Ο Πέτρος Μπιρμπίλης μιλά στην Athens Voice και στον Γιάννη Νένε, για το "Μπελ Ετουάλ" (Θράκα, 2017)

Μια “ηρωίδα” πλάι σε ανθρώπους αντιηρωικούς: Ένα κριτικό σημείωμα του Στάθη Ιντζέ για το "Γονυπετείς" της Τζούλιας Γκανάσου

Για την ποιητική συλλογή της Μαρίας Αγγελοπούλου "Η απουσιολόγος" (Θράκα, 2016), γράφει ο Χρήστος Αρμάντο Γκέζος

Ο Στέφανος Ξένος γράφει στο diavasame για τον "Άνθρωπο Τανκ" (Θράκα, 2017) του Γιώργου Λίλλη

Για το βιβλίο της Μαριάννας Κουμαριανού «Τόπος στη Γαλήνη» – γράφει η Ανθούλα Δανιήλ

Φάνης Παπαγεωργίου, Ποια γενιά; Σκέψεις για τη σχέση μεταξύ βιολογικής και δυνάμει καλλιτεχνικής γενιάς.

Δύο ανέκδοτα/αδημοσίευτα ποιήματα του Δημήτριου Δημητριάδη

Ο Παναγιώτης Βούζης γράφει στην εφημερίδα "Τα Νέα" για το "Χρονορυχείο" (Θράκα, 2017) της Στέλλας Δούμου

Κατά τον Victor Shklovsky, ο πρωτεύον ρόλος της λογοτεχνίας είναι το παραξένισμα ή η ανοικείωση (estrange or defamiliarize)· δηλαδή, η εκ προθέσεως απεικόνιση του κόσμου ως κάτι παράξενο, μέσω της διασάλευσης του κοινού γλωσσικού λόγου.

Στο βιβλίο “Μετάlipsi”, η Ιφιγένεια Σιαφάκα, καταργεί την ρεαλιστική παρουσίαση του κόσμου και των γεγονότων, εισάγοντάς μας σ’ ένα παραμυθένιο περιβάλλον. Σε σημείο τέτοιο που πολλά αποσπάσματα να θυμίζουν τα Märchen της γερμανόφωνης παράδοσης.

Η αγωνία του ποιητή, ο άξονας ρευστών σημαινόντων και το φαντασιακό (imaginary) είναι τα υλικά πάνω στα οποία η συγγραφέας χτίζει το έργο- το οποίο με την σειρά του καλεί τον αναγνώστη να το εσωτερικεύσει και κατ’ επέκταση να το οικειοποιηθεί. Για να επιτευχθεί, όμως, ο στόχος αυτός δεν αρκεί η απλή ανάγνωση του κειμένου. Η πολυσημία (plurisignation) του λόγου ανοίγει τρομερά τον ερμηνευτικό ορίζοντα και μ’ αυτόν τον τρόπο υποχρεώνει τον αναγνώστη σε μια ιδιαίτερη και σχεδόν μυσταγωγική διαδικασία... την υπερανάγνωση (over- reading).

Δομή- πρόθεση- πρόσληψη- γλώσσα: είναι άρρηκτα συνδεδεμένα μεταξύ τους, δημιουργώντας έναν δίαυλο επικοινωνίας με το υποσυνείδητο.

Διαβάζουμε στην σελίδα 23: “με το ακάνθινο ζωνάρι στα δάχτυλα της πένας απαγχονίζω της εγγrαφής τους εφιάλτες Χθες βράδυ μάλιστα σημάδευα τριχιές μ’ ένα περίστροφο σε μια πλατεία που τη λέγαν της “Ιδέας” Στη γλώσσα γάζωνα και μία γκιλοτίνα για επείγουσα ανάγκη [...]”. Η αγωνία και η ηδονή (;) που προκαλεί η “επιθυμία” και η μάχη που συντελείται κατά την διαδικασία σχηματισμού της σε γλωσσική έκφραση, μας θυμίζει την λακανική άποψη για τις ψυχικές διεργασίες του ονείρου που μεταφράζονται σε γλωσσικά σχήματα λόγου. Άρα, συγγραφέας και αναγνώστης μπλέκονται στην δύνη του ασυνείδητου και των απωθημένων νοημάτων.

Μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η φωνηματική επεξεργασία του κειμένου. Η ασάφεια που δημιουργείται εσκεμμένα στο έργο, είναι τέτοια που να μην καθίσταται ικανή ούτε η διασάφηση της ελλειπτικής πράξης (illocutionary act). Με ακρότατο σημείο την ίδια την πτώση του λόγου- συμβολική ή και έντυπη (π.χ. σελίδα 29).

Τέλος, ο λόγος διατηρεί τον ρυθμό και την ευφωνία του, παρά το παρατακτικό ύφος σε πολλά σημεία. Παρηχήσεις και εξωτερικοί ήχοι, που παρεισφρέουν, τον ζωηρεύουν χρωματίζοντας την ανάγνωση και προσφέροντας μια δυναμική γλωσσική φαντασμαγορία.



ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA