Τα "Λίγα σύκα απ' τα γαϊδουράγκαθα" της Edna St. Vincent Millay στις κατακτήσεις του Κοσμά Βίδου για το 2017, στο τελευταίο ΒΗΜΑgazino του έτους.

Η Αγγελική Λάλου γράφει στο Fractal για το "Ντάλιτ" (Εκδ. Θράκα, 2017) της Εύας Σπαθάρα

Η Γιώτα Κωνσταντινίδη γράφει στο parallaximag.gr για τη "Βεγγέρα" της Μαργαρίτας Νταλακμάνη

"Όψεις της διαλεκτικής και του ονείρου στη σκέψη του Βάλτερ Μπένγιαμιν", του Φάνη Παπαγεωργίου

"Ο τελευταίος αριθμός" του Βάιου Κουτριντζέ, στην εφημερίδα "Ελευθερία"

"Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΗΣ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗΣ" του Κώστα Κουτρουμπάκη, Σύντομο κριτικό σημείωμα πάνω στους εισαγωγικούς στίχους του «Ελπήνορα» του Τάκη Σινόπουλου
Στον Διαμαντή

Η βουή της πόλης σαν μια ενοχλητική γυναίκα που δεν ξέρει τι της φταίει. Μέρα νύχτα ο ίδιος χαβάς. Ανοίγω τα παράθυρα, κάνω να τινάξω τις κουβέρτες, ν’ απλώσω τα ρούχα στον ήλιο και ‘κείνη απέναντι να με κοιτά με μάτια κόκκινα από το ξενύχτι. Χρόνια στο κουρμπέτι, ξέρει πότε θα έρθει πλάι μου να της κεράσω ποτό.

Η επαρχία επιβιώνει μόνη της. Στο πρόσωπό της η μελαγχολία του φρεσκοαπολυμένου. Συλλέγει τα χούγια της σε γυάλινες προθήκες ή τα στριμώχνει επιπόλαια μες σε ντουλάπες που μυρίζουν υγρασία. Με τα πολλά, παίρνω την απόφαση να τα μαζέψω και να την κάνω. Γυρίζω μέρες από ‘δω κι από ‘κει. Ό,τι μου δόθηκε, μια τρύπα χώρος κι ένα κάνε ό,τι νομίζεις. Ιδέα δεν έχω.

Μετά τις σπουδές, ο στρατός και αργότερα ένα καλοσυγυρισμένο τίποτα. Αγιοποιώ τα δάχτυλα των φίλων μου, τα βιβλία του Κροπότκιν, την επιμονή των αγριόχορτων. Τα πρωινά δεν βγαίνω από το σπίτι πριν τις δέκα. Μέχρι να ετοιμάσω πρωινό, να ψήσω καφέ, να αερίσω το δωμάτιο, μεσημέριασε. Ή συχνά για αλλαγή, σπάω ένα ρόδι. Βυζαίνω αργά τους γλυκόξινος σπόρους του και είμαι αλλιώς.

Θυμάμαι που και που τα παρδαλά μου ανοίγματα, τις ατακτοποίητες σκέψεις μου, τους άρρωστους που συνάντησα με εκείνο το κάνε πιο ‘κει θα με κολλήσεις. Η ειλικρίνειά μου φταίει για όλα. Κατά τ’ άλλα, έφτασα όπου έφτασα με σκληρή τεμπελιά. Δεν είναι λίγο αν το σκεφτείς.

Οι άνθρωποί μου δεν υπάρχουν πια. Ή απομακρύνομαι ή απομακρύνονται. Άθεες ψυχές που όλο λένε θα φτιάξουν κι όλο μένουν στα λόγια. Τους ψάχνω, με ψάχνουν, κάνουμε πως δεν βλέπει ο ένας τον άλλον. Κάθε τόσο όλο και κάποιος περνάει από ‘δω. Ανάβει τα καντήλια, καθαρίζει το προαύλιο. Οι άνθρωποί μου σκέφτονται γάμους και οικογένειες πολλών αστέρων. Κάνουν γαργάρα τα σ’ αγαπώ και τα σε θέλω. Ακροβατούν πάνω σε σαθρές συνήθειες και σωριάζονται αβοήθητοι στα χαμηλά.

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA