Η Κωνσταντίνα Θεοφανοπούλου γράφει στο culturenow.gr για το "Χασέπ" (Θράκα) του Αρτέμη Μαυρομμάτη
Για το μυθιστόρημα "Ο τελευταίος αριθμός" (Θρακα) του Βάιου Κουτριντζε, από τον μετρ της επιστημονικής φαντασίας στη Λάρισα Θανάση Μάργαρη, στη Larissanet.
Η Χρύσα Φάντη γράφει στη bookpress.gr για το «Μια τρυφερή καρδιά στο βάθος – Και άλλες ιστορίες» (εκδ. Θράκα, 2018) της Χαράς Νικολακοπούλου
Η Διώνη Δημητριάδου γράφει για το "Ο φάρος του Σόρενσον" (Θράκα, 2018) του Βασίλη Χουλιαρά.
Ο Γιώργος Θεοχάρης γράφει στην εφ. "Η Αυγή" για την νεοελληνική ποίηση και περιλαμβάνει το "Οι ακαδημαϊκές σημειώσεις του Ίαν Μάρκεζιτς" (Θράκα) του Πέτρου Σκυθιώτη και το "Ματς Πόιντ" (Θράκα) του Κωνσταντίνου Μελισσά
Ο Αριστοτέλης Σαΐνης προτείνει στην "Εφημερίδα των Συντακτών" ανάμεσα σε άλλα βιβλία, το "Μελανά όπως τα μούρα" της Αρετής Καράμπελα
Το nakasbookhouse.gr ξεχωρίζει 3 βιβλία των Εκδόσεων Θράκα για τη χρονιά που πέρασε
Ο Πέτρος Γκολίτσης στην "Εφημερίδα των Συντακτών" ξεχωρίζει ανάμεσα σε άλλα ποιητικά βιβλία το "Match Point" του Κωνσταντίνου Μελισσά



Ο Σταύρος Καρακωνσταντάκης γεννήθηκε στη Λάρισα το 1981.
Έχει διακριθεί σε διεθνείς και πανελλήνιους διαγωνισμούς ποίησης.
Το 2012 εκδόθηκε η ποιητική του συλλογή « Νεκρές Φύσεις » από την Ήρα Εκδοτική ενώ είναι υπό έκδοση τα « Κρίσιμα » από τις εκδόσεις Θράκα.



Σαν άλλοτε.

Τότε από ανάγκη
ντυθήκαμε μισθοφόροι κάποιας ιδέας
και μοιράζαμε προκηρύξεις ξημερώματα
με τις προσφορές των αλλαντικών.
Μας είπαν παρανόμους
γιατί στις εισόδους των πολυκατοικιών συχνά έγραφε :
Απαγορεύεται η ρίψη φυλλαδίων.
Λες και η μορταδέλα θ’ ανέτρεπε τον κόσμο.


Οδηγίες.


Θα στρίψεις δεξιά στο…
στο λευκό τέλος πάντων. Εκεί που τελειώνει
το λευκό…
Κατάλαβες ; Έπειτα…
πώς να σου πω…Να εκεί στην ευθεία.
Το βλέπεις εκείνο το γαλάζιο ; ε… Προχώρα
ίσαμε να συναντήσεις σύννεφο…και μετά
Ξαναρώτα.

Έτσι, ύστερα από πολλές ερωτήσεις,
βρήκα επιτέλους
τον δρόμο προς την Ποίηση.


Ποιητικές συναθροίσεις.

Τα ζουμερότερα φρούτα
εκείνα που αρχίζουν να λιώνουν απ’ το χέρι
με το νοστιμότερο χρώμα
και το απαλότερο χνούδι που σε φταρνίζει
τα τρώμε το μεσημέρι.
Όταν τελειώνει η λαϊκή και αρχίζει το σκούπισμα.
Τα αφήνει στο χαρτοκιβώτιο κάποιος ευαίσθητος μανάβης.
Κάτω απ’ την προτομή του Σκίπη.
Όπως αφήνει κανείς στεφάνι σε Ηρώο.
Και έτσι, μια φορά την εβδομάδα, τρώγοντας τα περισσεύματα
( ή θα τολμούσαμε να πούμε την προσφορά στην μούσα )
διαβάζουμε τα χαραγμένα
λευκά καράβια των ονείρων μας.

Τώρα πια έχουμε πεισθεί,
καθώς εντρυφήσαμε στην ποίηση και στους παραμεστωμένους καρπούς
ότι θα ήταν προτιμότερο
να αναγραφεί στο μνημείο :
" και τί με τ’ αδειανά μας μάτια
θωρούμε ολόγυρα βουβοί ; "






ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA