Πώς μιλάμε για την καινούργια Ελληνική ποίηση (video)

Για τη συλλογή διηγημάτων «Όμορφοι έρωτες» του Ιάκωβου Ανυφαντάκη, (εκδ. Πατάκης), γράφει η Ειρήνη Σταματοπούλου

Φώτης Μανίκας, Ποιήματα (1η εμφάνιση)

«Ποίηση στη σχάρα» του Πέτρου Γκολίτση:«Από τις αφετηρίες στην ολοκλήρωση του μοντερνισμού: ο Νάνος Βαλαωρίτης»
 Για το θέατρο του Βίτολντ Γκομπρόβιτς,με αφορμή την «Υβόννη-πριγκήπισα της Βουργουνδίας» σε σκηνοθεσία του Κριστόφ Γκαρμπατσέφσκι.
Κριτική παρουσίαση: Εφη Καλογεροπούλου



«Οι δύο αντίπαλοι θα σταθούν ο ένας απέναντι στον άλλο και θα κάνουν μια σειρά από φάτσες. Σε κάθε όμορφη και δημιουργική φάτσα που θα κάνει ο Σιφόν,ο Μέντιους θα απαντά με μία φάτσα άσκημη και καταστροφική.Οι φάτσες θα είναι όσο το δυνατόν πιο προσωπικές και τραυματικές και οι αντίπαλοι θα συνεχίσουν μέχρι να πάρουν μια τελική απόφαση»

Σώπασε.Ο Σιφόν και ο Μέντιους πήραν τις θέσεις τους.Ο Σιφόν τσίμπησε τα μάγουλά του,ο Μέντιους στριφογύρισε το σαγόνι του και ο Μπόμπεκ,που τα δόντια του χτυπούσαν από το κρύο ,είπε:» Αρχίστε!».

Και μόλις ειπώθηκαν αυτές οι λέξεις,η πραγματικότητα διέρρηξε τα πλαίσιά της,το μη-πραγματικό έγινε εφιάλτης,και όλη η απίθανη περιπέτεια έγινε όνειρο,ένα όνειρο στο οποίο ήμουνα φυλακισμένος χωρίς να έχω καμμία διέξοδο, χωρίς να μπορώ έστω να αγωνιστώ.Ηταν σαν να είχαμε φτάσει,μετά από μακριά εξάσκηση,στο σημείο να χάνουμε το ίδιο μας το προσωπο.Δέν θα μου φαινόταν καθόλου παράξενο αν ο Μέντιους και ο Σιφόν έπαιρναν στα χέρια τα πρόσωπά τους και τα πέταγαν ο ένας πάνω στον άλλο.

Ψιθύρισα: Λυπηθείτε τα πρόσωπά σας,λυπηθείτε το πρόσωπό μου,γιατί ένα πρόσωπο δεν είναι αντικείμενο,είναι υποκείμενο,υποκείμενο,υποκείμενο!»

Ferdydurke


Το  μυθιστόρημα του Γκομπρόβιτς «Ferdydurke»εκδόθηκε στην Πολωνία το 1937 .Στην μονομαχία των μορφασμών του μυθιστορήματος αυτού στηρίχθηκε ολο το θέατρο του Γκομπρόβιτς.

Ο Βίτολντ Γκομπρόβιτς γεννήθηκε το 1904. Γόνος ευγενών,σπούδασε στο καθολικό και αριστοκρατικό λύκειο St.Stanislas ,πήρε πτυχίο Νομικής και ξεκίνησε μεταπτυχιακά στο Παρίσι.Το 1939 αυτοεξορίστηκε στην Αργεντινή όπου έμεινε τελικά 24 χρόνια.Γύρισε στην Ευρώπη ,αλλα όχι στην Πολωνία.Πέθανε το 1962 στη Βάνς. Εγραψε τα «Απομνημονεύματα του καιρού της Ανωριμότητας»,την «Υβόννη-πριγκήπισσα της Βουργουνδίας»,το «Ferdydurke» , τον «Γάμο», τον «Υπερ-Ατλαντικό», την «Πορνογραφία», τον «Κόσμο», την «Οπερέτα».

Το θέατρό του ανήκει στο θέατρο του Παραλόγου.

Όπως γράφει ο ίδιος στον πρόλογο του Γάμου, «οι άνθρωποι ,όταν είναι μαζί,επιβάλλουν ο ένας στον άλλον τρόπους ύπαρξης,ομιλίας ,συμπεριφοράς..ο καθένας παραμορφώνει τους άλλους ,ενώ ταυτόχρονα παραμορφώνεται από αυτούς». Λάτρης του Ραμπελαί,του Σαίξπηρ,του Μολιέρου,του Ντοστογιέφσκι,του Ζαρρύ,του Τόμας Μάν,ο Γκομπρόβιτς, χιουμορίστας, γελωτοποιός, ακροβάτης,προβοκάτορας,-όπως ο ίδιος αυτοχαρακτηρίζεται-σπάζοντας τους παραδοσιακούς θεατρικούς κώδικες,παρωδεί την ανθρώπινη υπόσταση.
Μέσα από τα έργα του διαλύει και ανασυνθέτει την Μορφή.Σε έναν κόσμο δίχως βεβαιότητες, μέσα από τον μορφικό μηχανισμό της Παρωδίας,επιδιώκει να αποδεσμεύσει την Μορφή από την βαρύτητα,σε έναν χώρο όπου αυτή θα γίνει ανάλαφρη,τολμηρή, αποκαλυπτική.

Καθώς ο ένας επιβάλλει στον άλλον διάφορες Φάτσες και καθώς η κοινωνική συναναστροφή μας κάνει «άλλους», δηλαδή μη αυθεντικούς,εκεί που οι κινήσεις μας εχουν περιοριστεί και η πραγματικότητα εισβάλλει με ολη της την παραμορφωτική ισχύ,το θέατρο του Γκομπρόβιτς με εργαλεία παρμένα από την commedia dellarte,τον Μολιέρο,την φάρσα,θέατρο έντονης σωματικότητας,γκροτέσκο,σκάβει με μανιώδη ρεαλιστική ορμή ένα δρόμο, οπου πραγματικό και μυθοπλαστικό στοιχείο ισορροπούν, αποκαλύπτοντας την παράδοξη μορφή των πραγμάτων, ένα κόσμο στον οποίο το καρναβαλικό στοιχείο της αντιστροφής της τάξης και η σουρεαλιστική σκηνική αταξία, χρησιμοποιείται εργαλειακά, με σκοπό να φέρει στην επιφάνεια την υπόγεια καταπιεσμένη δύναμη του ψυχισμού των ηρώων.

Στα έργα του, εξερευνά τα όρια της ανθρώπινης υπόστασης,προσπαθεί να αποσπάσει από τα πρόσωπα την μάσκα που οι συμβάσεις και οι κοινωνικοί ρόλοι υπαγορεύουν,να καταδείξει την προσποίηση,το προσωπείο, την άλλη πλευρά της «πραγματικότητας».Το θέατρο για αυτόν είναι μια τελετή.Οι ηθοποιοί επι σκηνής οφείλουν να δημιουργήσουν τον ρόλο, ισορροπώντας σε αυτό το «ανάμεσα» του να είσαι κάποιος, αλλά και ταυτόχρονα κάτι άλλο, δηλαδή να μην είσαι αυθεντικός.

Το έργο του Υβόννη, πριγκίπισσα της Βουργουνδίας  δημοσιεύτηκε το 1938 στο περιοδικό Skamander και εκδόθηκε  για πρώτη φορά το 1958. Ο Γκομπρόβιτς σε αυτή την έκδοση έκανε ορισμένες αλλαγές. Για παράδειγμα, οι 25 λακωνικές ατάκες της Υβόννης μειώθηκαν σε μόλις 7! Το εξώφυλλο αυτής της έκδοσης σχεδίασε ο σπουδαίος Πολωνός δημιουργός Tadeusz Kantor. Το έργο του Γκομπρόβιτς αποτέλεσε έμπνευση για την περίφημη παράσταση του Κάντορ, Η νεκρή τάξη.

Η παράσταση που παρακολουθήσαμε στην Στέγη γραμμάτων και τεχνών του Ιδρύματος Ωνάση, σε σκηνοθεσία του Κριστόφ Γκαρμπατσέφσκι, μαθητή του μεγάλου δασκάλου του Ευρωπαικού θεάτρου Κριστιαν Λούπα,ηταν θα λέγαμε μια διασκευή του έργου του Γκομπρόβιτς.

Για την υπόθεση του έργου να θυμήσουμε ότι ο Πρίγκηπας Φίλιππος από αντιδραστική διάθεση απέναντι στο παλάτι, αποφασίζει να νυμφευτεί την Υβόννη,πλάσμα άσχημο,σιωπηλό και απωθητικό και η απόφασή του αυτή τροφοδοτεί μια σειρά περίεργων,κωμικών και εντελώς παράλογων επεισοδίων που τελειώνουν  με την προσχεδιασμένη και άψογα εκτελεσμένη δολοφονία της Υβόννης -κατά την διάρκεια ενός πλουσιοπάροχου  γεύματος στο Παλάτι - απο πνιγμό με το κόκκαλο ενός ψαριού!!! Ο ενοχλητικός τρίτος που διασαλεύει την τάξη και καθρεφτίζει  με την παρουσία του τις φοβίες μιας ολόκληρης κοινωνίας, πρέπει να εξοντωθεί για να επέλθει η ποθητή γαλήνη.

Ο Γκαρμπατσέφσκι, κρατώντας τον βασικό σκελετό της υπόθεσης του έργου, αλλά ελάχιστους από αυτό διαλόγους,μας παρουσίασε μία περισσότερο   κινηματογραφική,  παρά θεατρική  εκδοχή της Υβόννης.

Κίνησε τους ηθοποιούς του,πίσω από ένα λαβυρινθώδες σκηνικό πολυδαίδαλων διαδρόμων, δομημένο από χάρτινα παραπετάσματα, κινηματογραφώντας και προβάλλοντας σε μας, την ίδια στιγμή σε οθόνη, τα δρώμενα.Με αλλα λόγια τοποθέτησε ανάμεσα στον θεατή και τον ηθοποιό το «μάτι» μιας κάμερας και μας έδωσε ετσι μια διαμεσολαβημένη Υβόννη, κάνοντας την παράσταση να μοιάζει περισσότερο με ψυχολογικό θρίλερ.Σε υποφωτισμένη σκοτεινή ατμόσφαιρα γίναμε θεατές μιας ταινίας που γυριζόταν μπροστά στα μάτια μας.Κατά την άποψή μας το εγχείρημα –παρά τις προθέσεις του δημιουργού του-δεν ήταν επιτυχές ή καλύτερα δεν είχε την οργανικότητα του θεάτρου του Γκομπρόβιτς.Η αγριότητα και η βία που τροφοδοτούνται από την παραμορφωμένη σωματικότητα,οι ρυθμοί,η εφιαλτική αλλά ταυτόχρονα και ιλαροτραγική κατάσταση όλων των εμπλεκόμενων σε αυτό το φρενήρες πάρτυ -όπως όφειλε να είναι- των εναλλαγών των ρόλων,των μορφασμών,των χειρονομιών διαλύθηκε με την χρήση μιας κάμερας που αποστασιοποίησε  την δράση από τους θεατές,  κρατώντας ουσιαστικά τους δεύτερους, μάλλον παγερά αμέτοχους στα δρώμενα.

Να σημειωθεί εδώ, ότι   η παράσταση Υβόννη, πριγκίπισσα της Βουργουνδίας του Κριστόφ Γκαρμπατσέφσκι, βραβεύτηκε το 2012 στο περίφημο Διεθνές Φεστιβάλ Divine Comedy (Βραβείο Καλύτερης Σκηνογραφίας και Ειδικών Εφέ).

Συντελεστές

Σκηνοθεσία & Σκηνικά: Christopher Garbaczewski

Κοστούμια: Julia Kornacka
Δραματουργία & Μουσική: Marcin Cecko
Φωτισμοί: Wojtek Puś
Κάμερα: Marek Kozakiewicz
Ερμηνεύουν: Kornelia Angowska, Mirosław Bednarek, Adam Ciołek, Aleksandra Cwen, Jacek Dzisiewicz, Andrzej Jakubczyk, Waldemar Kotas, Grażyna Misiorowska, Łukasz Schmidt, Paweł Smagała
Μετάφραση: Δημήτρης Χουλιαράκης
Παραγωγή: Teatr Opole
-


Εφη Καλογεροπούλου
θεατρολόγος


 




ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA