Η ΘΡΑΚΑ θα βρίσκεται στη 14η Διεθνή Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης

Η ΘΡΑΚΑ θα βρίσκεται στη 14η Διεθνή Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης

«7» του Ζαχαρία Στουφή: Η αυτοκτονία στο έργο του Ούγου Φώσκολου

«Sturm und Drang» του Γιώργου Λίλλη: Volker Braun, Ποιήματα

“Ακριβώς το τέλος του κόσμου” (Juste la fin du monde), γράφει ο Γιώργος Σαράτσης

«Σήματα καπνού»: Ramiro Quintana, Οι εργάτες του κρύου (Σαιξπηρικόν, 2017)

Είναι απίστευτο αυτό το όνειρο . Ότι φεύγω από το χωριό μου στη ρίζα των Αστερουσίων να περάσω το βουνό να πάω σε τούτο τον γιαλό με τα αρχαία. Διότι είναι εκεί στη διαδρομή, τα άδεια οροπέδια χωράφια με τον άνεμο στα χορτάρια τους, να εκφράζει εκείνο το μεταιχμιακό συναίσθημα ότι δεν έχει και τόση σημασία πια, ό,τι και να γίνει, και κείνα τα χωριουδάκια με τα χαμηλά σπίτια στο χρώμα του χώματος και τις εγκαταλελειμένες αραβωνιαστικές, όπου το τυχαίο που σαρκάζουν οι κοράκοι κρώζοντας, έπαιξε το τεράστιο ρόλο του, και τι να πείς που ήρθαν έτσι τα πράγματα κι όχι αλλιώς... και η ακρογιαλιά που συμπυκνώνει όλες τις ακρογιαλιές με την εκθαμβωτική χλιδή της νιότης και της θάλασσας κι άλλοι τόποι ξεχασμένοι και ισχυροί και δεν μπορώ να καταλάβω γιατί λέει τόσα χρόνια απόφευγα αυτή τη διαδρομή ...

Διότι όπως καταλαβαίνετε οι τόποι είναι το δέρμα και από κάτω, είναι το γυμνό κρέας των λογισμών και των συναισθημάτων, κι είναι ένας κόσμος και μια τέχνη αυτό το ενδιάμεσο, που δεν γνωρίζω αν πρέπει να πώ κάτι γι αυτόν το κόσμο και γι αυτή τη τέχνη του εκδορέα των συναισθημάτων, και πρέπει άραγε να τα γδέρνομε για να τα ταριχεύσομε στα ποιήματα; 

Και είναι κι οι λογισμοί μείγματα, δεν είναι απλοί και γνωρίζομε άραγε τη σύστασή τους; Και ποιος ειναι ο αλχημιστής και ποια η φιλοσοφική λίθος;  Διότι είναι τόσα πολλά αυτά που έπρεπε από πάντα να μάθομε και είμαστε πάντα με την αίσθηση ότι μόνο τώρα κάμαμε αρχή και σε λίγο πάλι τα ίδια, καινούργια μείγματα να δοκιμάζομε, απρόσμενα, αναπάντεχα, και όλα σε τούτη τη διαδρομή, που δεν είναι μια αλλά πολλές και να μην τελειώνει ετούτη η ηδονή και ετούτο το μαρτύριο...

Και βρίσκω τον Καλόγερο που είναι και Στρατηγός, αυτός που νοικοκυρεύει την ψυχή μου και δεν συμφώνησε. Δεν θα μπαίνεις μέσα, μου λέει, στους λογισμούς, άλλο αυτό που κάνεις με τα σύμβολα των λογισμών, που λες πως τους γδέρνεις (και γέλασε) και τους γεμίζεις άχερα και φτιάχνεις τα ποιήματά σου, αυτό δεν πειράζει, - καλύτερα βέβαια να σού λειπε νάκανες κανένα κομποσκοίνι αλλά δεν πειράζει, παιχνίδι ειναι έτσι κι αλλιώς ... Αλλά μη μπαίνεις μέσα στους λογισμούς, σ αυτό που λές κρέας των λογισμών, γιατί αυτός ο δρόμος θα σε πάει εκεί που δεν θες να βρεθείς... Τους λογισμούς θα τους βλέπεις απ έξω, κι ό,τι περισσεύει κλάδευέ το, αλλά όχι, μη μπαίνεις μέσα.





Κριτική παρουσίαση της Εφης Καλογεροπούλου

«Και η καλή μοδίστρα, γιατρεύει την τσουρούτικη αγάπη, που εδώ κονταίνει κι εκεί στενόπεσε, και μένουμε όλοι ν’ αγαπηθούμε κατά λάθος, ή κατά παραχώρηση, ή επειδή κάτι θυμήσαμε σε κάποιον έτσι όπου μας πήρε στα κλεφτά το μάτι και, κάπως, της παράδεισος εμοιάσαμε.»
Οι βελονιές της δεσποινίδος Πέρσας

Η Ολβία Παπαηλίου γεννήθηκε το 1965 στην Αθήνα. Σπούδασε συμβουλευτική και εικαστική ψυχοθεραπεία στα Πανεπιστήμια του Σέφιλντ και του Ληντς, ενώ ειδικεύθηκε στην έρευνα της Εικαστικής Ψυχοθεραπείας. Ζει και εργάζεται στο Γιορκσάϊρ. Κείμενά της έχουν δημοσιευθεί σε λογοτεχνικά περιοδικά και στο διαδίκτυο. Ο θεατροποιημένος της μονόλογος "Η Χάρριετ πήγαινε όποτε τη φώναζαν" παρουσιάστηκε σε θεατραναλόγιο στην Αθήνα.Το 2013 κυκλοφόρησε η πρώτη ποιητική της συλλογή «Μόνιμο ύδωρ -ζωντανό νερό» από τις εκδόσεις οδός Πανός.   Γράφει και δημιουργεί δρώμενα και εικαστικές παρεμβάσεις σαν μέρος της διαρκούς της έρευνας μεταξύ δημιουργικότητας και θεραπευτικής διαδικασίας σε προσωπικό και συλλογικό επίπεδο. Την ενδιαφέρει επίσης η Αλχημεία και η Δυναμική Ονειροπόληση.

«Οι βελονιές της δεσποινίδος Πέρσας» είναι ενας δραματικός θεατρικός μονόλογος μιάς ράφτρας, της Πέρσας. Σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση  και τόνο εξομολογητικό,ο μονόλογος που μας εισάγει στη ζωή και τα «μυστικά»  της Πέρσας, έχει ρυθμό, ρεαλισμό, ποιητικότητα, λεκτικό πλούτο και είναι διάχυτος εικόνων. Η γλώσσα της γραφής χορεύει,εχει μουσικότητα και χάρη και περιγράφει  με ακρίβεια τις ευαισθησίες της ηρωϊδας .

Η συγγραφέας Ολβία Παπαηλίου  στήνει με δεξιοτεχνία  μια δραματική ατμόσφαιρα υψηλής εσωτερικής έντασης,οπου η φαντασία,οι μνήμες,οι κρυφές επιθυμίες της Πέρσας συμπλέκονται ενεργά με το βίωμα της «σκηνοθετώντας»εξ αρχής, μια συναρπαστική αφήγηση.  
    
Η Πέρσα,η ράφτρα,  που «δεν πολυξεύρει από έρωτες»,η Πέρσα,η«με τη βελόνα  παντρεμένη»,μας ανοίγει την ψυχή της,μας εκμυστηρεύεται καημούς και πόθους,φόβους και όνειρα, μικρές χαρές,παράπονα και ματαιώσεις.
«Φορώ κυρίως μονόχρωμα, με μια μεγάλη τσέπη.(Να κρύβω μέσα το παράπονο της πίκρας)
Στα χέρια της, οι βελόνες,τα ψαλίδια,η μεζούρα,οι δαχτυλήθρες της,παίρνουν διαφορετική υπόσταση, μεταμορφώνονται, γίνονται «σκεύη ηδονής», εραστές,αγαπημένοι,άγια δισκοπότηρα της στερημένης της -από αγάπη και έρωτα -ζωής.

Ανάμεσα σε πολύχρωμα ρετάλια,,βελούδα και υφασματάκια εμπριμέ,κλάρες λουλουδιαστές ,κουμπιά ,δαντέλες, εκεί στο σαλονάκι ραπτικής που είχε η κώνα Ελισσώ ,η Πέρσα, μανταρίστρα στην αρχή ,έμαθε όχι φορέματα να φτιάχνει, μα να «χαρίζει μια κατοικία στις ψυχές».
Γιατί  το γάμο η Πέρσα δεν τον  ήθελε,

«Όχι, καλέ μου, δεν τον ήθελα το γάμο, ούτε κι ο γάμος ήθελε εμένα, και πατσίσαμε. Άλλο μου έτρωγε εμένα την καρδιά μου, να δω κάθε γυναίκα να ΄ναι όμορφη όπως την έπλασε από μέσα ο θεός: Βλέπεις τη λεμονιά, ωραία είναι. Βλέπεις την αχλαδιά, κι εκείνη όμορφη. Βλέπεις τη μία και την άλλη, ό, τι λαχνός της πέφτει κάθε μιας – μεγάλο κρίμα.»

Με τα μαλλιά της κώτσο για να μην πέφτουνε στα μάτια και στραβώνεται,η κόρη της  ωραίας Πανωραίας,της καλλονής οπως λέγανε  τη μάνα της, γίνεται ο «ιππότης της βελόνας» και στο χέρι της το ρούχο που ράβει, ένα παλίμψηστο, ενας καημός, μια έρημος αλλά και τόπος προσευχής ,ένας καθρέφτης επιθυμίας, ένας ιδιόμορφος κώδικας τιμής, ένα άλλο σώμα  που ντύνει με ευσέβεια το γυμνό γυναικείο κορμί.

Με γιατρικό ζωής τη βελονιά όπως λέει και πραγματικές της πλερωμές,όχι το χρήμα μα ένα κήπο από «μπούκλες σε μαλακιές φασκιές από χαρτάκι ζαχαρί»,μια για κάθε φόρεμα, φυτεύει και φροντίζει αυτόν τον κήπο, για να ‘χει να  ονειρεύεται  τις νύχτες της ερημιάς,τις νύχτες της ζωής της, τις άνυδρες ,τις ανέραστες. 

«Αλλά εδώ, μιλούμε για ουσία της ψυχής. Ούτε το δέρμα του ο άθρωπος γνωρίζει πώς να φορεί κατάσαρκα: άμα δεν τον χαϊδέψει ένα χέρι στοργικό, για να τον φέρει στο λιμάνι που το λένε αθρωπιά, ούτε το σάβανό του δεν ηξεύρει να φορέσει άμα πρωτίστως πριν δεν έχει αγαπηθεί.»

Η ανάγνωση της Τότας Σακελλαρίου,ενστικτώδης, μεστή θεατρικότητας  και σε  σωστό δραματικό τόνο, «έπαιξε» με  ημιτόνια φέρνοντας στην επιφάνεια τον εσωτερικό κόσμο της Πέρσας, την κρυμμένη επιθυμία,το βάσανο του ανεκπλήρωτου,της έλλειψη της βιωμένης κατάσαρκα αγάπης,τη στέρηση του έρωτα.

Κρατώντας ίσες αποστάσεις από μια απλή ανάγνωση, όσο και από μια πλήρη δραματοποίηση, διέστειλλε ακριβώς οσο χρειαζόταν τον χρόνο της θεατρικότατης «ανάγνωσης» που έκανε, δίνοντας στο θεατή το κομμάτι εκείνο του χρόνου και του  εσωτερικού τόπου που χρειάζεται, για να ακουμπήσει το δικό του προσωπικό συναίσθημα. Με ανάσες και  γεμάτες παύσεις, «κέντησε» το ένδυμα του ρόλου,χαρίζοντας μας στιγμές πραγματικής συγκίνησης. 

Η όμορφη,ζεστή και πλήρης συναισθημάτων βραδιά,στο χώρο εκδηλώσεων Ελευσις & Υδράνη στον Κεραμεικό,άνοιξε και έκλεισε με την συγγραφέα Ολβία Παπαηλίου που με ευαισθησία ερμήνευσε δύο παραδοσιακά τραγούδια.

Εφη Καλογεροπούλου/θεατρολόγος




Ο αγαπητός φίλος Παύλος Γερένης με τον οποίο μοιράστηκα ένα φωτεινό ισόγειο, με παλιά τζαμένια πόρτα, στον περιφερειακό του Λυκαβηττού το χειμώνα του 1984,  σχεδίαζε μεταξύ άλλων, να βγάλει ένα λογοτεχνικό περιοδικό, και να προχωρήσει και στην έκδοση μιας ποιητικής ανθολογίας.

Με αυτές τις ιδέες που κυοφορούσε στο όμορφο κεφάλι του προσεταιρίστηκε διάφορους λογοτέχνες της εποχής, οι οποίοι κολακευμένοι του άνοιξαν τις πόρτες των σπιτιών τους και τον τιμούσαν με την παρέα τους. Από κοντά έφτασα να τον πιστέψω κι εγώ, θύμα της ακαταμάχητης γοητείας του. Ο Παύλος προς το τέλος της άνοιξης του ίδιου έτους, έκλεισε το φροντιστήριο Ιταλικών που είχε ανοίξει μόλις πριν έξι μήνες στη Σόλωνος, πήρε το μεγάλο του γιο που έμεινε μαζί μας και πήγε να συναντήσει τη γυναίκα του που με το μικρό τους γιο στην Ιταλία.


Τον συνάντησα δέκα ακριβώς χρόνια αργότερα, το 1994, στο φιλόξενο σπίτι του Γιάννη Μαράβα στην Καλαμάτα, εντελώς τυχαία, και βγάλαμε και κάποιες φωτογραφίες γύρω από το πλουσιοπάροχο τραπέζι του κοινού μας φίλου. Έκτοτε δεν έτυχε να ξανανταμώσουμε. Μαθαίναμε κατά καιρούς πως ζούσε στην Αυστρία, και στην Οξφόρδη όπου φοιτούσαν οι δυο του γιοί και επισκεπτόταν και τη Βερόνα όπου εξακολουθούσε να ζει η Ιταλίδα γυναίκα του. Μου είχε στείλει ταχυδρομικώς δυο συλλογές τυπωμένες στην Ιταλία, μία με ποιήματα και μία με διηγήματα. Το σχέδιο να τις μεταφράσω εγώ στα Ελληνικά σε ένα παιγνίδι αντικατοπτρισμού δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ, όπως συμβαίνει συνήθως με τα σχέδια. Όπως συνέβη και με την ματαιωμένη άσκηση εξουσίας στη λογοτεχνία με τη μορφή περιοδικού και ανθολογίας. 


Πόλεμος

Ναι, ξέρω
είσαι στην κατάλληλη ηλικία
που όλα τα ξέρεις
και σ’ αρέσει να δίνεις συμβουλές
έχεις τον έλεγχο
στον τόνο της φωνής
και το συναίσθημα
χειρίζεσαι την αναπνοή σου τέλεια
μα κοίταξε
όχι σε μένα
δεν πιάνουν
έχω δει
κι άλλες τύπισσες
σαν κι εσένα
έμαθα να ξεχωρίζω
τα κάλπικα νομίσματα
γι’ αυτό μη κουράζεσαι άδικα
κράτα τις δυνάμεις σου
γι’ αυτούς που είναι έτοιμοι
να σε πιστέψουν
και είναι πολλοί αυτοί
τα θύματα
της συνομοταξίας σου.


Οι εκδόσεις Γαβριηλίδη, το λογοτεχνικό περιοδικό «Θράκα» και τα βιβλιοπωλεία «Γνώση» σας προσκαλούν στην παρουσίαση της ποιητικής συλλογής του Αθανάσιου Τζίκα, το ερχόμενο Σάββατο 28 Μαρτίου στις 8 το απόγευμα στον πολυχώρο πολιτισμού “Χορίαμβος” (Γαληνού 5) στη Λάρισα. 

Θα προλογίσει και θα απαγγείλει ο ποιητής Κώστας Λάνταβος. Θα εισηγηθεί η φιλόλογος, Γαλάνη Βασιλική ενώ θα απαγγείλουν η ηθοποιός Χρυσούλα Χρήστου και ο καθηγητής βυζαντινής μουσικής Χρίστος Ζτιάβας. Στο πιάνο ο μουσικός Κωνσταντίνος Παπαναστασίου. Την εκδήλωση θα παρουσιάσει ο υποψήφιος Διδάκτωρ Θεολογίας Κωνσταντίνος Σαΐτης.

Λίγα λόγια για τον συγγραφέα: Ο Αθανάσιος Τζίκας γεννήθηκε στη Λάρισα το 1982 και εργάζεται ως ιατρικός τεχνολόγος. Επιδίδεται από νεαρή ηλικία στην ποίηση, ακολουθώντας την έντονη εσωτερική του κλίση.


Γκιακ σημαίνει “αφηγούμαι μια εμπειρία”

Το κείμενο εκφωνήθηκε στην παρουσίαση του βιβλίου Γκιακ του Δημοσθένη Παπαμάρκου και των εκδόσεων Αντίποδες στη Λάρισα στις 14 Μαρτίου 2015.

Ελένη Τσαντίλη

Το  Γκιακ είναι ένα βιβλίο που περιλαμβάνει οκτώ διηγήματα και μια παραλογή (και ξεκινάω με αυτή), δηλαδή μια έμμετρη ιστορία γραμμένη σε στίχους, και συχνά, όπως κι εδώ, σε δεκαπεντασύλλαβους. Πρόκειται για ένα αφηγηματικό ποίημα που προέρχεται από τη δημοτική παράδοση και χαρακτηρίζεται από το έντονο φανταστικό στοιχείο και πολλές φορές την απόκοσμη ατμόσφαιρά του. Στο Γκιακ, αυτή η σύγχρονη παραλογή εντάσσεται μάλιστα στον κύκλο των παραλογών του “Νεκρού Αδελφού” που τον συναντάμε σε ολόκληρο τον βαλκανικό χώρο. Υπάρχει μάλιστα η Ανθολογία βαλκανικής ποίησης, μια έκδοση των Φίλων του περιοδικού Αντί, η οποία περιλαμβάνει την εν λόγω παραλογή σε όλες τις εκδοχές ανά βαλκανική χώρα. Οι όποιες ομοιότητες και διαφορές από τόπο σε τόπο υποδεικνύουν την εύκολη ανταλλαγή και διάδοση λογοτεχνικών στοιχείων το οποίο μπορεί να οφείλεται και στην προφορική παράδοση των παραλογών, καθώς μην ξεχνάμε ότι πρόκειται για τραγούδια. Λέμε π.χ. Το τραγούδι του νεκρού αδελφού. Με την ίδια συλλογιστική υπενθυμίζουμε ότι και τα ομηρικά έπη έχουν συντεθεί μέσα από μια αρχικά προφορική παράδοση. Τα είδη αυτά, είτε πρόκειται για αρχαία έπη, είτε ακόμη για μεσαιωνικές μυθιστορίες και δημοτικές παραλογές μας θυμίζουν, όσον αφορά την καταγωγή της λογοτεχνίας, ότι αυτήν, πρώτα τη μιλάμε και την τραγουδάμε, κι ύστερα την γράφουμε ή την καταγράφουμε. Με αφορμή λοιπόν αυτή την παραλογή που συναντάμε στο Γκιακ και που ο κ. Παπαμάρκος επικαιροποιεί και εκμοντερνίζει ως μέρος ενός ευρύτερου συνόλου, πιστεύουμε ότι τονίζει μέσα στη συλλογή διηγημάτων το κυριότερο και δομικό της χαρακτηριστικό που είναι η προφορικότητα της αφήγησης. Με αυτό το βιβλίο δεν διαβάζουμε τόσο, όσο ακούμε. Πριν από λίγο είπαμε για μια λογοτεχνία που την γράφουμε ή την καταγράφουμε. Η διαφορά μεταξύ των δύο είναι λεπτή όμως σημαντική διότι η μία, η καταγραφή, έχει αρχειακό χαρακτήρα, ενώ η άλλη η γραφή έχει δημιουργικό, πρωτότυπο χαρακτήρα. Με την καταγραφή οδηγούμαστε σε μια ηθογραφία, συχνά στατική ως προς το παρελθόν και το παρόν που αυτή καταγράφει. Αν όμως την αποφύγουμε τότε η γλώσσα δεν καταγράφει ήθη ή έθιμα αλλά γίνεται δυναμική ως προς το παρελθόν ή το παρόν για το οποίο μιλάει, χωρίς να είναι απλά και μόνο το μέσο. Στο Γκιακ συμβαίνει ακριβώς αυτό, ακούμε την ομιλουμένη γλώσσα της επαρχίας (και μάλιστα εμπλουτισμένη με αρβανίτικες φράσεις). Η ίδια η γλώσσα αποτυπώνει τον ρεαλισμό που χαρακτηρίζει τα διηγήματα κι όχι τόσο το story/ιστορία. Η προφορικότητα λοιπόν και η γλωσσική ακρίβεια δημιουργεί τη ρεαλιστική ατμόσφαιρα των οκτώ διηγημάτων του Γκιακ. Και αυτό, ο ρεαλισμός, είναι το δεύτερο δομικό στοιχείο του Γκιακ που απορρεεί από το πρώτο μέσω της γλώσσας.
            Πιο συγκεκριμένα, σε όλα τα διηγήματα υπάρχει ένας κεντρικός αφηγητής που αφηγείται μια ιστορία, δική του, ή κάποιου άλλου που κι αυτός την άκουσε από αλλού και τη μετέφερε με τη σειρά του σε τρίτους. Μαζί με τον αφηγητή υπάρχει πάντα κι ένας ακροατής τον οποίο δεν ακούμε εμείς ποτέ, ωστόσο καταλαβαίνουμε με ενδείξεις του κειμένου ότι υπάρχει κι όχι μόνο ότι υπάρχει αλλά ενίοτε κι ότι συζητά με τον αφηγητή, ασχέτως αν εμείς δεν τον “ακούμε” να μιλάει. Αλλά πέρα από το κεντρικό κάθε φορά δίδυμο αφηγητή-ακροατή υπάρχει γενικά ένα ολόκληρο πλέγμα από αφηγητές και ακροατές που είναι παρόντες είτε μέσω παρελθοντικών αφηγήσεων είτε μέσω τωρινών. Ο συνδετικός κρίκος όλων αυτών των αφηγητών είναι πρώτον η αρβανίτικη καταγωγή τους και δεύτερον η εμπειρία τους από τη μικρασιατική εκστρατεία. Σχετικά με το πρώτο δεν συναντάμε συχνά Αρβανίτες πρωταγωνιστές σε λογοτεχνικά έργα. Εδώ όμως ο κ.Παπαμάρκος τους φέρνει στο προσκήνιο και μάλιστα χωρίς να εθνικοποιεί την παρουσία τους στον ελλαδικό χώρο, αλλά παρουσιάζοντας καθημερινούς ανθρώπους που ζουν στα χωριά τους και έχουν το δικό τους εθιμικό δίκαιο. Και μιας που λέμε για εθιμικό δίκαιο, το Γκιακ σημαίνει αίμα στα αρβανίτικα και σύμφωνα με τη σημείωση που μας δίνει ο ίδιος ο κ. Παπαμάρκος μέσα στο βιβλίο, συνεκδοχικά εκτός από αίμα σημαίνει και βεντέτα. Κι ακόμη και σήμερα συναντάμε βεντέτες στη σύγχρονη Αλβανία. Την κουλτούρα του αίματος ωστόσο οι αφηγητές όχι μόνο την έχουν εξαιτίας της δομής της κοινωνίας αλλά τη φέρνουν και από τον πόλεμο, εκεί όπου τα εγκλήματα όσο αποσιωπούνται, συγχωρούνται. Ωστόσο τα πρόσωπα των ιστοριών κουβαλούν αυτό το αίμα ως φόρο στην μετά τον πόλεμο ζωή τους και προσπαθούν να τον διαχειριστούν στην ειρηνική φαινομενικά κοινωνία. Οι άνθρωποι αυτοί δεν μιλούν για τις εμπειρίες τους. Όταν το κάνουν έχουν καταστροφικές συνέπειες, όπως π.χ. συμβαίνει στο διήγημα “Νόκερ”, ή άλλες φορές η αφήγηση μοιάζει λυτρωτική, γίνεται περισσότερο εξομολόγηση, όπως π.χ. στα διηγήματα “Γυάλινο μάτι” και “Ήρθε ο καιρός να φύγουμε”. Παρακολουθούμε την αφήγηση σε όλο της το φάσμα: εξιστόρηση, κουτσομπολιό, πληροφορία, εξομολόγηση, ανάκριση-απειλή και κατάθεση (π.χ. στον “Αρραβώνα”). Κι όλα μοιάζουν αληθινά όσο πιστή μπορεί να είναι μια ιστορία που ακούμε από κάποιον. Αληθινά όχι για την ιστορία που ακούμε αλλά για την αλήθεια της γλώσσας με την οποία λέγονται. Κι εδώ η γλώσσα είναι ζωντανή, προφορική και δίνει όγκο στις ιστορίες. Όγκο χρόνου και χώρου. Από τα αρβανιτοχώρια της Φθιώτιδας μέχρι τη Μικρά Ασία αλλά και την Αμερική, από το 1922 έως την μεταπολεμική Ελλάδα. Είναι όμως χαρακτηριστικό ότι μιλάμε για ιστορίες που θα μπορούσαν να συμβούν οπουδήποτε, οποτεδήποτε και σε οποιονδήποτε. Γι'αυτό εξάλλου και η μικρασιατική περιπέτεια υπάρχει μέσα στα διηγήματα περισσότερο ως φόντο, θα μπορούσαμε να μιλάμε για έναν οποιονδήποτε πόλεμο. Κι εδώ ο κ. Παπαμάρκος αποδομεί την κλασική λογοτεχνική εικόνα που έχουμε για τον μικρασιατικό πόλεμο. Βάζοντάς τον στο παρασκήνιο αποφεύγει τη μαρτυρία και την καταγραφή των γεγονότων, όπως συμβαίνει με άλλα πεζογραφικά έργα που συνήθως έχουν τη μικρασία ως θέμα. Εδώ ευφυώς ο κ. Παπαμάρκος αποστασιοποιείται και αφήνει τους πρωταγωνιστές να μιλήσουν χωρίς μεσολάβηση και τυχόν κάποια ερμηνεία από τον συγγραφέα. Έτσι οικουμενικοποιεί τον πόλεμο και τα δεινά του, αφήνοντας τους πρωταγωνιστές του να δέχονται αναντίρρητα να συμμετάσχουν σε έναν πόλεμο που δεν είναι δικός τους. Αυτό που μετράει στην εμπειρία του πολέμου είναι το πώς θα τη διαχειριστούν οι τέως στρατιώτες στην μετέπειτα ζωή τους. Έχουν πάθει ένα πολιτισμικό σοκ. Διαβάζουμε στη σελ. 72: “πήγαμε κείθε, μου λέει [εννοεί στη Σμύρνη], κι είχανε παλάτια και γυρνάγανε οι άνθρωποι με κουστούμια και φορέματα, κι άμα γυρίσαμε μεις πίσω στο χωριό, τα κορίτσια μας τα βρήκαμε ακόμα με τα σιγκούνια”. Η αφήγηση λοιπόν δείχνει μονίμως κίνηση χωροχρονική που επηρεάζει το πολιτισμικό περιβάλλον στο οποίο βρίσκονται κάθε φορά οι ήρωες.

            Ο συγγραφέας δεν παραθέτει ρεαλιστικές πληροφορίες αλλά διηγείται με ρεαλισμό. Υπάρχει βέβαια μια μεγάλη παράδοση στο ελληνικό διήγημα και μυθιστόρημα, όπου η γλώσσα δίνει τον ρεαλιστικό τόνο, κι είναι παράδοξο που η κριτική έχει αποφύγει να καθιερώσει ένα νεορεαλιστικό ρεύμα για τη μεταπολεμική κυρίως λογοτεχνία. Βέβαια και ο λογοτεχνικός νεορεαλισμός μπορεί να είναι ασαφής όμως όσον αφορά την απόδοση της προφορικής γλώσσας θα μπορούσε να συζητηθεί ως ενδεχόμενο. Πολλές κριτικές για το Γκιακ έχουν μέχρι στιγμής εντοπίσει μια κοινή, από άποψη γλώσσας, συνισταμένη με έργα όπως π.χ. Το συναξάρι του Ανδρέα Κορδοπάτη του Θανάση Βαλτινού. Μιλάμε πάντα για μια δωρική αφήγηση η οποία δίνει φωνή σε αυτόν που δεν βλέπουμε διότι συνήθως είναι ανώνυμος, καθημερινός άνθρωπος αλλά που οι εμπειρίες του καθορίζουν τη δική του ζωή αλλά και των γύρω του. Τελειώνοντας, ο Βάλτερ Μπένγιαμιν, αυτός ο φιλόσοφος της σχολής της Φρανκφούρτης, είχε γράψει ένα δοκίμιο με τίτλο ο Αφηγητής, προκειμένου να σχολιάσει το έργο ενός Ρώσσου διηγηματογράφου, του Νικολάι Λεσκόφ. Αυτό το δοκίμιο κριτικής αποτελεί κι ένα εξαιρετικό θεωρητικό κείμενο για τη φύση του διηγήματος. Σε αυτό λοιπόν γράφει ο Μπένγιαμιν και κλείνω με τα λόγια του ότι “η αφήγηση είναι η δυνατότητα να ανταλάσσουμε εμπειρίες”. Στο Γκιακ ξεδιπλώνεται ακριβώς αυτή η πτυχή, η ικανότητα της ομιλίας να μεταδίδει μια βιωμένη εμπειρία και να διαμορφώνει μια καινούρια. 



Ο πρωινός καφές έχει κάτι από τα χείλη σου και μια γεύση θανάσιμου οργασμού. Θα μπορούσες να ήσουν τραγούδι ή έστω λευκό χαρτί, να μην προκαλούσε τη μήνιν των ανθρώπων η ομορφιά και η ελευθερία σου. Κρατώ από σένα εκείνο το χαμόγελο που σημάδεψε ένα απόγευμα αμηχανίας. Δεν έχουν οι τροχιές μας ανάγκη πειστηρίων για μια συνάντηση που πέρασε στο ανεκπλήρωτο. Όμως τις νύχτες, σαν με καλούν για απολογισμούς οι νεκροί φιλόσοφοι της βιβλιοθήκης μου, αδυνατώ να τους εξηγήσω πώς γίνεται να ζεις με το τίποτα πώς γίνεται το ανύπαρκτο να το μετατρέπεις σε προσδοκία μόνο και μόνο αγγίζοντας ένα σταχτοδοχείο... Άκου η δική μας μικρή ιστορία δεν γράφτηκε σε δρόμους ανώνυμους με τυχαία στυλό και καφέδες ευκαιρίας. Ό,τι αποτυπώθηκε είχε τη σφραγίδα του μοναδικού, στα μέτρα των ονείρων μας δηλαδή. Υπάρξαμε εκλεκτικοί ακόμα και στ’ αγγίγματα, ζυγίζοντας ακριβοδίκαια τις επιθυμίες. 




            Ο Γιάννης τράβηξε λίγο ακόμα τη μπανέλα για να σιγουρέψει τη σκηνή. Έριξε μέσα ό,τι δε χρειαζόταν άμεσα και έσκυψε να ανάψει το γκαζάκι. Όσο περίμενε το νερό να βράσει, προσπάθησε να ξεχαστεί κοιτώντας τον ήλιο να κρύβεται πίσω από τη θάλασσα. Δυσκολεύονταν να εκτιμήσει την πλεονεκτική θέα από το βουνό. Πρόσθεσε  το τσάι στο νερό και πάτησε τσιγάρο, μήπως και καταφέρει να τον πάρει ο ύπνος.


***



            «Εδώ είναι καλά.»
            «Είστε σίγουρος κύριε Βασίλη;»
            «Ναι...»
            «Γιάννης.»
            «Γιάννη. Με συγχωρείς... καταλαβαίνεις.»
            «Μην απολογίστε κύριε Βασίλη, ξέρω. Εσείς θυμάστε την κουβέντα που κάναμε; Είστε σίγουρος»
            «Δε θυμάμαι ακριβώς. Μην ανησυχείς. Ξέρω... είμαι σίγουρος. Θυμάμαι ακόμα αρκετά. Τώρα που θυμάμαι πρέπει. Έλα.»
            Όσο μιλούσαν, ο κύριος Βασίλης κοιτούσε απέναντι. Ο Γιάννης θύμισε στον εαυτό του πως την απόφαση την είχε ήδη πάρει και έπρεπε να σταματήσει να την αμφισβητεί.
            «Έλα!»
            Έκανε γροθιά το χέρι και την ακούμπησε στο σακίδιο του κύριου Βασίλη. Πήγε να πάρει μια ανάσα αλλά δεν μπόρεσε. Έσπρωξε. Σταθερά και δυνατά. Ο κύριος Βασίλης πήγε να στρίψει ανακλαστικά και να πιαστεί από κάπου. Αλλά έπεσε ήσυχα, δεν έβγαλε κραυγή. Ο Γιάννης είχε την εντύπωση πως τον είδε να χαμογελάει. Μάλλον βλέπω αυτό που θέλω, σκέφτηκε. Έμεινε για λίγο να κοιτάει το φαράγγι χωρίς να το βλέπει. Όταν κατάφερε να πάρει ανάσα, συνέχισε στο μονοπάτι.


***


            Ο Γιάννης έσερνε αφηρημένος τα δάχτυλά του στο ζαρωμένο ξύλο του τραπεζιού. Το παρατηρητήριο έδινε μια ανοιχτή θέα του κάμπου, αλλά ο νους του ήταν στο δρόμο. Μετά την αναμενόμενη καθυστέρηση, άκουσε το λεωφορείο και λίγο μετά αυτό φάνηκε στη στροφή. Ο κύριος Βασίλης κατέβηκε στη στάση λίγα μέτρα πριν το κιόσκι του παρατηρητήριου. Αφού το λεωφορείο συνέχισε και κρύφτηκε στην επόμενη στροφή, ο Γιάννης σηκώθηκε.
            «Γεια σας.» του είπε αμήχανα. Ο κύριος Βασίλης τον κοίταξε με αμφιβολία.
            «Γιάννης. Είχαμε μιλήσει»
            «Μπράβο, Γιάννης, γεια σου. Με συγχωρείς αγόρι μου, καταλαβαίνεις.»
            «Μην ανησυχείτε κύριε Βασίλη, πάμε. Το μονοπάτι αρχίζει από 'δώ μετά τη στροφή. Θυμάστε.»
            «...Ναι. Ναι, Γιάννη μου, πάμε. Με συγχωρείς που δε θυμήθηκα το όνομα σου.»
            «Μου το είπ... δεν πειράζει κύριε Βασίλη, δεν υπάρχει λόγος να ζητάτε συγγνώμη. Πάμε;»
            «Πάμε.»

***
            Ο Γιάννης γέμισε το παγούρι στην πηγή και κάθισε σε ένα πλατύ βράχο. Οι υπόλοιποι είχαν στρώσει λίγο παραδίπλα για να τσιμπήσουν κάτι πριν συνεχίσουν την πορεία. Ο κύριος Βασίλης σηκώθηκε και πήγε προς το μέρος του. Είχε πατημένα τα εξήντα αλλά μάλλον το είχε ξεχάσει, παλιοσειρά του ορειβατικού. Ο Γιάννης, τέσσερα χρόνια στο σύλλογο, δεν είχε καταφέρει να πιάσει το ρυθμό του.
            «Ελάτε καθίστε κύριε Βασίλη, ξεκουραστείτε και 'σεις λίγο.» του είπε.
            «Εντάξει είμαι Γιάννη μου... καλά δε το λέω, Γιάννης;»
            «Ναι, ναι... Πολύ ωραία διαδρομή. Θέλω να την κάνω και φθινόπωρο σίγουρα.» Ο κύριος Βασίλης στάθηκε για λίγο.
            «Ναι. Είχε άλλη ομορφιά το φθινόπωρο. Αν θυμάμαι καλά.» Κάθισε δίπλα στο Γιάννη.
            «Γιάννη παιδί μου, θέλω να σου ζητήσω κάτι.»
            «Ό,τι θέλετε.»
            «Άκουσέ με πρώτα. Μαζί δεν τα λέγαμε τις προάλλες; Πως κάθε πορεία την κρατάμε για πάντα, η εμπειρία γίνεται ανάμνηση, όλα αυτά;»
            «Ναι... με τη Φωτεινή και το Νίκο, στη Βαλιά Κάλντα πέρυσι.»
            «Πέρυσι, μπράβο. Πως να στο πω... φοβάμαι... ξέρω μάλλον. Ξέρω πως θα τα χάσω όλα αυτά.»
            «Χαζομάρες κύρ Βασίλη! Μου ρίχνετε τριάντα χρόνια και δυο χιλιόμετρα τουλάχιστον σε κάθε πορεία.» του είπε χαριτολογώντας. Ο κύριος Βασίλης χαμογέλασε, αλλά το χαμόγελο δεν άγγιξε τα μάτια του.
            «Δεν είναι αυτό... Θα χάσω και τα παλιά, και το σημερινό, τη κουβέντα αυτή.» Ο Γιάννης έψαξε κάτι να  πει. Δε βρήκε τίποτα. Κατάλαβε πως ήταν καλύτερα έτσι.
            «Δε θέλω. Θέλω να προλάβω. Τις αναμνήσεις, τα βουνά, όλα... δε θέλω να τα χάσω.» Σταμάτησε.
            «Σας ακούω κύριε Βασίλη.»
            «Θέλω να σου ζητήσω κάτι. Γιάννης; Σωστά;»
            «Γιάννης. Ό,τι θέλετε. Πείτε μου.»
           





Η Λίνα Φυτιλή γεννήθηκε στη Λάρισα. Ζει στον Αλμυρό Μαγνησίας κι εργάζεται στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση. Τα 1997 δημοσιεύτηκε η νουβέλα της, Οι νύχτες της άχρωμης κιμωλίας, Καστανιώτης. Το 2011, εκδόθηκε το μυθιστόρημά της Τώρα είναι αργά, Απόπειρα.Το 2014 κυκλοφόρησε η πρώτη ποιητική συλλογή της, με τον τίτλο Μυθική μέρα,  Ενδυμίων. Την Άνοιξη θα κυκλοφορήσουν τα διηγήματά της, με τον τίτλο Παράξενο καλοκαίρι, από τις εκδόσεις της Εστίας.

1.
Για φαντάσου όμως,
πόσα αλλοίθωρα χρόνια
είδαμε να φεύγουν 
εν ριπή οφθαλμού,
πόσες φορές
το τετράγωνο
της υποτείνουσας
ήταν λάθος κι
η πόλη
χυμένο ποτάμι
έτρεχε πίσω μας' 

και τώρα λέγε
τι περιμένουμε ξυπνώντας 
εκτός από τις σκιές
των απόντων
μήπως φανούν
στην πόρτα μας
κάποιο Σάββατο
με το τρένο
των εννιά

2.
πλησιάζουν

με τύμπανα και φωνές
και πριν αναληφθούν
τα φώτα στον ορίζοντα
διαβάζω τα ψιλά τους 
γράμματα σε πρόσωπα
αναποφάσιστα

-δίβουλα σκυλιά-

τρέχουν να παραβγούν

έχοντας την τύχη
με το μέρος τους,
το αίμα μες στα μάτια

πόδια, κεφάλια
δυο κομμένους ώμους
πριν γίνουν το
δεξί μου χέρι

θα ξανασυστηθούμε

 3.
Ο ρυθμός των κοιμισμένων
σωμάτων
με πετάει
στην άκρη του δωματίου
ενώ με τη φορά του ρολογιού
αντίθετα ξυπνώ
και δε χρειάζομαι
σεντόνι, κουβέρτα
ή σώμα ξένο

Εμένα με σκεπάζουν
στίχοι ελαφροί


Η Βάσω Χριστοδούλου γεννήθηκε στα Τρίκαλα το 1982. Σπούδασε κλασική φιλολογία στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών. Η πρώτη της ποιητική συλλογή «60 αποχρώσεις του μαύρου σε φόντο λευκό» εκδόθηκε το 2012 απ’τις εκδόσεις λογείον. Ποιήματά της έχουν δημοσιευθεί σε διαδικτυακά περιοδικά και ιστολόγια (θράκα, ποιείν, vakxikon, poetics, varelaki, homo universalis, κηρήθρες, κ.α.), καθώς επίσης στην ανθολογία ποιημάτων του Γιώργου Χ. Θεοχάρη «Ξένων αιμάτων τρύγος», εκδ. Γαβριηλίδης. Πέντε ποιήματά της από την πρώτη της συλλογή έχουν μεταφραστεί στα ιταλικά για λογαριασμό του περιοδικού «La dimora del tempo sospeso». Συμμετείχε στο 2ο πανθεσσαλικό φεστιβάλ ποίησης στη Λάρισα το Μάρτιο του 2014. Αρθρογραφεί στο διαδικτυακό περιοδικό Infrared magazine. Ετοιμάζει τη δεύτερη ποιητική συλλογή της.

~Η κορνίζα~

Άλλαξα θέση στα έπιπλα σήμερα,
είχα χρόνο ελεύθερο
για ξόδεμα.
Έβαλα τον καθρέφτη
στον τοίχο απέναντι,
να φαίνεται το κελί μου
μεγαλύτερο.
Μόνο τη φωτογραφία σου
δεν ήξερα
πού να τη βάλω.
Είπα να μπεις
στο σύνθετο,
με τα ποτήρια τα κρυστάλλινα.
Να βγεις κι εσύ
όταν θα’ χουμε χαρά
στο σπίτι.
Να σε πιω
στην υγειά μου.
Σ’ έβαλα τελικά
σε κορνίζα…
να δω πώς ακούγεσαι
όταν σπας.

{ανέκδοτο, δημοσιεύθηκε στο Poetics}


~Οι κουρτίνες~


Αμφιβολίες των παραθύρων
οι κουρτίνες.
Κυματίζουν ενοχικά
ανάμεσα στην αποκάλυψη
και τη συγκάλυψη.
Να φανερώσουν ή να σκεπάσουν
για πάντα;
Να καλλωπίσουν ή να καλοπιάσουν
το κρυφό και μόνο;
Πρωτοβουλίες των παραθύρων
οι κουρτίνες.
Ισορροπούν προκλητικά
ανάμεσα στη συντροφιά
και την εγκατάλειψη.


~Ο λίγος –η λίγη –το λίγο


Το λίγο,
λέξη δισύλλαβη.
Διπρόσωπη.
Λίγο, ως λίγο
για κάποιους.
Λίγο , μα τόσο πολύ
για μας τους άλλους.
Επίρρημα ποσοτικό.
Ποιοτικό για μένα.
Δείγμα ποιότητας
κι αντοχής.
Κάποτε κι επίθετο.
Χωρίς φύλο.
Όχι ο λίγος,
όχι η λίγη.
Μόνο το λίγο.
Ουδέτερο.
Αποφασισμένο
να μείνει λίγο.
Χωρίς να φοβάται
μη συγκριθεί και γίνει λιγότερο.
Το λίγο.
Λέξη δισύλλαβη.
Φτάνουν δυο συλλαβές
για να με σώσεις λίγο.




Ο Αθανάσιος Τζίκας γεννήθηκε στη Λάρισα στις 11 Αυγούστου του 1982.
Είναι απόφοιτος του τμήματος Ιατρικών Εργαστηρίων (Σ.Ε.Υ.Π) και εργάζεται ως Ιατρικός Τεχνολόγος σε διαγνωστικό κέντρο πυρηνικής .
Το 2012 βραβεύεται από την αστική εταιρεία ΄΄Διότιμα και μούσες΄΄. Την ίδια χρονιά εκδίδεται η πρώτη του ποιητική συλλογή « Αποίμαντος νους » από την ΗΡΑ Εκδοτική .
Το 2015 εξέδωσε την ποιητική συλλογή ΄΄Χαιρετισμοί΄΄ από τις
Εκδόσεις ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗ . 

Καταβατικό

1


Από τον τόπο των ξωτικών
ήρθε η μεγάλη μαρκίζα
-πωλείται ευτυχές μέλλον-
στήθηκε  υπενάντια μεν
χωρίς ασέβεια δε
μπροστά στον πιο παλιό ναό της πόλης
σ’ένα  κτίριο βουβό
διστακτικά συνέφαγα μ’ένα μεθυσμένο Διόνυσο
που στραβοπατούσε κατακίτρινος
στους διαδρόμους του εμπορικού
παίζοντας με το μαξιλάρι ακουμπιστήρι του
γελώντας απαίσια στις ουρές του κοσμάκη
γέλια ρηχά
από απέναντι
ο αντίλαλος ερχόταν ανεπιεικής
-το κακό σας παρελθόν ανταλλάσσεται με μισό ευτυχές μέλλον –
   η γιορτινή εκστρατεία του καταστήματος
με μισό ευτυχές μέλλον .
και μ’αυτές τις καλές φυλαγμένες μνήμες 
τραβούσανε για τον απέναντι ναό
σε τελετή μνημοσύνου
κουρασμένος ο Διόνυσος επέστρεφε στο τραπέζι μας
-μα ποιας απόλαυσης θεός είναι ;
εκείνο το βράδυ μεθύσαμε δίχως κρασί
ή μάλλον κάτι σαν κρασί
από το μέλλον θα έρχεται κι αυτό .
και πάλι στην ουρά
μας προσπερνούσε το πεπρωμένο τους
τα ίδια ακριβώς πρόσωπα
-άραγε τι να ζητάνε πια ;
κάπως έτσι το κατάστημα έκλεισε
ο μεγαλύτερος εχθρός του:
απέναντι ,

αυτές οι καλές οι μνήμες   
                                 όταν μνημονεύονται



Καταβατικό

5
  
Μέσα της γης το μέτρο μακραίνει
το πέρας εδώ , του κόσμου τελεύει
καμιά γη …
δε φτιάχτηκε απ’ουρανούς των ονείρων
βιάζουν την ευτυχία των άστρων
οι ελευθερίες ντυμένες πουλιά
στρώνουν τη μοίρα μας γη
κανείς ουρανός…
δε ψήλωσε παράταιρος  
κράζει υπέρ σας , Χερουβείμ
σπάζει στη μέση τη σιωπή του απείρου
κι αρχίζει να λύνεται ένα κουβάρι
από παλιές των άκρων  ζωές  



                             Το πρώτο καλό της κολάσεως και τα χαιρετίσματα στο ωμέγα



Αν τάχα παίρνω της πλέξης του ήλιου πουλάρι
καβάλα στο τρένο τ’ονείρου
-          τι ξέρω ;
-          τι έχω να περιμένω ;
Πόσο μικρός να ήμουνα ,
όταν σ’ενός σφυρίγματος πνιγμένου ήχου
τουου
τουτ τουτ
άφριζε δαρμένο στις ράγες το σώμα
για τούτα τα τρένα τ’ονείρου
που δε σταμάτησαν εδώ

και συνέχιζα έτσι να περπατώ προς τον τελευταίο σταθμό
αυτού του τρένου που έχασα
πόσα αγκάθια ;
και καυστηρές δεν αγκυλώσανε τα πόδια μου
κάτι δροσερά φύλλα διαβόλου
που με τραβούσε η βύθια αδιακρισία του αγγέλου
γρυλίζει

Ώσπου έφτασα κι ήρθαν τα όνειρά μου σε θέση μεταβολής
άκουγα το γλουπ-γλουπ απ’το αίμα στις μπότες
-ε και ;
-τι είδα ;
-τι έχω να περιμένω ;
….από ένα δρόμο
      που  τερματίζει στον παράδεισο…


















 

Ο Δημήτρης Πέτρου γεννήθηκε το 1970 στη Δράμα όπου και ζει. Η πρώτη του ποιητική συλλογή,
με τίτλο Α' Παθολογική, κυκλοφόρησε το 2013 απο τις εκδόσεις της Μικρής Άρκτου.



Κεντρικός συνοικισμός

Αν δεν δίναμε σημασία στα λόγια των ειδημόνων, καθότι
καμία λέξη δεν μπορεί να εξηγηθεί,
κι αν στο επόμενο φανάρι ανοίγαμε τις πόρτες και βγαίναμε
σε διαφορετική ζωή, η φύση θα έβρισκε πάλι τρόπο
να μας γεννήσει.

Μεγαλώνοντας ανατρέπεις πολλά δεδομένα, αυτό είναι γνωστό,
και ξαφνικά τα μάτια δακρύζουν.
Μην αναρωτιέσαι λοιπόν γιατί τα σπίτια τρίβονται,
γιατί το χορτάρι φυτρώνει στις ταράτσες και γιατί
όσα ονειρεύτηκες δεν θα εκπληρωθούν.

Εδώ τελούνται μυστήρια. Ζωή γεμάτη πολυφαινόλες
και άγρια δέντρα.

Είναι μαγεία να ανακαλύπτεις κατσαρόλες στα ερείπια.


Πάνθεον

Κι όταν ο χρόνος έληξε

                μείναμε να κοιτάμε.

Περιμέναμε τη συντέλεια του κόσμου.
Ή έστω να ανοίξουν οι ουρανοί.

Τίποτα δεν έγινε.

Στο τέλος βαρεθήκαμε και κάποιος πρόσταξε πάμε.
Ούτε καν χαιρέτησα. Ούτε καν χαιρέτησες.

Άλλωστε,

              ο χρόνος είναι ένα αμάξι δίχως λάστιχα,

είπες.


Γενεαλογία, Μέρος Δεύτερο

Ο Μαξίμ Γκόρκι
        
            γέρνει στον ώμο μου

−είναι η ώρα που τα καραβάνια αφήνουν
την πόλη−

ο Γκόρκι
κλαίει σαν το παιδί για την αδικία
η μέρα είναι το τσακισμένο κοτσάνι ενός οπωροπώλη
ύστερα γίνεται λουκούμι τριαντάφυλλο
σβησμένη οθόνη

                              −θα συναντηθούμε άλλωστε
                              στη σιωπηλή πλευρά του δρόμου,
                               ήσυχοι και υποψιασμένοι−

ο Γκόρκι κλαίει
το παιδί κλαίει

η νύχτα πιο πίσω καθαρίζει το μήλο της.


"Α' Παθολογική"- εκδ. Μικρή Άρκτος 2013
ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA