Η Άννα Γρίβα γράφει στο fractal για τον "Άνθρωπο τανκ" (Θράκα, 2017) του Γιώργου Λίλλη

Ένα ανέκδοτο διήγημα του Κωνσταντίνου Γαλάνη

Απόσπασμα από το υπό έκδοση πεζογράφημα του Πέτρου Μπιρμπίλη, από τις εκδόσεις Θράκα (Κυκλοφορεί στις 16 του Οκτώβρη)

Ένα ανέκδοτο ποίημα της Μαρίας Θ. Αρχιμανδρίτη

Ο Κώστας Κουτρουμπάκης γράφει για τον "Κούκο" (Θράκα, 2016) της Πελαγίας Φυτοπούλου

ΟΙ ΣΤΙΧΟΙ

Γράφονται ακόμη.
Τους σκέφτεσαι καθώς υποκρίνεσαι
στα ανυπόμονα μάτια που σου εύχονται
το τελευταίο βράδυ του έτους.
Γράφονται μόνον σε αρνητικό
μέσα στο μαύρο των χρόνων
όπως αποπληρώνεις ένα ενοχλητικό χρέος
που ήταν παλιό, ετών.
Όχι δεν είναι πια η ευχάριστη η άσκηση.
Γελούν μερικοί: εσύ έγραφες για την Τέχνη.
Ούτε εγώ το ήθελα που ήθελα πολύ ανώτερα.
Γράφεις στίχους για να αδειάσεις ένα φορτίο
και να περάσεις στο επόμενο. Αλλά υπάρχει
πάντα ένα παραπανίσιο βάρος, δεν αρκεί ποτέ
ένας κάποιος στίχος
αν αύριο τον ξεχνάς ακόμη κι εσύ ο ίδιος.


ΠΟΙΗΤΗΣ ΣΤΑ ΜΑΥΡΑ

Μαύρη ζώνη μποτάκια μαύρα
μαύρο και το μαλακό μπερεδάκι
όλος στη μαύρη του πανοπλία μέσα
στέκεται στη μπάρα υψώνοντας
ένα πανό με την επιγραφή: Ich bin
stolz ein Dichter zu sein
μόλις κουνώντας τα χείλη.
Είμαι υπερήφανος που είμαι ποιητής.
Γιατί τόση μαυρίλα;
τον ρωτάω με το βλέμμα.
Ντύνομαι το δικό σας πένθος
πίσω από μαύρα γυαλιά
με το βλέμμα μού αποκρίνεται


ΠΟΙΗΤΕΣ ΣΤΗΝ ΟΔΟ ΜΠΡΕΡΑ: ΔΥΟ ΕΠΟΧΕΣ

Χρειάζεται ένας αιώνας περίπου
-φλεγόταν ο Ουνγκαρέτι στην είσοδο
της Γκαλερί Απολινέρ-
χρειάζεται όλος ο κόπος όλο το κακό
όλο το σάπιο αίμα
όλο το αγνό αίμα
ενός ολόκληρου αιώνα για να φτιαχτεί ένας…
(Στο μεταξύ
στο απέναντι πεζοδρόμιο
δυο-δυο πιασμένοι αγκαζέ
δυο-δυο μισώντας αλλήλους
μέσα από γουργουρητά αμοιβαίας αγάπης

έξι παρέλασαν. Έξι).


Είχα να φάω μέρες. Έπαιρνα τα φάρμακά μου μαζί με πέντε βότκες πορτοκαλάδα. Αν κοιμόμουν μόνος το ασυνείδητο μού πρόσφερε εφιάλτες εφάμιλλους με τα θρίλερ που πραγματικά απολαμβάνει ο κόσμος. Δεν κοιμόμουν μετά μόνος. Οι μέρες περνούσαν, οι κοπέλες διαδεχόταν η μία την άλλη. Μισή μέρα γεννημένος για την αγάπη και την καταστροφή,μισή ένα σκουπίδι ανίκανο να κρατήσει ό,τι αγαπά.

Το σιχαμένο αυτό συναισθηματικό βαμπίρ πρέπει να αποτοξινωθεί, σκέφτηκα. Να γίνει αυτοδύναμο, πριν τα τινάξει. Πήρα τηλέφωνο την θεραπεύτριά μου. Νομίζω, της είπα πως ήμουν πολύ άχρηστος για να συνέχιζα να είμαι έτσι έξω στην κοινωνία. Ίσως χρειάζόμουν κάπου να ξεκουραστώ, να μην υπάρχουν όλα αυτά τα ερεθίσματα. Να διαβάζω, να γράφω, να παίρνω τα φάρμακά μου χωρίς αλκοόλ, να βλέπω κάτι ηλίθιο στη τηλεόραση και να κοιμάμαι.

«Είσαι σίγουρος;», με ρώτησε. Της έγνεψα καταφατικά. «Θα έρθεις από την κλινική και θα αποφασίσεις», είπε.

Μπήκα στο διαδίκτυο, αναζητώντας πληροφορίες για την κλινική που θα με φιλοξενούσε . Από έξω το όμορφο πράσινο με ανθρώπους να βολτάρουν σε αυτό μου δημιούργησε ηρεμία. Έφτασα στην κατηγορία «τι θεραπεύουμε». Είδα σχιζοφρένεια, ψυχώσεις και από κάτω συναισθηματικές διαταραχές: κατάθλιψη, αγχώδεις διαταραχές, διπολική και οριακή διαταραχή. Ωραία, σκέφτηκα. Υπήρχε καφετέρια, αίθουσες αναψυχής, ένα ζεστό περιβάλλον με έμφαση στην ατομικότητα που φροντίζει για την ομαλή επανένταξη του ασθενούς στη κοινωνία.

Έψαξα και την άλλη ιδιωτική κλινική της περιοχής μου. Ακόμα πιο ωραίες εικόνες. Όμορφα δωμάτια, κιόσκια, χρώματα και πράσινο. Πήρα τηλέφωνο ένα φίλο. Του είπα τι μου συμβαίνει και πως πρέπει να αποτοξινωθώ και να ηρεμήσω. Να επιστρέψω δυνατός. Πήγα και από το ΙΚΑ. Απέκτησα βιβλιάριο υγείας. Βρισκόμουν ένα βήμα πριν την ξεκούραση.

Το επόμενο πρωί επισκέφτηκα την κλινική. Η θεραπεύτριά μου με περίμενε στο γραφείο της, στην ψυχιατρική πτέρυγα. Η πόρτα που οδηγούσε στην πτέρυγα κλειδωμένη. Ξαφνικά, άνοιξε μια νοσοκόμα και μου ‘πε να περάσω. Έκανα μια βόλτα προτού προσεγγίσω το γραφείο της. Εκεί οι ασθενείς δεν ζωγράφιζαν στις αίθουσες αναψυχής. Οι περισσότεροι στα κρεβάτια, ούρλιαζαν ή πλατάγιζαν τη γλώσσα τους. Άλλοι περπατούσαν αγχωτικά στον ίδιο εμμονικό ρυθμό. Ο μικρός διάδρομος όπου δεν περνούσε παρά ελάχιστο φως θα πρέπει να ήταν η δικιά τους λεωφόρος.

Επέστρεψα στην αρχή της πτέρυγας όπου βρισκόταν το γραφείο της θεραπεύτριάς μου. Με κέρασε καφέ. Έξω η ομίχλη με το απάτητο πράσινο μου θύμισε κάποια φυλακή του Βορρά. Θα υπήρχε προαυλισμός, δεν θα υπήρχε… Ποιος ξέρει ; «Εσένα δεν θα σε έχουμε εδώ», μου είπε. Θα σου κλείσω ένα μονόκλινο επάνω, όπως και μια κοπέλα που είχαμε εδώ με κατάθλιψη». «Δεν θα έπρεπε να υπάρχει μια πτέρυγα για τις συναισθηματικές διαταραχές;», ρώτησα. «Άνθρωποι σαν και εσάς έρχονται για δυο τρεις βδομάδες και φεύγουν, δεν μπορούν να συντηρήσουν την κλινική. Αν έχουν και ψυχωσικά ξεσπάσματα τους βάζουμε εδώ, αλλιώς πάνω». «Πάνω τί άνθρωποι υπάρχουν;», ρωτάω. «Γέροι με άνοια και αυτή τη στιγμή εσύ αν αποφασίσεις να μείνεις», μου λέει. 

Καθώς ανέβαινα τις σκάλες σκέφτηκα πως εδώ τουλάχιστον δεν τους έχουν κλειδωμένους. Πάνω δεν υπήρχαν άνθρωποι στους διαδρόμους. Οι πόρτες από τα δωμάτια ανοιχτές. Γριές και γέροι στοιβαγμένοι ανά τετράδες σε κάθε δωμάτιο να περιμένουν τον θάνατο στα νοσοκομειακά κρεβάτια. Ανάμεσά τους το δωμάτιο 262. Η σουίτα του ορόφου. Το μόνο μονόκλινο. Το δικό μου. Μπήκα για ένα λεπτό μέσα. Είδα το νοσοκομειακό κρεβάτι με τα σίδερα στο πλάι. Βγήκα.

Πήρα τηλέφωνο στην άλλη κλινική που ισχυριζόταν πως δέχεται ανθρώπους με συναισθηματικές διαταραχές. Μίλησα με μια ψυχίατρο. Της ξεκαθάρισα πως δεν είμαι ψυχωτικός αλλά οριακός . Πως έχω κάνει κακό στον εαυτό μου και απλά θέλω να ηρεμήσω κάπου.Επίσης πως δεν επιθυμώ να είμαι στοιβαγμένος σε ένα δωμάτιο με ανθρώπους που ουρλιάζουν μέρα νύχτα. «Έχετε κάποια πτέρυγα για συναισθηματικές διαταραχές ή για διαταραχές προσωπικότητας; Λέτε πως θεραπεύετε ανθρώπους με αυτά τα χαρακτηριστικά», συνέχισα. «Όχι», μου απάντησε. «Εδώ είμαστε ψυχιατρική κλινική».

Βγήκα έξω από την κλινική, στον καθαρό αέρα. Μου ήρθαν στο μυαλό παιδιά που γνώριζα, παιδιά που εμφάνισαν ψύχωση και τους έκλεισαν τελικά σε κλινικές. Θυμάμαι τον φόβο τους μήπως ξαναγυρίσουν εκεί, την θλίψη που έσερναν μαζί τους…

Ήμουν ήδη σίγουρος πως η νοσηρότητα δεν βρίσκεται εντός των τειχών. Μάλλον, δεν αρχίζει από εκεί. Οι κλινικές είναι όντως αποθήκες ψυχών. Για χρόνια τις συντηρούν οι ίδιοι άνθρωποι. Πόσο, λοιπόν, θα πληρώσει κανείς για να ξεφορτωθεί τον άνθρωπό του που υποφέρει; Εκεί κρύβεται η ουσία…



Οι εκδόσεις των φίλων 


ΑΣΠΡΟΒΑΛΤΑ ΓΚΡΙΖΟΥ ΝΟΕΜΒΡΗ

Όσο πυκνά και να χιονίζει
πάνω στη θάλασσα, εκείνη
μουντή απ' έξω κι ως βαθαίνει σκοτεινή
ποτέ της δεν ασπρίζει.

Κι ούτ' ένα δέντρο μεσοπέλαγα
σαν τίτλος-έστω-ποιήματος, ωσάν παρατυπία
έτσι που την πεζή ζωή μου να ξεγέλαγα
με μιαν ακόμη εξαίσια ουτοπία.


επέμεινα να γνωρίσω
με κάθε ασήμαντη λεπτομέρεια
τον τσαλακωμένο χάρτη
του γενεαλογικού μου δένδρου
από την όψη που με βία
μετράει η μνήμη μου
εκατοστό του εκατοστού
με αναπάντητες απορίες
από λευκό χαρτόνι, πικρούς καφέδες
και φυλλαράκια ημερολογίου τοίχου
όπως λέμε ψωμί και νερό
ή όταν ρωτάμε : «με αγαπάς;»
και «τι καιρό θα κάνει;»

δοκίμασα να κόψω με τα δόντια μου
το ομφάλιο λώρο που με δένει
φυλακισμένο ισόβια
στο τετράγωνο που σχηματίζεται
ανάμεσα στη πλατεία Εξαρχείων
και τη Λεωφόρο Αλεξάνδρας
ανάμεσα σε ένα δάκρυ κορόμηλο
ένα σουπερμάρκετ
κι ένα φαρμακείο
για ώρα ανάγκης

λογάριαζα κάποτε
να δραπετεύσω από εδώ
κρυμμένος σε ένα ποίημα
ή σε ένα σύννεφο
ή σε μια θάλασσα θολή
κι αγριεμένη

δεν με άφησαν όμως
τα στοιχεία της φύσης
να πετάξω μακριά
στους σπαρμένους κάμπους
και τα στερεμένα ποτάμια
της Θηβαϊκής μου καταγωγής
τα όνειρά τα έκανα άγκυρες
να με ντύνουν και να με στολίζουν
πότε Οιδίποδα βασιλιά και αρχηγό
κι άλλοτε τυφλό
και ικέτη



ΞΕΠΟΥΛΗΜΑ

Για πούλημα αυτό που οι Εβραίοι δεν έχουν πουλήσει, αυτό που ούτε η αρετή ούτε
το έγκλημα το έχουν δοκιμάσει, αυτό που το αγνοούν ο καταραμένος έρωτας και η
σατανική αγαθότητα των μαζών, αυτό που ούτε ο χρόνος ούτε η επιστήμη το έχουν
αναγνωρίσει.

Οι φωνές που ξαναϊδρύονται, η αδελφική έγερση όλων των ενεργειών χορικών
και ορχηστρικών και οι ακαριαίες τους εφαρμογές, η ευκαιρία, μοναδική, να
ελευθερώσουμε τις αισθήσεις μας !

Για πούλημα τα κορμιά χωρίς τιμή, απ’ όλες τι ράτσες, απ’ όλο τον κόσμο, από κάθε
φύλο, από κάθε καταγωγή ! Τα πλούτη αναβλύζουν σε κάθε βάδισμα ! Ξεπούλημα των
διαμαντιών χωρίς εξέταση !

Για πούλημα η αναρχία για τις μάζες, η ακατάβλητη ευχαρίστηση για τους ανώτερους
ερασιτέχνες, ο αποτρόπαιος θάνατος για τους πιστούς και για τους εραστές !
Για πούλημα οι κατοικίες και οι μεταναστεύσεις, σπορ, μαγείες και άριστες ανέσεις, και
ο θόρυβος, η κίνηση και το μέλλον που φτιάχνουν !

Για πούλημα οι εφαρμογές των υπολογισμών και τα πρωτοφανή άλματα της αρμονίας.
Τα ευρήματα και οι φιλύποπτες εκφράσεις., άμεση παράδοση.

Εξόρμηση παράλογη κι απέραντη στις αφανείς λαμπρότητες, στις ανεπαίσθητες
τέρψεις,- και τα παλαβά της μυστικά για κάθε βίτσιο- και η τρομαχτική της ευθυμία
για το πλήθος.

Για πούλημα τα Κορμιά, οι φωνές, ο απέραντος ασυζήτητος πλούτος, αυτό που ποτέ δε
θα πουλήσουμε. Οι πωλητές δεν έχουν τελειώσει ακόμα το ξεπούλημα !  Οι ταξιδιώτες δε χρειάζεται να δώσουν την παραγγελία τους νωρίς .



Το βράδυ της Παρασκευής βρέθηκα καλεσμένος σε ένα  τραπέζι φίλων. Απέναντί μου ακριβώς έτυχε να καθίσουν δυο καθηγητές γυμναστικής, που τα απογεύματα συμπληρώνουν τα εισοδήματά τους κάνοντας τους προπονητές: ο ένας στην ενόργανη κι ο άλλος στο στίβο. Όταν με ρώτησαν με τη σειρά τους τις δικές μου ασχολίες και τους ανέφερα τη λογοτεχνία, δήλωσαν αμήχανα πως και οι δύο δεν έχουν διαβάσει βιβλίο στη ζωή τους. Ο ένας εκ των δύο μου εξομολογήθηκε πως διαβάζει μόνον μια αθλητική εφημερίδα μια φορά την εβδομάδα, ο άλλος δεν διαβάζει ούτε αθλητικό τύπο. Με υπερηφάνεια  και οι δύο μου δήλωσαν πως ένας τρίτος συνάδελφός τους άρχισε να διαβάζει λογοτεχνία μόλις βγήκε στη σύνταξη, κι επειδή ήταν στα πρόθυρα της συνταξιοδοτήσεως και οι δύο, μου το εξομολογήθηκαν λες και δεν ήμασταν στο περιφερειακό ταβερνείο μετά λαϊκής κομπανίας, αλλά επί του φοβερού βήματος.

Άγνωστος πάντα ο χρόνος που θα συναντήσουμε τη λογοτεχνία. Κι ένας στίβος το λογοτεχνικό άθλημα. Τους μίλησα, επειδή μου ήταν συμπαθέστατοι, πως και η λογοτεχνία έχει σχέση με τη δουλειά τους: είναι ένας μαραθώνιος, δρόμος μεγάλων αποστάσεων και μετ’ εμποδίων, και δεν είναι δρόμος ταχύτητος. Πως οι λογοτέχνες και ιδιαιτέρως οι ποιητές δεν είναι σαν τον Μπούμπκα που κάθε φορά που πηδούσε στο άλμα επί κοντώ έκανε και παγκόσμιο ρεκόρ. Οι ποιητές δεν είναι ρέκορντμαν, μια συλλογή τους μπορεί να είναι κατώτερη από μια προηγούμενη, γιατί μετράει το σύνολο του έργου κι όχι το ρεκόρ. Η ποίηση είναι σαν το πένταθλο.



εκδόσεις :Οδός Πανός 

Πριν απ΄την Τροία

Ήρθε κοντά μου η Πύρρα,
η φιλενάδα μου ανάμεσα στις κόρες...
τότε που έχασα το τόπι
παίζοντας με τις άλλες τις κοπέλες,
και απαλά με παρηγόρησε,
και μ' έμαθε πώς να την αγαπώ.

Κι όταν ενσκύψαν οι μουσώνες,
και κεραυνοί κατάκαιγαν τα σύννεφα,
ήρθε ξανά μέσα στα δώματά μου και στην κλίνη μου,
μ' αγκάλιασε να διώξει φόβο προαιώνιο,
το φόβο της βροχής. Κι εκεί, όπως στα μπράτσα
μέσα της ευρέθηκα, άρχισε να γλυκοσαλεύει -

μια θάλασσα. Μια τρικυμία ευθύς με άρπαξε,
και με τραβούσε στην πραγμάτωση της μοίρας μου:
εγώ, κορίτσι, βρέθηκα να αγγίζω με τ' ακροδάχτυλα...
το πιο τρανό μυστήριο, μια σιωπή, κάτι πρωτάκουστο,
πρωτόειδωτο... ανατριχιάζοντας, από τον τρόμο, τη σαγήνη,
την άλογη αποθυμιά που δεν την ήξερα... Η φίλη μου,

η ασφάλειά μου... η κινούμενή μου άμμος, ο κάκτος
και το κόκκινο φεγγάρι, τοπία άγνωστα, αίμα κρυφό
που χύθηκε στα μάρμαρα... η πιο αγνή θυσία, ένας τελειωμός...
ο πόνος που μου έδωσε θεόρατος, οι λέξεις που μου πήρε
από το στόμα μου... λέξεις όχι βασιλοπούλας, μα μικρού παιδιού,
και ιέριας ξετρελλαμένης, πόλης που μόλις λαμπερά κουρσεύτηκε.





Αν οι αλήθειες επιπλέουνε, πλέον, μισές, ας πούμε σαν τα αχρηστεμένα πια αντικείμενα
που ξεβράζονται στο λιμάνι του Θερμαϊκού, τότε το άλλο μισό πως καθρεφτίζεται στα
μάτια του ποιητή; Ως η άλλη, ή μία ακόμη, αλήθεια, ή ως το συμπληρωματικό της ψέμα;
«Τόνοι βάμβακος το ψέμα» γράφει ο Κυριάκος Συφιλτζόγλου, και μ’ αυτά τα ψέματα
«στήναμε και κάνα ποίημα», μας υπενθυμίζει.

Τα ποιήματα του Συφιλτζόγλου, σ’ αυτή την δεύτερη κατά σειρά συλλογή του με
τον γενικό τίτλο «ΜΙΣΕΣ ΑΛΗΘΕΙΕΣ», μοιάζουνε με τον δρυοκολάπτη που χτυπά,
με το ράμφος των στίχων, τις μέχρι τώρα βεβαιότητες, τα μέχρι τώρα ουδέποτε σε
αμφισβήτηση είδωλα («το είδωλο γηράσκει αεί διδασκόμενο, δηλαδή ψευδόμενο;»
αναρωτιέται ο ποιητής), μέχρι να βρει πού και ποια είναι τα κούφια, που κρύβονται
εντός τους τα προστατευόμενα ζωύφια, ιδεολογίες, ηθικές, απόψεις, πρακτικές και άλλα
παρόμοια τινά. Αυτές που με τα ποιήματα του πρόκειται να τις δει ως τροφή, τροφή για
τα ποιήματα και τροφή για το άλλο μισό, που φαίνεται πως θέλει να ζήσει κι αυτό.
Ο Συφιλτζόγλου με τα ποιήματα του κατακεραυνώνει τα πολιτικά και φιλοσοφικά
θέσφατα που, ως φαίνεται, στοίχειωναν φαντασμαγορικά την μέχρι τώρα ζωή του,
αλλά και την ζωή άλλων συνανθρώπων του. Όχι βεβαίως πως δίνει άφεση αμαρτιών
στην άλλη πλευρά των πραγμάτων, αλλά μετέωρος (μα επουδενί ηττημένος) αρχίζει
να ρίχνει την έρμα μέχρι να δει που θα φτάσει το αερόστατο της ύπαρξής του … ίσως
εκεί που μόνοι τους πλέουν καψαλίζονται, όπως λέει, οι εναερίτες. Ο Συφιλτζόγλου
παρέμεινε ένας «εναερίτης» της ύπαρξης και της πρακτικής της απόληξης, χωρίς
ωστόσο, πλέον, δεδομένο προορισμό. Το μόνο που βλέπει: το πέρα-δώθε στην δουλειά:
«φρεσκοξυρισμένοι πηγαίνουμε στη Δουλειά / αξύριστοι και γυμνοί ερχόμαστε απ’
τη Δουλειά». Στο μέγιστο της συλλογής όμως (και τούτο δεν είναι τυχαίο γεγονός)
μιλάει σε πρώτο πληθυντικό, ενώ λιγότερο συχνά μιλάει σε πρώτο ενικό. Δεν διεκδικεί
δάφνες «οδηγητή», μα ακριβώς τ’ αντίθετο: δείχνει το ξεστράτισμα, δείχνει το ξέφτισμα
και τούτο αφορά πολλούς και κυρίως εκείνους που θέλησαν για πρόταγμα το «εμείς»,
αγοράζοντάς τον (σαν τίμιο ξύλο ή σαν πούρο Αβάνας) από εκείνους που «πουλήσανε»
(με τον μανδύα της μεσσιανικής προσφοράς) καταλλήλως το «εμείς».

Έτσι, λοιπόν, και σχεδόν απ’ την αρχή της συλλογής, διαπιστώνει : «απ’ το ύψος των
περιστάσεων / εξαφανίστηκε το ύψος». Μπορούμε να δούμε στα συγκεκριμένα
ποιήματα δόσεις ειρωνείας, θλίψης και «αντίστροφης» συνθηματολογίας. Όμως είναι
μόνο αυτό ο Συφιλτζόγλου; Σαφώς όχι. «όλοι περάσανε με κόκκινο / και σώθηκαν /
 γράφει ο Αντώνης Ψάλτηςκαι γω ξεχάστηκα / νομίζοντας ηλιοβασίλεμα / το πορτοκαλί», 
γράφει στο τέλος ενός ποιήματος. Και είναι σα να μας λέει πως ανεξάρτητα με τις 
 όποιες εκπαραθυρώσεις οραμάτων ωστόσο πάντα εγώ θα βλέπω κάτι, ένα ηλιοβασίλεμα έστω,
εκεί που άλλοι θα βλέπουνε οδική συμπεριφορά, μία συμπεριφορά και μια πορεία
 που την στοίχειωνε ένα «δύσβατο ώσπου». Ώσπου εν τέλει «πέσαμε σε δυτική μελαγχολία». 
Όμως δεν πρόκειται για μια μελαγχολία αυτοκτονική. Σχεδόν με θλιβερό χιούμορ απορρίπτει
τον καρυωτακισμό μάλλον εις βάρος του όλου. Δεν είναι λύση η αυτοκτονία, «ποιό
περίστροφο / και ποιά μπαλάντα / εδώ είναι όλα για σκότωμα», κι έτσι συνεχίζουν να
επιβιώνουν όλα. Μα τότε ποία είναι η λύση; Και κυρίως: υπάρχει λύση;

Το άλλο μισό δεν μας το υποδεικνύει ο ποιητής, ούτε μας το σερβίρει με την απλοχεριά
ενός συνειδητοποιημένου, ίσως δε και συντετριμμένου, αναχωρητή ή «αποχωρητή».
Αντιθέτως αρκείται στην «ραμφιαία» κατατρόπωση των όσων ήδη γνωρίζουμε οι
πάντες. Η ποίηση του Κυριάκου Συφιλτζόγλου, ήδη απ’ το πρώτο του βιβλίο με τον
τίτλο «έκαστος εφ’ ω ετάφη», δίνει στην γραφή την δύναμη μιας οριστικής λήξης των
αμφιταλαντεύσεων. Πρόκειται για μια φωνή που βάζει όρια στα πράγματα διεκδικώντας
την δική της πορείας. Δεν πρόκειται για μια μοναστική φωνή. Ο Συφιλτζόγλου δεν
μονάζει, ούτε παραιτείται. Απλώς και βήμα βήμα ξεχωρίζει την ήρα από το σιτάρι και
συνεχίζει, και είναι έτσι σαν να μας λέει : το άλλο μισό, κύριοι, το καθενός υπόθεση
προσωπική και απεριόριστα υπαρξιακή και σε καμία περίπτωση υπόθεση των ποιημάτων
: «ρωτήστε το απέραντο λευκό / κι αν πάρετε απάντηση / να μου τρυπήσετε τη μύτη»
Αν σ’ αυτό το σύντομο σημείωμα πρέπει να κάνω λόγω για επιρροές τότε σαφώς θα
«έδειχνα» προς την πλευρά του Αναγνωστάκη, του Στεριάδη και θα τόνιζα την αχλή,
ενίοτε, ενός λόγου «υπονοούμενου», ενός λόγου «μισού», που ίσως θυμίζει λίγο κάτι
απ’ την Ιταλία των ερμητιστών.

Τελειώνοντας να σημειώσω πως φωνές σαν του Συφιλτζόγλου διακρίνονται μεν από
πάθος, αλλά ταυτόχρονα δείχνουν πως είναι και πολύ προσεκτικές. Θα έχει μέγιστο
ενδιαφέρον η ποιητική συνέχεια του, αφού δεν μοιάζει να πρόκειται για έναν ποιητή

«πυροτέχνημα», ούτε είναι ένας διάττων αστήρ.

φωτο: Μαρία Ρεπάκη

οι άνθρωποι μεγαλώνουν δεμένοι 
ύστερα τα άκρα τους τεντώνουν 
όσο τραβάνε σε αντίθετες όχθες




φωτο: Νικολέτα Ιασωνίδου

τι ορίζεται απόσταση
ένας εδώ, ένας εκεί
μανταλάκια στα σύρματα




φωτο: Ειρήνη Εμμανουηλίδου

το τέλος όπως δεν το ξέρουμε 
είναι η λευκή άγραφη σελίδα 
πάνω από το κάτι που μάθαμε





Η ΘΕΡΑΠΕΙΑ

Θα είμαι ειλικρινής μαζί σας.
Κάποιοι δεν θεραπεύονται ποτέ.
Στο δέρμα τους εμφανίζονται συνέχεια εξανθήματα
όπως τα ζωντανά ηφαίστεια που προκαλεί
η επαφή με την καύτρα ενός τσιγάρου
φορούν μικρά ρακούν για δερμάτινα παπούτσια
που σιγά σιγά τους τρων τα πόδια
με ένα καμπριολέ αυτοκίνητο
διασχίζουν αχανείς αυτοκινητόδρομους
σταματούν από σπίτι σε σπίτι στην Νεβάδα
ως πλασιέ ενός πόνου που πρέπει να επιδείξουν
σε αδιάφορες νοικοκυρές που τρίβουν τα πατώματα
και σε άντρες που καλλιεργούν κολοκύθες
για να συμμετέχουν σε διαγωνισμό μεγέθους.
Ακόμα όμως και αν όλα παν καλά
αν δηλαδή η ανία εύκολα μετατραπεί σε άνοια
ή θεωρήσατε ότι εξοικονομήσατε από την απουσία χώρο
αφού έφυγαν οι μαύροι καναπέδες
με τα φουσκωτά σαγόνια που σας καταβρόχθιζαν ολόκληρο
αν ανήκετε δηλαδή στους λίγους εκλεκτούς
που απλώς τινάζουν το στρώμα
και αγνοούν το βαθούλωμα
από το περίγραμμα του κορμιού
που κοιμήθηκε μαζί τους ένα βράδυ
ακόμα και τότε μην θεωρήσετε ποτέ πως είστε ασφαλείς.
Μπορεί μία μέρα αδιάφορος
καθώς κοιτάτε τις ταμπελίτσες με το κόστος στις βιτρίνες
κάποιος αθώος πίσω σας να προφέρει ένα όνομα
και το δάχτυλο που κάλυπτε την τρύπα
και εμπόδιζε με τόσο κόπο την ορμή
ξαφνικά να παραλύσει
το φράγμα ολοκληρωτικά να καταρρεύσει
και το νερό να πλημμυρίσει
όλη την πόλη που κομμάτι κομμάτι
συναρμολογούσατε τόσο καιρό με τόση υπομονή.


Εσείς ο αρχιτέκτονας της λήθης.
Χρεοκοπία ιδεών, Εκδ. Στοχαστής 2014
 
Γιώργος Γκανέλης
 
ΛΗΘΗ

Παραμονή Πολυτεχνείου
και στους δρόμους η μοναξιά
υποθάλπει όλη τη μεταπολιτευτική ευδαιμονία
στα φουαγιέ οι κριτικοί συζητούν
για την εξέλιξη της τέχνης
ο κύβος ερρίφθη για τις επόμενες γενιές
με μέρες χτισμένες από μπετόν.
Ανόητες διαπιστώσεις από τους ειδικούς
πληρωμένες πένες προαναγγέλλουν ανάπτυξη
μηχανικά χαμόγελα σε αίθουσες παγωμένες
και αύριο μια παρόμοια εικόνα χωρίς εφέ.

Παραμονή Πολυτεχνείου
στα Εξάρχεια καλοντυμένοι έφηβοι
κυνηγάνε μια νύχτα ρετρό
οι φωτεινές επιγραφές σιγοντάρουν τη λύπη.
Δεν έχω λόγια, δεν έχω άμυνα
η βροχή που αναμένεται
θα ξεπλύνει τα πεζοδρόμια, τις ψυχές και τη μνήμη.


                         ΔΙΑΨΕΥΣΗ

Αυτό που ήθελα να γίνω θρυμματίστηκε στα σύννεφα
βαριά βήματα τώρα ακούγονται απ’ το βουνό,
πατημασιές βέβαιου θανάτου.
Κρύφτηκαν τα ελάφια, φοβούνται οι αετοί
όμως στην πόλη ένας εφησυχασμός πλανιέται
πάνω απ’ τις στέγες των σπιτιών.

Αυτό που ήθελα να γίνω ματαιώθηκε στη φωτιά
παραπλανητικά χαμόγελα με τριγυρίζουν
ανούσιες χειραψίες με πολιορκούν.
Τεμαχισμένα όνειρα στο πρωινό ξύπνημα
ακροβατούν σ’ έναν ανάπηρο ήλιο.


ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ

                                        Στον Μάριο Χάκκα   

Η εξουσία σε συνθλίβει, σου στερεί τα όνειρα
δεν έχεις πια βούληση επιλογής, δεν έχεις τίποτα
είσαι μια κενή σελίδα στο καλάθι αχρήστων
που θα φορτωθεί σε κάποιο απορριμματοφόρο.
Η φωνή σου μια παροπλισμένη κραυγή
σ’ έναν πόλεμο με χαμένες μάχες.

Κι όμως αντιστέκεσαι ακόμα
διεκδικώντας τη φετινή άνοιξη
που πρόβαλε μέσα απ’ το δάσος της Καισαριανής
ρίχνοντας πάνω στα ερείπια λίγο φως.




Στα θεμέλια του σπιτιού, οι παλιοί έσφαζαν πάντα έναν κόκορα. Θυμάμαι πέντε χρονών παιδάκι, τη γιαγιά να σφάζει έναν κόκορα να τον παραδίδει στα χέρια του πρωτομάστορα κι εκείνος να το περιχύνει στα φρεσκοσκαμμένα θεμέλια πριν πέσει το πρώτο μπετόν. Ο πατέρας μου χάραξε το έτος 1959 σε μια πλάκα στην είσοδο, κι έτσι θυμάμαι το έτος κατασκευής του σπιτιού, τέρμα Καραγάτση στη Λάρισα. Ή πάλι μπορεί να είναι μια πλαστή ανάμνηση: να θυμάμαι απλώς την τελετουργία από τις διπλανές οικοδομές, αργότερα, με την έκρηξη της ανοικοδόμησης που σημειώθηκε καθ’ όλη τη δεκαετία του 1960.

Με ρωτούσε σε προχθεσινό μέιλ κάποιος νέος ποιητής «αν μπορούσε να γράψει αναίμακτα ποίηση». Ήμουν έτοιμος να του απαντήσω πως αν δεν χυθεί αίμα από τις φλέβες του, αν δεν ματώσει προσωπικά ο ίδιος, δεν θα μπορούσε να γράψει ποτέ όχι ποίηση, αλλά ούτε ένα ποίημα που να αξίζει τον τίτλο του ποιήματος. Είπα όμως να είμαι ευγενικός απέναντί του και λόγω του πολύ νεαρού της ηλικίας του, και του απάντησα με το δημοτικό θρύλο για το γεφύρι της Άρτας: «αν δε στοιχειώσετε άνθρωπο, γιοφύρι δε στεριώνει και μη στοιχειώσετε ορφανό, μη ξένο, μη διαβάτη, παρά του πρωτομάστορα την όμορφη γυναίκα, που έρχεται αργά τ' αποταχύ και πάρωρα το γιόμα».


Μόνο δια της (αυτό-)καταστροφής δίδεται το προνόμιο της δημιουργίας.
Του Γιώργου Σαράτση


Εμφανίζεται κατά καιρούς στους νεοέλληνες μια εμμονή με το παρελθόν τους και το αρχαίο κλέος ενός πολιτισμού, του οποίου μόλις και μετά βίας αντιλαμβάνονται τη σκιά του. Ίσως ούτε κι αυτή. Κι αν το καλοσκεφτείς, χωρίς την υστερία των μέσων ενημέρωσης και ιδιαίτερα του διαδικτύου δεν θα κινούταν στην κυριολεξία φύλλο.

Φαίνεται, αναζητούμε κάποιο νόημα στο απώτατο παρελθόν μας. Ηδονιζόμαστε, νιώθοντας απόγονοι τιμημένων προγόνων. Είναι όμως έτσι; Οι αρχαιολογικές έρευνες και τα ιερά ερείπια της χώρας δεν αρκούν για να αναστήσουν το δαιμόνιο του νεοέλληνα. Η όποια μανία υπεράσπισης του ιερού γένους και του αίματος, αμαυρώνει επικίνδυνα το σκηνικό, αποδοκιμάζοντας ουσιαστικά κάθε προσπάθεια παραγωγής σύγχρονου πολιτισμικού προϊόντος.

Η καλλιέργεια μιας εμμονικής εθνοπληξίας δεν είναι ίδιον απογόνων κάποιων πολιτισμένων ιθαγενών που έτυχε κάποτε να ζήσουν σε αυτά τα χώματα. Η εμμονική εθνοπληξία του σήμερα είναι ίδιον απεγνωσμένων όντων που αδυνατούν να προσεγγίσουν διακριτικά, μεθοδευμένα και κυρίως άνευ υστερίας το χθες, μένοντας εν τέλει επιεικώς ανίκανοι να προσεγγίσουν επαρκώς και το σήμερα.




Ο φόνος της Παρασκευής 

Ο δολοφόνος της γειτονιάς σας
Άπειρος ακόμη
Σκέφτομαι να σκοτώσω τα θύματα σας
Όμως
Πώς νεκρός να χαρώ τον θάνατό σας;
Σκέφτομαι καλύτερα να σκοτώσω την αγνότητα σας
Έτσι ναι θα την δω να καίγεται.
Θα χαρώ να την βασανίσω.
Που επιπλέει αντί να βυθίζεται σαν πέτρα
Που βλέπει το όπλο του κυνηγού
Και της μοιάζει σαν προσευχητάρι
Που προτιμά τον θάνατο από την μοχθηρία
Που προτιμά την θυσία του ιδιοκτήτη της
Απο την νηνεμία της επιβίωσης.
Που υπάρχει ακόμη.

Έχω πολύ δουλειά!
Η γειτονιά παρακαλά για φόνους
Κι εκείνη δειλά ακόμη τους προστατεύει...


Περικοπή 

Στο δρόμο
Οι ήχοι των παπουτσιών
Κροτίδες με στόχο το κεφάλι μου.
Καθώς πλαγιάζουν τα φαντάσματα,
Τα σύννεφα συνωστίζονται κάτω από τα μάτια μου.

Η καρδιά σε ανακοίνωση:
Περίοδος μουσώνων κι απόψε.
Πρόσκληση, επίκληση, έκκληση.
Έκκληση.Ας πάψουν τώρα οι ουρανοί.
Γιατί είναι ανυπόφορο κι αδύνατο, λένε
Να κλείνεις εσύ έναν χαλασμένο διακόπτη.

Παράκληση
Γιατί εγώ εδώ
Στο δρόμο
Χαλασμένος,
Τραυματισμένος από πετροβολισμούς,
Ακόμα και δεμένος από το σήμερα,
βρεγμένος από καταιγίδες
Προτιμώ να σε αγκαλιάζω
Παρά να κλείνω διακόπτες.



Κάτι


Υπάρχει κάτι περισσότερο
Από αυτό που βλέπω
Και κάτι λιγότερο
Από αυτό που είμαι ή φαίνομαι.
Ίδιο μένει και είναι
Αυτό που φοβάμαι .
Νιώθω και τρέμω
Πώς σήμερα
Το αύριο θα μοιάζει
Κάτι περισσότερο
Και κάτι λιγότερο
Από αυτό που πιστεύω.
Σε λίγο θα φύγει το τώρα
Και αργότερα θα μείνεις
Εσύ να τρεμοπαίζεις. 


ΑΓΡΙΟΧΗΝΕΣ

Δεν χρειάζεται να είσαι καλός.
Δεν χρειάζεται να διανύεις γονυπετής
εκατό μίλια μες στην έρημο, μετανοώντας.
Το μόνο που χρειάζεται είναι ν΄ αφήσεις το τρυφερό ζώο του κορμιού σου να αγαπά ό,τι αγαπά.
Πες μου για την απόγνωση, τη δική σου, και θα σου πω για τη δική μου.
Εν τω μεταξύ ο κόσμος προχωρεί.
Εν τω μεταξύ ο ήλιος και τα διάφανα βότσαλα της βροχής
διασχίζουν τα τοπία,
πάνω απ΄ τα λιβάδια και τα βαθύρριζα δέντρα,
τα όρη και τα ποτάμια.
Εν τω μεταξύ οι αγριόχηνες, ψηλά στον καθαρό καταγάλανο αιθέρα,
τραβούν και πάλι για το σπίτι.
Όποιος και να ΄σαι, όση και να ΄ναι η μοναξιά σου,
ο κόσμος προσφέρει εαυτόν στην φαντασία σου,
σαν τις αγριόχηνες σε καλεί, σκληρός και συναρπαστικός-
τη θέση σου αναγγέλλοντας ξανά και ξανά   
στην οικογένεια των πραγμάτων.



 ----


Η Μαίρη Όλιβερ είναι Αμερικανίδα ποιήτρια, γεννημένη το 1935 στο Κλήβελαντ του Οχάιο. Έχει βραβευτεί μεταξύ άλλων με το National Book Award και το Pulitzer Prize. Ξεκίνησε να γράφει ποίηση σε ηλικία δεκατεσσάρων ετών και επηρεάστηκε ποιητικά από το έργο των Θόρω (H.D. Thoreau) και Γουίτμαν (W. Whitman). Κύρια πηγή έμπνευσής της, η φύση –η ίδια είναι, εξάλλου, δεινή πεζοπόρος. Συνεπώς, η φύση είναι εντόνως παρούσα στο σύνολο του ποιητικού της έργου. Η Όλιβερ έχει, επίσης, συγκριθεί με την Έμιλυ Ντίκινσον, ως προς το γεγονός της κοινής συγγένειας της ποίησής τους με τη μοναξιά και τον εσωτερικό μονόλογο. Σήμερα ζει ήσυχα στην Πρόβινσταουν της Μασαχουσέτης, γράφοντας ποίηση.



Γυναίκα αγία
με ένα άπειρο χαμόγελο
οι αμαρτίες τις όλες
θαμμένες
στις ρωγμές
βαθιές του
προσώπου της


*


στην αέναη κίνηση
των δρόμων
της μητρόπολης
στην βιασύνη
και την αναμονή
των ανθρώπων

αντίκρισα
μοναχά
ιδιοκτήτε
ς


*


Ζωή


Στα χνάρια του Κεμάλ
οι ακολουθούντες

και οι αυτοκτονούντες

μοναχά
αυτοί

δεν σε εξευτελίζουν





----

A δημοσίευση biblioteque

ΠΕΡΗΦΑΝΗ ΑΛΚΗ

Από τη στάση του λεωφορείου 
είδε μια παλιά, νεανική αγάπη της
με τη μοτοσυκλέτα να διασχίζει
τη Μητροπόλεως.
Η ίδια περήφανη αλκή στο πρόσωπό του 
παρά τα χρόνια που πέρασαν.
Δεν έκρυψε από τον εαυτό της:
αξιολάτρευτος εραστής.
Έτρεχε κατευθείαν μπροστά
σαν να βιαζόταν να προλάβει κάποιον θρίαμβό του.





Όταν μας επισκέπτεται λοιπόν, η «έμπνευση» καθόμαστε μπροστά στο πληκτρολόγιο (ελάχιστοι γράφουν πλέον με το μολύβι στο χέρι-και η διαφορά φαίνεται αμέσως): ο βαθμός δυσκολίας της ανάγνωσης προδικάζει την δυσκολία της γραφής τους. Εύκολα ποιήματα γράφονται με εύκολο τρόπο κατευθείαν στο πληκτρολόγιο και τα διακρίνεις αμέσως αν τα μεταφέρεις στο word. Δεν κοκκινίζει ούτε μια λέξη. Διαβάζοντας επαγγελματικά από ένα σημείο και μετά δεν χρειάζεται καν να περάσεις το κείμενο στο word, καταλαβαίνεις αμέσως πόσες «κοκκινισμένες» λέξεις που δεν αποδέχεται το Microsoft Word έχει το θάρρος να χρησιμοποιήσει ο ποιητής. Έρευνες έχουν αποδείξει την απόλυτη συνάφεια της χρήσης του συγκεκριμένου προγράμματος με την έκρηξη της γραφομανίας στην εποχή μας, και ειδικά με την αυξημένη παραγωγή πεζογραφίας. Τα μυθιστορήματα τα ξεπετάμε πλέον μέσα σε δυο μήνες το πολύ, και στο τέλος της χρονιάς μπορεί να έχουμε γράψει, εκδώσει και πουλήσει ακόμη κι έξι διαφορετικούς τίτλους.


Όπως καταλαβαίνουμε επίσης που βάζει το χέρι του ο ποιητής όταν γράφει: αν το βάζει στην καρδιά, στην κοιλιά ή (καλύτερα ακόμη) πιο κάτω. Αν ο συναισθηματισμός είναι το πρώτο σκαλοπάτι «έκφρασης» της πλούσιας κι ευαίσθητης καρδούλας σας, για να αρχίσετε να γράφετε όχι μόνο μετά τους χωρισμούς σας, αλλά με οποιαδήποτε κλιματολογική συνθήκη συναισθημάτων, είναι απαραίτητο να αρχίσετε να μετακινείτε το χέρι σας στην κοιλιά κι ακόμη καλύτερα στα αχαμνά σας. Τρέξτε να αγοράσετε επειγόντως μολύβια, χαρτιά και λεξικά.



Ι. Στέκουν κάτω απ΄τα μπαλκόνια, πετούν όλες τις χάντρες του κόσμου στα πόδια της. Κάτω απ΄το φουστάνι της ξεσπούν παιδικές βροχές και όλοι οι αρχαϊκοί κύκνοι χάνονται μεμιάς. Τα παλιά ποτάμια που κυλούν ακόμα, το κορίτσι που προσεύχεται για τις ψυχές των εραστών καθώς αυτοί βαδίζουν γελαστοί ως το μουσείο του χαλκού και έπειτα χάνονται μες στις στοές των μεγάλων πόλεων. Στην Αθήνα, την Βηρυττό, τη Ρώμη και την ποιητική Αντιόχεια.

Οι δουλειές αυτών των νεαρών αντρών αφορούν τ΄ασφυκτικά εμπορικά που ΄χουν λογιών αντικείμενα μ΄αξία αναμνηστική. Μεγάλοι λαμπτήρες δείχνουν την έξοδο της στοάς. Όταν περνούν στην άλλη πλευρά της πόλης, οι εραστές αγνώριστοι και γερασμένοι γίνονται αρχιτεκτονικές και δράματα.

ΙΙ. Στην ελληνιστική στέγη η μητέρα και εγώ, την ημέρα της ανεξαρτησίας. Αγκαλιασμένοι με τα μικρά φεγγάρια γύρω μας να δείχνουν το δρόμο στο τέλος ενός ασύλληπτου απογεύματος.

ΙΙΙ. Κάθε Κυριακή απόγονοι των παλαιών, αλεξανδρινών οίκων συρρέουν στην οδό Αριστοτέλους. Θυμούνται την παιδική φιλολογία και τα τραγούδια απ΄τα τείχη. Ήσυχα παρακολουθούν τις διαλέξεις, γευματίζουν σκεπτικοί. Τ΄απόγευμα τους συναντώ θλιμμένους με κόκκινα τα μάτια στα πόδια χαλύβδινων κτισμάτων. Είναι μικροί χάρτες ετούτοι οι άνθρωποι που αναχωρούν για την Καλλιθέα, το Χαίδάρι, τον Σκαραμαγκά. Οι πιο τολμηροί τραβούν κατά την Ελευσίνα αψηφώντας τις βροχές και τις τελετές. Τα σκηνικά είναι χαμηλά έτσι που οι άνθρωποι αυτοί να ξεχωρίζουν μες στ΄ασαφή όρια του συνοικισμού. Γνωστοί τους χαιρετούν και εκείνοι γνέφουν εγκάρδια. Είναι όμως περισσότερο μια μυσταγωγία η χειρονομία τους, μια πράξη που τείνει προς τα μέσα  το γέλιο τους



με δέκα δάχτυλα
πώς να αγγίξω
τον άνεμο
τη θύελλα
την επανάσταση
τη σκιά


***


μόνο κόκκαλα έχω
σαπίζει η σάρκα
δεν χώρεσα
ούτε στο όνομα μου
δεν το αγάπησα
δεν αγάπησα το ψέμα
τη μοναξιά μου
αυτή κυρίως
εκεί έπρεπε να σταθώ
στο ένα πόδι
με το κεφάλι στον τοίχο
χωρίς κλάματα
κι άλλες παραχωρήσεις
να μεγαλώσω ωραία
βλέποντας τον ήλιο
τη ξαφνική βροχή
το τυχαίο
Πριν διαγνώσεις στον εαυτό σου κατάθλιψη ή χαμηλή αυτοεκτίμηση,
πρώτα σιγουρέψου ότι στη πραγματικότητα
δεν περιτριγυρίζεσαι από μαλάκες

William Gibson


Κρατώ τα ψώνια της ημέρας. Είναι εύκολο να καταλάβεις πόσο στοιχίζει μια Τετάρτη στα ράφια των καταστημάτων. Γυρίζω αγοράζοντας εντυπώσεις. Αδιαφορώ για τις ποιότητες. Το φορτικό της καθημερινότητας ταιριάζει με την ανυπαρξία των πιο σημαντικών.

Ας πούμε ότι όλα είναι μια χαρά. Ποιος θα το πιστέψει; Κι από την άλλη, τόσοι άνθρωποι μ’ αντιπαθούν, πώς να κάνω ό,τι μπορώ κι ό,τι περνά από το χέρι μου; Την άλλη εβδομάδα δίνω αίμα. Προς το παρόν εντείνω τις καταχρήσεις μου και αδιαφορώ όπως αδιαφορούσα για τους νόμους της κοινωνίας. Αντρίκια πράματα. Δίνω μάλιστα προτεραιότητα στο ανούσιο, εξασφαλίζοντας λίγη από την αθανασία μου.

Ξεφτιλίζομαι σημαίνει ζω επιτέλους για κάποιον λόγο. Και είδα στον ύπνο μου πως με μπουζουριάζουν. Και έκλαιγα για όσα δεν κατάφερα να κάνω εις βάρος του συστήματος.



Ι.

Τόσο γαλάζιος ο ουρανός! Πώς να
τον ζεστάνω; Αναρωτήθηκε κι ευθύς
ζωγράφισε ένα γκρίζο σύννεφο να
εκλιπαρεί αγάπη…

[***]

σαν γαλάζιο που ξεβάφει
πόση υπομονή να στριφώνεις
τις μοναξιές του κόσμου
να διπλώνεις τις ανησυχίες του
τις αγωνίες
πόση επιμονή να συνθέτεις συμμετρικά τις επιδιώ-
ξεις, τις επιθυμίες, τις αντιρρήσεις, τις διαφωνίες
η εμμονή από την άλλη να τοποθετείς αντικριστά
τις λεπτομέρειες για να συνάξεις συμπεράσματα
και να ορίσεις πορεία
να πιστέψεις
να ερωτευτείς
ν’ αγωνιστείς
κι ας γράφονται λάθος οι λέξεις
θα έχουν την αιτία τους
όλα χρειάζονται
κι η άσκηση αυτή να ταιριάσεις τα σοσόνια
τι νομίζεις;
εύκολο είναι;
να μη στραβώσουν οι γραμμές της ύφανσης
να μη ξεχειλώσουν τα λάστιχα
στο μήκος να ταιριάζουν
οι φτέρνες να ’ναι η μια μέσα στην άλλη
κι ύστερα... αυτή η λεπτομέρεια
οι δαντελίτσες στο τελείωμα...
να αγγίζονται σαν κεραμίδια
σαν να μαρτυρούν την αγάπη και την έγνοια
τι νομίζεις;
εύκολο είναι;
όλα χρειάζονται
όλα χρειάζονται για να ’χεις εκείνη τη μέρα ν’ ακου-
μπήσεις όταν θα έρθει η ώρα σου να ψιθυρίσεις
όπως εκείνος στον Κεμάλ,
ποτέ αυτός ο κόσμος δε θα αλλάξει ._

[* * * * ]



υπόθεση βεληνεκούς
Διέχυσα τη μελαγχολία μου
σε μια μολότωφ που δε μπορούσα να πετάξω
Η περιαρθρίτιδα βλέπεις
δεν θα επέτρεπε παρά μια βολή
με ελάχιστο βεληνεκές εμπρός μου
πράγμα που θα ενέτασσε την πράξη
στις αυτοκτονίες
Κι αυτό, θα τροφοδοτούσε με τη σειρά του
όσα κατά βάθος επιθυμούσα να κάψω
Έτσι, αρκέστηκα να την αφήσω σε μέρος
που να βρεθεί από σένα
Κι όταν μ’ αυτή έπαιξες τον ήρωα που τιμωρεί
κρυφογέλαγα ευχαριστημένη
έστω κι αν
μαζί της πυρπολούσες κι εμένα ._

[* * * * ]


εφιάλτης
κι αυτή η ψυχή...
υπό διωγμό.
να σώσω προσπαθούσα
τη πεθαμένη ήδη μάνα μου
από το να πεθάνει ._

[* * * ]

νυχτώνει πια νωρίς
νύχτωσε17°C
 ένα φεγγάρι σε άλμη
και το τριφύλλι να επιμένει στη γλάστρα
όμορφα συντυχαίνουν οι καιροί
χειμώνας παρά κάτι
κι η αυγή γεννά μέλλον ακόμη._

[***]



ανενδοίαστα υπερβολικό
η νύχτα φορούσε λουλούδια στα μαλλιά
κι ένα τσιγάρο ντελικάτο στα δάχτυλα ανάμεσα
οδήγησε μια παλιά Σεβρολέτ στο δρόμο προς το
Κάϊρο
κι ευτυχώς! πάτησε εγκαίρως φρένο
μπροστά σ’ έναν ήλιο ασθμαίνοντα υποταγή στην
υγρασία του τόπου
το γάλα έσταζε απ’ τη κατσαρόλα
κι εκείνη γύρισε τον πίνακα ανάποδα
για νά ’βρει το γεγονός δικαιολογία
η ανάμνηση έπεφτε νεκρή
όταν κάποιο όπλο εκπυρσοκρότησε αυτεπίστροφα
ευλογημένοι οι χρόνοι που γεννούν καρποφο-
ρούσα μια σιωπή ._

[* * * ]


δεν υπάρχω
Ειμ’ η σκιά μιας
Άνοιξης που δεν καρποφόρησε
Το σώμα τζίτζικα
σε χειμασμένη γη
Πέτρα θηραϊκή
σε μαύρο τέμπλο ζωγράφου
Είμαι τ’ όνειρο
μιας άγνωρης ζωής
το κορμί ράφτρας στη Καμπούλ
Η άμμος που σ’ αγκαλιάζει
στη παγωμένη στέπα της Σιβηρίας
Δεν υπάρχω
Είμαι το φιλί απ’ τα χείλη της Ιουλιέτας
που δε πήρες ποτέ
Οι Λαιστρυγόνες που δεν συνάντησες
Ο Όμηρος στα παραμύθια του παππού
Χάνομαι στους βυθούς
δυο μαύρων ματιών
Εικόνα Παναγίας Καμένης ._

[* * * ]

ένα ποίημα κι ένα ρόδι λεκές
στην κατηφόρα της τσουλήθρας
στιχηδόν
[επειδή οι σκέψεις δηλώνουν αδυναμία
να στοιχηθούν οι λέξεις]
α! να παίζουν οι λέξεις το κρυφτό
και πως τα νοήματα ν’ αλλάζουν
με τούτον και τον άλλο προσδιορισμό
ν’ αντιμάχονται στην κυριαρχία!
κι άλλο α!
στο δίκιο πού ’χαν οι λέξεις
να σε κρατούν ώρες κοντά τους
να πολεμάς νοήματα να δώσεις στα περιεχόμενα
διαλέγοντας επίθετα προσεχτικά και όρους
σκυμμένος πάνω τους σα μύστης
ορθολογιστής εσύ και τελεστής
κι εγώ
όπως μ’ αποκάλεσες
στιχοπλόκος της λεξιλαγνείας
ακατάλληλη για τους καιρούς
κι αυτοί!
ανήλικοι να παραμένουν στους αιώνες
παιδιά που παίζουν
σαν κορίτσια:
“η Μαρία, μάννα, μ’ έχει φίλη”
και την άλλη πάλι, όχι
ή σαν αγόρια...
να χτυπιούνται
στ’ όνομα της ηθικής της μάννας τους
των άλλων αμφισβητώντας
κι ύστερα πάλι
να βαφτίζονται σε μια φιλία
επιρρεπή στην αμφιλογία...
μικροί τιτάνες
ορίζοντας και διεκδικώντας την επικυριαρχία...
κάπου ξεχάστηκε ένα ακόμη, α!
μερικοί λένε πως το είδαν να παίζει στις τσουλή-
θρες της παιδικής χαράς
άλλοι πάλι ισχυρίζονται πως σταμάτησε κρεμα-
σμένο στο βυζί της μάννας του
να με κοιτά ρουφώντας με δύναμη
μεγάλες γουλιές γάλα
...ένας κότσυφας μαρτύρησε πως το είδε να παίζει
“βαρελάκια” στη κατηφόρα της πέρα γειτονιάς
η μάννα του, τού έχει απαγορεύσει να πηγαίνει
κείθε, ψιθύρισε ένας σπουργίτης κι ύστερα πέταξε
να πάει να το βρει
ένα μυρμήγκι έμοιαζε κάτι να κρύβει στη μικρή
κοιλιά του
σπόρος ήταν
τελικά το α! βρέθηκε!
σε μια τούφα μέσα στα γνήσια μαύρα μαλλιά σου
να αυθαδιάζει στη λευκότητα των δικών μου ._


ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA