Πώς μιλάμε για την καινούργια Ελληνική ποίηση (video)

Για τη συλλογή διηγημάτων «Όμορφοι έρωτες» του Ιάκωβου Ανυφαντάκη, (εκδ. Πατάκης), γράφει η Ειρήνη Σταματοπούλου

Φώτης Μανίκας, Ποιήματα (1η εμφάνιση)

«Ποίηση στη σχάρα» του Πέτρου Γκολίτση:«Από τις αφετηρίες στην ολοκλήρωση του μοντερνισμού: ο Νάνος Βαλαωρίτης»



Για χρόνια η Μισέλ ισχυριζόταν… 

-Η Σ. και στο πόδι της εκείνη η μικρή ελίτσα;
-Εσύ και στο πόδι σου εκείνο το επιπλέον βαρίδι. 

-Ίδιο με το βαρίδι της Σ.;

-Πρόσωπα στρογγυλά, πρόσωπα σχεδόν φεγγαρίσια.
-Μέτωπα;
-Μέτωπα μάλλον μικρά, χείλη μάλλον σαρκώδη.

-Χαμόγελα με φόντο στάχυα και καλαμιές;
-Καλάμια θεόρατα, βάλτος. 

-Να υποθέσω όλοι μαζί στο μονοπάτι για τον Μέρμηγκα; 
-Με Ζανέτ, Ίωνα και Μισέλ, στο δρόμο για τη Μαγάρα.

Σορτσάκια εμπριμέ, μνημειώδη πέδιλα Μούγερ. Εμφάνιση ομοιόμορφη, μαλλιά κομμένα αλά γκαρσόν, αποτέλεσμα των στιλιστικών απόψεων της Μισέλ. Από μακριά, έτσι όπως σας έχει πάρει ο φακός, παρουσιάζετε τις έντονες, ανατριχιαστικές ομοιότητες των διδύμων. Στην πραγματικότητα, η διαφορά υπερισχύει της ομοιότητας. Οι φιγούρες σας παραπέμπουν σε κόσμους ξένους. Η Σ. είναι ένα μαυριδερό σκατό που τις περισσότερες φορές θυμίζει προσφυγάκι.
-Προσφυγάκι σε καταυλισμό;
-Αν το θες και γυφτάκι στη γύρα. Δυο σειρές μισοσαπισμένων δοντιών ακυρώνουν τη φρεσκάδα του παιδικού της χαμόγελου, που όμως σπάνια αποκαλύπτεται αφού η Σ. κρατάει ως συνήθως το στόμα κλειστό.
Τρύπια σάνταλα, μαύρα γόνατα. Σε αντίθεση τώρα εσύ, μάτια τσακίρικα που όμως καλύπτονται από χοντρά γυαλιά στραβισμού. Στο απόγειο της εσωστρέφειας, έχεις όψη και αντιδράσεις παραχαϊδεμένου.    
-Κατεβασμένα μούτρα; 
-Πείσματα αναίτια.
-Υστερικές τσιρίδες;     
-Παρορμητικότητα. Έλξη σε ό,τι μπορεί να δώσει τροφή στην πλήξη σου. Σπαστικά τινάγματα, ανακλαστικά πηδήματα, νευρικά τικ. Ανατριχίλες σε ώμο και γόνατα από ήχους της καθημερινότητας που φόβος ακαθόριστος μετατρέπει σε εκκωφαντικούς θορύβους.
-Βάδισμα ιδιόρρυθμο;
-Αυτί που έχει τη δυνατότητα να μετατρέπει σε βόμβο και τον ελάχιστο ψίθυρο. 
-Βόμβο τον ψίθυρο; Τόσο ευαίσθητη;
-Τόσο.         
-Ευερέθιστη;
-Λίαν.
Λεπτοφυής;
Ντελικάτη. Το ασταθές νευρικό σου σύστημα συνεπικουρούμενο από το συνεχές κανάκεμα της Μισέλ σε ωθεί συχνά στην οξυθυμία. Κάποτε σε βυθίζει σε κόσμο παράξενο.
-Όπως;
-Μόνο η Σ. θυμάται την εμμονή σου; Το αξιομνημόνευτο σάστισμά σου; Την υφέρπουσα, εσωτερική δυσθυμία σου; Τι ήταν αυτό που σε είχε αναγκάσει να σταματήσεις; Ένα κλαδάκι παραδομένο στον άνεμο; Ένα σάπιο καλάμι στη μέση τού χωματόδρομου; Το συναπάντημα με το τρύπιο κέλυφος κάποιου μισοπεθαμένου σαλιγκαριού; 
Θυμάσαι; Ήσασταν όλοι εκεί.
-Εκεί;
-Στο πάλαι ποτέ τσιφλίκι του πατέρα του Ίωνα, τον αναφερόμενο και ως λόφο του Ράσκα. Ούτε μπρος, ούτε πίσω. Μπροστά σου το κουφάρι μιας σαύρας. Στα μάτια σου όλο αυτό έχει ήδη πάρει μορφή τραγωδίας.
-Κόκαλο;
-Δεν λες να ξεκολλήσεις το βλέμμα σου από το κουφάρι. Η Ζανέτ το τραβάει από την ουρά και σου το ρίχνει στα πόδια. Και να την πάλι η αναθεματισμένη ιστορία με τη βαρύτητα. Γουρλώνεις κι άλλο τα μάτια, πισωπατάς. Απλώνεις τα χέρια μπροστά, επιχειρείς να πιαστείς από τη Σ., θέλεις, αλλά δεν προλαβαίνεις. Τελικά; Πιάνεσαι; Κλυδωνίζεσαι. Το βάρος σου σας παρασύρει και τις δυο στο χαντάκι.
Ιδού. Εσύ με τη Σ. στο χαντάκι. Οι σκλήθρες από τ’ αγκάθια έχουν χωθεί στο δέρμα σας, βελόνες έχουν τρυπώσει στα σορτσάκια. 
Χώνεις τη μύτη σου στα μαλλιά της Σ. Τη γαργαλάς; Η ανάσα σου άυλη χαρακιά στο λαιμό της. Της χαϊδεύεις το αυτί; Τη δαγκώνεις; Ναι. Στο λαιμό. Κι η Σ.; Η Σ. σου γλείφει το μπράτσο; Η Σ. θυμάται το δέρμα σου. Λείο και στις παλάμες τραχύ. Μαλακό στη μέσα μεριά του βραχίονα, κι εκεί που το βλέπει ο ήλιος ξεφλουδισμένο.
Η πλάτη σας γεμίζει χαρακιές. Οι χαρακιές χορεύουν. Τι είναι αυτά που τρέχουνε στην κοιλιά σας; Κάμπιες; Μυρμήγκια κόκκινα; Της λες: «Δεν είναι χαρακιές. Είναι ρίζες». Σου λέει: «Δεν είναι ρίζες. Είναι κλαδιά». Μια επιφάνεια από γυαλί. Τα μυρμήγκια, έτσι όπως πέφτουν πάνω σας, μεταμορφώνονται σε κουδούνια.
-Ίνες φύλλων;
-Ήχοι.
-Ήχοι που σβήνουν;
-Ήχοι πουλιών. Που όχι. Δεν σβήνουν.
-Μικρά σπασμένα κλαδάκια; 
-Χώμα και φως ιλαρό. 
-Κίτρινο; Όχι κόκκινο; 
Κρεμάς τα χέρια σου στο λαιμό της. Το σώμα σου ανεβαίνει. Άρα και το σώμα τής Σ. Αιωρείστε; Ταξιδεύετε. Αν νιώθετε πόνο; Είπαμε. Ταξιδεύετε. Πού ταξιδεύετε; Πάνω από το χαντάκι, το στόμα της Μισέλ μακραίνει. Το σώμα του Ίωνα γέρνει.
-Μπροστά;
-Προς εσένα.
-Η μύτη του;    
-Αυτή παραδόξως στρίβει ζερβά.
-Ύφος οσιομάρτυρα; 
-Γκριμάτσα ξωμάχου που αγκομαχά. 
-Κι η Μισέλ;
- Η Μισέλ σε μαύρο περίγραμμα, μια μεγάλη ζάρα στο μέτωπό της.
«Ήμαρτον… θεέ… τι θα κάνω μ’ αυτά τ’ αγρίμια;»

Τι είσαι γι αυτήν; Φάρμακο ανώδυνο; Αφροδισιακό σε ρόλο πλασέμπο; Το κέντρο από το οποίο απορρέει το σύμπαν της; Το σημείο από το οποίο ξεκινάει το παν της; Ποιο παν; Η γαλλική μυτούλα της; Η αλεπουδίσια ματιά της; Η Μισέλ επαναλαμβάνει: «Ήμαρτον!»
Πράγματι. Το πράγμα βοά. Και στα πόδια σας η ομοιότητα ακόμα πιο έκδηλη. Τι έκδηλη; Ξεφωνημένη. Ενώ βαδίζετε, οι αστράγαλοι και των δυο σας απομακρύνονται, τα γόνατά σας κλειδώνουν.
Γόνατα που σπρώχνουν προς τα έξω τα καλάμια της γάμπας. Η Σ. σκέφτεται: Βάδισμα πάπιας. Τα δικά σου, λίγα χρόνια αργότερα, η μανούλα θα φροντίσει να σου τα χώσουν σε λάμες. Ποια μανούλα; Αυτή που μιλά σαν να καταπίνει ξυράφια; Στην ηλικία της, αρκετά κοντά στην κλιμακτήριο, εσύ και η τέχνη της συγκροτείτε, υποτίθεται, το στενό της πυρήνα.
Πίσω ξανά στην πανσιόν, ο Ίωνας καταφανώς αμήχανος. Έξω από το ατελιέ της Μισέλ πιάνει το χερούλι της πόρτας και το τραντάζει. «Μισέλ, είσαι καλά;»  
Ο σύζυγος της Μισέλ κλοτσάει την πόρτα. Πίσω από την πόρτα οι γδούποι δίνουν τη θέση τους σε τρυφερό τραγουδάκι.
-Τραγουδάει η Μισέλ; 
-Ας πούμε πως τραγουδάει η Μούσχουρη.
-Και τι τραγουδάει η Μούσχουρη; Κάτι από Χατζιδάκι;
-Η ένταση στο πικάπ δυναμώνει. Ο Ίωνας με την πλάτη ακουμπισμένη στον τοίχο τρίβει το γόνατό του. Τι κάνει η Μισέλ; Ο Ίωνας ξαναπιάνει το χερούλι και το ανεβοκατεβάζει.
-Η πόρτα ανοίγει;
-Η πόρτα μένει κλειστή.
-Κι ο Ίωνας τώρα την σπρώχνει;
-Την σπρώχνει. Η πόρτα όμως ανθίσταται. Ο σύζυγος της Μισέλ σκύβει και κοιτάει μες από τη κλειδωνιά.
-Το κλειδί είναι εκεί;
-Η πόρτα δεν πρέπει να είναι κλειδωμένη. Έχει μήπως φρακάρει; Σπρώχνει ξανά. Τίποτα; Μέσα από την τρύπα βλέπει τη σύζυγο ανάσκελα στο ντιβάνι.
-Ξεροβήχει;
-Σκυμμένος στα τέσσερα τραβάει προς το μέρος του το χερούλι.
-Κι εκείνη;
-Έρποντας και αυτή, σε απόσταση αναπνοής από τον Ίωνα, φτάνει μέχρι την πόρτα και σταματά. Τα χέρια της ακουμπούν στο πάτωμα.
-Πού ακριβώς; Εκεί όπου το απότομο άνοιγμα κλείσιμο -περισσότερο από τα νεύρα της και λιγότερο από τον αέρα- είχε ανεξίτηλα χαράξει το παρκέ;
-Με το μάτι στην κλειδαρότρυπα, ο Ίωνας βλέπει αυτό της συζύγου του να διασταυρώνεται με το δικό του. 
-Μάτι μισό;
-Μάτι θολό.
-Βλέμμα; Λοξό;
-Βλέμμα πράσινο.
-Πράσινο από την κούραση;
-Απ’ τον ήλιο που, πριν καταλήξει εκεί, έχει προλάβει να ρίξει βλέφαρο και στο βάλτο. Η έλλειψη φωτισμού πολλαπλασιάζει τώρα την όσφρηση. Ο διάδρομος πιο σκοτεινός, με τη μυρωδιά του γύψου να κυριεύει το υπόλοιπο σπίτι. 
-Ποιο υπόλοιπο; Εκεί που βρίσκεται τώρα η Μισέλ δεν υπάρχουν οσμές. Υπάρχουν;

-Καλοκαίρι του ΄56 και βάλε. Η Σ. ακόμη σουφρώνει διάφορα.
-Ακόμη;
-Ακόμη.
-Πράγματα αξίας;
-Πράγματα ασήμαντα.
-Όπως; Ένα φτηνό δαχτυλιδάκι από την κούκλα μου; Το δεξιό κορδόνι από τα παπούτσια του Ίωνα; Της Μισέλ το πασπαλισμένο με μπογιές πατσαβουράκι;
-Τέτοια.
-Να υποθέσω και καμιά φουρκέτα της Ουρανίας;
-Της Ουρανίας ομού και του Θόδωρου, να μην. Με τόσες βιτσιές να το αποκλείσεις.
-Και πώς τα σουφρώνει; Τα κρύβει κάτω από το φουστάνι της; 
-Συνηθέστερα τα χώνει μες στο βρακί της. 
-Κι ύστερα; Τα τρυπώνει σε διάφορες κρύπτες;
-Τα εξαφανίζει μέσα στις τρύπες του φράχτη. Τώρα όμως ένα ζευγάρι ακριβές, αραχνοΰφαντες κάλτσες, -μετάξι προορισμένο να δίνει κατάλυμα στις αρωματισμένες πατούσες της Μισέλ- τρίβεται στις τριχούλες της ήβης της, ενώ αυτή προχωρά στον προθάλαμο που οδηγεί στο ατελιέ.
-Της Μισέλ η πόρτα κλειστή;
-Παραδόξως ορθάνοιχτη.
-Κι η Μισέλ; Όρθια, με βλέμμα στο καβαλέτο;
-Η Μισέλ γερτή, με τους αγκώνες στηριγμένους στο τραπέζι.
-Ρόμπα από μουσαμά;
-Μπροστέλα πιτσιλισμένη γύψους. Μαλλιά πιασμένα πρόχειρα με ένα πινέλο. Χέρια που αφηρημένα χώνονται στον πηλό, παλάμες που ακόμα δουλεύουν.
-Πρόσωπο ωχρό;
-Αύρα κόκκινη. Ωστόσο, μιλάει στη Σ. όπως θα μιλούσε σε αδερφούλα. Σίγουρα όμως όχι την Μπλανς.
-Φωνή ζεστή και ελαφρώς επιβλητική;
-Ζεστή αλλά κουρασμένη.  
-Μεγαλόπρεπη;
-Όχι πομπώδης.
-Υπόγεια; Σαν μέσα από υποβολείο; 
-Σαν μέσα από λάκκο.
-Τον λάκκο όπου είχατε πέσει εσείς;
-Τον λάκκο όπου έπεφτε η ίδια οσάκις κάτι τη ζόριζε.
-Και; Φορτώνει τη Σ. με θελήματα;
-Της αναθέτει μικρές αγγαρείες. 
-Όπως; Πράγματα που η ίδια δεν έχει ποτέ χρόνο να πραγματοποιήσει; Να της ποτίσει φερ’ ειπείν η Σ. κάποια γλάστρα; Να της φέρει από τη σάλα τα γυαλιά της; Να πεταχτεί μέχρι το χωριό για να της αγοράσει τσιγάρα; Να υπενθυμίσει στην Ουρανία να βγάλει για χάρη του Ίωνα τα πάκα με τους «κερδώους» στη βεράντα; Το τελευταίο και λίγο ναζιάρικα, κάπως γαλίφικα;
-Το τελευταίο με νεύμα αβέβαιο όπως σκοτούρα.
-Σκοτούρα που επανέρχεται;
-Όπως ακόμα μία σκοτούρα.
-Κι η Σ.; Τι κάνει τώρα η Σ.; Πλησιάζει; Απομακρύνεται;
-Η Σ. απομακρύνεται. Η Μισέλ με το σφυρί στο χέρι έχει αρχίσει να κοπανάει. Aνδριάντες μαρμάρινοι, αγάλματα από πηλό πέφτουν με δύναμη στο χαλί. Στα διαμελισμένα χέρια, τα δάχτυλα είναι όμοια μ’ εκείνα του Ίωνα.   
-Κι αυτός; Χαμπαράκι;


              (απόσπασμα από το ανέκδοτο    
              μυθιστόρημα «η ιστορία της Σ»).
                ******

            

----


Η Χρύσα Φάντη γεννήθηκε το 1957 στην Αθήνα. Σπούδασε Παιδαγωγικά και Νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Από το 1985 μέχρι το 2012 εργάστηκε ως εκπαιδευτικός στη δημόσια εκπαίδευση. Την δεκαετία 1992 - 2002 έζησε διαδοχικά στο Κάιρο, τη Μόσχα, τη Δαμασκό και τη Λευκωσία της Κύπρου. Ασχολήθηκε επίσης με τη δικηγορία, τη μετάφραση κειμένων από τα γαλλικά και τα αγγλικά, και τη μελέτη θεμάτων που αφορούν την παιδεία.
  Διηγήματά της έχουν δημοσιευτεί στα λογοτεχνικά περιοδικά:
1.        «Πανδώρα»( τχ. 11, 2002, τχ. 12, 2002, τχ. 13, 2003,τχ. 14, 2003, τχ. 15, 2004, τχ. 17, 2005),
2.       «Πλανόδιον» (τχ. 36, Δεκέμβρης του 2004),
3.       «Ακτή», (έτος ΙΗ, τ. 71, καλοκαίρι 2007),  
4.       «Εντευκτήριο» τχ. 101, σελ. 98-105, Απρ. 13,
5.       «Δέκατα» τχ. 8, σελ. 116-125, Χειμώνας 2007, τχ. 17, σελ. 116-125, τχ. 21, σελ. 34-43, Άνοιξη του 2009, τχ. 21, σελ. 122-123, Άνοιξη 2010, τχ. 33, σελ. 100-104, Άνοιξη 2013, τχ. 35, σελ. 85-86, Φθινόπωρο 2013, τχ. 36, σελ. 122-125, Χειμώνας 2013, τχ. 37, σελ. 124-127, Άνοιξη 2014, τχ. 38, σελ. 102-106, Καλοκαίρι 2014, τχ. 39, σελ. 81-88.

                Εργογραφία
1.       (2007) Το δόντι του λύκου, διηγήματα, σελ. 208, επιμ. σειράς Μ. Φάις, εκδόσεις Πατάκη.
2.       (2007) Είμαστε όλοι μετανάστες, «στην αγκαλιά του κανένα» σελ.101-137, διευθ. σειράς Μ. Φάις, (συλλογικό), εκδόσεις Πατάκη. 

                Κριτικογραφία
1.       Σκάβοντας στα γεγονότα, (Χορός στα ποτήρια, Γεωργία Τάτση, εκδ. Γαβριηλίδης), περιοδικό «Δέκατα», τχ. 39, 2014.
2.       Τέσσερεις γυναίκες, τέσσερεις εποχές, τέσσερα κεφάλαια, (Καιροί τέσσερεις, Χριστίνα Καράμπελα, εκδ. Πόλις) τχ. 9,  περιοδικό fractal, Φεβρουάριος 2015.
3.       Σκιά, η άλλη όψη, (Αυτός ο ένας ο Αρίστος, Εύα Μαθιουδάκη) τχ. 10, περιοδικό fractal,Μάρτιος 2015
4.       Η επανάσταση της καθημερινότητας, (Κατάσταση φούγκας, Νίνα Ράπη, εκδ. Κέδρος) τχ. 11, περιοδικό fractal, Απρίλιος 2015.
5.       Σπουδή στην κενότητα, ( Μετάlipsi, Ιφιγένεια Σιαφάκα εκδ. Γρηγόρης), τχ. 12, περιοδικό fractal, Μάιος 2015.
6.       Ανδρείκελα στη σκιά της Κρίσης, (Ακόμα φεύγει, Ευγενία Μπογιάνου, εκδ. Πόλις),τχ. 13, Ιούνιος 2015. 

 

 




ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA