Ο Πέτρος Μπιρμπίλης μιλά στην Athens Voice και στον Γιάννη Νένε, για το "Μπελ Ετουάλ" (Θράκα, 2017)

Μια “ηρωίδα” πλάι σε ανθρώπους αντιηρωικούς: Ένα κριτικό σημείωμα του Στάθη Ιντζέ για το "Γονυπετείς" της Τζούλιας Γκανάσου

Για την ποιητική συλλογή της Μαρίας Αγγελοπούλου "Η απουσιολόγος" (Θράκα, 2016), γράφει ο Χρήστος Αρμάντο Γκέζος

Ο Στέφανος Ξένος γράφει στο diavasame για τον "Άνθρωπο Τανκ" (Θράκα, 2017) του Γιώργου Λίλλη

Για το βιβλίο της Μαριάννας Κουμαριανού «Τόπος στη Γαλήνη» – γράφει η Ανθούλα Δανιήλ

Φάνης Παπαγεωργίου, Ποια γενιά; Σκέψεις για τη σχέση μεταξύ βιολογικής και δυνάμει καλλιτεχνικής γενιάς.

Δύο ανέκδοτα/αδημοσίευτα ποιήματα του Δημήτριου Δημητριάδη

Ο Παναγιώτης Βούζης γράφει στην εφημερίδα "Τα Νέα" για το "Χρονορυχείο" (Θράκα, 2017) της Στέλλας Δούμου
Δημήτρης Λεοντζάκος

[ Turbare semetipsum ]
Blaise Pascal Pensees, 736
κατά Jacques Chevalier

Με τραγική έπαρση
Είπε επωμίζομαι
Με κουβαλώ
− η εύκαμπτη σιωπή σου είμαι εγώ −
Πνέω και με κουνώ
Αινιγματικά με εκπνέω
Σαν σε χορό
Σαν σε χορό με λεύκες
Αλέες εαυτού περιέχω
Άνθη ματιών
− τα μάτια του αιφνίδια κατακόκκινα άνθη −
Κόμπους φτερά και φτεράκια
Μουσικές κόσμων
Φλεβίτσες χυμών
Ρευστούς ινοειδείς χώρους
Ηχεία λεπτότατης κόρης
Κι ένα συριστικό παρατεταμένο μουρμουρητό
Σαν τρένο
Σαν υπόθεση τρένου
Σαν ίλιγγος της υπόθεσης
Σαν καπνός του ιλίγγου
Που δεν πάει πουθενά
Που δεν φεύγει
Ούτε έρχεται
Αφού στριφογυρνώ
Με γυρνώ
Με κυκλώνω με σβήνω
Με χαϊδεύω
Με συστρέφω
Με φυσώ
Εμένα αναπνέω
Εμένα ακούω
Εμένα μιλάω
− φυλλωσιές στιγμιαίων εντόμων εκφωνώ −
Εμένα απαντώ

από την ανέκδοτη συλλογή “Τα σκυλιά του Ακταίωνα”


ΜΟΥΣΚΕΜΕΝΑ ΑΠΟΣΙΩΠΗΤΙΚΑ

Βροχή σκαναρισμένη στο θηκάρι της φωνής μου.
Όλα τα φωνήεντα λίγο μουδιασμένα, όλα τα σύμφωνα
συναχωμένα. Τα γράμματα μου πάντα βρεγμένα.
Βήχουν πάνω σου στάμπες από σαλιωμένους πορφυρούς
πυροβολισμούς αναμνήσεων
που ξεροσταλιάζουν στο κατώφλι μου να τις δεχτώ.
Γυμνές με παρακαλάνε να τις καλέσω μέσα…
να με πονέσουν πάλι, να επιβιώσουν
παράσιτα της δικής μου γύρης… ελεύθερες πάνω στα χαρτιά μου ντυμένες.

Πόρνες αναθυμιάσεις του μουσκεμένου χώματος ζητάνε
να με αποπλανήσουν στο λαγούμι τους, να με κάνουν
να σπαταλήσω τον σπόρο μου στον υγρό τάφο της φωλιάς τους.
Νύχτες… ατέρμονες, αποβάλλουσας αυγής φωνή
σταλαγματιά σταλαγματιά θησαυρισμένη.

Ραγίσματα στον σοβά του κορμιού μου ο αντίλαλός της
και η βροχή επιμένει
να κεντρίζει  τα πλευρά μου.

Βγήκες εσύ από την ραμμένη πληγή κι έρεψαν
τα σπλάχνα μου από τον καημό, ράγισαν τα φτερά μου από τον  θυμό.
Αδυνάτισαν τα χέρια μου από την ιδρωμένη αφή σου.
Ψίθυρο τον ψίθυρο ροκάνιζε το λαρύγγι μου
ο αχός του τραγουδιού μου.
Και μέθυσα με της σειρήνας το κεντρί
που ελλόχευε στη γη μου, σπάθιζε τη διαδρομή μου
με κενά διαστήματα βημάτων.

Μέσα στη βροχή έμενα να περιμένω
Μπροστά σε ένα αδειανό φαράγγι…
σε ένα κόκκινο φανάρι ακίνητος.
Να περιμένεις εκεί βρεγμένος αν θα σαπίσεις
ή αν ο ουρανός επιτέλους παραχωρήσει μπαλώματα στο χώμα να περάσεις
σχεδόν αλώβητος και σήμερα.



ΕΠΙΚΗΔΕΙΟΣ

Σμπαράλιασαν οι ρόδες του ποδηλάτου της.
Την είδα να αποβιβάζεται και να το αφήνει
με νεύρα να πέφτει θορυβωδώς στην άσφαλτο.
Σε λίγο η ξανθή νεαρά είχε χαθεί μέσα στο πλήθος.
Ούτε μια φορά δεν κοίταξε πίσω.
Ένα ασημί ποδήλατο με διαλυμένη ρόδα
και σπασμένα πλευρά ξαπλώνει
στο λιοπύρι του Αυγουστιάτικου Σαββάτου.

Είχε νυχτώσει πια, όταν επέστρεψε η κοπέλα.
Έφυγε παιδί, γύρισε σχεδόν έφηβη.
Το ποδήλατο είχε αλλάξει χρώμα
μέσα στον τόσο ήλιο.
Είχε σκάσει το δέρμα του, είχε μαυρίσει,
είχε πληγιάσει.
Είχε συρρικνωθεί στο μαύρο χρώμα του θανάτου.
Οι τυμβωρύχοι είχαν σφετεριστεί τις τρύπιες ρόδες,
την καινούρια ακόμα σέλα, την όμορφη του
αλυσίδα, το ροζ καλαθάκι, ακόμα και
την βραχνή του κόρνα.

«Καμιά διαδρομή δε θα ξανακάνει αυτό το ποδήλατο»,
είπε με μια υπόνοια κατηγόριας
ο πατέρας.
Το κορίτσι έπεσε στα γόνατα
και έκλαυσε πικρώς με λυγμούς.
Μα κανένα χαμένο μέλος δε νόστησε
 το κορμί του εκλιπόντος.
Καμιά ορθοπεταλιά
δεν αναστήθηκε στο τσιμέντο.
Τίποτα δε φύεται στην άσφαλτο, πόσο μάλλον
αν νοσήσει επαρκώς.



Θυμάμαι το 1991 την εξέγερση μαθητών και φοιτητών στο κέντρο της Αθήνας, κατά του νόμου για την εκπαίδευση, που δεν προήλθε από κανένα κόμμα. Βρισκόμουν σε μια καφετέρια ενός ξενοδοχείου της Ομόνοιας κι έβλεπα κάτω τα παιδιά να κραδαίνουν μαύρα λάβαρα και χαιρόμουν γιατί μου δημιουργούσαν ελπίδα ότι κάτι καλό θα συμβεί. Δεν συνέβη βέβαια, αλλά διατηρώ ακόμα τις ελπίδες μου. Τότε τα μαύρα λάβαρα σήμαιναν επανάσταση σε όλη την Ευρώπη.
Τώρα πια τα μαύρα λάβαρα είναι συμβολική έκφραση τζιχαντιστών που καλούν για συστράτευση στο Χορασάν, όλους τους υποψήφιους δήμιους. (Στην Οκλαχόμα ένας αυτόκλητος τζιχαντιστής που πιθανόν δεν έχει πάει ποτέ στην προγονική πατρίδα του, αφού προσπάθησε να πείσει τους συναδέλφους του ότι οφείλουν να προσχωρήσουν στον μουσουλμανισμό και τον απέλυσαν, επιτέθηκε στο εύκολο θύμα: μια γυναίκα. Την αποκεφάλισε).
Ζώντας χρόνια εκτός Ελλάδος και ταξιδεύοντας συχνά σε όλη την Ευρώπη την τελευταία εικοσαετία, παρατηρώ τα μαύρα λάβαρα (άλλοτε μαντίλια και άλλοτε καφτάνια) να αυξάνονται. Στην αρχή σχολιάζαμε γελαστά με τους Ευρωπαίους φίλους την παραδοξότητα. Ύστερα που τα φαινόμενα αυξήθηκαν και τα παιδιά φίλων, παιδιά τρίτης και τέταρτης γενιάς αγγλάκια, γαλλάκια, γερμανάκια, έφευγαν απ’ α σχολεία και έτρεχαν στο ισλαμικό σχολείο, το φαινόμενο πήρε σημαντικές διαστάσεις κι εμείς αρχίσαμε ν’ ανησυχούμε. Εμείς, οι ‘ξένοι’, δηλαδή εμείς που προερχόμασταν από μεσογειακές χώρες. Ωστόσο οι ντόπιοι έκαναν τα στραβά μάτια. Μάλιστα σε κάποιες πόλεις της Ευρώπης, όλη η δημόσια διοίκηση μετακόμισε σε περιοχές μεταναστών με την αιτιολογία ότι έτσι ναι μεν χάνουν τις δουλειές τους οι ‘λευκοί’ όμως ελέγχονται οι ‘μαύροι’ και για μερικά χρόνια αυτή η τακτική έδειχνε να λειτουργεί.
Όχι πια. Και στην Αγγλία και στη Γαλλία και στη Γερμανία όπου προσπάθησαν να ‘εντάξουν’ τους ‘εξ Αραβίας και Αφρικής’ πολιτογραφημένους κατοίκους στη δημόσια διοίκηση, εμφανίστηκαν παροδικά φαινόμενα συνύπαρξης. Όμως την τελευταία πενταετία, ξαναβγήκε στην επιφάνεια η διαφοροποίηση, όχι τόσο ως προς το χρώμα του δέρματος, όσο ως προς τη θρησκεία.
Ας μην κρυβόμαστε πίσω απ’ το δάχτυλό μας. Κανένας δυτικός, δεν καταλαβαίνει γιατί ο δημόσιος υπάλληλος με το μαύρο καφτάνι, ή η κοπέλα με τη μαύρη μαντίλα, σταματάει τη δουλειά της και τρέχει κάπου στα ενδότερα της δημόσιας υπηρεσίας για να προσευχηθεί.
Στην Ελλάδα που δεν δίνουμε υπηκοότητα σχεδόν ποτέ, δεν έχουμε ‘αλλόθρησκους’ δημόσιους υπαλλήλους. Η λέξη ‘αλλόθρησκοι’ μπαίνει σε εισαγωγικά μόνο για να δείξω ότι δεν μ’ ενδιαφέρουν αυτοί οι όροι. Αλλού είναι το πρόβλημα. Κάναμε τα πάντα στην Ευρώπη και στην Αμερική για να ξεριζώσουμε τους λαούς της Εγγύς Ανατολής και της Αφρικής απ’ τους τόπους τους. Οι Ευρωπαίοι αποικιοκράτες ξεκίνησαν το κακό δύο-τρεις αιώνες πριν. Και μετά, δήθεν, τους βοήθησαν μέσω των κοινοπολιτειών να έρθουν στην Ευρώπη. Και τώρα δεν τους θέλουν. Γιατί τώρα μας χτύπησε η κρίση. Όλους. Και οι ‘αλλόθρησκοι’ περισσεύουν.
Όμως θα τους φάμε στη μάπα. Γιατί δεν φροντίσαμε να τους εντάξουμε τίμια, με αγάπη και σεβασμό στα δυτικά πολιτιστικά συστήματα. Γιατί τους κρατήσαμε στο περιθώριο της κοινωνικής ζωής. Γιατί τους πήραμε τις πατρίδες τους. Γιατί τους εξευτελίσαμε.
Σε κάθε οικονομική κρίση ανά τους αιώνες, κάποιοι ξεσηκώνονται. Τώρα ήρθε η ώρα των εξτρεμιστών κάθε είδους. Και αυτό είναι η αποτυχία της δυτικής ευρωπαϊκής, δήθεν δημοκρατικής κουλτούρας. Και η τιμωρία της.
Τα κρυφά τζαμιά αυξάνονται παντού στην Ευρώπη. Δεν είναι τόποι προσευχής με τον τρόπο που νομίζουμε. Είναι χώροι εκπαίδευσης σε ένα παντελώς αλλοιωμένο Κοράνι, με προπαγανδιστές μιας καταστροφικής για όλους άποψης περί μουσουλμανισμού. Καμία θρησκεία από μόνη της δεν οπλίζει κανέναν. Όμως η απελπισία, ο πανικός, η απόγνωση, η πείνα, ναι, οπλίζει πολλούς.
Δεν υπάρχει, για μένα διαφορά, ανάμεσα στην άνοδο του ναζιστικού κινήματος και του ισλαμικού φονταμενταλισμού. Είναι και τα δύο αποπαίδια της πολιτικής που εφαρμόστηκε και εφαρμόζεται στη Δύση. Η βία που ήδη βλέπουμε, θα γίνει η βία που θα ζήσουμε ο καθένας προσωπικά με διάφορους τρόπους.
Κι όσο παριστάνουμε ότι είμαστε έξω απ’ το πρόβλημα, τόσο το πρόβλημα θα θεριεύει. Δεν περνάει πλέον η θεωρία του ‘εγώ είμαι ήσυχος άνθρωπος’ ή ‘εγώ είμαι κουλτουριάρης’ – τώρα είναι η ώρα της πράξης. Της θετικής αντιμετώπισης της διαφορετικότητας, είτε αυτή είναι θρησκευτική, είναι φυλετική.
Αυτός που δεν αποδέχεται τους ομοφυλόφιλους, παράλληλα δεν αποδέχεται τους ‘αλλόθρησκους’ , τους ‘μαύρους’ και κατά βάθος τον εαυτό του. Και μέσα στην οργή και την παράνοια του τρόμου του, αυτός ο άνθρωπος ξαναγίνεται ζώο.
Ένα ζώο που θα ορμήσει. Στα τυφλά. Όπως οι ναζί ή οι τζιχαντιστές.
Ίσως αυτό το κείμενό μου φανεί σε κάποιους αλλόκοτο. Δεν είναι. Αυτά ζω ταξιδεύοντας, αυτά ζω στην Ελλάδα, αυτά γράφω.
Αν δεν προσπαθήσουμε να αποδεχτούμε ότι οι κοινωνίες μας είναι απόλυτα πολύ-πολιτισμικές, αν δεν επιδιώξουμε να μάθουμε πώς θα συμβιώσουμε, αν δεν κοιτάξουμε τον ‘ξένο’ με σεβασμό, θα έρθουν ακόμα χειρότερες μέρες.
Ωστόσο, επειδή όπως είπα στις πρώτες γραμμές, συνεχίζω να ελπίζω, ρωτάω πάντα τους ξένους που συναντώ, πώς λένε ‘ευχαριστώ’ στη γλώσσα τους και το μαθαίνω. Και ευχαριστώ συχνά σε πολλές γλώσσες και έχω κατά νου ότι και η δική μου γλώσσα, είναι ξένη γι’ αυτούς, όπως και η κουλτούρα μου. Για θρησκεία δεν συζητώ καθότι δεν διαθέτω – εξ ου και το ‘αλλήθρησκος/οι’ σε εισαγωγικά. Λυπάμαι, δεν διαθέτω ούτε ομόθρησκους, όμως γνωρίζω πάρα πολύ καλά και λόγω σπουδών και λόγω πείρας, ότι οι θρησκείες συνιστούν κοινωνικοπολιτικά συστήματα που δεν είναι συγκρίσιμα είδη. Οι διαφοροποιήσεις και οι συγκρίσεις μόνο κακό κάνουν ενώ η αποδοχή της διαφορετικότητας μπορεί να οδηγήσει σε αλληλοκατανόηση και αλληλοσεβασμό. Αν η Δύση θυμηθεί αυτές τις έννοιες και τις εφαρμόσει, υπάρχει ελπίδα. Αν όχι, μαύρο λάβαρο που μας έφαγε.

Άκουσα προχτές μια κυρία στο σούπερ-μάρκετ να μουρμουρίζει: «Αυτός ο σκυλάραπας τι θέλει εδώ;» Κοίταξα τον ‘σκυλάραπα’ που ήταν ένας ψαρομάλλης Σύριος, νομίζω, κομψός και πανέμορφος. Την άκουσε κι εκείνος και χαμογέλασε. Και αναρωτήθηκα αν χαμογελάει για να πάρει κουράγιο, καθώς σίγουρα καταλάβαινε ελληνικά ή αν χαμογελάει γιατί κάποιοι τον έπεισαν ότι αργά ή γρήγορα θα πάρει το αίμα του πίσω. Μου έπεσε ένα πακέτο, το έπιασε και μου το έδωσε. Το χαμόγελό του ήταν εντελώς διαφορετικό όταν του είπα, ‘Σοκράν’, ευχαριστώ στα αραβικά.

Μετά πήγα στο κινέζικο της γειτονιάς μου για σαγιονάρες και ανταλλάξαμε τα ‘σίς-σχιέ’ μας, γελαστά. Κι μόλις πήρα σταφύλια απ’ τον εβραίο φίλο μου μανάβη, είπαμε ‘τόντα’ γελώντας. 


Θέλω από τα σπλάχνα
με θράσος
και θάρρος
και θέληση θριάμβων,
περνούν από θολά θαλάμια
άσπλαχνων
αθέλητων συμβιβασμών


Άψυχα θα
συνωστίζονται
πίσω από δόντια φράχτες
ασθμαίνοντα
σχεδόν αθόρυβα

Θραύσματα σιωπών
θέλω θρυμματισμένα
θρυαλλίδες μικρής πνοής
θλώνται σε τείχη αρχαίων μη

Ο ιατροδικαστής θα γράψει
η εκτομή έγινε με θλον όργανο
κι εσύ θα ψάχνεις για καρδιά


και τρυφερά θροΐσματα ονείρων.

ΑΥΤΟΛΕΞΕΙ ΚΑΙ ΑΜΝΗΜΟΝΕΥΤΑ


Θεός είναι
το μαρκάρισμα του αιδοίου

Η βελούδινη
γαλάζια
λέξη

Καθώς παραχαράσσει
ατσάλι
από τις νύκτες

Θεός είναι
ο μασκοφόρος τιμωρός

Απαλλαγμένος από τον έρωτα και τη λογική σου
«απαλλαγμένος από τον δρυοκολάπτη»

Είναι
αίρεση

Τα αλουμινένια διηνεκή μου δόντια

Χωρίς
φύλα

Όταν κόβουν τις ώρες απάνω σου γυμνές
στην ύστατη προσπάθεια να καταλάβεις

Ο Θεός βρίσκεται
αυτοφυής

Έτοιμος για ολική επανεξέταση του προϊόντος.
 


Της Λέξις


Και διάβαζα ποιήματά της
Και μου άρεσαν
Και τα ποθούσα
Και ήθελα να τα φάω
Και ήθελα να χρησιμοποιήσω μόνο τα χέρια μου
Και να σκίζω τα νύχια μου μέσα τους
Και διάβασα τα σχόλια
Και τον αγαπούσε
Και αγόρασα το βιβλίο του
Και με άφησε ανοιχτή
Και τον αγάπησα κ’γω
Και το είχα μαζί μου στο αστικό
Και τον είχα μαζί μου στην τσάντα
Και δεν καταλάβαινα πως γινόταν να μην είναι γυμνός
Και δεν ήξερα πώς να αγαπήσω
Και αγαπούσα τόσο αληθινά
Και ήρεμα
Και χυδαία
Και έμοιαζα με παιδί
Και γλίτωσα από τα παιδιά προ πολλού
Και ήταν νωρίς να φύγω
Και ήταν αργά να μείνω
Και διάβασα τα ποιήματά της
Και διάβασα τα ποιήματά του
Και έφαγα ραβανί με παγωτό
Και χάρηκα γι’ αυτό
Και κάπνισα πολύ
Και ήτανε το πάντα του τότε
Και γίνεται ο κύκλος
Και δεν σημάνει ποτέ 12
Και υπάρχω έκφυλα
Και αλληθώρισα κοιτώντας τις λέξεις
Και πετάχτηκα
Και αντέγραψα
Και φώναξα
Πέφτεις Λέξις
Λέξις πέφτεις
Και  έπεσε η Λέξις
Και ξόδεψα την κάρτα μου
για να καλέσω ασθενοφόρο
Και άργησε να έρθει
Και τον έβγαλα απ’ την τσάντα
Και τον αγάπησε
Και δεν ήξερε πώς να το πει
Και είπε μόνο ένα τραγούδι
Πέφτεις Λέξις
θα μιλήσουμε στην αιώρηση
Να προσέχεις


*


My lover, άνδρα, γυναίκα και μηδενική μου οντότητα
ποθώ την απόσχισή μου και την αδιάκριτη ένωση με
το ρυμουλκό σύμπαν αλλοτινού εαυτού
επιχειρώ την σύμπραξη με δόρυ
και την συνεπαρμένη συνύπαρξη του οράματος
σε γάλα εβαπορέ μακράς διαρκείας και τεχνικώς
ανεμοδαρμένης γεύσης
ανεμοδαρμεναυψη Χίθκλιφ lover
και αποτινάσω τη σκέψη επαφής με το μεσαίο μου δάχτυλο
οργώνοντας μεταξένια χωράφια καλαμποκάλευρου
σε επαρχιακή κοινότητα αναρχικών
Ζητώ τη χάρη της αμαρτίας σου
και τη σκλαβιά στα νότα σου
κόβοντας εντειχισμένες απολήξεις των νευρικών κυττάρων
μαιλοβεραρσενικουθηλυκουρυμουλκιμενουεκκωφαντικου
Α(αααα)θρωπιμού
χόρεψε μια φορά το πίσω μέρος από τα λόγια τα σκληρά
και παίξε μια παρτίδα σωστή/ χωρίς να με γελάσεις/


*


Κοιτάξτε μωρά μου
ζούμε τις μέρες του τυχαίου
χωρίς μαγικά μπλου τζιν
μόνο με τζιν
βουτηγμένα στο ποτήρι
Στα σερβίρει ένας μπάρμαν
 προπονητής του ΠΑΟΚ
πίνω κονιάκ στις τέσσερις το απόγευμα
με 36 βαθμούς να κολλάνε στο πετσί μου
Νιώθω πως μπορώ να αγαπήσω
όλα τα πλαστικά ομοιώματα
οικοδόμους
πανεπιστημιακούς
ξανθιές γυναίκες
με υπέροχο στόμα
χορευτές κ’ μισοδαγκωμένους σκύλους
(Ο Βοναπάρτης μου μισοκλείνει το μάτι
κ’ ο Αλέξανδρος ψόφησε
από δάγκωμα μαϊμούς)

Κοιτάξτε μωρά μου
ο κόσμος είναι άθλιος
μπορώ να σκοτώσω τον Ηλία
κ’ τη θεία
ακούγοντας Σούμπερτ
με υπόκρουση Σχοινά
δείχνοντας το έργο μου- το σώμα μου-
σε εν δυνάμει γλύπτες
Προσεύχομαι στην καύλα για την τέχνη τους
Πορεύομαι με τον Καβάφη ευλογιά
κ’ την Γούντμαν στο νεοϋορκέζο παράθυρο
να με βγάζει φωτογραφίες
Ερωμένη της ας ήμουν
κ’ αυτή όχι τελειωμένη
Στο μυαλό μου παίζουμε
το «Ο Παγοπώλης έρχεται»
κ’ παραφυλάμε ανθρωποειδή
στα προάστια της γαλλικής εξοχής

Κοιτάξτε μωρά μου
σήμερα αποφάσισα
να είμαι χαρούμενη
Σαντέ κ’ ο Τσαρούχης στο πακέτο μου
Αυτή είναι η αλήθεια!
Η Αφροδίτη με αγκαλιάζει θερμά
με ταμπεραμέντο
 από τον νοτιά του Πειραιά
Αν το πάρεις όλο κάτω
βγαίνεις στη θάλασσα
απλό/απλούστατο/κατανοητό
Κάτω πνίγεσαι
πάνω πηδάς ή πηδιέσαι


Κοιτάξτε μωρά μου
Ιστορίες είναι όλα
αλλά το θέμα είναι οι ιστοί
και οι Ρίες
Το κομμένο όλο
και η ανάλυση σε μικρομόρια
Ανάθεμα αν θυμάμαι
τίποτα από φυσική
μόνο την κρούση/
το ζωγραφισμένο αυτοκίνητο στον πίνακα/
ποτέ δεν πεθαίνει κανείς
Μόνο τα ποντίκια
με ένα εκατομμύριο ενέσεις στη σάρκα τους
(Ποτέ δεν πρέπει να πήραν ποντίκια από το Μεσολόγγι)


Κοιτάξτε μωρά μου
κάποια στιγμή
θα μείνουμε με τις λίστες ονομάτων
φρατζόλα με σουσάμι
καλώδιο υπολογιστή
φόρεμα φεγγαροντυμένης
τσιχλόφουσκα διαμετρήματος καρχαρία
πληγή για την καταμέτρηση
Ονόματα-Ονόματα
λέξεις για ονόματα
ονόματα οι λέξεις
ονόματα-πρόσωπα
στις λέξεις
λέξεις τα πρόσωπα
στα ονόματα
τα πρόσωπα ονόματα
για λέξεις


Κοιτάξτε μωρά μου
αν μου έκοβαν τα πόδια
δεν θα’ χα αγάπη
μόνο ένα βιβλίο
-του Μπέκετ-
μια χελώνα στο χέρι μου
και γλυκά μεταλλαγμένης ζάχαρης
Αυτό
Παραπάνω
Παρακάτω
Μέσα
Έξω
Ο ήχος
Το σιρόπι
και ο νοσηλευτής
Μετά ίσως
να έλεγα πως δεν θα γίνω τροφή
για τα σκουλήκια
και πουτάνα του χώματος
Αλλά ξαναγεννημένη
ξαναμμένη παρθένα του φωτός
Κάπως θα ξεχνιόμουν
σε λευκά
εικασίες
ιστορικές δολοπλοκίες

Κοιτάξτε μωρά μου
σήμερα
αυτό το λεπτό
της δεκάτης τετάρτης ώρας
γεννιέται ένα ζώο/
ένας –κάτι, κάπου- άνθρωπος/
ένας οργασμός
πεθαίνει μια εικόνα/μία σκέψη/
ένα αίσθημα/μια ανάμνηση/
ένας κρότος/μια λοταρία
μια υπόσχεση εκδρομικής κλινοπάλης
-ανεβασμένης σε ουρανοξύστη-
χαμερπής και ενστικτώδης.


(Τώρα πρέπει να πείτε
τί βλέπετε και πόσο με λατρεύετε)


Σήμα ποί(η)μα


με σήματα μορς
η επικοινωνία
έτσι-
μόνο πικρά τα ηχητικά
Αλλαγές
νέες πάνες στο μυαλό
ίσως να πρέπει να μάθω
 ρουμάνικα
όπως όλοι οι καλοί αγρότες
να γλιτώσω το λάδι
και το πάλι
επαναφορά φυσικού
προσώπου λέγεται ( καθόλου αμφισβητήσιμο μεσιέ)
λαθραία μεταξύ μας και πέρα από μας
-Εξαιρούνται οι νεκροί και οι πάσης φύσεως
πεπερασμένοι και συρραμμένοι-





Η Γκαμπριέλα Ρόσας [Gabriela Rosas] είναι μια από τις νέες και πιο σημαντικές ποιητικές φωνές της Βενεζουέλας.

Καρτ Ποστάλ

Ένα στόμα είναι μόνο αυτό
εώς ότου ανοίξει στα δύο
και κυριεύσει την καταιγίδα που είσαι
τότε τρέμεις
σ' ένα στόμα χωρά όλη η βροχή

μετάφραση: Στάθης Ιντζές

*

Postal

Una boca es sólo eso
hasta que te abre en dos
y habita la tormenta que eres
entonces tiemblas
en una boca cabe toda la lluvia.






Ποιητής 

Παρθένα λέξη
δέξου την πίεσή μου.
Την ποίησή μου.

Ρυτίδες

Έσχισαν το πρόσωπό μου.
Ενώνω τα κομμάτια.
Με δάκρυα διαρκείας.

Το   Παρελθόν

Το παρελθόν είναι ένα τρένο.
Φθάνει κατάματα στη νύχτα σου
σταθμεύει εκεί για μια αστάθμητη στιγμή -
σχισμή που ανοίγει κι αναβλύζει ίσκιους
πνοές βιτσιές στου ταξιδιού το εκκρεμές.
Το παρελθόν είναι ένα άδειο τρένο.
Φτάνει τη νύχτα σου στο τέρμα.


Παρτίδα   Σκάκι

Διάλεξε ελεύθερα το πιόνι σου και γίνε
στρατιώτης ήρωας στην πρώτη τη γραμμή
πύργος ακάθεκτος σε κάθε επιδρομή
άλογο σε περισυλλογή πριν απ’ τον καλπασμό σου
αξιωματικός με αμέτρητα παράσημα στο βιογραφικό σου
Βασίλισσα ακόμα ή και Βασιλιάς - νικητής θριαμβευτής
σωτήρας της παρτίδας.
Διάλεξε ελεύθερα το πιόνι σου και μείνε
να περιμένεις από Κείνον
την επόμενη, την κάθε κίνησή σου.

Ακινησία

Ατμόσφαιρά μου είναι η ακινησία.
Μέσα της ρυθμικά προσηλωμένη
οξυγονώνομαι γιγαντώνομαι υψώνομαι
στις πλάτες πάνω δεκάδων μυρμηγκιών
που αθόρυβα με σέρνουνε και μαλακά
με πάνε στη φωλιά τους.


Φυσική   Τάξη

Ένα πρωί θα ξημερώσει βράδυ.

Όσοι προσέλθουνε πιστοί
γαλήνιοι θ’ αλλάξουνε πλευρό
στον ύπνο θα στοιβάξουνε τον χθεσινό
κι άλλο μακάριο ροχαλητό
και ακόμη ένα όνειρο
αληθινό.

Όσοι λιγοστοί απιστήσουν
- κι ανήμεροι ξεσηκωθούν -
στην άκρη της νύχτας θα βαδίσουν
τη νύχτα από την άκρη της ν’ αναποδογυρίσουν.
(Οι βλάσφημοι, θ’ αμφισβητήσουν
με λόγο και με πράξη
την φυσική του κόσμου τάξη).

Στο   πρώτο   σκαλί

Ο γέροντας ποιητής Ευμένης
της νιότης του το έργο αναζητά.
Γυρνά παλιά περιοδικά,
ανθολογίες του καιρού,
ποιητικά χαρτιά νυχτέρια ·
την άκρη του δεν βρίσκει - ακινητεί
μες στη στιγμή ξηλώνει και χαλνά
ποιήματα της δόξας του αρτιμελή και πλήρη
πασχίζει να φτάσει στην αρχή
να κλείσει στο μπουμπούκι
που μπρος του κείται πέταλα
και φύλλα μαδημένα.

Της   γυναίκας   του   πρωτομάστορα

Στον πρώτο στίχο ένιωσε το κάλεσμα του Χάρου.
Σαράντα πέντε μάστοροι κι εξήντα μαθητάδες
σκιές ηχούν στα μάτια της, σειρήνες στα αυτιά της
το χτίσιμο το γκρέμισμα σε μία μέσα μέρα
και το πουλί που κελαηδεί μ’ ανθρωπινή λαλίτσα.
Ο πρωτομάστορας πλουμίδια δε φορεί, δεν πέφτει
του θανάτου, μονάχα κοιτά, συνθέτει από ψηλά

τη μπετονιέρα σύγκορμη ν’ αλέθει τη σιωπή της.

Κάπου στο 1997, βγαίνω από το Melody μ' ένα δισκάκι στα χέρια που δεν είχε καμιά σχέση με όσα είχα ακούσει μέχρι εκείνη τη στιγμή. Χρειάστηκε να περάσουν γύρω στα επτά χρόνια από τότε για να μην ξαναδώ τηλεόραση στη ζωή μου. Όμως οι βάσεις είχαν μπει τότε, πίσω στο 1997 και ακούγοντας το συγκεκριμένο τραγούδι



Το  #bookchallenge (ένα διαδικτυακό παιγνίδι με τους εξής κανόνες: 1) Γράφεις στο status σου μια λίστα με 10 βιβλία που σου 'χουν μείνει στο μυαλό. 2) Μην το πολυσκεφτείς, δράσε αυθόρμητα. 3) Δεν χρειάζεται να είναι τα μεγαλύτερα έργα της λογοτεχνίας μόνο βιβλία που σ' έχουν επηρεάσει), σε επίπεδο μιας φάτσο-ελαφρότητας (που λέει κι ο φίλος μου Παναγιώτης Τριτάρης), αποδείχτηκε εν τέλει αληθινά χρήσιμο.
 Ανάμεσα στην προσπάθεια να κρύψεις φανερώνοντας και να φανερώσεις κρύβοντας, βγάλαμε κάποια πρόχειρα συμπεράσματα: πρώτο, πως η ομοιομορφία στη γραφή οφείλεται στην ομοιομορφία των αναγνωσμάτων. Δεύτερο, πως οι πραγματικές ανακαλύψεις που κάνει ο αναγνώστης παραμένουν κρυφές όπως και παλιότερα. Οι συνομήλικοι φίλοι μου δεν ανακοινώναμε ποτέ τις ανακαλύψεις μας, τις κρατούσαμε κρυφές, μόνο για τον εαυτό μας φοβούμενοι πως αν τις μοιραστούμε με τους άλλους, θα έχαναν κάτι από τη μαγεία τους.
Τρίτο συμπέρασμα: η υποψία μας περί ναρκισσισμού για έναν εκδότη-ποιητή επιβεβαιώθηκε. Στα δέκα βιβλία ο αθεόφοβος έχει συμπεριλάβει το της γυναίκας του, και το δικό του… (παρέχοντάς μας τα πειστήρια πως η αρχική μας διάγνωση ήταν ορθή).
Ένας άλλος ανεκδιήγητος ποιητής-εκδότης είχε στήσει ολόκληρη ανθολογία της γενιάς του εβδομήντα μόνο και μόνο για να συμπεριλάβει τον εαυτό του…

Τα παιδία αποκαλύπτονται πάντα μέσα από το παιγνίδι κι η άρνηση κάποιων να μην παίζουν υποδηλώνει απλά το φόβο τους να μη γελοιοποιηθούν… 
Έκτωρ Πανταζής

ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΤΗΣ ΧΕΙΜΩΝΙΑΣ

1.καταχρεώθηκαν
την ξερή όψη αχρείων καθεστώτων
χωροφυλάκου κοψιά
να κυβερνά σκέψη και φρόνημα.Τότε
η ελευθερία
είχε τη χειμερινή της στολή

2.’Ολοι έπαιξαν στη μοίρα
μα ακόμα πλάθεται το προσωπό της
Πού θα κάτσει το ζάρι και θά ‘ναι ευνοϊκό
κανείς δεν είναι σε θέση να πει.
Κι ακόμα η μπίλια γυρνά
δεν ειπώθηκε το rien ne va plus
Κύριοι τάξετε με την ψυχή σας-

3.Τα πότισε μέσα αιώνας ψυχή ιώδιο
έγιναν ιερός καρπός μυθογονία
έτσι που σκιρτά απαλά η μνήμη
τρέμουν χορδές της θύμησης

4.Γυρίζω όλα τα φύλλα σαν τα γαλάζια
κύματα κατά την ακτή
μουλιάζουν οι αμμουδιές σκουραίνουν
απότομα ένας γλάρος χτυπά στο κύμα
αστράφτει ασημένιο του ψαριού
ώ βίαια του μεσημεριού μερίδα του ήλιου


Η κυρία Χρυσούλα, η δασκάλα μου στις πρώτες τάξεις τού δημοτικού, συνήθιζε να μας λέει "Να πηγαίνετε για ύπνο όταν ακούτε τη μουσική έναρξη των δελτίων των οκτώ που βλέπουν οι γονείς σας". Τότε, και για πολλά χρόνια, θεωρούσα αυτήν της τη ρήση ως προτροπή για έναν φυσιολογικό παιδικό ύπνο. Τώρα, θέλω να πιστεύω, ότι κατά βάθος ήθελε να μας προφυλάξει από αυτό που ακολουθούσε μετά τη μουσική τής έναρξης.
                                                          


  Η γέννα


Ξύπνησε στην άκρη του κρεβατιού. Θυμήθηκε το νυφικό στεφάνι της μάνας της. Μπουσούλαγε ακόμα όταν την βρήκαν νύχτα με το πέπλο στα δόντια. Φορούσε το στεφάνι της μάνας της, περασμένο ως στον λαιμό. Εκείνη όταν την βρήκε γέλαγε. Αργότερα κατάλαβε,  μα ήταν αργά.

Θυμήθηκε τα τελευταία του λόγια, θα ξαναγεννηθώ από τα βλέφαρά σου. Εκείνη δεν τον πίστεψε. Θα ανοίξει διάπλατα ο κόλπος σου και θα πεταχτώ από την κόρη του ματιού. Βλέννες θα γεμίσουν τα τσίνορά σου, βλέννες γέννας κι αίμα Από το στεφάνι της μάνας σου το νυφικό θα έχεις πλέξει φωλιά να κοιμηθώ και με τον λώρο σου θα με σκεπάσεις πριν να κλάψω. Αργότερα κατάλαβε, μα ήταν αργά.

Ξύπνησε στην άκρη του κρεβατιού. Με το νύχι έξυσε την σπείρα του αφαλού της. Σε λίγο θα τον γεννήσει, τα στήθια βαριά και τρίζουν, φωτιά που σβήνει. Θυμήθηκε τον χορό της. Τα στήθια τώρα στάζουν κόκκινη κλωστή κι ο ρόγχος του, αόρατο κουβάρι στα δάχτυλά της. Τώρα κατάλαβε, μα είναι αργά.

Αν σε ρωτήσω ποιος είναι ο πατέρας μου δεν έχεις απάντηση. Ας είναι. Μου φτάνει που θα με γεννήσεις. Να μην ξεχάσεις το όνομά μου. Θέλω το ίδιο να ναι. Αυτό που κουβαλώ, στάχτη στον πληγωμένο μου σβέρκο ανά τους αιώνες. Να χω ανοιχτά τα μάτια θέλω, μάνα, να σε βλέπω να πονάς όταν επιστρέψω γυμνός, στην πιατέλα. Να χυθούν υπνωτισμένα φίδια στο πάτωμα τα μαύρα σου μαλλιά κι εσύ αμετανόητη να με βουτάς στην μαύρη κολυμβήθρα. Εγώ όμως στην πλάτη σου αγκάθια θα ανθίσω μάνα.

Έπεσε στο πάτωμα, ουρά σκυλιού κομμένη. Άνοιξε διάπλατα ο κόλπος της κι έβλεπε το κεφάλι του να ξεπροβάλλει από την κόρη του ματιού. Βλέννες γέμισαν τα τσίνορά της. Βλέννες γέννας κι αίμα. Δεν πρόλαβε να τον κοιμίσει στο μητρικό στεφάνι. Δεν πρόλαβε να τον σκεπάσει με τον λώρο. Γεννήθηκε με το κεφάλι του στην πιατέλα. Τα στήθια τώρα στάζουν κόκκινη κλωστή κι ο ρόγχος του, αόρατο κουβάρι στα δάχτυλά της. Στην πλάτη σου τώρα βοήθα με αγκάθια να ανθίσω μάνα.

Έτριψε τα μάγουλα της στο αθάνατο κεφάλι και θυμήθηκε τον χορό της:

Ιωάννη θα σε λέω.





φωτο: Μαρία Σταθοπούλου

η μόδα των ρούχων
 συμβαδίζει με την πρόοδο
 φέτος θα φορεθούν πολύ
 οι βιδωμένες καρέκλες


φωτο: Έλενα-Δήμητρα Ρουμάνη

όλη τη μέρα πελάτης δεν φάνηκε
στο στενάκι
οι ελληνικές σημαίες ξεπουλήθηκαν
απ’ τις λεωφόρους


φωτο: Μαρία Σκανίκα

τώρα που οι λαβύρινθοι
είναι μονής κατεύθυνσης
 πόσο κοστίζει η ήττα
συν τις αψίδες θριάμβου;

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA