τσιγάρο και να παρατηρώ τους απέναντι ενοίκους να κατεβάζουν τα χθεσινά σκουπίδια∙ ή πίσω απ’ τα τζάμια του ουζερί να μυρίζω οινόπνευμα και κάτι ανεπαίσθητα πικρό στα ρούχα των θαμώνων, σαν χάδι στο πρόσωπο από κάπου μακριά. Λίγο πριν το μεσημέρι η ζωή δεν έχει πια το χρώμα που της δίνω γιατί είναι, λέει, υπεράνω ηθικής∙ ψωνάρα κι αυτή, χαζογκόμενα απ’ τις λίγες.





ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA