Η Άννα Γρίβα γράφει στο fractal για τον "Άνθρωπο τανκ" (Θράκα, 2017) του Γιώργου Λίλλη

Ένα ανέκδοτο διήγημα του Κωνσταντίνου Γαλάνη

Απόσπασμα από το υπό έκδοση πεζογράφημα του Πέτρου Μπιρμπίλη, από τις εκδόσεις Θράκα (Κυκλοφορεί στις 16 του Οκτώβρη)

Ένα ανέκδοτο ποίημα της Μαρίας Θ. Αρχιμανδρίτη

Ο Κώστας Κουτρουμπάκης γράφει για τον "Κούκο" (Θράκα, 2016) της Πελαγίας Φυτοπούλου

Για το θέατρο του Tennessee Williams με αφορμή την παράσταση
ΞΑΦΝΙΚΑ ΠΕΡΣΙ ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ σε σκηνοθεσία του Δημήτρη Μαυρίκιου,
στο Θέατρο της οδού ΚΕΦΑΛΛΗΝΙΑΣ


«Ποιος,τάχα ,αν κραύγαζα ,θα μ΄άκουγε από των αγγέλων τα τάγματα;»
RAINER MARIA RILKE//οι ελεγείες του DUINO

Καμία φράση ,κανένας άλλος στίχος ,δεν θα μπορούσε να περιγράψει τόσο εύστοχα τον πυρήνα της δραματουργίας του «καταραμένου» ποιητή του αμερικάνικου θεάτρου, Thomas Lanier Williams ή Tennessee Williams,οσο ο στίχος αυτός του γερμανού ποιητή.

Αυτή η κραυγή απελπισίας των ηρώων του και ιδιαίτερα των ηρωίδων του,που δεν συναντά κανέναν άνθρωπο ή άγγελο να την ακούσει,,κραυγή ματαίωσης,χαμένων ελπίδων και ερημιάς που πλανιέται μέχρι να ζυμωθεί με την απαρηγόρητη εκείνη ψύχα της σιωπής, είναι το στίγμα της θεατρικής γραφής του.

O Tennessee Williams(1911-1983) γεννήθηκε και έζησε σε μια εποχή που σημαδεύτηκε από την φρίκη δύο παγκόσμιων πολέμων, από μια μεγάλη οικονομική κρίση, από την διάψευση μέχρι την  οριστική κατάρρευση των μεγάλων ελπίδων.Οι αμερικανοί που στην πλειοψηφία τους διατηρούσαν ακόμη την ψυχολογία των κατακτητών που αποίκησαν την νέα ήπειρο,ένα κόσμο που τους ανήκε, οπου όλα για τον καθ ένα τους θα ηταν δυνατά,μπορεί να ποθούσαν τα μέγιστα ή να πίστευαν  ότι τα μπορούν, δεν υπολόγισαν όμως τις ψυχικές επιπτώσεις αυτού του καννιβαλικού ανταγωνισμού στο εφήμερο κυνήγι της επιτυχίας,την απογοήτευση και την απομόνωση που το συνοδεύει όταν το  όνειρο αυτό συντρίβεται.

Πολύ δε περισσότερο όταν στα πλατειά στρώματα της κοινωνίας τους, κυριαρχεί ενας πουριτανισμός,ενας φαρισαϊσμός που ενοχοποιεί  και εναντιώνεται σε οποιαδήποτε φυσική έκφραση των ερωτικών ενστίκτων,εξοβελίζοντας την γυμνή αλήθεια,τότε η κατάθλιψη,η πίκρα,η απογοήτευση, είναι τα άμεσα επίχειρα αυτής της πραγματικότητας στην ανθρώπινη ψυχή.

Από την άλλη πλευρά, η κληρονομικότητα και το στενό  οικογενειακό  περιβάλλον του συγγραφέα στοιχειώνουν καθοριστικά το έργο του.

Ο Tennessee Williams γεννήθηκε  στον «Νότο», στο Columbus του Μισσισσιπή, την εποχή που η αριστοκρατία πεθαίνει, από κουακέρους προπάτορες. Ο πατέρας του -κατά μαρτυρίες βίαιος- ήταν πλασιέ παπουτσιών και η μητέρα του- με νευρική διαταραχή- γόνος αριστοκρατικής οικογένειας ,κόρη ιερέα της επισκοπικής εκκλησίας.

Την οικογενειακή συνθήκη συμπληρώνει η σχιζοφρενής αδερφή του Ρόουζ, η οποία εγκλείεται σε ψυχιατρική κλινική και υποβάλλεται σε λοβοτομή.

Εκεί αρχίζει από πολύ μικρός να δουλεύει αρχικά σε παπουτσίδικο, όπως ακριβώς ο ήρωας του «Γυάλινου κόσμου»,αλλά και σαν παιδί σε ασανσέρ,σαν τηλεφωνητής,σαν γκαρσόνι,θυρωρός σε θέατρα κλπ κουβαλώντας πάντα στην ψυχή του, πιο νότιος από τους νότιους, το αίσθημα της ήττας ,της χαμένης για πάντα ευτυχίας που μεταγγίζει αργότερα δραματικά στα έργα του. Σπουδάζει δημοσιογραφία και θεατρολογία.

Με το έργο του «o Γυάλινος Κόσμος»/ «The Glass Menagerie» που ανέβηκε στο Μπροντουαίη(1944) από τον Eddie Dowling με την εξαίρετη ηθοποιό Laurette Taylor -που εφυγε από την ζωή λίγους μήνες αργότερα - στο ρόλο της Αμάντα  θα ξεκινήσει ο καλλιτεχνικός του θρίαμβος.Το 1945 το έργο που είναι καθαρά αυτοβιογραφικό, μεταφέρεται στην Νέα Υόρκη και κερδίζει το βραβείο των Κριτικών Θεάτρου.Το κλίμα του έργου και τα πρόσωπα, θα σφραγίσουν καθοριστικά ολη σχεδόν την μετέπειτα δραματουργία του.

Οι ήρωες του, «Νότιοι» οι περισσότεροι, ξεκινούν την ζωή τους με όνειρα και ελπίδες που τις περισσότερες φορές είναι  το μοναδικό τους εφόδιο.Η αγριότητα και το απροσδόκητο της ζωής, αλλά και η αδυναμία τους να χτίσουν σε στέρεη βάση το όνειρό τους, τους αναγκάζει να χτίσουν, ολομόναχοι και περιφρονημένοι στα όρια της κοινωνικής απαξίωσης και ασφυξίας, εκεί,  στα εύφορα χώματα της φαντασίας τους, ένα κόσμο όπως τον είχαν ονειρευτεί ,έναν κόσμο όπως αυτόν που ήθελαν  να ζούν, που δεν είναι όμως ο πραγματικός .Εκεί σε αυτό το σύνορο, θα βιώσουν και την σύγκρουση εκείνη ανάμεσα στο πραγματικό και το φανταστικό ,ανάμεσα στο ψέμα και την ζωή,ανάμεσα στην επιθυμία και την διάψευσή της και αυτή η σύγκρουση γίνεται ο πραγματικός δραματικός πυρήνας του έργου του.

Οι ηρωίδες του ιδιαίτερα, προσπαθώντας να ξεφύγουν από την προσωπική τους φυλακή,φορούν μια πιραντελλική μάσκα,εφευρίσκουν έναν φανταστικό κόσμο,ένα ψεύτικο παρόν ως αντίδοτο στην απελπισία και την ερημιά  της εσωτερικής τους πραγματικής ζωής και τραγικές φιγούρες πιά, μην έχοντας την δύναμη ούτε να αυτοκτονήσουν ως άλλες «Εντα Γκάμπλερ», παραδίδονται στον εφιάλτη του ζωτικού τους ψεύδους.Εδώ η ψυχογραφική δύναμη του δραματουργού είναι εντυπωσιακή.Η Αμάντα του «Γυάλινου κόσμου»,η ανάπηρη κόρη της η Λάουρα,η Blanche Du Bois του «Λεωφορείου ο Πόθος»,η Αλμα Γουαϊνμίλλερ  στο «Καλοκαίρι και Καταχνιά»,η Αλεξάνδρα ΝτεΛάγκο στο  «Γλυκό πουλί της νιότης»,η Βάϊολετ Βέναμπλ στο «Ξαφνικά πέρσι το καλοκαίρι» κ.α  επιβεβαιώνουν με την οργιαστική φαντασιωτική τους περιπλάνηση την τραγικότητα της φυλακής τους.

Σε όλα αυτά τα έργα, ο Tennessee Williams κινείται με άνεση στην ζούγκλα της ανθρώπινης ψυχής.Με καρδιά ποιητή που βιώνει, ζεί και δεν περιγράφει απλά την ζωή,αλλά την αισθάνεται, με τόλμη ερευνητή και χειρουργικό νυστέρι ανατόμου, κατεβαίνει στα άδυτα, συνθέτοντας κάθε φορά σε λυρικό πάντα φόντο την εσωτερική μουσική συμφωνία του χαρακτήρα.Τα πρόσωπα των έργων του σπαράσσονται από γήινα πάθη,είναι ενταγμένα, ενσωματωμένα στο παλιρροικό κύμα της ζωής  και φωτίζονται ρεαλιστικά ταξιδεύοντας διαρκώς ανάμεσα στο όνειρο και την πραγματικότητα.

Το έργο του «Ξαφνικά πέρσι το καλοκαίρι»(1958) ,έργο σκοτεινό,γράφεται από τον συγγραφέα μετά από μια «φωτεινή» παρένθεση και ένα ταξίδι στην Μεσόγειο αρχές της δεκαετίας του 50 που του ενέπνευσε το «Τριαντάφυλλο στο στήθος» αλλά και αργότερα το “Camino Real” (1953).H αισιόδοξη ωστόσο αυτή παρένθεση δεν κράτησε πολύ.Ο Tennessee Williams αναψηλαφεί πάλι τα σκοτάδια του μετά την ολοκλήρωση της «Λυσσασμένης Γάτας» (1955) ,έργο που αναφέρεται σε ανομολόγητους πόθους και ομοερωτικά σεξουαλικά συμπλέγματα ,για να ακολουθήσουν «Ο Ορφέας στον Αδη»(1957),και αμέσως μετά δύο μονόπρακτα που παρουσιάζονται στοYork playhouse της Νέας Υόρκης σε ενιαία παράσταση με τον τίτλο “Garden District” .Το πρώτο από αυτά εχει τίτλο  «Κάτι ανείπωτο» και το δεύτερο είναι το «Ξαφνικά πέρσι το καλοκαίρι».Ο ιδιος εχει τελειώσει ένα κύκλο ψυχανάλυσης –είναι γνωστό ότι υπέφερε από κατάθλιψη –και εξάρτηση από το αλκοόλ.

Το «Ξαφνικά πέρσι το καλοκαίρι» είναι έργο με πυκνή δραματική υφή. Αναφέρεται στη ζωή και τον θάνατο του επικούρειου  ομοφυλόφιλου ποιητή Σεμπάστιαν,που οσο ζούσε, διεκδικείτο από την αυταρχική μητέρα του Βάϊολετ Βέναμπλ και την ερωτευμένη εξαδέρφη του Κάθριν,και που εν τέλει ξεσκίζεται και καννιβαλίζεται  από ένα πλήθος πεινασμένων αλητόπαιδων των τροπικών, παρουσία της εξαδέρφης του Κάθριν ,την οποία χρησιμοποιούσε σαν «κράχτη».Η μητέρα του προσπαθώντας να συγκαλύψει τη σκάνδαλο, και να διασώσει την υστεροφημία του γιού της ,αποπειράται να  κλείσει το στόμα  της Κάθριν και να την εγκλείσει σε ψυχιατρική κλινική, απαιτώντας την λοβοτόμησή της, φιμώνοντας την δια παντός.Η Κόλαση είναι εδώ.Το έργο θυμίζει σε ατμόσφαιρα  το «κεκλεισμένων των θυρών»  του Σάρτρ.Το σκηνικό του έργου –όπως ορίζεται από τον συγγραφέα- δεν είναι καθόλου ρεαλιστικό.Ενας κήπος ,ο κήπος ζούγκλα του Σεμπάστιαν, με μεγάλα σαρκοβόρα φυτά, γεμάτος ζεστούς υδρατμούς μετά την βροχή, και τεράστια δενδρολούλουδα που θυμίζουν όργανα ανθρώπινου σώματος, ξεσκισμένα, που στάζουν αίμα! Κρωξίματα άγριων πουλιών..και χτύποι διαπεραστικοί από την πλευρά του κήπου συμπληρώνουν την εφιαλτική ατμόσφαιρα..

Η παράσταση που παρακολουθήσαμε στο θέατρο της οδού Κεφαλληνίας, σύμφωνα με το  σημείωμα του σκηνοθέτη Δημήτρη Μαυρίκιου στο πρόγραμμα της παράστασης, στηρίχτηκε στο ποίημα San Sebastiano de Sodoma /(Ο Αγιος Σεβαστιανός του Σοδομίτη) ,ποίημα γραμμένο από τον Tennessee Williams το καλοκαίρι του 1949 στην Ρώμη και εμπνευσμένο από ένα πίνακα του αναγεννησιακού ζωγράφου Giovanni Antonio Bazzi του επονομαζόμενου και Σοδομίτη.Το ποίημα αυτό εντάσσει ο T.Williams στο έργο του, ως τολμηρό πόνημα του ήρωά του Σεμπάστιαν, στο τέλος όμως το αφαιρεί αυτολογοκρινόμενος εξαιτίας του μακαρθισμού.Ο Πίνακας αυτός, San Sebastiano (1525) του Giovanni Antonio Bazzi ,δίνει στον κινηματογραφιστή –σκηνοθέτη Δημήτρη Μαυρίκιο την εικόνα που χρειάζεται για να ξεκλειδώσει την δική του ανάγνωση του έργου.Χρησιμοποιείται σαν κεντρική μορφή στα βίντεο, που προβάλλονται σε  οθόνη στο βάθος της σκηνής και ανοίγει και κλείνει την θεατρική σκηνική αφήγηση.Ο Δημήτρης Μαυρίκιος που έκανε και  την μετάφραση του έργου, σε δημοσιευμένη συνέντευξή του δηλώνει πως διασκεύασε το έργο, παρουσιάζοντας τον γιατρό Τσούκροβιτς  σαν έναν σύγχρονο  γιατρό- εξομολόγο ,συνομιλητή των δύο ηρωίδων του έργου, που ταξιδεύει στο χρόνο ανακαλύπτοντας σε  ένα ξεχασμένο ντοσιέ της δεκαετίας του 30,  μια υπόθεση άγριας ανθρωποφαγίας και εισχωρεί ετσι σταδιακά στο υλικό αναζητώντας την αλήθεια.

Η δοκιμασμένη και σε προηγούμενες παραστάσεις του κινηματογραφική τεχνική του Δ.Μαυρίκιου,η χρήση βίντεο,το παιχνίδι των σκιών,η συχνή χρήση φακού του γιατρού ως ένα ανασκαπτικό εργαλείο  έρευνας, στην προσπάθειά του να φωτίσει τις σκοτεινές πτυχές αυτής της ιστορίας, αφαίρεσε κατά την αποψή μας από την παράσταση, την μαγεία και την ποιητικότητα του έργου, κρατώντας μας στην ασφαλή απόσταση του παρατηρητή και δίνοντας περισσότερο στην παράσταση μια ντοκουμενταρίστικη οπτική.Ετσι η ασφυκτική παρανοϊκή προσήλωση της Βάιολετ Βέναμπλ στον Σεμπάστιαν ,ο άρρωστα εξαρτημένος ψυχισμός της που την ωθεί στην εγκληματική πράξη της απόπειρας εγκλεισμού της Κάθριν στο ψυχιατρείο, με στόχο  την λοβοτομή της,ο κυνισμός της όταν εκβιαστικά το απαιτεί από τον γιατρό,η ανταγωνιστική σχέση που εχει κατ ουσίαν με την Κάθριν, δεν αναπτύχθηκαν οσο έπρεπε, με αποτέλεσμα το συγκεκριμένο γυναικείο δίπολο των ρόλων, να παρουσιάζει αρρυθμίες, χωρίς έντονες δραματικές κορυφώσεις. Επιπρόσθετα, ήταν αδύναμη  η εσωτερική σύγκρουση  στον ψυχισμό της Κάθριν, ανάμεσα στο δικό της προσωπικό αίσθημα –έρωτα για τον Σεμπάστιαν και στον ρόλο του «κράχτη» που αυτός της είχε επιφυλάξει . Τέλος, δεν νομίζουμε ότι προσέθεσε στην δραματική ανέλιξη του έργου η σκηνοθετική οπτική να εμφανιστεί η Κάθριν ολόγυμνη στην τελευταία κορύφωση,  όταν αποκαλύπτει το τραγικό τέλος του Σεμπάστιαν. Απο την παράσταση ξεχωρίσαμε την ερμηνεία της νεαρής ηθοποιού Λουκίας Μιχαλοπούλου στο ρόλο της Κάθριν και την ιδιαίτερη σκηνική παρουσία του Αλέξανδρου Βάρθη στο ρόλο του γιατρού. Οι υπόλοιποι ηθοποιοί με προεξάρχουσα την κυρία Μπέττυ Αρβανίτη στο ρόλο της Βάϊολετ Βέναμπλ  υπηρέτησαν επιτυχώς  και  με ακρίβεια την σκηνοθετική άποψη του Δ.Μαυρίκιου. Η σκηνογραφία αφαιρετική και εικαστικά ενδιαφέρουσα.

Τα έργα του Tennessee Williams, τρομερά και ποιητικά ταυτόχρονα,δαιμονικά και λυρικά ανασυνθέτουν τη ζωή μέσα από το όνειρο.Η μαγεία που επιδιώκει να κοινωνήσει με το έργο του «δεν θέλω την πραγματικότητα ,θέλω την μαγεία.Ναί,ναι μαγεία,..»λέει κάπου,μπορεί να γίνει περισσότερο κατανοητή με την καρδιά παρά με την σκέψη.Δίκαια χαρακτηρίστηκε γνήσιος εκπρόσωπος του ποιητικού ρεαλισμού.




Παίζουν:
Μπέττυ Αρβανίτη, Λουκία Μιχαλοπούλου, Αλέξανδρος Βάρθης, Βαγγελιώ Ανδρεαδάκη, 

Γιάννης Φλουράκης, Άννα Πατητή, καθώς και ο Νίκος Κουρής από την οθόνη,στο ρόλο του Σεμπάστιαν. 


Συντελεστές:
Μετάφραση-Σκηνοθεσία: Δημήτρης Μαυρίκιος 
Σκηνικά: Δημήτρης Πολυχρονιάδης 
Κοστούμια: Ελένη Μανωλοπούλου 
Μουσική: Στάθης Σκουρόπουλος 
Φωτισμοί: Λευτέρης Παυλόπουλος 
Μακιγιάζ: Γιάννης Παμούκης 
Συνεργάτης στη Σκηνοθεσία: Μανώλης Δούνιας. 
Για τα ένθετα κινηματογραφικά, Σκηνοθεσία: Χρήστος Δήμας 
Φωτογραφία/Ειδικά εφέ: Άγγελος Παπαδόπουλος 
Μοντάζ: Ιωάννα Σπηλιοπούλου






Κριτική παρουσίαση
Εφη Καλογεροπούλου/θεατρολόγος
ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA