Πώς μιλάμε για την καινούργια Ελληνική ποίηση (video)

Για τη συλλογή διηγημάτων «Όμορφοι έρωτες» του Ιάκωβου Ανυφαντάκη, (εκδ. Πατάκης), γράφει η Ειρήνη Σταματοπούλου

Φώτης Μανίκας, Ποιήματα (1η εμφάνιση)

«Ποίηση στη σχάρα» του Πέτρου Γκολίτση:«Από τις αφετηρίες στην ολοκλήρωση του μοντερνισμού: ο Νάνος Βαλαωρίτης»
Περί απαισιοδοξίας
της Ειρήνης Παραδεισανού

                                  Πεισιθανάτια εμμονή θα την πουν οι προφέσορες της  ποίησης
                                     με το δάχτυλο το υψωμένο σε επίπληξη...
                               

Θυμάμαι σε μια έκθεσή μου στο Δημοτικό, με ηδονή που τότε δεν ήξερα να της δώσω όνομα, έγραψα μια ιστορία για ένα πλοίο που ναυάγησε στο πέλαγος και όλοι οι επιβάτες πνίγηκαν.

«Γράφεις όμορφα Ειρήνη. Μα μην είσαι τόσο απαισιόδοξη».
 Η παρατήρηση της δασκάλας.

Έμεινα με το παράπονο.

Από τότε, τα χρόνια πέρασαν και αυτήν την παραίνεση την ακούω συχνά.
Να σκέφτομαι θετικά, να βλέπω την όμορφη όψη των πραγμάτων, να σταματήσω επιτέλους να διαμαρτύρομαι. Να καθίσω στ' αβγά μου. Τα κλούβια αβγά που μου έβαλαν μπροστά μου από τότε που συνειδοποίησα το βάρος της ύπαρξης και με έπεισαν πως αν φωνάξω θα σπάσουν. Κι αν σπάσουν, το φταίξιμο θα είναι δικό μου. Το φταίξιμο δικό μου για την αποφορά του μάταιου που από τότε οσμιζόμουν κι ένιωθα να με πνίγει.

Το αποτέλεσμα ήταν ότι προσπάθησα να σωπάσω, να πνίξω μέσα μου τη φωνούλα που μου ψιθύριζε πως όλα πάνε κατά διαόλου. Να κάνω πως δεν ακούω αυτά που δε λέγανε οι άλλοι.

Όπως τα λόγια της θείας μου στην κηδεία της γιαγιάς μου την οποία λάτρευα.

«Τελικά όσο κακός και να είναι ο άλλος , σου λείπει όταν πεθάνει».

Κι εγώ είχα πειστεί πως η σιωπή είναι όπλο. Και δε μίλησα. Έστησα , όπως κάθε φορά, μέσα μου, ένα ατέλειωτο δικαστήριο με τη θεία μου στο ρόλο του κατήγορου, τη νεκρή γιαγιά μου στο ρόλο του κατηγορούμενου κι εγώ η συνήγορος υπεράσπισης.

«Αυτό που εσύ λες κακία με τη μικροϊκή σκέψη σου είναι περηφάνια και αξιοπρέπεια κι ευθιξία και λεβεντιά. Αυτό που εσύ λες γκρίνια είναι δίψα για αλήθεια και ομορφιά».

Τότε δεν ήξερα πως προετοιμαζόμουνα για τη μεγάλη βουτιά στην ποίηση.

Κι όταν βυθιζόμουν στα λόγια των άλλων, ψάχνοντας κάτι που θα απαλύνει μέσα μου την αίσθηση ότι όλα είναι εχθρικά και ξένα, δεν ένιωθα πως αποζητούσα ένα σκαρί που θα με ανεβάσει στην επιφάνεια.

Πνιγόμουν μα δεν το ένιωθα τότε. Το λέω τώρα.

Γιατί μοίρα του ανθρώπου που γεννιέται με την επίγνωση του μάταιου είναι να κουβαλά μέσα του ένα βάρος. Κι αυτό δεν είναι εύκολο να το διαχειριστεί χωρίς τον κίνδυνο πνιγμού. Δε λέω θανάτου.

Θα' θελα λοιπόν να πω στην αγαπημένη μου δασκάλα πως η απαισοδοξία δεν είναι κάτι που επιλέγεις. Είναι η ιερή μελαγχολία που τόσο όμορφα είχε ορίσει ο Ντοστογιέφσκι στους Δαιμονισμένους του. Αυτή που «άπαξ και τη νιώσουν οι εκλεκτοί δε θα την ανταλλάξουν ποτέ με την εύκολη ικανοποίηση». Το ίδιο βάρος βρήκα στον Γιώργο Χειμωνά, στη Σύλβια Πλαθ, στον Αλμπέρ Καμύ, στον Κώστα Καρυωτάκη.

Το βάρος του ανθρώπου που κοιτάει το χείλος του γκρεμού που χάσκει μέσα του και νιώθει πως αυτή η ηδονή του ιλίγγου του δίνει αίμα και τον σπρώχνει να συνεχίσει να είναι άνθρωπος ικανός να νιώσει το βουητό μέσα του.

Ο ποιητής, λοιπόν, που ακούει να τον μέμφονται για πεισιθανάτια εμμονή κι απαισιοδοξία στα γραπτά του, νιώθει σαν το παιδί που γράφει στην έκθεσή του τον πόνο του για όσα γύρω του μαραίνονται και λιώνουν και η δασκάλα του σβήνει με κόκκινο τα λάθη του και του υποδεικνύει.

«Μάθε να μην πονάς με τον πόνο του άλλου. Βρες τη συνταγή της απάθειας. Χαμογέλα!»

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA