Η Θράκα σας προσκαλεί στην παρουσίαση του "Μπελ Ετουάλ" του Πέτρου Μπιρμπίλη

Ο Παναγιώτης Βούζης γράφει στην εφημερίδα "Τα Νέα" για το "Χρονορυχείο" (Θράκα, 2017) της Στέλλας Δούμου

Ο Δήμος Χλωπτσιούδης γράφει στο tvxs.gr για το "Gadium" (Θράκα, 2017) του Στάθη Ιντζέ

Ο Κώστας Κουτρουμπάκης γράφει για τον "Κούκο" (Θράκα, 2016) της Πελαγίας Φυτοπούλου


Κριτική παρουσίαση της Εφης Καλογεροπούλου

«Και η καλή μοδίστρα, γιατρεύει την τσουρούτικη αγάπη, που εδώ κονταίνει κι εκεί στενόπεσε, και μένουμε όλοι ν’ αγαπηθούμε κατά λάθος, ή κατά παραχώρηση, ή επειδή κάτι θυμήσαμε σε κάποιον έτσι όπου μας πήρε στα κλεφτά το μάτι και, κάπως, της παράδεισος εμοιάσαμε.»
Οι βελονιές της δεσποινίδος Πέρσας

Η Ολβία Παπαηλίου γεννήθηκε το 1965 στην Αθήνα. Σπούδασε συμβουλευτική και εικαστική ψυχοθεραπεία στα Πανεπιστήμια του Σέφιλντ και του Ληντς, ενώ ειδικεύθηκε στην έρευνα της Εικαστικής Ψυχοθεραπείας. Ζει και εργάζεται στο Γιορκσάϊρ. Κείμενά της έχουν δημοσιευθεί σε λογοτεχνικά περιοδικά και στο διαδίκτυο. Ο θεατροποιημένος της μονόλογος "Η Χάρριετ πήγαινε όποτε τη φώναζαν" παρουσιάστηκε σε θεατραναλόγιο στην Αθήνα.Το 2013 κυκλοφόρησε η πρώτη ποιητική της συλλογή «Μόνιμο ύδωρ -ζωντανό νερό» από τις εκδόσεις οδός Πανός.   Γράφει και δημιουργεί δρώμενα και εικαστικές παρεμβάσεις σαν μέρος της διαρκούς της έρευνας μεταξύ δημιουργικότητας και θεραπευτικής διαδικασίας σε προσωπικό και συλλογικό επίπεδο. Την ενδιαφέρει επίσης η Αλχημεία και η Δυναμική Ονειροπόληση.

«Οι βελονιές της δεσποινίδος Πέρσας» είναι ενας δραματικός θεατρικός μονόλογος μιάς ράφτρας, της Πέρσας. Σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση  και τόνο εξομολογητικό,ο μονόλογος που μας εισάγει στη ζωή και τα «μυστικά»  της Πέρσας, έχει ρυθμό, ρεαλισμό, ποιητικότητα, λεκτικό πλούτο και είναι διάχυτος εικόνων. Η γλώσσα της γραφής χορεύει,εχει μουσικότητα και χάρη και περιγράφει  με ακρίβεια τις ευαισθησίες της ηρωϊδας .

Η συγγραφέας Ολβία Παπαηλίου  στήνει με δεξιοτεχνία  μια δραματική ατμόσφαιρα υψηλής εσωτερικής έντασης,οπου η φαντασία,οι μνήμες,οι κρυφές επιθυμίες της Πέρσας συμπλέκονται ενεργά με το βίωμα της «σκηνοθετώντας»εξ αρχής, μια συναρπαστική αφήγηση.  
    
Η Πέρσα,η ράφτρα,  που «δεν πολυξεύρει από έρωτες»,η Πέρσα,η«με τη βελόνα  παντρεμένη»,μας ανοίγει την ψυχή της,μας εκμυστηρεύεται καημούς και πόθους,φόβους και όνειρα, μικρές χαρές,παράπονα και ματαιώσεις.
«Φορώ κυρίως μονόχρωμα, με μια μεγάλη τσέπη.(Να κρύβω μέσα το παράπονο της πίκρας)
Στα χέρια της, οι βελόνες,τα ψαλίδια,η μεζούρα,οι δαχτυλήθρες της,παίρνουν διαφορετική υπόσταση, μεταμορφώνονται, γίνονται «σκεύη ηδονής», εραστές,αγαπημένοι,άγια δισκοπότηρα της στερημένης της -από αγάπη και έρωτα -ζωής.

Ανάμεσα σε πολύχρωμα ρετάλια,,βελούδα και υφασματάκια εμπριμέ,κλάρες λουλουδιαστές ,κουμπιά ,δαντέλες, εκεί στο σαλονάκι ραπτικής που είχε η κώνα Ελισσώ ,η Πέρσα, μανταρίστρα στην αρχή ,έμαθε όχι φορέματα να φτιάχνει, μα να «χαρίζει μια κατοικία στις ψυχές».
Γιατί  το γάμο η Πέρσα δεν τον  ήθελε,

«Όχι, καλέ μου, δεν τον ήθελα το γάμο, ούτε κι ο γάμος ήθελε εμένα, και πατσίσαμε. Άλλο μου έτρωγε εμένα την καρδιά μου, να δω κάθε γυναίκα να ΄ναι όμορφη όπως την έπλασε από μέσα ο θεός: Βλέπεις τη λεμονιά, ωραία είναι. Βλέπεις την αχλαδιά, κι εκείνη όμορφη. Βλέπεις τη μία και την άλλη, ό, τι λαχνός της πέφτει κάθε μιας – μεγάλο κρίμα.»

Με τα μαλλιά της κώτσο για να μην πέφτουνε στα μάτια και στραβώνεται,η κόρη της  ωραίας Πανωραίας,της καλλονής οπως λέγανε  τη μάνα της, γίνεται ο «ιππότης της βελόνας» και στο χέρι της το ρούχο που ράβει, ένα παλίμψηστο, ενας καημός, μια έρημος αλλά και τόπος προσευχής ,ένας καθρέφτης επιθυμίας, ένας ιδιόμορφος κώδικας τιμής, ένα άλλο σώμα  που ντύνει με ευσέβεια το γυμνό γυναικείο κορμί.

Με γιατρικό ζωής τη βελονιά όπως λέει και πραγματικές της πλερωμές,όχι το χρήμα μα ένα κήπο από «μπούκλες σε μαλακιές φασκιές από χαρτάκι ζαχαρί»,μια για κάθε φόρεμα, φυτεύει και φροντίζει αυτόν τον κήπο, για να ‘χει να  ονειρεύεται  τις νύχτες της ερημιάς,τις νύχτες της ζωής της, τις άνυδρες ,τις ανέραστες. 

«Αλλά εδώ, μιλούμε για ουσία της ψυχής. Ούτε το δέρμα του ο άθρωπος γνωρίζει πώς να φορεί κατάσαρκα: άμα δεν τον χαϊδέψει ένα χέρι στοργικό, για να τον φέρει στο λιμάνι που το λένε αθρωπιά, ούτε το σάβανό του δεν ηξεύρει να φορέσει άμα πρωτίστως πριν δεν έχει αγαπηθεί.»

Η ανάγνωση της Τότας Σακελλαρίου,ενστικτώδης, μεστή θεατρικότητας  και σε  σωστό δραματικό τόνο, «έπαιξε» με  ημιτόνια φέρνοντας στην επιφάνεια τον εσωτερικό κόσμο της Πέρσας, την κρυμμένη επιθυμία,το βάσανο του ανεκπλήρωτου,της έλλειψη της βιωμένης κατάσαρκα αγάπης,τη στέρηση του έρωτα.

Κρατώντας ίσες αποστάσεις από μια απλή ανάγνωση, όσο και από μια πλήρη δραματοποίηση, διέστειλλε ακριβώς οσο χρειαζόταν τον χρόνο της θεατρικότατης «ανάγνωσης» που έκανε, δίνοντας στο θεατή το κομμάτι εκείνο του χρόνου και του  εσωτερικού τόπου που χρειάζεται, για να ακουμπήσει το δικό του προσωπικό συναίσθημα. Με ανάσες και  γεμάτες παύσεις, «κέντησε» το ένδυμα του ρόλου,χαρίζοντας μας στιγμές πραγματικής συγκίνησης. 

Η όμορφη,ζεστή και πλήρης συναισθημάτων βραδιά,στο χώρο εκδηλώσεων Ελευσις & Υδράνη στον Κεραμεικό,άνοιξε και έκλεισε με την συγγραφέα Ολβία Παπαηλίου που με ευαισθησία ερμήνευσε δύο παραδοσιακά τραγούδια.

Εφη Καλογεροπούλου/θεατρολόγος



ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA