Πώς μιλάμε για την καινούργια Ελληνική ποίηση (video)

Για τη συλλογή διηγημάτων «Όμορφοι έρωτες» του Ιάκωβου Ανυφαντάκη, (εκδ. Πατάκης), γράφει η Ειρήνη Σταματοπούλου

Φώτης Μανίκας, Ποιήματα (1η εμφάνιση)

«Ποίηση στη σχάρα» του Πέτρου Γκολίτση:«Από τις αφετηρίες στην ολοκλήρωση του μοντερνισμού: ο Νάνος Βαλαωρίτης»


Επιδημία

Στην καρδιά του
ο ανδριάντας της καρδιάς του
(νεοχριστιανικής τεχνοτροπίας)
επιδεικνύει
ως νέος Μωυσής τις περιβόητες
seven habits of highly effective people
(με λήμμα στη wikipedia βεβαίως)

κορδώνεται αυτός –συμμορφωμένος πάντα–
κορδώνεται η πέτρα
φουσκώνει ο ανδριάντας
εξαπλώνεται
στο στόμα, στα χέρια, στο συκώτι (πάρ’ τα αετέ του Δία),
κατισχύει της παραδοχής του αίματος που κάποια λέξη αγάπη
τόλμησε
διαβαίνει από τα μάτια
ένδον στο κεφάλι – προπάντων εκεί,
άνθος ο ανδριάντας στο κεφάλι–
κορδώνεται
εξαπλώνεται

(πού σπαραγμός
μέσα στον ανδριάντα του που λατρεύει;)

κορδώνεται η πέτρα
εξαπλώνεται: πλέον
στα παρολίγο αγγιγμένα του
σε κάποιον παρολίγο διαχυμένο εαυτό που κάποια λέξη αγάπη
με αίμα θα τολμούσε…

μα εξαπλώνεται

Ηπειρώτικο (με τον τρόπο του Χάιντεγκερ)

Αν γιάννη
γιάννη τσομπάνη
ομοιόσταση ο άνθρωπος ήταν – ναι, ομοιόσταση
καθώς ο αμέτοχος
μηχανισμός
με δύο ή τρία μέτρα λαμπάδα αναλόγως την πίστη

αν, λέω, γιάννη
γιάννη τσομπάνη
της Πίνδου αλάνι
γεροντοπαλίκαρο,
αν, λέω, ομοιόσταση ήταν

πώς Πίνδος θα ήσουν
και κρασί
χείμαρρος και κορυφή
της τζιτζίκειας έκφρασης της αγάπης
εκτροπή
και χρόνος επερχομένων
σωθικών σου παραδομένων

μέσα στην Πίνδο τώρα στα λευκά
χωρίς εκεί την παγωνιά
στα σκέλια μέσα της τρελής
που ανέβα φωνάζει
η διάνοιξη κράζει
να εκραγεί

κι έτσι πιο μέσα
-άτιμη πριγκιπέσσα-
Πίνδος μαζί
τί μηχανή
ομοιόσταση και κουλτούρα;
το σώμα κουλούρα
χιονοστιβάδα φρικτή
στων οχυρωμένων υνί
συνείναι η ψυχή
όλα τα’ ανοίγει

και θάνατο μαζί

μέσα στην Πίνδο τώρα στα λευκά
πάλι χωρίς … μιαν άλλη παγωνιά
ζεστή, μες στην αγάπη μέσα
-άτιμη πριγκιπέσσα-
πουκάμισο μαύρο στήθος λευκό
κιβούρι σαλό
που ανέβα φωνάζει
η διάνοιξη κράζει
να εκραγεί
πάρ’ τη φλογέρα
σούρα το πέρα
πήγαινε εκεί
Πίνδος μαζί
αχολογάει η πνοή
νεκρή ζωντανή

χαρμολύπη κι αυτή!

τί μηχανή;
γιάννη τσομπάνη
της Πίνδου Μελάνη
πώς να σε πιάσω
ομοιοκατάληκτα να πετάξω
δίχως κατάληξη απ’ το κέντρο μου πέρα
απ’ εδώ, απ’ της παγωνιάς τη φοβέρα
και Πίνδος να γίνω
και κρασί…
μα αλί
με μελάνη καυτή
όχι εκεί,

έστω·
τί μηχανή

ομοιόσταση και κουλτούρα;
ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA