Ο Πέτρος Μπιρμπίλης μιλά στην Athens Voice και στον Γιάννη Νένε, για το "Μπελ Ετουάλ" (Θράκα, 2017)

Μια “ηρωίδα” πλάι σε ανθρώπους αντιηρωικούς: Ένα κριτικό σημείωμα του Στάθη Ιντζέ για το "Γονυπετείς" της Τζούλιας Γκανάσου

Για την ποιητική συλλογή της Μαρίας Αγγελοπούλου "Η απουσιολόγος" (Θράκα, 2016), γράφει ο Χρήστος Αρμάντο Γκέζος

Ο Στέφανος Ξένος γράφει στο diavasame για τον "Άνθρωπο Τανκ" (Θράκα, 2017) του Γιώργου Λίλλη

Για το βιβλίο της Μαριάννας Κουμαριανού «Τόπος στη Γαλήνη» – γράφει η Ανθούλα Δανιήλ

Φάνης Παπαγεωργίου, Ποια γενιά; Σκέψεις για τη σχέση μεταξύ βιολογικής και δυνάμει καλλιτεχνικής γενιάς.

Δύο ανέκδοτα/αδημοσίευτα ποιήματα του Δημήτριου Δημητριάδη

Ο Παναγιώτης Βούζης γράφει στην εφημερίδα "Τα Νέα" για το "Χρονορυχείο" (Θράκα, 2017) της Στέλλας Δούμου

«Η τέχνη δεν είναι αυτό που βλέπεις, αλλά αυτό που κάνεις τους άλλους να δουν», θα γράψει στις αρχές του περασμένου αιώνα ο Γάλλος καλλιτέχνης Edgar Degas, φράση που επιβεβαιώνει με τον καλύτερο τρόπο ο Ισπανός σκηνοθέτης Alberto Rodriguez στη νέα του ταινία “Το Μικρό Νησί” (La Isla Minima) σε σενάριο του ίδιου και του Rafael Cobos.

Η ιστορία διαδραματίζεται το ‘80 σε μια μικρή πόλη της Ανδαλουσίας, λίγο μετά το καθεστώς Φράνκο, βουτηγμένη κυριολεκτικά στα λασπόνερα του Γουαδαλκιβίρ. Ένας αριθμός ανατριχιαστικών δολοφονιών νεαρών κοριτσιών θα φέρει από τη Μαδρίτη δυο ντετέκτιβ του τμήματος ανθρωποκτονιών για να λύσουν το αίνιγμα. Ο ένας πρώην συνεργάτης του καθεστώτος και ο άλλος νεότερος με καθαρό μυαλό και τσαγανό.


Μετά από ένα προοίμιο με μαγευτικές αεροφωτογραφίες από τους υδροβιότοπους της Νότιας Ισπανίας και τα πρώτα “θολά” λεπτά της ιστορίας, οι ρυθμοί σύντομα γίνονται καταιγιστικοί, δημιουργώντας ένα αστυνομικό θρίλερ με πολλές κοινωνικοπολιτικές προεκτάσεις που είχαν σίγουρα καιρό να δουν οι κινηματογραφικές αίθουσες.


Ωμές σκηνές και ρεαλιστικές ερμηνείες των Javier Gutierrez και Raul Arevalo, συνομιλούν αριστουργηματικά με τη φωτογραφία του Alex Catalán και τα υποβλητικά ηχοχρώματα του Julio de la Rosa, ανεβάζοντας στα ύψη τους καρδιακούς παλμούς. Ωστόσο, οι πολυάριθμοι χαρακτήρες που παρελαύνουν καθ’ όλη τη διάρκεια του φιλμ και δύο-τρία σκηνοθετικά ατοπήματα (ή απροσεξίες;) δεν φαίνεται να υπονομεύουν ιδιαίτερα το σπονδυλωτό σάρωμα της αφήγησης, αναγκάζοντας συχνά γροθιές και σαγόνια να σφίγγουν ενστικτωδώς από την αγωνία.


Η ταινία υπήρξε υποψήφια για 16 βραβεία Goya της Ισπανικής Ακαδημίας Κινηματογράφου, από τα οποία απέσπασε συνολικά τα 10 μεταξύ των οποίων εκείνα της καλύτερης ταινίας, της καλύτερης σκηνοθεσίας, του Α’ ανδρικού ρόλου, φωτογραφίας και μουσικής.

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA