Ο Πέτρος Μπιρμπίλης μιλά στην Athens Voice και στον Γιάννη Νένε, για το "Μπελ Ετουάλ" (Θράκα, 2017)

Μια “ηρωίδα” πλάι σε ανθρώπους αντιηρωικούς: Ένα κριτικό σημείωμα του Στάθη Ιντζέ για το "Γονυπετείς" της Τζούλιας Γκανάσου

Για την ποιητική συλλογή της Μαρίας Αγγελοπούλου "Η απουσιολόγος" (Θράκα, 2016), γράφει ο Χρήστος Αρμάντο Γκέζος

Ο Στέφανος Ξένος γράφει στο diavasame για τον "Άνθρωπο Τανκ" (Θράκα, 2017) του Γιώργου Λίλλη

Για το βιβλίο της Μαριάννας Κουμαριανού «Τόπος στη Γαλήνη» – γράφει η Ανθούλα Δανιήλ

Φάνης Παπαγεωργίου, Ποια γενιά; Σκέψεις για τη σχέση μεταξύ βιολογικής και δυνάμει καλλιτεχνικής γενιάς.

Δύο ανέκδοτα/αδημοσίευτα ποιήματα του Δημήτριου Δημητριάδη

Ο Παναγιώτης Βούζης γράφει στην εφημερίδα "Τα Νέα" για το "Χρονορυχείο" (Θράκα, 2017) της Στέλλας Δούμου


Ο βασιλιάς


Tα φθινοπωρινά παιδιά μόλις είχαν σχολάσει. Πίσω από το πέτρινο χτίσμα του σχολείου, ένας ήλιος κατέβαζε τον ουρανό. Οι φωνές  τους,  είχαν καλοκαιρινό τόνο· εκείνον που δεν είναι καθάριος, και τον παίρνει μαζί του ο τζίτζικας και το σταχύ χωράφι.  Και δεν ήξεραν τι θα μπορούσε να τους συμβεί αργότερα. Κανείς τους δεν γνώριζε τι θα συνέβαινε αργότερα. Και γελούσαν με άγνοια τα μάτια τους.
Ένας ζητιάνος μάζευε πρόωρο  χειμώνα από το πεζοδρόμιο, παραμιλούσε. Διαμαρτυρόταν γιατί τον κλείδωναν μικρό στο δωμάτιο με τις ώρες. Και δεν είχε δει ποτέ του συντροφιά, ούτε σταχιά χωράφια, ούτε άλλα παιδιά. Να γνώριζε ίσως τότε, τι θα του συνέβαινε αργότερα.
Κι εσύ, με το όμορφό σου βλέμμα τους κοιτούσες. Λίγο πιο πάνω από την άσφαλτο τα πόδια σου μετεωρίζονταν· με το μακρύ, κόκκινο παλτό ίσα ν’ ακουμπά τον δρόμο. Κανείς δεν σε πρόσεξε. Αόρατος, μες στην ορμή των ανθρώπων και τον χρόνο αυτών, ήσουν ένας μελετητής της καθημερινότητας. Στο κάτω κάτω της γραφής, ήξερες ποιός ήσουν. Καθόσουν παγερός σε ότι έβλεπες και ότι συνέβαινε· δεν σε χτυπούσε. Τα χέρια σου ήταν γεμάτα με θάνατο και ο λαιμός σου με σημαδάκια. Γι’αυτό και ήσουν βασιλιάς των ζητιάνων, των γυναικών, των σχολιαρόπαιδων, των ρούχων και του χρόνου.
Μελετητής του οργανικού πραγματικού. Έλεγες πως  μέσα μας υπάρχει μια οργανική σιωπή· λειτουργούν όλα μα δεν θορυβούν. Τα πνευμόνια, τα κόκαλα δεν παράγουν κρότο, ούτε και η καρδιά τυμπανίζει προς τα έξω, και οι μύες είναι βουβοί. Μα εκείνη την ώρα μεθάς και το αίμα σου σφύζει, ο πνεύμονάς σου κουράζεται και αυτοί που τραγουδούν στους δίσκους είναι ήδη νεκροί.
«Γιατί αδυνατίζουν οι ψυχες των ανθρώπων;» θα αναρωτηθείς.
Και μοιάζει τούτη η αδυναμία να τρυπά τα μάτια και ν’ανοίγει  πηγάδι που έχει χαρές με λουλούδια. Κι εγώ δεν θα πω σε κανέναν το μέρος αυτό που βρίσκεται και τι έχει να διδάξει. Ούτε για τον βασιλιά θα πω, πως τον είδα να χάνεται ένα βράδυ μεθυσμένος, και μου είπε πως κατέληξε στη μελέτη του, πως δεν είχε άλλα να διαβάσει στους ανθρώπους και στον χρόνο αυτών.
«Η μια μέρα πέφτει πάνω στην άλλη, είσαι ακόμα εδώ;» θα αναρωτηθείς. Ας ονομαστεί όπως θέλει το τέλος, όταν θα βγω απο το πηγάδι θα έχει λουλούδια και παιδιά και χρόνο άφθονο και πλούσιους ανθρώπους όπως ήταν ο βασιλιάς μου. Έστω κι αν η περιπέτεια αυτή ονοματεί θάνατος· ένας μικρός απολαυστικός θάνατος.

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA