Τα "Λίγα σύκα απ' τα γαϊδουράγκαθα" της Edna St. Vincent Millay στις κατακτήσεις του Κοσμά Βίδου για το 2017, στο τελευταίο ΒΗΜΑgazino του έτους.

Η Αγγελική Λάλου γράφει στο Fractal για το "Ντάλιτ" (Εκδ. Θράκα, 2017) της Εύας Σπαθάρα

Η Γιώτα Κωνσταντινίδη γράφει στο parallaximag.gr για τη "Βεγγέρα" της Μαργαρίτας Νταλακμάνη

"Όψεις της διαλεκτικής και του ονείρου στη σκέψη του Βάλτερ Μπένγιαμιν", του Φάνη Παπαγεωργίου

"Ο τελευταίος αριθμός" του Βάιου Κουτριντζέ, στην εφημερίδα "Ελευθερία"

"Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΗΣ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗΣ" του Κώστα Κουτρουμπάκη, Σύντομο κριτικό σημείωμα πάνω στους εισαγωγικούς στίχους του «Ελπήνορα» του Τάκη Σινόπουλου


Ο βασιλιάς


Tα φθινοπωρινά παιδιά μόλις είχαν σχολάσει. Πίσω από το πέτρινο χτίσμα του σχολείου, ένας ήλιος κατέβαζε τον ουρανό. Οι φωνές  τους,  είχαν καλοκαιρινό τόνο· εκείνον που δεν είναι καθάριος, και τον παίρνει μαζί του ο τζίτζικας και το σταχύ χωράφι.  Και δεν ήξεραν τι θα μπορούσε να τους συμβεί αργότερα. Κανείς τους δεν γνώριζε τι θα συνέβαινε αργότερα. Και γελούσαν με άγνοια τα μάτια τους.
Ένας ζητιάνος μάζευε πρόωρο  χειμώνα από το πεζοδρόμιο, παραμιλούσε. Διαμαρτυρόταν γιατί τον κλείδωναν μικρό στο δωμάτιο με τις ώρες. Και δεν είχε δει ποτέ του συντροφιά, ούτε σταχιά χωράφια, ούτε άλλα παιδιά. Να γνώριζε ίσως τότε, τι θα του συνέβαινε αργότερα.
Κι εσύ, με το όμορφό σου βλέμμα τους κοιτούσες. Λίγο πιο πάνω από την άσφαλτο τα πόδια σου μετεωρίζονταν· με το μακρύ, κόκκινο παλτό ίσα ν’ ακουμπά τον δρόμο. Κανείς δεν σε πρόσεξε. Αόρατος, μες στην ορμή των ανθρώπων και τον χρόνο αυτών, ήσουν ένας μελετητής της καθημερινότητας. Στο κάτω κάτω της γραφής, ήξερες ποιός ήσουν. Καθόσουν παγερός σε ότι έβλεπες και ότι συνέβαινε· δεν σε χτυπούσε. Τα χέρια σου ήταν γεμάτα με θάνατο και ο λαιμός σου με σημαδάκια. Γι’αυτό και ήσουν βασιλιάς των ζητιάνων, των γυναικών, των σχολιαρόπαιδων, των ρούχων και του χρόνου.
Μελετητής του οργανικού πραγματικού. Έλεγες πως  μέσα μας υπάρχει μια οργανική σιωπή· λειτουργούν όλα μα δεν θορυβούν. Τα πνευμόνια, τα κόκαλα δεν παράγουν κρότο, ούτε και η καρδιά τυμπανίζει προς τα έξω, και οι μύες είναι βουβοί. Μα εκείνη την ώρα μεθάς και το αίμα σου σφύζει, ο πνεύμονάς σου κουράζεται και αυτοί που τραγουδούν στους δίσκους είναι ήδη νεκροί.
«Γιατί αδυνατίζουν οι ψυχες των ανθρώπων;» θα αναρωτηθείς.
Και μοιάζει τούτη η αδυναμία να τρυπά τα μάτια και ν’ανοίγει  πηγάδι που έχει χαρές με λουλούδια. Κι εγώ δεν θα πω σε κανέναν το μέρος αυτό που βρίσκεται και τι έχει να διδάξει. Ούτε για τον βασιλιά θα πω, πως τον είδα να χάνεται ένα βράδυ μεθυσμένος, και μου είπε πως κατέληξε στη μελέτη του, πως δεν είχε άλλα να διαβάσει στους ανθρώπους και στον χρόνο αυτών.
«Η μια μέρα πέφτει πάνω στην άλλη, είσαι ακόμα εδώ;» θα αναρωτηθείς. Ας ονομαστεί όπως θέλει το τέλος, όταν θα βγω απο το πηγάδι θα έχει λουλούδια και παιδιά και χρόνο άφθονο και πλούσιους ανθρώπους όπως ήταν ο βασιλιάς μου. Έστω κι αν η περιπέτεια αυτή ονοματεί θάνατος· ένας μικρός απολαυστικός θάνατος.

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA