Πέτρος Μπιρμπίλης, Αδειάζει το σπίτι της μάνας μου

Η Διώνη Δημητριάδου γράφει στο περιοδικό Fractal για το "Ο φόνος του λευκού" (Θράκα, 2017) του Παναγιώτη Δημητριάδη.

«Ποίηση στη σχάρα» του Πέτρου Γκολίτση: η ποιήτρια Έλσα Κορνέτη

Μια κριτική προσέγγιση στο «Πέρασμα» του Κωνσταντίνου Τζαμιώτη, της Εύης Κουτρουμπάκη

«Sturm und Drang» του Γιώργου Λίλλη: Gottfried Benn, Ποιήματα

«7» του Ζαχαρία Στουφή: Καλοκαιρινός ποιητής


Πέρασε καιρός από τότε που έγραψα το τελευταίο μου κείμενο και είχα αποφασίσει να μην ξαναγράψω ως Κνίσα που σημαίνει τσίκνα στα αρχαία ελληνικά για όσους με ρωτούν με μηνύματα. Για την ακρίβεια σκεφτόμουν να εξαφανιστώ απ’ το φεϊσμπούκι. Ωστόσο να που επανέρχομαι κι ευχαριστώ γι’ αυτό τον Σωτήρη Παστάκα, τον Μάκη Τσίτα και τη νεραϊδένια Ελένη Γκίκα. Επιστρέφω γεμάτη απορίες καθώς είχα περισσότερο χρόνο να ασχοληθώ και να παρατηρήσω τα όσα συμβαίνουν έξω απ’ την εικονική πραγματικότητα του διαδικτύου. Και χάζεψα.
Απορία πρώτη: Βλέπω στα σούπερ μάρκετ και τα πολυκαταστήματα, καλάθια που περιμένουν την προσφορά μου σε τρόφιμα, ρούχα, βιβλία. Είδη που πρέπει να αγοράσω απ’ το κατάστημα και να τα βάλω με σεμνή υπεροψία στο καλάθι. Μάλιστα κάποιες υπάλληλοι μου επέστησαν την προσοχή ότι οφείλω να προσφέρω. Την τρίτη φορά που η ίδια ταμίας μου το είπε με χαμογελάκι του στιλ ‘εσύ είσαι πλούσια’ τη ρώτησα: «Γιατί δεν βάζει το αφεντικό σας; Γιατί πετάτε τόσα τρόφιμα στα σκουπίδια αντί να τα χαρίζετε;» Η ταμίας με κοίταξε άναυδη. Προφανώς δεν το είχε σκεφτεί αυτό. Συνέχισα τις ερωτήσεις: «Έχετε κάνει ποτέ κάποιου είδους εθελοντισμό; Ξέρετε ότι οι πρόσφυγες έχουν λεφτά για να φάνε, αλλά χρειάζονται και σχολεία για τα παιδιά τους, σπίτι να μείνουν που να μην είναι υπόγειο, γιατρούς και φυσικά δασκάλους να μάθουν ελληνικά; Θέλετε να έρθετε μαζί μου, να δείτε ότι αν το αφεντικό σας έδινε πεντακόσια ευρώ το μήνα σε μια εθελοντική οργάνωση, εσείς δεν θα χρειαζόταν να μου λέτε βλακείες; Και κάτι ακόμα.» Η ταμίας παντζάρι. «Σας παρακολουθεί κάμερα αυτή τη στιγμή, έτσι δεν είναι;» Χαμηλώνει τα μάτια. «Εντάξει, κατάλαβα». Έφυγα. Οι απορίες μου συνεχίζονται. Τα καλάθια αυτά πάνε συνήθως στην αρχιεπισκοπή που τα μοιράζει. Γιατί αντί να ξεφτιλίζει έτσι ανθρώπους, δεν βρίσκει απ’ την εφορία ποιοι είναι οι άποροι και να τους βάλει κάτι σ’ έναν φάκελο; Μήπως επειδή το ένα έχει τη φιγούρα του και διάφορες βλαμμένες με κουραδόκοτσους που μοιράζουν σακούλες στους υπερήλικους, ενώ αν γίνονταν όλα ήσυχα και σιωπηλά, θα έχαναν τη διαφήμιση;
Απορία δεύτερη: Είχα επιστροφή 550 ευρώ και πήγα να τα πάρω. Στο μεταξύ είχε βγει ο ΕΝΦΙΑ. Η ευγενέστατη ομολογουμένως υπάλληλος, μου εξήγησε ότι δεν επιτρέπεται να τα πάρω αφού οφείλω ΕΝΦΙΑ κι αμέσως μετά μου εξομολογήθηκε ότι αυτό που γίνεται είναι παράνομο. «Δηλαδή; Τι να κάνω;» τη ρώτησα αποβλακωμένα. «Να πάτε στο Συνήγορο του Πολίτη» μου απάντησε εμπιστευτικά. «Ή να πληρώσετε τώρα τον ΕΝΦΙΑ, να τελειώνετε». «Αφού είναι παράνομο και ο ΕΝΦΙΑ ξεκινάει Σεπτέμβρη ενώ εγώ έχω επιστροφή τώρα, μέσα Αυγούστου…» Με τα πολλά ούτε που κατάλαβα ότι πλήρωσα και ότι μου έδωσε ένα χαρτάκι που έλεγε ότι όφειλα ακόμα 68 ευρώ και έπρεπε να τα πληρώσω Δεκέμβρη. Αυτά έγιναν Παρασκευή. Τη Δευτέρα βγήκαν και ανακοίνωσαν ότι όσοι έχουν επιστροφή φόρου θα την παίρνουν μετρητά και δεν θα συμψηφίζεται με τον ΕΝΦΙΑ. Ξαναπήγα στην εφορία στην ίδια ευγενέστατη υπάλληλο. Της εξήγησα τι έγινε και τι άλλαξε. Μου είπε, «ναι, βεβαίως, όμως αν το καταγγείλετε, θα χάσω τη δουλειά μου γιατί βιάστηκα και έχω και τρία παιδιά». Δηλαδή, η κυρία η ευγενέστατη, μπορεί να παίρνει και μπόνους αν εισπράττει λεφτά που δεν οφείλονται από κορόιδα σαν κι εμένα; Και γιατί αν εγώ κάνω λάθος στη δουλειά μου, δεν θα ξαναπάρω μετάφραση; Πήγα στον έφορο και εξήγησα τι έγινε. Με κοιτούσε σαν να παρακολουθούσε κωμωδία και χτυπούσε το στιλό του νευρικά στο τραπέζι. Όταν τέλειωσα είπε ως Καφκικός δικαστής: «Κυρία μου, βιαστήκατε. Ο επόμενος». Και η απορία που δεν εξέφρασα είναι: Αν κάνω καταγγελία, πρώτον πού θα την κάνω και δεύτερον, ποιος θα αναγνωρίσει το δίκιο μου; Ναι, τελικά είμαι μεγάλο χαϊβάνι. Δίκιο έχει μια φίλη μου που χρωστάει εκατό και, χιλιάδες ευρώ και λέει ατάραχη ότι θα αρχίσει να πληρώνει όταν βάλουν δόσεις. Τελικά εγώ που δεν χρωστάω ποτέ, ανήκω στους ‘μαζί τα φάγαμε;’ του κυρίου που απολαμβάνει τα πάχη του τα κάλλη του;
Απορία τρίτη: Έχοντας ζήσει χρόνια στο εξωτερικό, έχω αρκετά διαφορετική άποψη για το πώς λειτουργεί ένα κράτος σχετικά με τις ερωτικές προτιμήσεις των κατοίκων του. Ο διευθυντής της αγγλικής τράπεζας που συναλλασσόμουν επί δεκαετία, φορούσε σακάκι, πουκάμισο, γραβάτα κι από κάτω φουστίτσες μίνι που, άλλαζε ανάλογα με το χρώμα της γραβάτας του, και ψηλοτάκουνες γόβες. Ήταν ο καλύτερος διευθυντής που γνώρισα ποτέ και το πόσο δίκιο έχω απεδείχθη απ’ το γεγονός ότι πέρσι τον έκαναν γενικό διευθυντή όλης της Nova Scotia του βορά. Αδιαφορώντας για τα ρούχα του. Εδώ στην Ελλάδα, θα τον είχαν κάψει στην πυρά τα ναζάκια και τα παπαδάκια; Γιατί; Για τα ρούχα του, για τις πιθανές σεξουαλικές του επιλογές ή γιατί είναι άριστος στη δουλειά του; Κάθε φορά που μιλάω με φίλους μου απ’ το εξωτερικό με ρωτάνε τι σχέση έχει η εκκλησία με το κράτος κι αν είμαστε μουσουλμάνοι. Γιατί ενώ εμείς το παραβλέπουμε, μόνο οι φονταμενταλιστές μουσουλμάνοι έχουν συνδέσει το κράτος με την εκκλησία. Και τώρα φτάνω στο ζουμί. Έχω κάποιους καλούς φίλους. Μεταξύ αυτών έχω φυσικά και ομοφυλόφιλους φίλους. Και αγαπιόμαστε. Και θέλουν να είμαι καλά και θέλω να είναι ευτυχισμένοι. Και θα παραστώ στους γάμους τους όπου κι αν γίνουν. Κι απορώ με την πατρίδα μου. Γιατί επιτρέπει σε παιδεραστές, εμπόρους όπλων και ναρκωτικών να παντρεύονται αλλά όχι σε ομοφυλόφιλους; Επειδή ενοχλείται η εκκλησία και κάθε κρυπτο-ομοφυλόφιλος ναζί; Δηλαδή στη χώρα μου, το κράτος προτιμάει να πληρώσει πρόστιμο γιατί δεν εφαρμόζει ούτε καν το σύμφωνο συμβίωσης, αντί να τα χαλάσει μ’ αυτούς τους χαλασμένους; Πάντως, επειδή είμαι εκ φύσεως μαχητική και ελπίζω, θέλω να πιστεύω ότι θα δω φίλους και φίλες μου να παντρεύονται όπως και εμείς οι στρέιτ, στην Ελλάδα, όχι στην Αγγλία ή στην Ολλανδία. Και εδώ έρχεται μια ακόμα απορία: Δηλαδή, οι άνθρωποι με διαφορετικές σεξουαλικές προτιμήσεις, δεν είναι άνθρωποι; Γιατί; Μήπως επειδή είναι υπεράνθρωποι προσπαθώντας να επιβιώσουν σ’ αυτή τη χώρα;
Α, ναι, μην το ξεχάσω: Επειδή το φεϊσμπούκι κόντεψε να με ξεγελάσει ότι ο κόσμος είναι ό,τι διαμείβεται εδώ μέσα, η Κνίσα θα βγαίνει την τελευταία Κυριακή κάθε μήνα και δεν θα λογοτεχνίζει. Τον υπόλοιπο καιρό λέω να ζω και να λογοτεχνίζω εκτός. Άντε και καλό μας Σεπτέμβρη.



Εκδόσεις Σφεντάμι, σελ. 136



Ντάλα μεσημέρι. Παρ’ ολίγον καύσωνας. Μουσική από ραδιόφωνο ανάκατη με θορύβους από μακριά. Μια μικρή πλαστική υδρόγειος, χυμένα κλειδιά στο γραφείο και αδιάβαστα βιβλία με ξεχασμένους σελιδοδείχτες σε τυχαίες σελίδες.

Διαβάζω Γιώργο Ιωάννου και βρίσκω κάτι ιδιαίτερα οικείο στη γραφή του. Σε πρώτο πρόσωπο όλα. Με πόνο και ειλικρίνεια. «Ανακουφίζομαι γράφοντας σε πρώτο πρόσωπο», θα πει. «Είναι για μένα κάτι σαν ψυχολογική ανάγκη. Ωστόσο τα περισσότερα από αυτά που γράφω δεν είναι βιογραφικά και δεν συνέβησαν ακριβώς έτσι, όπως μεταφέρονται στο χαρτί».

Εκατό και κάτι σελίδες πραγματικής ποίησης από τις λαρισινές Εκδόσεις Σφεντάμι, σε επιμέλεια του Γιάννη Καραγιάννη. Το ερωτικό αδιέξοδο μέσα από στίχους-σπαράγματα καλύπτει το σύνολο του ποιητικού του έργου από το 1954 ως και τον θάνατό του. «Δεν υπάρχουν άνθρωποι ζωντανοί», θα πει, «που δεν τους έχει απασχολήσει το ερωτικό θέμα -το ερωτικό, όχι το σεξουαλικό- και δεν τους έχει καθορίσει περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο».

«Δεν είμαι πια ο νεαρός που δεν καταλαβαίνει», δηλώνει κάπου με όση πίστη του ‘χει απομείνει στον εαυτό του. «Αυτοί που πήγα να φωνάξω, αυτοί φταίνε», γράφει αλλού. Άλλωστε, «ό,τι φοβήθηκα με βρήκε με το παραπάνω». «Σε τελική ανάλυση, το μόνο πράγμα που με παρηγορεί και καταστέλλει τη φοβία μου για το θάνατο είναι οι άλλοι, οι πολλοί άνθρωποι. Η μοναξιά μέσα στη φύση με πανικοβάλλει. Ενώ η μοναξιά μέσα στη μεγαλούπολη είναι το ιδανικό μου. Να είμαι κοντά, αλλά όχι μαζί, για να μπορώ να δουλέψω…»


Γιώργος Γλαύκος
Κλέφτρα αφορμή


«Κυρ Βαγγέλη, μου είπε η γιαγιά μου ότι θέλει μισό κοτόπουλο».
«Τι το θέλει ρε μπόμπιρα η γιαγιά σου το κοτόπουλο; Αρρώστησε κανείς;»
Ο Βαγγέλης ήξερε ότι η κυρά Πηνελόπη αγόραζε κοτόπουλο μόνο αν αρρώσταινε κανείς, για να του φτιάξει σούπα να γιάνει. Ήταν ακριβό κι οι περισσότεροι στη γειτονιά δεν μπορούσαν να το αγοράσουν μεσοβδόμαδα. Μεροκαματιάρηδες όλοι, κρέας έμπαινε στο σπίτι μόνο κάθε Σάββατο, να το στείλουν στο φούρνο την Κυριακή το πρωί, να το φάνε το μεσημέρι.
Τα ‘χασε με την ερώτηση ο Παναγιωτάκης, ήταν δεν ήταν ακόμα οχτώ χρονών. Έξυσε τη μύτη του και κοίταζε χαμένος το χασάπη. Ήταν τόση η χαρά του που του ανέθεσαν μια τόσο σπουδαία αποστολή, που σ’ όλο το δρόμο τρεχάλα ως το χασάπικο, την επανελάμβανε δυνατά, μην την ξεχάσει. Ήταν πολύ σοβαρή υπόθεση η αγορά του κρέατος, δουλειά του πατέρα του ή του παππού του.
Έπαιρναν λεφτά απ’ το μισθό που τους κράταγαν οι γυναίκες τους και πήγαιναν καμαρωτοί στο χασάπη. Κάθε τι άλλο το αγόραζαν εκείνες. Το κρέας ωστόσο το άφηναν στους άντρες τους. Ήταν απόδειξη νοικοκυροσύνης και κοινωνικής προβολής να ταΐζεις με κρέας την οικογένειά σου, απόδειξη ότι ο άντρας είναι ο αφέντης.
Ο Βαγγέλης έκοβε ένα τεράστιο μοσχάρι με το μπαλτά με απλωτές κινήσεις των χεριών και του μικρού του φαινόταν γίγαντας.
Επί τέλους ο Παναγιωτάκης μίλησε: «Όχι δεν αρρώστησε κανείς. Ένας κλέφτης χτύπησε στο δρόμο τη θεία Ντίνα και… δεν πήγε στη δουλειά».
«Τι είπες ρε;» τινάχτηκε ο Βαγγέλης με τον μπαλτά στον αέρα.
Τρόμαξε το παιδί βλέποντας αγριεμένο τον θεόρατο χασάπη και το ‘βαλε στα πόδια κρατώντας σφιχτά στο στέρνο του το πακέτο με το κοτόπουλο.
Τον φοβόταν από τότε που τον είδε να καβγαδίζει με κάποιον. Βρε τι σοκολάτες τον κερνούσε ο Βαγγέλης, τι γλειφιτζούρια, τι παιχνίδια, ό,τι και να του έδινε, το άρπαζε με παιδική λαχτάρα κι έφευγε τρέχοντας και φωνάζοντας από μακριά ‘ευχαριστώ’.
Το νέο μαθεύτηκε στη γειτονιά κι όλοι πήγαιναν στης Πηνελόπης. Δεν τους πείραζε που της πήρε την τσάντα, έλεγαν μάνα και κόρη. Αυτό ήταν το λιγότερο κι ας είχαν για μεγάλη γρουσουζιά το κλέψιμο όλοι στο φτωχογειτονιά. Ήταν καταστροφή, έδιναν μεταφυσικές ερμηνείες, έφτυναν τον κόρφο τους, έριχναν ευχές και κατάρες, άναβαν κεριά, πιστεύοντας πως έτσι ξορκίζουν κι αποτρέπουν τη συμφορά.
«Πού καταντήσαμε» μουρμούριζαν οι γείτονες και σχεδόν απολάμβαναν το θέαμα της χτυπημένης Ντίνας, λες κι έβλεπαν ταινία στο σινεμά.
Ο Παναγιωτάκης έγινε ο πρωταγωνιστής ανάμεσα στα παιδιά που έφερναν οι γείτονες. Φούσκωνε και ξεφούσκωνε περιγράφοντας με λόγια και κινήσεις τη μάχη που έδωσε η θεία του με τον κλέφτη. Τα πιτσιρίκια τον άκουγαν με ανοιχτό στόμα, γεμάτα ζήλια που είχε την τύχη να ζήσει αυτό το συγκλονιστικό γεγονός. Σε κάθε νέα φουρνιά πιτσιρικάδων, έβαζε και παραπάνω σάλτσα, ώσπου στο τέλος έφτασε να πιστεύει ότι ήταν δίπλα στη θεία του την ώρα της μάχης με τον κλέφτη.
Η κυρά Πηνελόπη μπούχτισε απ’ τα πιτσιρίκια και με το θάρρος του τραγικού γεγονότος, βγήκε στην αυλή να τα διώξει: «Παιδιά, άντε έξω να κάτσουν οι μεγάλοι, δε χωράμε».
Η ταραγμένη συμπόνια για τη Ντίνα είχε πάρει τώρα κάτι σχεδόν γιορτινό. Είχαν μαζευτεί τόσο πολλοί στο σπιτάκι και την αυλή που άρχισαν να γίνονται και προξενιά.
Το κουβεντολόι κόπηκε μαχαίρι, από ένα βογγητό της Ντίνας στη σάλα. Όλα τα βλέμματα στράφηκαν πάνω της. Όσοι βρίσκονταν στην αυλή έχωσαν το κεφάλι μέσα στα δύο παράθυρα. Ίσως ήταν τυχεροί κι έβλεπαν κάτι από αυτό που έζησε η Ντίνα. Έπεσαν έξω. Το βογγητό ξέφυγε από άτσαλη κίνηση κι αμέσως το γύρισε σε χαμόγελο. Εκείνο το γυναικείο χαμόγελο που θέλει να ρουφήξει κάθε φόβο, να τον μετατρέψει σε ζωή. Κοίταξε τους δικούς της και τους γείτονες χαμογελαστά, σαν μάνα που έλεγε στα παιδιά της πως δεν είναι τίποτα, θα περάσει γρήγορα.
Είχε τεράστιες μελανιές στα πόδια και στα χέρια, ίσως και κάποιο κόκαλο σπασμένο. Ο πόνος άρχισε να δυναμώνει όταν κρύωσαν τα τραύματα και, τι παράξενο, όσο πιο πολύ πονούσε, τόσο πιο πολύ γλύκαινε το χαμόγελό της. Σήκωνε διακριτικά τη φούστα της, να δουν οι φίλες της τις μελανιές, να της βάλουν πάγο. Όμως οι στιγμιαίες ματιές που αντάλλασσε με τη μάνα της, έλεγαν άλλα. Μόνο η κυρά Πηνελόπη καταλάβαινε πόσο πονούσε, μα έπαιζε κι εκείνη το ίδιο κρυφτό. Το θεωρούσαν αγένεια να δείχνουν τα βάσανά τους μπροστά σε ξένο κόσμο.
Η μικρή αυλή είχε γεμίσει πια ασφυκτικά. Η εμφάνιση όμως της θείας Μερόπης ήταν πάντα γεγονός. Δεύτερη αδελφή της Πηνελόπης, εβδομηνταπεντάρα, αδύνατη, κοντούλα, κρατούσε ακόμα την ομορφιά και την κορμοστασιά της νιότης της. Μαυροφορεμένη, είχε χάσει πριν τρία χρόνια τον άντρα της, κι όχι τόσο περιποιημένη όσο θα ‘θελε όμως έφυγε τρέχοντας μόλις το έμαθε από ένα παιδί που της έστειλαν. Ίσα που πέρασε δυο χρυσές βέργες στο χέρι και την αλυσίδα με το μεγάλο σταυρό στο λαιμό της. Δεν είχε παιδιά, η Ντίνα ήταν και δική της κόρη μόνο που ποτέ δεν της έπαιξε τη δεύτερη μάνα. Προτίμησε το ρόλο της φίλης, έλεγαν τα πάντα μεταξύ τους, κάνοντας τις άλλες θείες να ζηλεύουν αν και κατά βάθος αυτό που δεν της συγχωρούσαν οι αδελφές της ήταν που παρέμεινε λιγνή.
«Ας είχε κάνει κι αυτή παιδιά και θα σου έλεγα εγώ», ψιθύριζαν κακιασμένα όποτε συναντιόνταν στης Πηνελόπης που τις αγριοκοίταζε.
Όλοι γνώριζαν την αδυναμία που είχε στη Ντίνα και περίμεναν να δουν τη σκηνή της συνάντησης. Και δεν απογοητεύτηκαν. Χωρίς να χάσουν ούτε στιγμή το χαμόγελό τους, τα δάκρυά τους έτρεχαν ασυγκράτητα. Η Μερόπη αγκάλιασε σφιχτά την ξαπλωμένη Ντίνα κι αμέσως μετά, δίχως κουβέντα, άνοιξε το κομψό μαύρο τσαντάκι της κι έβαλε κραγιόν στα χείλη της ανιψιάς της υπό το βλέμμα της Πηνελόπης που αναστέναξε, λες κι αυτή ήταν η σωστή συμπεριφορά. Ύστερα της έβαλε και πούδρα. Οι γείτονες σκέφτηκαν ότι το έκανε μέσα στην ταραχή της. Εκείνες οι τρεις όμως ήξεραν. Η Μερόπη δεν θα επέτρεπε σε κανέναν να πει ότι η λατρευτή της Ντίνα ήταν απεριποίητη. Σε απόλυτη συγκέντρωση, σκούπισε με το δάχτυλό της λίγο κραγιόν που της ξέφυγε, απομάκρυνε το πρόσωπό της να την δει καλύτερα και μόλις σιγουρεύτηκε ότι είναι όπως πρέπει, ηρέμησε. Της έστρωσε χαμογελώντας τα πυκνά μαύρα μαλλιά, κοιτάχτηκαν με ικανοποίηση και κάθισε δίπλα της σε μια καρέκλα που της πρόσφερε μια φίλη της Ντίνας.
Μόλις έφυγε ο Παναγιωτάκης, ο Βαγγέλης έβγαλε βιαστικά τη γεμάτη αίματα ποδιά του, σπάζοντας ένα κουμπί από την αγωνία του. «Γέμισε δυο τσάντες με αρνί, χοιρινό, μοσχάρι και μην ξεχάσεις το κοτόπουλο. Άντε, τέλειωνε» ούρλιαξε στον παραγιό του. Φόρεσε το πουκάμισο που κρεμόταν στην αποθήκη. «Δεν ξέρω αν θα γυρίσω, αν αργήσω να κλείσεις μόνος σου, εντάξει;»
Ο παραγιός ήταν μέσα στο ψυγείο και δεν έμαθε τι έγινε όμως το ύφος του αφεντικού έλεγε πως συνέβη κάτι τρομερό. Τον είδε να φεύγει τρέχοντας με τις βαριές τσάντες.
Ακούστηκε ξανά το τρίξιμο της καγκελόπορτας. Η Ντίνα έστρεψε το βλέμμα της με αγωνία. Επιτέλους ήρθε. Κι ευτυχώς ούτε ο άντρας της ούτε ο πατέρας της ήταν παρόντες.
Ο Βαγγέλης δεν χαιρέτησε κανέναν στην αυλή. Όρμησε στη σάλα με το μπαουλοντίβανο όπου βρισκόταν η Ντίνα. Τον κοιτούσε και νόμιζε ότι η καρδιά της θα πεταχτεί απ’ το στήθος της. Της πέρασαν οι πόνοι μονομιάς. Σκούπισε τα δάκρυά της. Μια φορά παλιά που την είδε να κλαίει, έσπασε ό,τι βρέθηκε μπροστά του. Τι κι αν πήρε άλλον, η Ντίνα παρέμεινε η μοναδική του αγάπη. Και η δική της, άλλο που τον πόνεσε και τον άντρα της με τα χρόνια.
Η Μερόπη κι η Πηνελόπη πήραν τις τσάντες με τα κρέατα να τις πάνε στην κουζίνα. Ο Βαγγέλης κάθισε στην καρέκλα της θείας κοιτώντας βουβός τη Ντίνα. Κι εκείνη το ίδιο αμίλητη και καρφωμένη στα μάτια του. Αδιάφοροι για το θέαμα που χάριζαν στους γείτονες. Ευτυχώς το μακιγιάζ της Μερόπης ξεγέλασε κάπως τον Βαγγέλη. Εκεί που τόλμησε να της χαϊδέψει το χέρι, ακούστηκαν φωνές από την αυλή. 



«Ήρθε ο γιατρός!» 

Ο Βαγγέλης σηκώθηκε σεβαστικά συνεχίζοντας να την παρατηρεί όλο λατρεία και πόνο. Σε λίγο βγήκε αναγκαστικά στην αυλή κι άναψε τσιγάρο. Μόλις τότε πρόσεξε πόσο έτρεμαν τα χέρια του. Έβριζε μέσα του τον εαυτό του θεωρώντας τον υπεύθυνο γι’ αυτό που έγινε. Αν την είχε παντρευτεί, δεν θα χρειαζόταν να δουλεύει και να κινδυνεύει στους δρόμους. Βασίλισσα θα την είχε αλλά ας όψεται η μάνα του που δεν την ήθελε. Είχαν τσακωθεί μια φορά στη λαϊκή και ούτε να την ξαναδεί από τότε, δεν θα έδινε τον κανακάρη της σε μια γλωσσού. Όταν πέθανε η μάνα του, ήταν πια αργά.
Ένοιωσε ένα σκούντημα στον ώμο. Ήταν ο άντρας της Ντίνας, ο Γιαννάκης. Μικροκαμωμένος, πενηντάρης, καραφλός, έμοιαζε με νάνο δίπλα στο Βαγγέλη.
«Τι κάνεις Γιαννάκη;» τον ρώτησε αμήχανα με σκυφτό κεφάλι.
Δεν άντεχε να τον κοιτάξει στα μάτια, ήξερε πως αυτό που έκανε με τη γυναίκα του ήταν άτιμο, αλλά ο έρωτάς τους ήταν αξεπέραστος. Χανόταν μέσα στο τεράστιο κορμί του η Ντίνα στο ξενοδοχείο όπου πήγαιναν οι αβλόγητες, σε μιαν απόμακρη γειτονιά. Είκοσι χρόνια όλα τα απογεύματα που ήταν κλειστό το χασάπικο εκεί. Η Ντίνα έλεγε πως πήγαινε στη θεία της τη Μερόπη.
Η πόρτα της σάλας άνοιξε και βγήκε ο γιατρός. Όλοι κρεμόντουσαν από το στόμα του, όμως δεν μίλησε σε κανέναν. Ήθελε να τα πει πρώτα στην κυρά Πηνελόπη που έψηνε καφέδες και δεν κατάλαβε ότι βγήκε στην αυλή. Η θεία Μερόπη τον είδε απ’ το παράθυρο, βγήκε και τον τράβηξε σε μια άκρη, να μην ακούσουν οι άλλοι.
«Μην ανησυχείς, δεν υπάρχει σπάσιμο, σε λίγες μέρες θα είναι μια χαρά».
Σταυροκοπήθηκε η Μερόπη και χαμογέλασε. Η καρδιά της να σπάσει από την αγωνία, περίμενε κάτι ακόμα απ’ τον γιατρό που δίσταζε.
«Λέγε, άνθρωπέ μου» είπε τελικά, εκνευρισμένη.
«Από την ταραχή της, είχε λίγο αίμα…»
Η Μερόπη έσφιξε τα χείλη.
«Όλα καλά. Το παιδί δεν έχει πρόβλημα».
Τότε ξέσπασε η Μερόπη. Βαθύς αναστεναγμός βγήκε από τα σωθικά της και του φίλησε τα χέρια. Ήταν η μόνη που ήξερε πως ήταν έγκυος απ’ το Βαγγέλη η Ντίνα. Άνοιξε το τσαντάκι της κι έδωσε λεφτά στον γιατρό.
«Γιατρέ μου, μην πεις σε κανέναν τίποτα για την εγκυμοσύνη, σε παρακαλώ. Δεν τα πάνε καλά με τον άντρα της και σκέφτεται μήπως το ρίξει».
Γύρισε στους γείτονες που αδημονούσαν: «Είναι καλά μόνο ξεκούραση χρειάζεται» είπε χαμογελαστά. Άρχισαν ένας, ένας να φεύγουν.
Μπήκε στη σάλα. Δεν χρειάστηκε να μιλήσει. Η Ντίνα είδε το λαμπερό της πρόσωπο και κατάλαβε. «Άντε θεία, βοήθα με να πάω σπίτι μου».
«Όχι, στο δικό μου σπίτι θα πάμε κορίτσι μου».
Ο Βαγγέλης απομακρύνθηκε από το Γιαννάκη. Η Μερόπη τον κρυφοκοιτούσε απ’ τη σάλα τρομαγμένη μήπως του ξεφύγει καμιά λέξη στη φουρτούνα του. Βγήκε χαμογελαστή κι ανακοίνωσε στους δύο άντρες ότι θα πάρει τη Ντίνα μαζί της, κοιτώντας με νόημα τον Βαγγέλη που γούρλωσε τα μάτια του και παραλίγο να την αγκαλιάσει από τη χαρά του. Η Μερόπη του έριξε μια αυστηρή ματιά που του έκοψε τον αέρα και τον ανάγκασε να χαιρετήσει ευχόμενος περαστικά.
Το βράδυ χτύπησε το κουδούνι της με δυο τσάντες γεμάτες κρέατα. Η Μερόπη την πήρε από τα χέρια του ενώ ο Βαγγέλης μπήκε στην κρεβατοκάμαρά της όπου βρισκόταν η Ντίνα. Μαθημένος να τη σφίγγει δυνατά την έκανε να ξεφωνίσει από τον πόνο. Τα μάτια της τον κοιτούσαν βουρκωμένα, αλλά τα χείλη της χαμογελούσαν.
«Σιγά βρε αγριάνθρωπε, θα τη σακατέψεις» του είπε γλυκομαλώνοντάς τον η Μερόπη απ’ την πόρτα. Χωρίς να τη βλέπει, η θεία έκανε νοήματα στην ανιψιά να του μιλήσει επιτέλους όταν χτύπησε το κουδούνι.
Ο Γιαννάκης. Μάταια προσπάθησε η Μερόπη να τον πείσει ότι η Ντίνα κοιμάται. Μπήκε στα νύχια στην κρεβατοκάμαρα. Μόλις αντίκρισε τον Βαγγέλη πέτρωσε. Έκανε μεταβολή κι έφυγε αμίλητος.
«Άντε, φύγε κι εσύ», είπε η θεία Μερόπη, «τόση ταραχή δεν την αντέχει ο γιος σου» κι η φωνή της ακούστηκε παιχνιδιάρικη λες και χάρηκε μ’ αυτό που έγινε. «Άντε κι αύριο μέρα είναι, πρέπει να κοιμηθεί». Μιλούσε τσιτώνοντας τα σεντόνια κι ύστερα δεν κρατήθηκε, έσκασε στα γέλια. Η Ντίνα σταυροκοπήθηκε με τη σκέψη πως αν δεν της είχε επιτεθεί ο κλέφτης, δεν θα έβρισκε αφορμή να ξεκαθαρίσει τη ζωή της.
Ο Βαγγέλης τεράστιος κι ολόρθος πάνω απ’ τις δύο γυναίκες. Δεν κατάλαβε αμέσως τι άκουσε. Όταν εδέησε, άρπαξε τη Ντίνα στην αγκαλιά του, πανηγυρίζοντας με γέλια και φωνές. Η Πηνελόπη χαμογελούσε με σκυφτό κεφάλι έξω απ’ την πόρτα της αδελφής της, αφού πρώτα είπε ευγενικά στον Γιαννάκη: «λεβέντη μου, δεν ήταν το τυχερό σας…»
Την πρώτη μέρα στο νηπιαγωγείο, ο γιος της Ντίνας και του Βαγγέλη είχε συνοδούς εκτός απ’ τους γονείς του, τον δεκατριάχρονο Παναγιωτάκη, τη θεία Μερόπη και τη γιαγιά Πηνελόπη στα μαύρα.



            


οι ιστορίες λέγονται με τη φωνή
σε τεντωμένα σύρματα
ν’ ακούν οι φίλοι 
να μη γεράσουν καρφωμένοι σε κάδρα


ΣΤΑΥΡΟΣ  ΣΤΟ ΛΟΝΔΙΝΟ


Μεγάλη Δευτέρα Τα ερωτικά Αναϊς νιν
Μεγάλη Τρίτη Αξιοσέβαστη Πόρνη ΣΑΡΤΡ
Μεγάλη Τετάρτη Τα Γρανάζια γιατί είμαστε υπαρξιστές
Μεγάλη Πέμπτη Ανυπεράσπιστοι Χατζής
Μεγάλη Παρασκευή αφήνω τα λουλούδια που σου αρέσουν
Μεγάλο Σάββατο ...
Κυριακή τι καλά που γίνομαι ξανά μικρή.


ΞΕΡΕΙΣ ΣΤΗ ΒΑΛΤΙΜΟΡΗ ΕΧΕΙ ΠΟΝΤΙΚΙΑ


Ανοίγω το βιβλίο που είχα στην Κούβα
διαβάζω λίγο και καθώς χτυπά το τηλέφωνο
το σηκώνω για να το κλείσω
μία κάρτα κι ένα μήνυμα από το ξενοδοχείο πέφτει στο πλακάκι
"Το κορίτσι σας δεν θα έρθει στην παραλία , θα σας βρει στο δωμάτιο αργότερα"  έγραφε
Χαμογελώ...
Τελικά αν ήξερα πιάνο 
θα είχα γδάρει το δάχτυλό μου
που παίζει συνέχεια τη νότα "Μ"


ΦΛΟΣ ΡΟΥΑΓΙΑΛ Η ΑΓΑΠΗ


Χέρι με χέρι
αλλάζουν τα χαρτιά
ζωή και όνειρο
ανακάτεψέ τα.








Από την υπό έκδοση συλλογή 
"Πλάνη 18" 
εκδόσεις Μανδραγόρας"




                                  Ο  πανίβλακας  θεός

 Όσοι  πιστεύετε , πως  ο  θεός  είναι  ένας  και  μοναδικός , έχετε  περιπέσει
σε  πλάνη  τόσο  μεγάλη , όσο  και  το  σύμπαν! Οι θεοί  είναι  τόσοι  πολλοί
που  το  πλήθος  τους , καθορίζεται  ίσο  προς  το  σύμπαν.
Κάθε  ένας  λοιπόν  από  αυτούς  τους  θεούς , ασχολείται  με  τον  χαβά  του
και  ότι  κατεβάσει  η  κούτρα  του  το  φτιάχνει , χωρίς  πολύ  σοφία  ή  μάλλον
με  αρκετή  βλακεία. Έτσι  λοιπόν  και  ο  δικός  μας  ο  πάνσοφος ( όταν  λέω
ο  δικός  μας , καταλαβαίνετε , του  δικού  μας  μικρού  γαλαξία , μια  και  η
δραστηριότητες  του , μέχρι  εκεί  επιτρέπονται . Παρά  πέρα , άλλος  θεός
πιο  κάτω  άλλος  και  πάει  λέγοντας . Έτσι  έχει  μοιρασθεί  το  σύμπαν ! )
μια  μέρα  που  είχε  έντονη  φαγούρα στους  γενετήσιους  αδένες  του , είπε:
Ρε , δεν  φτιάχνω  την  ζωή ;
Nα  έχω  κάτι  να  παίζω  και  όταν  (  πολύ  σύντομα-7,5 δις  έτη ) σβήσει  ο  Ήλιος  με  το  καλό και  μου  την  καταστρέψει 
κάτι  άλλο  θα  βρω να  κάνω!
Και  ο  καιρός  να  περνά !
Ξεκίνησε  λοιπόν  με  πρωτόζωα , λειχήνες , μικροοργανισμούς , μικρόβια , σαπρόφυτα πλασμώδια , ιούς , βακίλους , μύκητες και  σιγά  σιγά  παίζοντας  πάντα  και  χωρίς
να  σκέπτεται  διόλου , έφτασε  ύστερα  από  κάποια  φαιδρά  διαδρομή , στα  κάπως
ανώτερα  θηλαστικά , μεταξύ  αυτών  και  τα  πιθηκοειδή .
Τώρα  δεν  ξέρω  να  σας  ’ πω ˙  υποθέτω πως  ήταν  δάκτυλος  κάποιου
γείτονα  θεού , λόγω  φθόνου ,  ένα  από  τα  πιθήκια  ξέφυγε και  άρχισε 
να  αναπτύσσει  συνείδηση , προτού  ακόμα  σταθεί  στα  δυο  του  πόδια .
Θα  μου  πείτε , όσοι  αγαπάτε  τη  ζωή , "και  τι  έγινε , σε  καλό  μας  βγήκε".
Ίσως ; Θέλει  πολύ  συζήτηση !
Εκείνο  που  δε  χωράει  κουβέντα , είναι  πως  ο  χαζό-θεός  έχασε , μια
και  έδωσε  την  δυνατότητα , σ’  έναν  απλό  πίθηκο , να  κάνει  συγκρίσεις
και  σκέψεις , σε  ότι  αφορά , την  καλύτερη  δυνατή  παραμονή  του
στο  πρόσκαιρο  διάβα  του , από  αυτόν  τον  πλανήτη .
Σίγουρα  θέλετε  ένα  παράδειγμa;
Σκέπτεται  ο  πίθηκος:
Ρε  πως  θα  ήταν  η  ζωή , εάν  μας  είχε  δώσει  ο  πλάστης , ένα  υπέροχο
ζευγάρι φτερούγες  ώστε  να  πετάμε  σαν  το  Albatros ( με  συνόδευε  για  ώρες
δίπλα  στη  βαρδιόλα , χωρίς  καν  να  κινεί  τα  φτερά  του , παρά  μόνο 
κάποιες  πέννες ). Αμέσως  στο  μυαλό  σου  πεθαίνουν  οι  επτά  αδελφές
που  εκμεταλλεύονται  τα  αποθέματα  υδρογονανθράκων του  πλανήτη .
( Άρχισα  με  αυτό  που  με  καίει )
Σκέπτεται  ο  πίθηκος:
Ρε  γιατί  μας  έκανε  έτσι  και  κάθε  5-6  ώρες  κάτι  πρέπει  να  ρίξουμε
στο  ψωμο-σάκκουλο . Θα  μπορούσε  να  μας είχε φτιάξει  έτσι , που  να  ήταν
αρκετή  η  αναπνοή  για  τη  διατροφή .(  17  μέτρα  θηλαστικό  τρέφεται
με  πλαγκτόν  ) . Εδώ πάει  περίπατο  κάθε  βρώμικη  ανθρώπινη
δραστηριότητα , μηδέ  εξαιρουμένης  της  κλοπής , απάτης , εκμετάλλευσης
με  άπειρα  τα  ουσιαστικά  που  ακολουθούν .
Σκέπτεται  ο  πίθηκος:
Γιατί  ρε  ελεεινέ  θεέ , μας  φύτεψες  μέσα  στο  κορμί , κάποιους  ύπουλους
αδένες , που  φροντίζουν  για  την  παραγωγή  προγεστερόνης ( στα  θηλυκά )
τεστοστερόνης ( στα  σερνικά ) ;
Δεν  μπορούσες  να  αφήσεις  σε  εμάς  την  επιλογή , εάν  θέλουμε  να  παίξουμε
τον  ρόλο  του  υποζυγίου , για  την  έρμη  τη  διαιώνιση  της  ζωής  και
μάλιστα , μας  κληροδότησες  και  εκείνη  την  χυδαία  ζωώδη  κίνηση.
Μια  περίπτυξη  θα  ήταν  αρκετή .
Και  η  τελική  σκέψη  του   πιθήκου:
Το  πιο  μεγάλο  σου  έγκλημα  έναντι αυτού  που  δημιούργησες , θέλοντας  πάντα
να  του  υπενθυμίζεις  την  μικρότητα  του  την  μηδαμινότητα  του , είναι
το  γεγονός  πως  φρόντισες  να  τον   κάνεις  τόσο  δειλό  και  ανίκανο
να  αντιληφθεί  πως  αυτό  που  του  χάρισες , δεν  έχει  καμία  απολύτως
αξία , και  καλό  είναι  να  το  τελειώνει  μόνος  του , χωρίς  να   φοβάται.
Και  κλείνοντας  ο  πίθηκος  τις  σκέψεις  του , αναφωνεί !
Θεέ  μου , να  χέσω (ολίγον  απρεπές-λιμανιάτικο )   την  σοφία  σου!
Καλά  λένε  πως  τα  έξυνες  , την  ώρα  που  έφτιαχνες   τα  αδιόρθωτα.
Και  που  ’σαι  , όταν  βρεθούμε  τετ  α  τετ  κανόνισε  πως  θα  απολογηθείς,
όχι  σε  ’ μένα ,  μα  σε  αυτούς  που  έπεισα  πως  έχω  δίκαιο . Και  οι
στατιστικές  λένε  πως  είναι  πάρα-πολλοί.



1.

Το μόνο που έμεινε ζωντανό
είναι τα χαμόγελα των φίλων στις φωτογραφίες,
αυτά τα χαμένα πρόσωπα μιας Κυριακής Αυγούστου
ενώ το τασάκι γέμιζε και το τραγούδι σταματούσε
στιγμές ευτυχίας, αποθηκευμένες σε φακέλους
Δημιουργία νέου;Μετονομασία;
Μπαα  όχι ευχαριστώ-Αποκοπή


2.

Οι λεπτοί ξερακανιοί τύποι
Αυτοί οι αόρατοι ευγενείς
Λιτοί σαν το άσπρο σε νησί
Καταλαμβάνοντας τον ελάχιστο χώρο
Αυτοί που πάντα λυγίζουν όπως κι αν φυσάει
Αυτοί οι χημικοί ξενιστές
Αυτοί που όλο το βάρος το χουν μόνο μες το κεφάλι τους




Το λογοτεχνικό περιοδικό «Θράκα» και η Δημοτική Βιβλιοθήκη Ραψάνης σας προσκαλούν τη Δευτέρα 18 Αυγούστου στο πέτρινο θεατρακι ''Μ'' του ''παραδοσιακού καφενείου Μίτια, στη Ραψάνη.

Για πρώτη φορά ένα ποιητικό εργαστήρι με 12 ποιητές, ισάριθμους των Ολύμπιων θεών, που εξετάζουν την «αφορμή του ποιήματος» 

Χρύσα Αλεξίου
Βάσος Γεώργας
Σοφία Γιοβάνογλου
Μόσχος Λαγκουβάρδος
Βασίλης Λαλιώτης
Κώστας Λάνταβος
Αλεξάνδρα Μπακονίκα
Γλυκερία Μπασδέκη
Σωτήρης Παστάκας
Βασίλης Σιουζουλής
Ηλίας Τσέχος
Αντώνης Ψάλτης

Τον  πρώτο ετήσιο  κύκλο συνάντησης συντονίζει ο ποιητής Σωτήρης Παστάκας.


Χορηγοί Επικοινωνίας: biblioteque, ποιείν, στάχτες, διάστιχο



ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA