Ο Πέτρος Μπιρμπίλης μιλά στην Athens Voice και στον Γιάννη Νένε, για το "Μπελ Ετουάλ" (Θράκα, 2017)

Μια “ηρωίδα” πλάι σε ανθρώπους αντιηρωικούς: Ένα κριτικό σημείωμα του Στάθη Ιντζέ για το "Γονυπετείς" της Τζούλιας Γκανάσου

Για την ποιητική συλλογή της Μαρίας Αγγελοπούλου "Η απουσιολόγος" (Θράκα, 2016), γράφει ο Χρήστος Αρμάντο Γκέζος

Ο Στέφανος Ξένος γράφει στο diavasame για τον "Άνθρωπο Τανκ" (Θράκα, 2017) του Γιώργου Λίλλη

Για το βιβλίο της Μαριάννας Κουμαριανού «Τόπος στη Γαλήνη» – γράφει η Ανθούλα Δανιήλ

Φάνης Παπαγεωργίου, Ποια γενιά; Σκέψεις για τη σχέση μεταξύ βιολογικής και δυνάμει καλλιτεχνικής γενιάς.

Δύο ανέκδοτα/αδημοσίευτα ποιήματα του Δημήτριου Δημητριάδη

Ο Παναγιώτης Βούζης γράφει στην εφημερίδα "Τα Νέα" για το "Χρονορυχείο" (Θράκα, 2017) της Στέλλας Δούμου
Η περούκα
Μαρία-Ελένη Φραγκιαδάκη

Μία, δύο, τρεις, τέσσερις, πέντε… Φέτος δεν άνθισε η λεμονιά. Πιπίλιζε αχόρταγα η ρίζα, το χώμα το στεγνό, βογγούσαν τα κλαδιά, μα η λεμονιά δεν άνθισε. Ωραία που μυρίζαν τα μαλλάκια σου, Θαλιώ μου! Στεφάνι, χλωμά ανθάκια λεμονιάς σκέπαζαν το πορφυρό σου το κεφάλι. Είκοσι δύο, είκοσι τρεις, είκοσι τέσσερις… «Με αγαπάς Γιωργή μου;» ψιθύριζες δειλά, «αγαπώ σε Θαλιώ μου μα τα μαλλάκια σου πιο πολύ». Έπλεαν τα δάχτυλά μου, βάρκα ακυβέρνητη στις κόκκινές σου μπούκλες. Κάποτε αγγίζανε το στήθος κι από εκεί έφταναν ως το χνούδι  σου το αγκάστρωτο. «Με αγαπάς Γιωργή μου;» γινόταν ο ψίθυρος κραυγή, «αγαπώ σε Θαλιώ μου μα τα μαλλάκια σου πιο πολύ». Κι ίδρωνε η παλάμη κι εγώ βλαστήμαγα τη μάνα που σε γέννησε, έτσι ψηλοκάπουλη.. Και πλάκωναν οι σάρκες. τα σκεπάσματα κι αλάφραινε η ψυχή. Ξεστήθωτη έχασκες μετά το χόρτασμα, και τάιζες τώρα ντελικάτα στα φιλντισένια δόντια τα ασυγύριστα μαλλάκια. Σαράντα εννιά, πενήντα, πενήντα μία, πενήντα δύο, πενήντα τρεις… Χθες στη γειτονιά -τι να σου λέω Θαλιώ μου- τη θυμάσαι τη φουρνάρισσα; «Να! Δεν με πιστεύετε να σας χαρώ;» έλεγε και ξανάλεγε και σταυροκοπιόταν, «σαν να πήρε το μάτι μου απ’ τη μισάνοιχτη τη γρίλια, το Θαλιώ του Γιωργή, καλέ. Σαν να καθόταν στον καθρέφτη, στα σκοτάδια, σας λέω, και χτένιζε τα μαλλιά, λες και την άκουγα να μετρά τις βουρτσιές της, θιοσχωρέστην». Και δώστου να σταυροκοπιέται η κακομοίρα. «Καλό το παραμύθι σου μα σα να λείπει κάτι», κορόϊδευαν οι γειτόνοι. «Ταμπλάς μού ’ρθε σας λέω» κι άντε πάλι σταυροκόπι κι έφτυνε τον κόρφο της. Ρε την κακομοίρα… Εβδομήντα δύο, εβδομήντα τρεις, εβδομήντα τέσσερις, εβδομήντα πέντε… Έφυγαν και σκορπίσαν τα μαλλάκια σου, δάσος φυλλοβόλο. Τι έφταιγες κι εσύ; «Με αγαπάς Γιωργή μου;» δειλός ο ήχος της φωνής σου.  Ανοιγόκλεισα τα βλέφαρα, υπάκουα χαλινάρια, «αγαπώ σε Θαλιώ μου». «Μα τα μαλλάκια μου πιο πολύ;» κι ήρθε κάλπης ο λόξυγγας για αντιπερισπασμό κι εγώ τσιμουδιά κι έξω έριχνε βροχή μελανιασμένη. Να ’ξερες πώς βελονιάζει ακόμα το χτενάκι σου με τα λειψά τα δόντια, τα ψεύτικά σου τα μαλλιά Θαλιώ μου. Κι ας έγιναν στο κεφάλι μου παρηγοριά, να μου χαϊδεύουν τους ώμους. Τις νύχτες ακόμα ονειρεύομαι σαράκια. Ενενήντα οχτώ, ενενήντα εννιά, εκατό. Καληνύχτα σου Θαλιώ.
ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA