Η Βικτωρία Γεροντάσιου μιλά για τις "Μικρές Καταιγίδες" της (Εκδόσεις Θράκα, 2018) στο tetragwno.gr
Από την παρουσίαση του βιβλίου "Μελανά όπως τα μούρα" (διηγήματα, Εκδόσεις Θράκα 2018) της Αρετής Καράμπελα
Ο Θανάσης Νιάρχος γράφει στην Εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, για την ποιητική συλλογή "Το σκίτσο στην ντουλάπα" (Εκδόσεις Θράκα, 2018) του Παναγιώτη Μηλιώτη
Από την παρουσίαση της ποιητικής συλλογής της Βικτωρίας Γεροντάσιου "Μικρές καταιγίδες" (Εκδόσεις Θράκα, 2018)
Ο Πέτρος Γκολίτσης γράφει για την ποιητική συλλογή "24+7" (Εκδόσεις Θράκα, 2018) της Μυρτώς Χμιελέφσκι





Νεκρώσιμη ακολουθία


Δεν πρέπει να ήμουν πάνω από δώδεκα
Όταν μου έδεσαν τα μάτια

Με οδήγησαν
Τραβώντας το σκοινί που είχαν περάσει στο λαιμό μου
Η μητέρα με φίλησε
Ο πατέρας στεκόταν στη γωνιά του
όπως πάντα άλλωστε
Πρόσεχε, είπε,
να μη φύγεις απ’το δρόμο του Θεού

Έπειτα μ’έσπρωξαν
Μ’έριξαν στον γκρεμό

Ακόμη έπεφτα
Όταν άκουσα
Τους πρώτους ψαλμούς




Θηλιές


1.
Συνεχώς απλώνω τα χέρια μου
Να πιάσω ουρανό
Μα πιάνω μόνο
τη θηλιά που κρέμεται από το ταβάνι

2.
Θα πάρω ένα σκοινί
Να το περάσω στο λαιμό μου

Είμαι, βλέπεις,
κλειστοφοβική
και θέλω να είμαι έτοιμη
ανά πάσα στιγμή
να εξέλθω


3.
Γυμνή
κάτω από το δέντρο
Φταίνε αυτά τα ρούχα που φορώ,
φώναξα

Κρεμάστηκα
από το πρώτο κλαδί
Για να τα βγάλω




Η αχρεία κοιμωμένη


Ήταν ακριβώς τα σωστά μιλιγκράμ για να διαγράψω τον εαυτό μου
Η τέλεια συνταγή της αποτυχίας
Κοιμήθηκα για μήνες
Ξύπνησα
Από την αίσθηση ότι έχανα τα μαλλιά μου
Τα αγαπούσα τα μαλλιά μου
Δεν άντεχα να τα χάσω
Σηκώθηκα να μαζέψω από το μαξιλάρι ό,τι μπορούσα

Να ξανακολλήσω τις τρίχες μία - μία στο κρανίο μου

Να ξανακολλήσω το κρανίο μου

Έμενε πια μονάχα να ανοίξω το καπάκι του φέρετρου
Από μέσα




Οβίδα

Μπήκε στο σπίτι μια οβίδα
Κοιμάται στον καναπέ του σαλονιού
Τρώει μαζί μας στο τραπέζι
Καμιά φορά ροχαλίζει
Γελά

Κάποτε σηκώνεται
Φορά το πανωφόρι της
Φεύγω, λέει,
Κι εκρήγνυται

Κάθε φορά τα ίδια



 *


Η Σάντι Βασιλείου γεννήθηκε το 1995. Ζει στην Αθήνα και σπουδάζει Ψυχολογία στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.





























Είκοσι οκτώ μέρες κάτω από τη γη


Δεν είχε καθρέφτες εκεί
Για να θυμάμαι το πρόσωπό μου έπρεπε να το ψηλαφίζω
Με τα νύχια

Μου πήραν τον κόκκινο σκούφο μου
Άφησαν το κεφάλι μου απροστάτευτο απέναντι στους λύκους
Για να με τιμωρήσουν που κυνηγούσα τις φλέβες μου
Μου τα πήραν όλα

Ζήτησα πίσω τα μολύβια μου
Μα αρνήθηκαν να μου τα δώσουν
Θα μπορούσα, λέει, να τα καρφώσω στην καρδιά μου
Ήταν αλήθεια

Πάντα αυτό έκανα με τα μολύβια

Την εικοστή όγδοη μέρα
Δεν τα χρειαζόμουν πια
Δεν είχα τίποτα να γράψω
Ούτε ένα όνομα

Δεν είχα ούτε χέρια για να γράφω
Τα είχαν σβήσει κι αυτά
Τα είχαν σβήσει όλα
Με τις γόμες στο πίσω μέρος των μολυβιών






ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA