Η Κωνσταντίνα Θεοφανοπούλου γράφει στο culturenow.gr για το "Χασέπ" (Θράκα) του Αρτέμη Μαυρομμάτη
Για το μυθιστόρημα "Ο τελευταίος αριθμός" (Θρακα) του Βάιου Κουτριντζε, από τον μετρ της επιστημονικής φαντασίας στη Λάρισα Θανάση Μάργαρη, στη Larissanet.
Η Χρύσα Φάντη γράφει στη bookpress.gr για το «Μια τρυφερή καρδιά στο βάθος – Και άλλες ιστορίες» (εκδ. Θράκα, 2018) της Χαράς Νικολακοπούλου
Η Διώνη Δημητριάδου γράφει για το "Ο φάρος του Σόρενσον" (Θράκα, 2018) του Βασίλη Χουλιαρά.
Ο Γιώργος Θεοχάρης γράφει στην εφ. "Η Αυγή" για την νεοελληνική ποίηση και περιλαμβάνει το "Οι ακαδημαϊκές σημειώσεις του Ίαν Μάρκεζιτς" (Θράκα) του Πέτρου Σκυθιώτη και το "Ματς Πόιντ" (Θράκα) του Κωνσταντίνου Μελισσά
Ο Αριστοτέλης Σαΐνης προτείνει στην "Εφημερίδα των Συντακτών" ανάμεσα σε άλλα βιβλία, το "Μελανά όπως τα μούρα" της Αρετής Καράμπελα
Το nakasbookhouse.gr ξεχωρίζει 3 βιβλία των Εκδόσεων Θράκα για τη χρονιά που πέρασε
Ο Πέτρος Γκολίτσης στην "Εφημερίδα των Συντακτών" ξεχωρίζει ανάμεσα σε άλλα ποιητικά βιβλία το "Match Point" του Κωνσταντίνου Μελισσά
ΠΑΠΑΜΟΣΧΟΣ Λ. ΗΛΙΑΣ, « Η ΑΛΕΠΟΥ ΤΗΣ ΣΚΑΛΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ », εκδ. « ΚΙΧΛΗ », 2015



Το « μικρού μήκους » διήγημα δεν είναι γεγονός « νεοεμφανιζόμενο » στην ελληνική λογοτεχνία ( π.χ. Ηλίας Χ. Παπαδημητρακόπουλος ), ούτε στην ξενόγλωσση ημών λογοτεχνία ( π.χ. Franz Kafka ). Αρκεί όμως η μικρή φόρμα για να κατοχυρωθεί, ως αυθύπαρκτος, αυτός ο τρόπος γραφής δομικά και λογοτεχνικά; Μάλλον όχι. Αλλιώς δεν θα γινόταν ξεχωριστός λόγος περί τούτου, ούτε συνήθως θα τα συνέλεγαν οι συγγραφείς τους σε μεμονωμένες ανθολογίες διηγημάτων. Θα μπορούσαν να υποστηριχθούν αρκετά χαρακτηριστικά στοιχεία που πιθανώς θα « επένδυαν » με κάτι το ιδιαίτερο αυτή την μικρή φόρμα. Θα ήθελα και εγώ να καταγράψω ( σύμφωνα με την άποψή μου ) μερικά εξ’ αυτών: το « υποδόριο σκάψιμο » της διήγησης, ο υπονοούμενος συνειρμός και η υπονοούμενη σύνδεση σκέψεων, πραγμάτων, καταστάσεων, η εστίαση σε μία ( ή κάποιες ) λεπτομέρεια ή η επικέντρωση και ανάδειξη αυτής της λεπτομέρειας ως φωτοδοτούν κομβικό στοιχείο της αφηγούμενης ιστορίας, το στοχαστικό – ίσως – κέντημα ενός περιγραφόμενου συμβάντος, τέλος η υπονόμευση της ίδιας της δεδομένης και αναμενόμενης ροής του διηγήματος. Κάπως έτσι ( και με έτερα χαρακτηριστικά ) θα γινόταν το     « μικρού μήκους » διήγημα να διεκδικήσει χαρακτήρα αυτόνομου λογοτεχνικού τρόπου. Άλλως η ποσοτική διαφορά λέξεων και η πετυχημένη συμπύκνωση δεν οδηγεί στο να δημιουργήσει ιδιαίτερη κατηγορία. Στην περίπτωση του Παπαμόσχου νομίζω ότι απ’ όσα ανέφερα διακρίνουμε σπανιότατα το θέμα της λεπτομέρειας ( π.χ. στο διήγημα « Το λαγούτο » ) και κάποιες λίγες φορές το θέμα της υπονόμευσης ( π.χ. στα διηγήματα « Το πλατάνι », « Η καρέκλα του Γκλέν Γκούλντ », « Κοτσύφι » ), επιτυγχάνεται δε αυτή η υπονόμευση με μία « φυγόκεντρη » ποιητική γραφή που απελευθερώνει το κείμενο από τα γνωστά και ορατά του θεμέλια, ενώ λεπτά και ανεπαίσθητα περιρρέεται και υφέρπει σε μερικά σημεία του βιβλίου το στοχαστικό στοίχημα. Από κει και πέρα, και κυρίως θα έλεγα, διακρίνουμε στα διηγήματα του Παπαμόσχου μια απλή ( πάντως όχι επιφανειακά απλοϊκή ), ρέουσα και καλά δοσμένη ( με την συνέπεια της συμπύκνωσης του λόγου ) αφήγηση σύντομων συμβάντων και άλλοτε μια περιληπτική εξιστόρηση αναμνήσεων που σε κάθε περίπτωση καθιστούν το βιβλίο του Παπαμόσχου ένα ευχάριστο ανάγνωσμα.  
ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA