Ανακοινώθηκαν οι Μικρές Λίστες των λογοτεχνικών βραβείων του "αναγνώστη": Τρεις υποψηφιότητες για τη "Θράκα"

«Sturm und Drang» του Γιώργου Λίλλη: Bertolt Brecht, Ποιήματα

«7» του Ζαχαρία Στουφή: Οι αυτοκτονικές τάσεις στην ποίηση του Στέφανου Μαρτζώκη (1855-1913)
Στάθης Ιντζές
ΤΟ ΠΕΤΡΙΝΟ ΣΠΙΤΙ

Λίγο πριν το υψηλότερο σημείο του βουνού, εκεί που η θάλασσα χανόταν από το οπτικό μας πεδίο κ’ ότι απέμενε ήταν η μυρωδιά του πεύκου στα ρουθούνια μας, υπήρχε ένα χωριό που ήταν χτισμένο μέσα στο γκρεμό. Τα σπιτάκια του έμοιαζαν με σχήματα πάνω σε χαλί. Ήταν χτισμένα αμφιθεατρικά, σχεδόν το ένα πάνω στο άλλο. Εκείνο το πρωινό, παραμονή Χριστουγέννων, οι νιφάδες του χιονιού έπεφταν αφράτες και καλοσχηματισμένες πάνω στο παρμπρίζ τού αυτοκινήτου σε τέτοιο ρυθμό που καθιστούσαν τους υαλοκαθαρηστήρες άχρηστους. Από το παράθυρο του συνοδηγού, τα όρια του δρόμου με το γκρεμό δεν ήταν εμφανή. Η απέραντη λευκότητα του χιονιού εκμηδένιζε τις αποστάσεις. Το μόνο που ξεχώριζε ήταν οι γκρίζες στήλες που έβγαιναν από τις καμινάδες των σπιτιών. Είπαμε να αφήσουμε το αυτοκίνητο και να συνεχίσουμε με τα πόδια. Πήραμε μια κατηφόρα ενώ βρισκόμαστε στα πρόθυρα του πλήρους απροσανατολισμού. Περπατήσαμε για λίγη ώρα ένα κατηφορικό μονοπάτι που το χιόνι παρθένο τσιτσίριζε κάτω από τον βηματισμό μας. Δεξιά κι αριστερά υψώνονταν τοίχοι από πάγο. Το χιόνι των προηγούμενων ημερών είχε πυκνώσει κ’ είχε γίνει σκληρό σαν τσιμέντο. Ξαφνικά φάνηκε μπροστά μας ένα πέτρινο σπίτι με μια τσίγκινη στέγη. Χτυπήσαμε την πόρτα και μια γκριζαρισμένη κυρία μας άφησε να περάσουμε μέσα. Απλωθήκαμε γύρω από το τζάκι και απολάυσαμε γλυκό του κουταλιού και ζεστό ρόφημα. Το επόμενο πρωί, τα χέρια μας ήταν το ίδιο παγωμένα, παρά τις ώρες που περάσαμε μπροστά στο τζάκι. Τότε συνειδητοποιήσαμε ότι είμαστε αποκλεισμένοι μέσα στο αυτοκίνητο που ‘χε θαφτεί στο χιόνι. Ο ουρανός ήταν λευκός αλλά η χιονοθύελλα είχε κωπάσει. Το αυτοκίνητό μας βρέθηκε καρφωμένο πάνω στα πεύκα του γκρεμού με νεκρούς τους επιβαίνοντες. Ποτέ δεν θα μάθουμε αν ο θάνατος υπήρξε οδυνηρός. Η ζεστασιά γύρω από το τζάκι ήταν τόσο γλυκιά.

 *το διήγημα "Το πέτρινο σπίτι" δημοσιεύθηκε στο πρώτο τεύχος του περιοδικού Μικρό Πεζό


Το περιοδικό & οι εκδόσεις “Θράκα” παρουσιάζουν το Σάββατο 3 Ιανουαρίου 2015 την πρώτη ποιητική συλλογή του Πέτρου Σκυθιώτη “Συνθήκη Ισορροπίας” και το νέο βιβλίο του Θάνου Γώγου “Γλασκώβη” από τις εκδόσεις “Θράκα” στο καφέ Σούσουρο στις 19.00, πίσω από τον Άγιο Δημήτριο στο κέντρο της Ελασσόνας.

Πλαισιώνουν: Σωτήρης Παστάκας, Αντώνης Ψάλτης, Στάθης Ιντζές και Γιώργος Σαράτσης

Το κείμενο αφιερώνεται στα αγαπημένα μου αδέλφια και στη μονάκριβη ανιψιά μου που με την χαρούμενη αθωότητα της «νοτίζει» τις νύχτες στο Dortmund.  
«Το κτίριο τα δωμάτια οι χώροι υποδοχής δε λένε τίποτε όπως και τα παλιά σου ρούχα. Όμως, όλα μαζί αναπαλαιώνουν το ξενοδοχείο». (Γιάννης Βαρβέρης, ‘Αναπαλαίωση’).

Ο ποιητής Γιάννης Βαρβέρης(1955-2011) άφησε πίσω του το ‘χάσμα’ της ποίησης και της ποιητικής γραφής. Καίριος, ευθύς και υπαινικτικός όπου και όποτε χρειαζόταν, ανανέωσε την ελληνική ποιητική πράξη. Στην ποιητική του συλλογή ‘Βαθέος Γήρατος’, μεταφέρει και αποτυπώνει στο χαρτί μνήμες μίας ολάκερης ζωής, μνήμες και χρόνια που προσδιόρισαν τον ποιητή. Η ίδια η διάσταση του χρόνου αποτυπώνεται στην ποίηση του Γιάννη Βαρβέρη. Ο χρόνος που «σκεπάζει» το παρελθόν και «κυλάει αβίαστα» στο μέλλον. Το παρόν προσλαμβάνει την μορφή της «χειρουργικής» ποίησης και της γραφής. Η ποιητική εκφορά του Γιάννη Βαρβέρη αποκτά μία «κρίσιμη» και «κρισιακή» υπόσταση, ακριβώς διότι δύναται να διαβαστεί ως ποιοτικός «αντίλογος» στο ζοφερό παρόν.

«Μεγάλωσα μαζί σου με τα βαριά μαύρα τηλέφωνα σαν νέγρες καλλονές το ακουστικό σαν τα μαλλιά τους και το καντράν με δέκα ερωτογόνες ζώνες για τις διαθέσεις των δακτύλων. Περάσανε τα χρόνια ήρθαν στα πράγματα του ασύρματου ή του κινητού τα δίχως θέρμη πληκτρολόγια και σ’ άφησα στο σπίτι σου να ζεις και να τηλεφωνείς απ’ την παλιά σου συσκευή στον νέο δικό μου κόσμο. Μιλάμε πάλι όπως και πριν· όμως αυτό που μας ενώνει αυτό και μας χωρίζει».[1]

Η τεχνολογική διάσταση της νέας εποχής, της εποχής του καινούργιου και του σύγχρονου, αφήνει πίσω «τα βαριά μαύρα τηλέφωνα», με τα οποία έζησε, μεγάλωσε και εν πολλοίς ταυτίστηκε ο ποιητής. Η τεχνολογική «επιτάχυνση» φέρει εντός της μηχανές και πληκτρολόγια. Ο ποιητής ουσιαστικά καλεί την ζωή, την ζωή που «κυοφορεί» την μεγάλη αλλαγή. Η δική του ποιητική κίνηση είναι ένας τρόπος «συνομιλίας» με την ζωή και με τον χρόνο. Η ποίηση του «συνδιαλέγεται» με την μεγάλη τεχνολογική αλλαγή, μόνο που τώρα, αντί για την ανάσα και το βλέμμα του στο χαρτί, ο ποιητής αφήνει το «στίγμα» του πάνω στο πληκτρολόγια ενός υπολογιστή. Η ζωή του αλλάζει,  ο ίδιος αλλάζει, το αμφίσημο πρόσωπο με το συνομιλεί αλλάζει.

Και το πρόσωπο  μπορεί να είναι η μητέρα, η ερωμένη του φιλιού και του αγγίγματος, μπορεί να είναι ο καθένας από εμάς που βιώνει τις ριζικές μεταβολές  που φέρνει ο χρόνος. Κι η ποίηση «συλλαμβάνει» τον παλμό, τον «καυτό» παλμό της εποχής. «Μιλάμε πάλι όπως και πριν· όμως αυτό που μας ενώνει αυτό και μας χωρίζει». Και αυτό το χάσμα της μνήμης και μίας ολόκληρης εποχής, έρχεται να το καλύψει η ποίηση, η πάντα παρούσα και ανθοφορούσα, η ποίηση του Γιάννη Βαρβέρη. Η ποίηση του έρχεται να καλύψει τα κενά και τα «χαλάσματα» που «παράγει» η μετάβαση και η βίωση του χρόνου.

«Μου χάρισες μια ζωή και γλώσσα μία. Μόνος μου δόθηκα μετά σε γλώσσες ξένες άλλων, εξωτικών ανθρώπων. Σπούδασα ως και τα πιο  ακραία επιφωνήματα τους ώστε ν’ αναγνωρίζω την βαθύτερην οδύνη τους. Εφόσον όμως ζεις κανένας ούτε κι η φαντασία μπορεί να πει στα ελληνικά ποιο θα’ ναι της στιγμής εκείνης το επιφώνημα μου».[2]

Η μητρική γλώσσα ως «γέφυρα» και ως «ένωση» με άλλες γλώσσες και πολιτισμούς. Όμως, πριν και πάνω  απ’ όλα η γλώσσα αποκαλύπτει τα μυστικά και τα κάλλη της στον νεαρό που μεγαλώνει. Που μεγαλώνει για να γίνει μύστης και ποιητής της ερωτικής στιγμής. Ο ποιητής Γιάννης Βαρβέρης ανοίγεται και ανάγεται στο άπειρο των γλωσσών και των πολιτισμών, στο άπειρο της «ολότητας».  Δεν μαθαίνει και δεν χαρίζει «εύκολα» και απλά χαμόγελα σε άλλες γλώσσες, μόνο θα θέλει να βιώσει και να ενσαρκωθεί τον πόνο και το πάθος.

«Σπούδασα ως και τα πιο ακραία επιφωνήματα τους ώστε ν’ αναγνωρίζω την βαθύτερην οδύνη τους». Έγινε ένα με το άπειρο, με τον κόσμο μίας άλλης γλώσσας για να μπορεί να μετουσιώνει το ανθρώπινο δάκρυ σε ποίηση. Σε ποίηση που χαράσσει τα σύνορα της δικής του μητρικής γλώσσας. Σε ποίηση που «αναζητεί» την λέξη και το επιφώνημα, το παιδί και την γυναίκα, την μητέρα και την μνήμη. Ωσάν αιωνίως ερωτευμένος «δόθηκε» σε άλλους κόσμους και θάλασσες μόνο και μόνο για να μπορέσει να βρει την ποιητική λέξη στη γλώσσα του, μόνο και μόνο για να ξεκλειδώσει τα «μυστικά» της ζωής του.

«Πως ψάχνω κάθε λεπτομέρεια πως επενδύω αισθήματα σε γεγονότα κοινότατα του απωτάτου παρελθόντος της πως εξοργίζομαι πως συγκινούμαι με συμπεριφορές της τώρα βαθέος  γήρατος. Έτσι, καμιά φορά κατασκοπεύονται με πάθος απλές, ανάξιες λόγου και ιερές γυναίκες».[3] Το ποίημα ‘Βαθέος γήρατος Ι’ ανήκει στο μεγάλο γυναικείο χορό. Απευθύνεται στη μορφή και στο πρόσωπο της μητέρας, όμως δύναται να υπερβεί τον άμεσο περίγυρο και να «αγκαλιάσει» τις γυναικείες  μορφές που καθόρισαν  την ζωή του ποιητή.

Γυναίκες μικρές και μεγάλες, λυπημένες, και «απούσες» πλέον από την ζωή του, όχι όμως και από την ποίηση του. Με την ακρίβεια αρχαιολόγου, ο ποιητής τοποθετεί λέξεις και νοήματα, όνειρα και μνήμες στης γυναίκας την τελευταία πράξη. Που μπορεί να είναι ένα φιλί, ένα χάδι, ένας χωρισμός και ένας θάνατος. Με αυτόν τον τρόπο, με τον μοναδικό τρόπο της ποίησης συγκροτούνται οι μορφές των «απλών», των «ανάξιων λόγου» και των «ιερών» γυναικών, που εκκινούν από την μητέρα και φθάνουν μέχρι τα γυναικεία σημεία του έρωτα. Θαρρείς και το γυναικείο σύμπαν «χώρεσε» μέσα σε ένα μικρό ποίημα.

«Πάμε εκδρομή όπως άλλοτε. Θέλεις απ’ το δωμάτιο στ’ ορεινό σαλόνι ή μήπως προτιμάς στη λαοθάλασσα της βεράντας;».[4] Ο ποιητής τέμνει και ανατέμνει το παρελθόν. Ανακαλεί μνήμες της παιδικής του ηλικίας και τις μεταπλάθει σε «ενεργή» ποιητική εκφορά. Καλεί την μητέρα του και την παιδική του ζωή, τότε που «απ’ το δωμάτιο στ’ ορεινό σαλόνι» ή από την «λαοθάλασσα της βεράντας», «χάιδευε» τους «κυματισμούς» της ζωής.

Δωμάτιο ή μεγάλη βεράντα λοιπόν; Ένα ολόκληρο πλαίσιο ζωής «ξαναζωντανεύει». Η «λαοθάλασσα της «βεράντας» ανοίγεται στον μικρόκοσμο της γειτονιάς, σε όλη την πόλη και σε όλον τον κόσμο. Εκεί όπου η κάθε λέξη, το κάθε χαρούμενο γέλιο επικαλύπτει τις δραστηριότητες της γειτονιάς. Αντίθετα, το «δωμάτιο στ’ ορεινό σαλόνι», νοηματοδοτεί τις χαμηλόφωνες και εσωστρεφείς κουβέντες της ζωής και της στιγμής. Κι αυτό ακριβώς το ερώτημα-δίλημμα που νοηματοδοτεί και ορίζει την ζωή του, ο ποιητής το «χωρά» σε ένα ποίημα, σε ένα ποίημα που εξωτερικεύει στιγμές που συνθέτουν βήμα-βήμα, το παλίμψηστο της ζωής. Το δωμάτιο της μητρικής στοργής και αγάπης ή η βεράντα του κόσμου όλου;

Γιατί αυτός είναι ο Γιάννης Βαρβέρης. Ο ποιητής των υπόκωφων νοημάτων που τριγυρίζουν στις «γωνίες» της πόλης και εν τέλει καταλήγουν στη μορφή της ποίησης. Μίας ποίησης της πόλης και των ρυθμών της, της γειτονιάς και του «χωροχρόνου» της. Ως πλέριος ποιητής, ανασημασιοδοτεί την «αποστολή» της ποίησης, που είτε χαμηλόφωνη είτε έντονη, αποτελεί «σαρξ εκ της σαρκός» της ανθρώπινης ζωής και της «διάβασης» του κόσμου.



[1] Βλ.σχετικά, Βαρβέρης Γιάννης, ‘Τηλέφωνα’, Ποιητική Συλλογή ‘Βαθέος Γήρατος,’ 2η Έκδοση, Εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα, 2011, σελ. 16.
[2] Βλ.σχετικά, Βαρβέρης Γιάννης, ‘Επιφώνημα…ό.π, σελ. 14.
[3] Βλ.σχετικά, Βαρβέρης Γιάννης, ‘Βαθέος γήρατος Ι’…ό.π, σελ. 22.
[4] Βλ.σχετικά, Βαρβέρης Γιάννης, ‘Βουνό ή Θάλασσα…ό.π, σελ. 47.



Ήταν Σάββατο 21η Μαρτίου 2043 που αποκεφάλισαν τον ποιητή.
Ο αποκεφαλισμός είχε οριστεί για τις εννέα το πρωί. Μαζί με δύο φίλους πήγαμε στο σημείο της εκτέλεσης, στην πλατεία Κοτζιά, κάνα τέταρτο νωρίτερα.
Στη μέση της πλατείας από το προηγούμενο βράδυ είχε στηθεί το ικρίωμα, μια πρόχειρη, άβαφη κατασκευή ύψους δυόμισι μέτρων. Στην κορυφή του πλαισίου βρίσκονταν η λεπίδα· γυάλιζε κάτω από τον λαμπερό ήλιο.  
Ήταν Σαρακοστή. Πολύ σπάνια γίνονται εκτελέσεις τη Σαρακοστή. Όμως κρίθηκε σκόπιμο να τον εκτελέσουν για παραδειγματισμό.
Διακόσιοι οπλισμένοι στρατιώτες σε στάση ανάπαυσης έστεκαν περιμετρικά της λαιμητόμου.
Η ώρα πήγε δέκα και τίποτα δεν είχε συμβεί. Από στόμα σε στόμα διαδόθηκε η φήμη ότι ο ποιητής αρνούνταν να εξομολογηθεί, γι’ αυτό και η καθυστέρηση.
Ξαφνικά από τα μεγάφωνα ήχησαν τρομπέτες. Οι στρατιώτες στάθηκαν προσοχή και ο λίγος κόσμος πλησίασε περικυκλώνοντάς τους. Κάποιοι ιερείς περιέφεραν αργά και πένθιμα μια εικόνα του Εσταυρωμένου γύρω από το ικρίωμα.
Ο ποιητής εμφανίστηκε στην εξέδρα ξυπόλητος και με τα χέρια δεμένα. Ήταν γύρω στα είκοσι πέντε, με πρόσωπο χλωμό και καστανά μακριά μαλλιά.
Γονάτισε αμέσως κάτω από τη λεπίδα. Από κάτω υπήρχε ένα κουτί από χαρτόνι, μέσα στο οποίο κύλησε την επόμενη στιγμή το κεφάλι του.
Πετάχτηκε μπόλικο αίμα τριγύρω.
Μετά από λίγο ο δήμιος, κρατώντας το κεφάλι του ποιητή, έκανε το γύρο της εξέδρας δείχνοντάς το στο πλήθος. Όλοι μας παρακολουθούσαμε αμίλητοι. Έπειτα το κάρφωσε σ’ έναν όρθιο πάσσαλο στην μπροστινή πλευρά.
Κανένας δεν αισθάνθηκε το παραμικρό. Δεν υπήρξε καμιά έκφραση αηδίας, οίκτου ή λύπης.
Λίγο μετά απομάκρυναν το πτώμα, καθάρισαν τη λεπίδα και ξέστησαν το ικρίωμα.
Η παράσταση έλαβε τέλος.
Έστριψα ένα τσιγάρο.


       (βασίζεται στο Δημόσιος αποκεφαλισμός στη Ρώμη, του Charles Dickens,

από το Pictures from Italy, μετ. Γιάννης Παλαβός,
 Το Δέντρο, τχ. 197-198, Μάιος 2014)


Η Μαρία Κατσοπούλου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1984. Προηγούμενά της βιβλία είναι : "Τα ποιήματα της τρελής"(2009) και "Ποιήματα για τσακισμένες καρδιές και σαλεμένα μυαλά"(2012) από εκδόσεις Γαβριηλίδη .

Το τρίτο βιβλίο της Μαρίας Κατσοπούλου από τις εκδόσεις Βακχικόν "Anima" νομίζω πως είναι και το καλύτερο της.Με ώριμο ύφος και σοβαρές βάσεις πάνω πολλές φορές στις ίδιες θεματικές η ποιήτρια δημιουργεί μια διαφορετική αισθητική από την πλειοψηφία των νέων ποιητών σήμερα.΄Η οργή και η συναισθηματική αστάθεια που χαρακτήριζε τα προηγούμενα δύο βιβλία της δεν μπορεί να ήταν παρά μια προσπάθεια  εξερεύνησης μέσω της διεύρυνσης ορίων στην πρακτική της ζωής.

Τεχνικά από το πρώτο βιβλίο (Τα ποιήματα της τρελής 2009 , Γαβριηλίδης )και μετά αρχίζει να γράφει όλο και πιο αφαιρετικά. Στο ANIMA η γραφή της δεν κουράζει σε κανένα σημείο του βιβλίου

Θεωρώ πως στην τέχνη αρέσει στους ανθρώπους  να υπάρχει κάποιος που να μιλά για αυτούς, να μιλά την ίδια συναισθηματική γλώσσα.
Μα πολύ πιο όμορφο είναι όταν κάποιος έχει μπει ή βρίσκεται πάντα σε έναν διαφορετικό κόσμο  και οι αποδέκτες της τέχνης ανακαλύπτουν κομμάτια αυτού.

Ο κόσμος αυτού του βιβλίου έχει μέσα σίγουρα
Έρωτα Φύση Ζωή  Μυστικισμό Μαγεία




Μ./W.

Κανείς δεν ξέρει
μόνο εμείς

[εγώ κι εκείνη,
που ζούμε μέσα στο ίδιο soma]




KONX OM PAX

Περιστροφή ομφαλού στο σώμα της κλεψύδρας
Σφραγίδα τετελεσμένης σιωπής
Το φως μέσα στο Πνεύμα
Επεκτείνεται:
Ακτίνες άστρων φθάνουν
στους οφθαλμικούς κόγχους των θνητών:
Άκουε Όρα Σίγα
Επίστρεψε στην Παγκόσμια Ψυχή
"Φύγε, ξένε,ύπαγε!":
Η ολοκλήρωση της ιερής μυσταγωγίας



Το περιοδικό & οι εκδόσεις ΘΡΑΚΑ, σε συνεργασία με τον Δήμο Λαρισαίων, παρουσιάζουν την πρώτη ποιητική συλλογή του Πέτρου Σκυθώτη. Θα μιλήσουν οι ποιητές, Θάνος Γώγος, Γιώργος Σαράτσης και Αντώνης Ψάλτης.




Υπό την αιγίδα του Δήμου Λαρισαίων (αντιδημαρχία Πολιτισμού και επιστημών)

Kάθε δεκαπέντε μέρες η θράκα στο Μύλο:


29/11/2014 Παρουσίαση του περιοδικού Θράκα ( διπλό τεύχος 3-4)

13/12/2014 Η Μπάρα, των Χρύσα Αλεξίου-Σωτήρη Παστάκα, θεατρικό αναλόγιο με το 

Γιώργο Σαράτση


27/12/2014 Παρουσίαση της πρώτης ποιητικής συλλογής του Πέτρου Σκυθιώτη, "Συνθήκες 

ισορροπίας"

10/01/2015 Παρουσίαση του περιοδικού Οροπέδιο (τεύχος 14)


Γεωργία της σιωπής
στον Πάνο Σταθόγιαννη

1

Ένας μικρός καλλιεργητής
είμαι για σένα γη.
Δεν ξέρω τη σπορά
και τον καρπό.
Χάζευα όνειρα
όταν μου δείχνανε
να καλλιεργώ.

2

Κάθε στιγμή μελετώ
την γεωργία της σιωπής.
Την κάνω άγαλμα
και την παγώνω ολάκερη.
Ένα άγαλμα σιωπής
να το κάνω άπειρα κομμάτια.

Αυτή είναι η σπορά μου.



Πώς μαγειρεύεται ένα ποίημα

Ξεκινάμε το βράσιμο αν το πάμε για βραστό.
Ένα υπέροχο κοκκινιστό με λίγο αλάτι
κι από έρωτες μπλιαχ.
Κόκκαλο οπωσδήποτε.
Κατά προτίμηση τεθνεώτος
(όσο πιο έντονη η μυρωδιά τόση κανέλα,λουκούμι σε λέω).
Αν το πάμε για ψητό
προθέρμανση φούρνου.
Τον έχουμε καθαρίσει, εννοείται.
Στο εκτελεστικό απόσπασμα τα μικρόβια.
Πατάτες λίγες, ρίγανη μπόλικη.
Σαφώς χωριάτικη να το συνοδεύει.
SOS :
ο νεκρός εδώ σε  μεγαλύτερες διαστάσεις και
το άρωμα πιο έντονο.
Και στις δυο περιπτώσεις συνοδεύεται με κρασί λευκό ή κόκκινο
αναλόγως της προαίρεσης.
Μια καντάδα σε παρένθεση.
Μνήμη στο ζουμί της.

Καλή όρεξη.


poema

Απουσίας εξωραϊσμός

Λάγνες σκέψεις και τολμηρές βεβαιότητες
φαντασιώνεσαι τις αποδημητικές νύχτες.
Η ιστορία περιφέρεται στα καλντερίμια της αισχύνης
με  το ακρωτηριασμένο της χαμόγελο.
Στο ρηχό σου ύπνο ακροβατείς,
ενώ πάνω στα βλέφαρα σου πυγολαμπίδες ξενυχτούν.

Κι εσύ εξωραΐζεις την απουσία.
Τα ωραία λόγια να λέγονται σε άσχημες περιστάσεις.

Σε σένα απευθύνομαι που γελάς.
Η αίσθηση του χιούμορ δε σε εγκαταλείπει ποτέ.
Τι υπέροχος ο άνθρωπος!

Αλήθεια τι είναι η ποίηση;
Εξορκισμός των λέξεων, των σκέψεων, των εννοιών.
Ακόμα το αναζητώ.
Αν νομίζεις ότι εξιλεώνεσαι γράφοντας πέντε αράδες
πλανάσαι πλάνην οικτράν.

Άκου τη φωνή μου στους γαλαξίες.
Το σύμπαν με ηχογραφεί.



ΕΙΣΑΙ,ΤΩΡΑ,ΕΙΣΑΙ

Είσαι, τώρα είσαι, νοσταλγία του παρελθόντος,
απουσία της απουσίας, λήθη της λήθης.
Σε ψάχνω σε άλλα πρόσωπα·είσαι, τώρα είσαι,
εκείνο που δεν είσαι.

Πρέπει κάποια μέρα να σε βρω; Δεν υπάρχει αύριο.
Μόνο τούτ’ η νύχτα, με το βάρος
της συνέχειας.

Είμαστε παγιδευμένοι. Η αιωνιότητα εξαντλείται.
Το βέλος του χρόνου κυρτώνεται και περιστρέφεται.
Είσαι, τώρα είσαι, ένα με το τίποτα.


ERES, AHORA, ERES

Eres, ahora eres, nostalgia de lo ido,
ausencia de la ausencia, olvido del olvido.
Te busco en otros seres: eres, ahora eres,
aquello que no eres.

¿Te he de encontrar un día? No hay día por delante.
Sólo esta noche, con el agravante
de la continuidad en la pregunta.

Estamos atrapados. La eternidad se agota.
La recta infinitud está doblada y rota.
Eres, ahora eres, toda la nada junta.




Η σπηλιά 

Μέσα στη σπηλιά μου νιώθω καλά.
Εκεί μέσα όλα είναι δυνατά.
Άρχων πιο ισχυρός
από αυτό το μοναχικό το ον δεν υπάρχει.

Το μόνο εμπόδιο,
η αίσθησις αυτή η βεβαία
ότι κάτι το σημαντικό
συμβαίνει κάπου σε κάποιο άλλο μέρος.


La caverna

En mi caverna se está bien.
Y allí todo es posible.
No hay rey más poderoso
que este ser solitario.


El único inconveniente
es cierta sensación
de que algo esencial
ocurre en otra parte.



Το χαράκωμα του Ρήνου

Εγώ, ο Μάρτιν 
Χάιντεγκερ, ο φιλόσοφος
που στοχάστηκε το Αστόχαστο
και ανήγγειλε το θάνατο τού Όντος*
εξαιτίας της επιστήμης και της λήθης,
ανακηρύχθηκα από τους ομοίους μου
"κατ' εξοχήν αχρείαστο άτομο"
και στάλθηκα να σκάψω το χαράκωμα
κατά μήκος του Ρήνου.

Κάτω από τα πόδια μου απλώνεται η σεβάσμια γη.
Πέφτει το μπλε λυκόφως του Γκέοργκ Τρακλ. Κρυώνω.
Και στο διπλανό δάσος ηχεί ξανά, σκοτεινό,
το γέλιο του ηλίθιου που παρακολουθούσε τις διαλέξεις μου.
    
1980

*Από την μελέτη του "Είναι και χρόνος"(το σημαντικότερο βιβλίο του Γερμανού φιλοσόφου) προκύπτει η γνώση πως η ζωή είναι περιορισμένη με μόνη τη βεβαιότητα του θανάτου και πως ο σύγχρονος άνθρωπος καλείται να ζήσει πλέον σε έναν κόσμο που καθορίζεται από τις αποφάσεις του καθενός ξεχωριστά, δίχως την προστασία του Θεού που σε παλιότερες εποχές εθεωρείτο δεδομένη.



La trinchera del Rin

Yo, Martin
Heidegger, el filosofo
que penso lo Impensable
y que anuncio la perdida del Ser
en razon de la ciencia y del olvido,
fui declarado por mis pares
"persona totalmente prescindible"
y enviado a cavar esta trinchera
a lo largo del Rin.

Bajo mis pies se ahonda la tierra venerable.
Cae el azul crepusculo de Georg Trakl. Tengo frio.
Y en el bosque cercano suena otra vez, oscura,
la risa del idiota que asistia a mis clases.

1980


Επιδημία

Στην καρδιά του
ο ανδριάντας της καρδιάς του
(νεοχριστιανικής τεχνοτροπίας)
επιδεικνύει
ως νέος Μωυσής τις περιβόητες
seven habits of highly effective people
(με λήμμα στη wikipedia βεβαίως)

κορδώνεται αυτός –συμμορφωμένος πάντα–
κορδώνεται η πέτρα
φουσκώνει ο ανδριάντας
εξαπλώνεται
στο στόμα, στα χέρια, στο συκώτι (πάρ’ τα αετέ του Δία),
κατισχύει της παραδοχής του αίματος που κάποια λέξη αγάπη
τόλμησε
διαβαίνει από τα μάτια
ένδον στο κεφάλι – προπάντων εκεί,
άνθος ο ανδριάντας στο κεφάλι–
κορδώνεται
εξαπλώνεται

(πού σπαραγμός
μέσα στον ανδριάντα του που λατρεύει;)

κορδώνεται η πέτρα
εξαπλώνεται: πλέον
στα παρολίγο αγγιγμένα του
σε κάποιον παρολίγο διαχυμένο εαυτό που κάποια λέξη αγάπη
με αίμα θα τολμούσε…

μα εξαπλώνεται

Ηπειρώτικο (με τον τρόπο του Χάιντεγκερ)

Αν γιάννη
γιάννη τσομπάνη
ομοιόσταση ο άνθρωπος ήταν – ναι, ομοιόσταση
καθώς ο αμέτοχος
μηχανισμός
με δύο ή τρία μέτρα λαμπάδα αναλόγως την πίστη

αν, λέω, γιάννη
γιάννη τσομπάνη
της Πίνδου αλάνι
γεροντοπαλίκαρο,
αν, λέω, ομοιόσταση ήταν

πώς Πίνδος θα ήσουν
και κρασί
χείμαρρος και κορυφή
της τζιτζίκειας έκφρασης της αγάπης
εκτροπή
και χρόνος επερχομένων
σωθικών σου παραδομένων

μέσα στην Πίνδο τώρα στα λευκά
χωρίς εκεί την παγωνιά
στα σκέλια μέσα της τρελής
που ανέβα φωνάζει
η διάνοιξη κράζει
να εκραγεί

κι έτσι πιο μέσα
-άτιμη πριγκιπέσσα-
Πίνδος μαζί
τί μηχανή
ομοιόσταση και κουλτούρα;
το σώμα κουλούρα
χιονοστιβάδα φρικτή
στων οχυρωμένων υνί
συνείναι η ψυχή
όλα τα’ ανοίγει

και θάνατο μαζί

μέσα στην Πίνδο τώρα στα λευκά
πάλι χωρίς … μιαν άλλη παγωνιά
ζεστή, μες στην αγάπη μέσα
-άτιμη πριγκιπέσσα-
πουκάμισο μαύρο στήθος λευκό
κιβούρι σαλό
που ανέβα φωνάζει
η διάνοιξη κράζει
να εκραγεί
πάρ’ τη φλογέρα
σούρα το πέρα
πήγαινε εκεί
Πίνδος μαζί
αχολογάει η πνοή
νεκρή ζωντανή

χαρμολύπη κι αυτή!

τί μηχανή;
γιάννη τσομπάνη
της Πίνδου Μελάνη
πώς να σε πιάσω
ομοιοκατάληκτα να πετάξω
δίχως κατάληξη απ’ το κέντρο μου πέρα
απ’ εδώ, απ’ της παγωνιάς τη φοβέρα
και Πίνδος να γίνω
και κρασί…
μα αλί
με μελάνη καυτή
όχι εκεί,

έστω·
τί μηχανή

ομοιόσταση και κουλτούρα;



            Η Schisandra chinensis ή επί το ελληνικώτερον Σχιζάνδρα η κινεζική, είναι ένα από τα φυτά υπερτροφές όχι τόσο γνωστό μέχρι στιγμής στο ευρύτερο κοινό, αλλά αναντικατάστατο πανάρχαιο βοήθημα στην κινεζική εναλλακτική ιατρική. Οι μικροί κατακόκκινοι καρποί της ωριμάζουν σε τσαμπί. Η γεύση τους έχει ένα μείγμα από ξινό, γλυκό, αλμυρό, καυτό, και πικρό ταυτόχρονα.
Αυτή ήταν και η πρώτη αίσθηση που με κυρίεψε σαν έκλεισα το οπισθόφυλλο του «Σκοτωμένου Νερού» ολοκληρώνοντας την ανάγνωση. Ένα τσαμπί διηγήματα με τις πέντε γεύσεις ατάκτως και με άνισες δόσεις αναμεμειγμένες, και μια επίγευση από ανατριχιασμένη απώλεια.  Η πρώτη σκέψη, η πρώτη όσφρηση, η πρώτη φαντασίωση. Άλλωστε αυτό το πρώτο συναίσθημα συνήθως έχει και την μεγαλύτερη σημασία. Το δεύτερο, το τρίτο μετά, αφορούνε πλέον την  διύλιση, την απομυθοποίηση και την διαλογή των κειμένων και κατά πως ο καθένας θα τα φορέσει μέσα του ή έξω του, ή και ενδεχομένως να τα απορρίψει.
Καθαρή γραφή, ισορροπημένη, χωρίς εικοτολογίες και περιττές λογοτεχνικές ακροβασίες, οδηγεί την εκάστοτε υποκειμενική  ερμηνεία του αναγνώστη μέσα σε μια ταλάντωση μεταξύ περιγραφικής καθημερινότητας και εξασθενημένου πλην τίμιου και χωρίς διάθεση ειρωνείας σαρκασμού, ο οποίος ενίοτε μετατρέπεται σε υφέρποντα αυτοσαρκασμό, σε μια προσπάθεια αντιμετώπισης μιας εσωτερικής διαχείρισης της συγγραφέως, κυρίως από την σκοπιά του αποστασιοποιημένου παρατηρητή.
Οι γραμμένες εικόνες της, δίνουν μια αίσθηση ασπρόμαυρων φωτογραφιών επιχρωματισμένων όμως με τον παλιό εκείνο τρόπο του χεριού, και της τετραχρωμίας, που δεν μπορούν να κρύψουν ούτε να απαλύνουν τα βλέμματα των φωτογραφημένων. Εκείνα τα τρομερά, άψυχα και αδιάφορα βλέμματα που πάντα κοιτάνε κάτι πίσω σου. Μακρυά. Και κάθε φορά που τελείωνα ένα διήγημα, φρόντιζα, πριν ανάψω το επόμενο, να κοιτάξω γύρω μου να δω αν κανείς, και από που στο διάολο με  κοιτούσε.
Ο ποιητής Βασίλης Σιουζούλης στην κριτική του στην εφημερίδα «Ελευθερία» της Λάρισας αναφέρει μεταξύ άλλων ιδιαίτερα σημαντικών, πως το βιβλίο είναι «Γνήσια ερωτικό, γυναικείο, πέρα, πέρα, αληθινό. Περπατάει χωρίς φερετζέ. Σεμνό όχι σεμνότυφο». Εγώ σήμερα εν μέρει θα τοποθετηθώ διαφορετικά. Δεν είναι ακριβώς γυναικείο. Είναι ανθρώπινο! Είναι πολύ πολύ μακρυά από εκείνη την γνωστή και απόλυτα ανιχνεύσιμη γυναικεία πένα, η οποία δεκαετίες τώρα ομφαλοσκοπεί γύρω από υπερτονισμένες συναισθηματικές και μόνο εσωστρέφειες, αναπαράγοντας, σχεδόν φωτοαντιγράφοντας, την ίδια κλισέ θεματολογία. Αλλά ούτε και τόσο ερωτικό κατά την δική μου πρώτη προσέγγιση. Όχι τουλάχιστον με την πρώτη αίσθηση που νοιώθουμε σήμερα όταν ακούμε την λέξη ερωτικό. Εδώ ο έρωτας είναι ξεβράκωτος και παίζει με τις λάσπες έξω σε μια αλάνα. Όποιος τολμάει ας τον πάρει στα χέρια του να τον πλύνει.
Η Ελένη Αναστασοπούλου, έχει ένα «αντράκι» μέσα της κάτι που τουλάχιστον προσέλαβα από τις αναγνώσεις μου. Γενικά ο λόγος της, όπως λέμε στην αργκό, «δεν μασάει…». Απουσιάζουν παντελώς, και ευτυχώς δηλαδή, οι χαριτωμενιές, οι γλυκανάλατες κραυγούλες και οι ρομαντικές λιγοθυμίες. Ακολουθεί υποδειγματικά  ένα στιβαρό μοντέλο διήγησης με εκφορά λόγου απόλυτα κατανοητή. Αποδέχεται τον χωροχρονικό τροχό στο κύλισμά του και παράγει ή αναπαράγει τους χαρακτήρες της με πραότητα, τίμια προσέγγιση, καθαρές γραμμές, χωρίς οίκτους, μεμψιμοιρίες και ανάλογες χαζοηθικές αηδίες, προκειμένου να προκαλέσει την συναισθηματική αφύπνιση του αναγνώστη. Η πλοκή, η ροή και οι χαρακτήρες αρκούν. Τους υπηρετεί μέσα από ένα κείμενο από το οποίο απουσιάζουν οι ακμές, ρέει αβίαστα, κελαρύζει σχεδόν εξαχνωμένο, όπως ο χείμαρρος  Σκοτωμένο Νερό στο Βόιο, χωρίς την παραμικρή λυρική διάθεση. Παρόλα αυτά είναι εξόχως κοφτερό αλλά και απροσδόκητα «μη φονικό». Από τα πρόσωπά της κλέβει στιγμές της ζωής τους, τις κορνιζάρει σε μεταλλικές κορνίζες και τις καρφώνει με δυνατά χτυπήματα, μεθοδικά, τελεσίδικα, πάνω σε έναν τοίχο πυκνής, τρομώδους ηθικής, η οποία συστηματικά υπονομεύει την ζωή τους.
Ο Μίμης, ο/η Πάτσιαβους, ο Σωτήρης ο Σάλιαγκας, η Αργυρώ, ο Λάκης ή ο επί το θρησκευτικώτερο Ιεροκλής, η πόρνη, η Μυρτώ, ο Σταμάτης που έγινε Στράτος, κλπ, χαρακτήρες μονολιθικοί, σιωπηλοί, περήφανοι, αξιοπρεπέστατοι, υπαρκτοί. Χαρακτήρες που όλοι μας κάποτε προσπεράσαμε αδιάφορα στην αποστειρωμένη καθημερινότητά μας έστω και μια φορά στην ζωή μας. Δεν προκαλούν λύπηση, συναισθήματα καρτερίας και συμπαράστασης. Δεν είναι καημένοι, δεν είναι αναξιοπαθούντες, δεν είναι θλιβεροί. Μοιάζουν σκιές σαρκωμένες. Σκιές που αγγίζονται, αν αυτό ποτέ μπορούσε να είναι δυνατόν, που ψηλαφίζονται, που συμπεριφέρονται. Σκιές αποκομμένες από τον σκιορίχτη τους. Ταξιδιάρες στα παράλληλα υφέρποντα συμβάντα των διηγηματικών  μικρόκοσμων της Ελένης. Τις αισθάνεσαι να διασχίζουν τους δρόμους με τα αυτοκίνητα  να περνούν μέσα τους. Σκιές που διαπερνούν ανενόχλητες τοίχους, αντικείμενα, αναμνήσεις. Ένα ολόκληρο λυκοφωτισμένο ιδιόχρονο και άχρονο παράλληλο σύμπαν, ουδέτερο, φωτογραφικό, μονοδιάστατο μα και παράδοξα παλλόμενο και πότε σφριγηλό. Μια ολόκληρη μετανάστευση ψυχών σε έναν αέναο, ατέρμονο βηματισμό, σχεδόν τελετουργικό. Μια μετανάστευση χωρίς κλισέ συναισθήματα, χωρίς ανόητες και φλύαρες λογοτεχίζουσες κορώνες, χωρίς αποχαιρετιστήρια μαντήλια να ανεμίζουν λυγμούς και δάκρυα. Οι διάσπαρτοι αφορισμοί σε καμία περίπτωση δεν προβάλλονται με την ξιπασιά μιας σύγχρονης δοκησίσοφης αμετροεπούς φιλοσόφου, αλλά με εκείνο τον τρόπο που τον βλέπεις γρατσουνισμένο στους τοίχους και στα παγκάκια προκειμένου να διαπιστώσει το νομοτελειακό των δικών της ορίων.
Η συγγραφική της είναι εξόχως εικονιστική, με σιωπηλές κραυγές, οι οποίες είναι συνήθως και οι πιο εκκωφαντικές. Αν θα μπορούσαν να περιγραφούν θα ήταν όπως εκείνη η στιγμή όταν κλείνουμε τα αυτιά μας και μιλάμε μέσα μας, σε έναν εαυτό δικαστή που μας κοιτάζει ψυχρά από απέναντι. Ακίνητος! Αυτό συναινεί και στην εν μέρει κινηματογραφική γραφή αφού η Ελένη μοιάζει κλεισμένη  στο δωμάτιο του μοντάζ μοντάροντας με σπουδή σπαράγματα παλαιών φιλμ και βιντεοκασετών για να φτάσει στο μικροαστικό, ημι-επαρχιακό μα και αβάσταχτα τρυφερό, ήσυχο και ανθρώπινο φινάλε.
Και μετά, με τον καφέ στο χέρι, σου λέει: «εγώ αυτό έφτιαξα….. Και έτσι είναι για εμένα. Δεν αλλάζει. Τώρα πάρε το εσύ και κάνε το δικό σου. Αν τολμάς. Η αν δεν το θέλεις πέτα το. Για μένα, πάλι έτσι θα είναι».


ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA