Πώς μιλάμε για την καινούργια Ελληνική ποίηση (video)

Για τη συλλογή διηγημάτων «Όμορφοι έρωτες» του Ιάκωβου Ανυφαντάκη, (εκδ. Πατάκης), γράφει η Ειρήνη Σταματοπούλου

Φώτης Μανίκας, Ποιήματα (1η εμφάνιση)

«Ποίηση στη σχάρα» του Πέτρου Γκολίτση:«Από τις αφετηρίες στην ολοκλήρωση του μοντερνισμού: ο Νάνος Βαλαωρίτης»

-Ὄχι, σὲ κυνηγοῦν, πῶς δὲν τὸ βλέπεις;
θέλω νὰ πῶ μὲ τὰ σπασμένα μέλη τους,
μὲ τὴν ἀλλοτινὴ μορφή τους ποὺ δὲ γνώρισες
κι ὅμως τὴν ξέρεις.

                                                                      ( Γ. Σεφέρης, «Ο ηδονικός Ελπήνωρ» )



Την βρήκε πίσω από κάτι σοβάδες στο υπόγειο.

Η Νίκη ήταν αρχιτέκτονας. Αγόρασε το διώροφο δίπλα στα περιφραγμένα αρχαία πριν από λίγους μήνες και είχε βαλθεί να το φέρει σε σειρά. «Ο αρχιτέκτονας είναι καλλιτέχνης και όχι χτίστης» της έλεγαν στη σχολή εκείνη όμως απαντούσε πάντα ότι ζωγράφος που δεν είναι πασαλειμμένος με μπογιές στα χέρια και στα ρούχα του δεν είναι ζωγράφος και έτσι λοιπόν και ο αρχιτέκτονας αν δεν πιάνει το χέρι του στις δουλειές δεν αξίζει τίποτα.

Είχε σουλουπώσει αρκετά τον όροφο και το ισόγειο και τώρα προσπαθούσε να διαμορφώσει το υπόγειο σε σχεδιαστήριο. Οι παλιοί ιδιοκτήτες δεν το χρησιμοποιούσαν καθόλου και έτσι ένα μεγάλο μέρος του ήταν καλυμμένο με μπάζα που έπρεπε να καθαριστούν.

Δούλευε με κέφι όλη μέρα όταν μετά από ένα χτύπημα ο σοβάς υποχώρησε και η Νίκη βρέθηκε απέναντι της.

Θα πρέπει να ήταν μια κόρη της κλασσικής εποχής συμπέρανε καθώς την κοιτούσε σχεδόν αποσβολωμένη.  Βέβαια δεν θα έπρεπε να ξαφνιαστεί. Στα είκοσι μέτρα απέναντι οι ανασκαφές προχωρούσαν και έλεγαν ότι αυτά που έβλεπαν μπροστά τους ήταν τα τείχη που είχαν χτιστεί στην είσοδο του Πειραιά την εποχή του Περικλή.

Η Νίκη δεν ήξερε πολλά από αρχαία ιστορία. Θυμόταν μόνο κάτι εκδρομές του σχολείου στον Κεραμεικό, το νεκροταφείο των αρχαίων εκεί που ο Περικλής είχε εκφωνήσει τον «Επιτάφιο» λόγο του ένα χρόνο σχεδόν πριν η πόλη πληγεί από λοιμό. Η επιδημία θέρισε πολλούς Αθηναίους και ανάμεσα τους και τον Περικλή με αποτέλεσμα η πόλη να γεμίσει νεκρούς.

Η Νίκη δεν ήξερε πολλά από αρχαία ιστορία. Και όμως πίστευε ότι δεν ήταν δυνατό αυτοί οι άνθρωποι να είχαν χαθεί απλά, να είχαν γίνει ένας σωρός από κόκκαλα σαν αυτά που έδειχνε η τηλεόραση όταν έγιναν ανασκαφές στην Ελευσίνα. «Όταν σου μιλάνε για τους αρχαίους, ο νους σου πάει αμέσως στα αγάλματα» σκεφτόταν τότε. Στο μυαλό της, λοιπόν, κάθε άγαλμα ήταν ένας από αυτούς τους αρχαίους ανθρώπους που έγραφαν τα βιβλία της ιστορίας.

Εκείνη, ή μάλλον το άγαλμα ήταν αρκετά καλά διατηρημένο. Ωχροκίτρινος ο χρόνος είχε κατακαθίσει στο σώμα του αγάλματος που είχε όμως ελάχιστα ίχνη φθοράς.  Έλεγες πως η σκόνη είχε προφυλάξει κάθε πτυχή και κάθε σκάλισμα. Η Νίκη βέβαια δεν ήξερε πολλά από αγάλματα. Για μια στιγμή σκέφτηκε την Ελένη, την  κοπέλα που έμενε στο διπλανό σπίτι και σπούδαζε ιστορία. Απόδιωξε όμως αμέσως αυτή τη σκέψη με μια ζωηρή χειρονομία. «Δεν είναι να μιλάς στους ιστορικούς και στους αρχαιολόγους. Οι πρώτοι μιλάνε πολύ και οι άλλοι ψάχνουν πολύ.» ξεφύσησε σκουπίζοντας τον ιδρώτα από το μέτωπο της.

Τους τελευταίους μήνες, με τα ευρήματα στην Αμφίπολη έβλεπε πολλή τηλεόραση. «Δεν το έχουνε τίποτα να το δούνε Αμφίπολη νούμερο 2 εδώ κάτω και να μου μαζευτούν εδώ όλοι οι αρχαιολόγοι, οι ερευνητές και οι ρεπόρτερ της περιφέρειας… Σαν να τους βλέπω ήδη όλους αυτούς από απέναντι να παρατάνε τις πέτρες που βρίσκουνε μέσα στα χόρτα και να κατεβαίνουν εδώ κάτω να καρπωθούν το εύρημα και να απαλλοτριώνουν το σπίτι για λογαριασμό της αρχαιολογικής υπηρεσίας τώρα που το έφερα σε μια σειρά επιτέλους.» μουρμούρισε κρατώντας το κεφάλι της. « Και αν όμως είναι δικό τους;» άκουσε τον εαυτό της να διαφωνεί… «Τα αγάλματα είναι στο μουσείο. Τι δουλειά έχουν στα υπόγεια των σπιτιών;». Κοίταξε γύρω – γύρω. Δεν υπήρχε τίποτα άλλο πέρα από το άγαλμα. Ούτε θαμμένα κιονόκρανα, ούτε γκρεμισμένοι τοίχοι ούτε τίποτα άλλο ικανό να μαζέψει τις αρχαιολογικές έρευνες στο υπόγειο.

«Το πρωί θα πάω απέναντι και θα βρω τον υπεύθυνο. Θα το σηκώσουν όπως είναι και θα φύγουν» απάντησε κουρασμένη η Νίκη στον εαυτό της. «Τι δουλειά έχω εγώ με τις αρχαιολογίες; Θα το σηκώσουν όπως είναι, θα φύγουν και τέλος καλό όλα καλά, «ολ ισ γουελ δατ εντσ γουελ…»

Η Νίκη άφησε το υπόγειο και ανέβηκε πάνω. Δεν είχε καιρό για αγάλματα. Ήταν ξεθεωμένη στη δουλειά. Έπρεπε γρήγορα να καθαρίσει με το υπόγειο και να βάλει εκεί μέσα σχεδιαστήρια, γραφεία, μολύβια, χάρακες, λάμπες και όλα τα σχετικά για να μπορεί να δουλεύει και στο σπίτι της. Το πρωί θα πήγαινε οπωσδήποτε απέναντι να βρει τον υπεύθυνο και θα τέλειωνε με αυτή την ιστορία. Όχι και να την πουν και αρχαιοκάπηλο από πάνω.

«Ένας καθημερινός άνθρωπος είμαι που πρέπει να κάνω τη δουλειά μου. Τα αγάλματα και  οι ιστορίες τους να πάνε στο μουσείο. Είμαστε στον 21ο μ.Χ και όχι στον       5ο π.Χ αιώνα…Είμαστε στον αιώνα των ενεργειακών σπιτιών με τα σόλαρ πάνελ και τα μεγάλα γυάλινα παράθυρα. Τι δουλειά έχουμε με τα αγάλματα και με τις ιστορίες…Είμαι ένας άνθρωπος της εποχής μου!...» επανέλαβε καθησυχαστικά στον εαυτό της καθώς σωριαζόταν στον καναπέ και προσπαθούσε να ανοίξει την τηλεόραση.

Έπεσε πάνω σε ένα ντοκιμαντέρ για την Αθήνα του Περικλή. « Άλλη δουλειά δεν είχαμε» μουρμούρισε νυσταγμένα και έμεινε κάμποση ώρα να το βλέπει. «Το πρωί θα τελειώνω με αυτή την υπόθεση όπως και δήποτε.» έλεγε μεταξύ ύπνου και ξύπνιου…

Δεν μπόρεσε να κοιμηθεί για πολύ. Το ρολόι έδειχνε έξι όταν κατέβαινε με πονοκέφαλο τη σκάλα του υπογείου. «Τα αγάλματα να πάνε στο μουσείο, αρκετά με αγχώσανε»  μουρμούριζε καθώς μάζευε με τη σκούπα τους σοβάδες από το υπόγειο.

Ακριβώς απέναντι από το άγαλμα βρισκόταν ένα μικρό παράθυρο που άφηνε να μπαίνει το φως που χρειαζόταν η Νίκη για να δουλέψει. Όταν τέλειωσε με το φαράσι έκανε να σηκωθεί και να ανέβει πάνω όταν το βλέμμα της διασταυρώθηκε με εκείνο του αγάλματος. Δύο λευκές κουκκίδες μέσα στην ωχροκίτρινη σκόνη έπεσαν επάνω της. Δεν την κάρφωσαν ούτε της έλεγαν «τι με διώκεις;». Ήταν δύο απλά μάτια. Ένα ζευγάρι μάτια που θα μπορούσε να ανήκει σε μια κοπέλα σαν τη Νίκη -  ή περίπου σαν τη Νίκη γιατί καμιά κοπέλα τότε δεν πήγαινε στο Πολυτεχνείο  -  βρισκόταν απέναντι της και την κοιτούσε.

«Οι αρχαίοι δεν μπορεί να έγιναν ένας σωρός από κόκκαλα. Οι αρχαίοι θα πρέπει να έγιναν αγάλματα» γέλασε η Νίκη καθώς θυμήθηκε την εντύπωση που είχε την εποχή που ήταν μαθήτρια.
Στεκόταν απέναντι στο άγαλμα αμήχανη και σκεφτόταν πως αν τότε είχε δίκιο, αν μία στο εκατομμύριο η φαντασία μιας βαριεστημένης μαθήτριας μπορεί να οδηγήσει σε κάτι σωστό τότε απέναντι της δεν είχε ένα κομμάτι μάρμαρο αλλά κάτι διαφορετικό. Κάτι  ή μάλλον κάποια που κάποτε ζούσε και περπατούσε. Κάποια που θα μπορούσε να είχε συναντήσει στο δρόμο αν ζούσε σε κάποια άλλη εποχή. Κάποια που θα μπορούσε να της μιλήσει. Κάποια απλή και καθημερινή κοπέλα της εποχής της. Κάποια ίδια με εκείνη. Γιατί σίγουρα τα εξέχοντα ιστορικά πρόσωπα της πόλης δεν θα μπορούσαν να ζουν και να πεθαίνουν σε έναν ασήμαντο οικισμό κοντά στα τείχη του λιμανιού.
Στεκόταν αμήχανη και κοίταζε το άγαλμα που την κοίταζε όταν ξαφνικά της ήρθε στη μνήμη η ιστορία ενός θείου της που είχε δουλέψει με την τσάπα στην Ελευσίνα ή κάπου αλλού:

«Ένιωθε πως τον κοιτούσαν εκείνα τα μάτια μέσα από το πηγάδι.

Δούλευε πριν από χρόνια στις μπουλντόζες στην Ελευσίνα. Μέσα στο χωράφι υπήρχε ένα αρχαίο φρέαρ - πηγάδι. Ένα απόγευμα που χάζευε το νερό, του φάνηκε κάτι να ασπρίζει στον πάτο. Μπόρεσε να διακρίνει ένα κεφάλι και έπειτα και ένα άλλο και ένα άλλο. Άσπρα κεφάλια,  φτιαγμένα για να απεικονίσουν ή να ωραιοποιήσουν, αγάλματα.

Την άλλη μέρα, ήρθε εντολή να επεκτείνουν το εργοτάξιο. Χωρίς να κοιτάξει, εκτέλεσε τυφλά. Έβλεπε με κάθε κίνηση του χεριού του να φεύγουν χώματα, μπάζα, σκουπίδια. Δεν ένιωθε.  Μονάχα όταν είδε τη τρύπα φραγμένη ένιωσε φόβο… λες και έθαψε κάτι ολοζώντανο. Από  τότε τον κυνηγά εκείνο το βλέμμα.

 «Εμείς» – του ψιθυρίζουν – «είμαστε η συνείδηση, η ψυχή σου». «Μέχρι και η τσέπη σου είμαστε» του ψιθυρίζουν τότε που έπιασε δουλειά στο μουσείο.  Η μνήμη δεν ξεριζώνεται. Είναι ζωντανή. Δεν τη θάβεις. Δεν κόβεις τη μνήμη, ακρωτηριάζεσαι…!»

Άγγιξε τα χέρια της. Πίεσε τα δάχτυλα της στις παλάμες της μέχρι που έγιναν κιτρινωπά – σχεδόν σαν άγαλμα – για να βεβαιωθεί ότι δεν έλειπε τίποτα, ότι δεν την είχαν ακρωτηριάσει όλες αυτές οι σκέψεις που έκανε για το άγαλμα ή μάλλον για έναν απλό καθημερινό άνθρωπο σαν και εκείνη όλη τη νύχτα…

Στάθηκε απέναντι της. Ποια άραγε να ήταν όταν ζούσε; Μπορεί να την έλεγαν Κρατησίκλεια, Άλκηστη, Δηιδάμεια ή ακόμα και Νίκη γιατί για τους Αθηναίους η Νίκη ήταν μια θεά με μεγάλα φτερά και αυτή τη θεά θέλησαν πριν από όλες τις άλλες να κρατήσουν στην πόλη τους, μέσα στην ακρόπολη τους.

Μπορεί και εκείνη να έζησε κάποτε σε αυτή τη γειτονιά. Μπορεί και εκείνη να έζησε στην αφάνεια γνωρίζοντας για την επικαιρότητα της εποχής της όσα ήξερε και η Νίκη για την ιστορία του 5ου αιώνα π.Χ.

Η Νίκη τη βλέπει για λίγο ζωντανή, απαλλαγμένη από το βάρος του μαρμάρου να περπατά στη γειτονιά της πριν από χιλιάδες χρόνια, να ανεβαίνει στο ύψωμα εκεί που τελειώνει η ανηφόρα και να κοιτά με θαυμασμό τους ναούς που θα  μάθαινε από τις συζητήσεις των μεγάλων στο σπίτι της για ότι χτίζονταν στην Αθήνα. Τη βλέπει ακόμα να παίρνει το δρόμο για τον Κεραμεικό – όχι βέβαια με το σακίδιο της εκδρομής – αλλά ανάμεσα σε άλλους είτε για να ακούσει τα λόγια του μεγάλου ηγέτη είτε για να αποχαιρετήσει κάποιον συγγενή – γιατί πολλοί πέθαιναν μέσα στους πολέμους, τις αποστασίες και τις αρρώστιες.

Η Νίκη επεξεργάζεται το πρόσωπο της – με το μετρημένο μειδίαμα – και βλέπει την άγνωστη κοπέλα στην ίδια ηλικία με εκείνη τον καιρό της μεγάλης αρρώστιας να περιφέρεται στα στενάκια του Πειραιά ανάμεσα σε αρρώστους συγγενείς, μέσα σε μια πολιορκημένη πόλη που αργοπέθαινε ασφυκτιώντας από το πλήθος των πολιτών της. Τη φαντάζεται – γιατί έτσι άκουσε στο ντοκιμαντέρ ενώ λαγοκοιμόταν – να περιποιείται τις φριχτές πληγές που άφηνε ο λοιμός πάνω σε γονείς, συγγενείς και αδέλφια ακούγοντας το ρεφραίν του θρήνου, το σουξέ του λοιμού, το σουξέ της ολόφωτης και ζοφερής Αθήνας «ἥξει πόλεμος Δωριακός καὶ λοιμὸς ἅμ’ αὐτῷ…»

Η Νίκη μουδιάζει από το φόβο τη στιγμή που συνειδητοποιεί ότι η ιστορία της κοπέλας θα πρέπει να τέλειωνε κάπου εκεί. Ακούει τη φωνή του ντοκιμαντέρ να επαναλαμβάνει ότι «πολλοί μολύνονταν και πέθαιναν στην προσπάθεια τους να ανακουφίσουν τους γύρω τους». Βλέπει την άγνωστη κοπέλα ξαπλωμένη σε ένα αχυρένιο στρώμα γεμάτη από τα φριχτά εξανθήματα να παρακαλά στο παραλήρημα της για λίγο νερό και κανείς να μην την πλησιάζει πια… Την βλέπει να πεθαίνει μόνη ακουμπισμένη στον τοίχο που τώρα οριοθετεί το υπόγειο της…

Η Νίκη και η άγνωστη στέκονται η μία απέναντι στην άλλη.

Η Νίκη φοράει ζακέτα και τζιν παντελόνι. Εκείνη φορά ένα μακρύ φόρεμα με πτυχώσεις και σχέδια που είχαν σχεδόν σβηστεί.

Τα μαλλιά της Νίκης είναι αχτένιστα. Τα δικά της φαίνονται περιποιημένα.

Η Νίκη φαίνεται κουρασμένη από τη δουλειά. Εκείνη φαινόταν κουρασμένη από το βάρος του χρόνου.

Η Νίκη δεν ξέρει ιστορία. Ούτε εκείνη ξέρει πολύ περισσότερα.

«Και όμως οι απλοί άνθρωπο κάθε εποχής θα πρέπει να καταλαβαίνουν ο ένας τον άλλο…» σκέφτεται η Νίκη « ακόμα και αν φοράνε διαφορετικά ρούχα, ακόμα και η γλώσσα τους έχει τόσο αλλάξει που δεν μπορούν να μιλήσουν…»

«Τι σημασία έχει αν εκείνη τη λένε Κλυταιμνήστρα ή Αίθρα ή Αρσινόη και αν το δικό μου όνομα και είναι διαφορετικό και προφέρεται αλλιώς…» λέει φωναχτά τη σκέψη της.

Η Νίκη στέκεται απέναντι στο άγαλμα και κοιτά την κοπέλα στα μάτια. Το χέρι της μοιάζει εδώ και αιώνες τεντωμένο.


«Τα αγάλματα δεν είναι στο μουσείο…» σκέφτεται φωναχτά η Νίκη τη στιγμή που δίνει στην κοπέλα το χέρι της…

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA