Κατερίνα Μαλακατέ, Η απλή μέθοδος των τριών (διήγημα)

«Ποίηση στη σχάρα» του Πέτρου Γκολίτση: ο ποιητής και δοκιμιογράφος Κώστας Δεσποινιάδης

Μια κριτική προσέγγιση στο «Πέρασμα» του Κωνσταντίνου Τζαμιώτη, της Εύης Κουτρουμπάκη

«Sturm und Drang» του Γιώργου Λίλλη: Gottfried Benn, Ποιήματα

«7» του Ζαχαρία Στουφή: Καλοκαιρινός ποιητής

Η Θράκα θυμάται: Τάκης Παπατσώνης, Όνειρο στην άπνοια (Εκλογή Α', Ursa Minor, Β' 'Εκδοση, Ίκαρος 1988)
PHOTOGRAPHER
SAROLTA BAN

Κυριακή μεσημέρι, είδα στο πεζοδρόμιο της Ερμού τα βιβλία και τα ρούχα μου. Σταμάτησα να σιγουρέψω ότι ήταν τα δικά μου. Ναι, είδα την υπογραφή μου στις πρώτες σελίδες, τις κομμένες ετικέτες στις φόδρες και τα κολάρα, μέχρι μια ζώνη μου με αγκράφα του Αρμάνι είδα.
Προς στιγμήν σκέφτηκα να τα ξαναγοράσω όλα, ένα ευρώ το κομμάτι, sale, sale, dear Madame, και τα μελένια μάτια του Σενεγαλέζου να μου ορκίζονται ότι δεν είναι κλέφτης, no,no,no dear Madame κι εγώ να γελάω που με πούλησαν οι δικοί μου, no problem dear boy, no worries, κι ο Σενεγαλέζος να γελάει μαζί μου γιατί αυτός ποτέ δεν είχε ούτε βιβλία ούτε ρούχα, μόνο μνήμες είχε και θα έχει, εγώ όχι, όχι πια κι όπως αγκαλιαζόμαστε, πετάμε και τις μνήμες μας κάτω στο πεζοδρόμιο της Ερμού, τις πατάμε, τις φτύνουμε κι ησυχάζουμε.
Εκεί, στο Μοναστηράκι η πραμάτεια μου απλωμένη κι άχρηστη. Χρήσιμη στον Σενεγαλέζο και τους μελλοντικούς πελάτες του.
Τα βιβλία μου χιλιοδιαβασμένα, τα ρούχα μου χιλιοφορεμένα, οι αναμνήσεις μου χιλιομασημένες, χιλιοκλαμένες, χιλιοκαμμένες, κανένας λόγος να επιστρέψω στο παρελθόν.  Ούτε το μέλλον μ’ ενδιαφέρει, μεγάλωσα πια, το εδώ και τώρα, αποκτάει σπάνια σημασία, ακατανόητη στα παζάρια και τους μικροπωλητές.
Εκεί στο Μοναστηράκι, αποχαιρέτησα το νεκροταφείο μου, το ‘καψα, yes, yes, yes dear Madame, είπα στον εαυτό μου, δεν χωράω άλλους dead men and women, no problem μάγκες, πάρτε τα όλα, πάρτε τις μνήμες, πάρτε τις σκέψεις, πάρτε ό,τι γουστάρετε, το παρελθόν δεν έχει μέλλον.
Yes, ζωή παρόντος εν τη ερήμω, ότι στυλίτης ειμί.


Υστερόγραφο: Η Κνίσα δεν έχει άλλη τσίκνα να εκπέμψει. Έτσι σταματάει πριν η μυρωδιά καταντήσει μπόχα. Δεν θα χαθούμε όμως, αν δεν το θέλουμε. 


««Δεν βρίσκει το δίκιο του ο άνθρωπος με το θάνατο. Ίσως και να ναι καλύτερα έτσι, να υπάρχει μια μονίμως διασαλευμένη σχέση. Αναρωτιέμαι κάποτε πώς θα ήμαστε αν είχαμε εξοικειωθεί με την ιδέα του θανάτου. Αν είχαμε όλοι δεχθεί ότι από την ώρα της γέννησής μας, ή μάλλον όχι, από τη στιγμή της σύλληψής μας, είμαστε ετοιμοθάνατοι. Ο άνθρωπος γίνεται υπέροχος όταν χαστουκίζει το θάνατο. Γίνεται ένας μικρός θεός, χωρίς αρχή, χωρίς τέλος. Θα ήταν μεγάλο κρίμα να προσκυνήσει ο άνθρωπος το θάνατο…»»

Η Φιλομήλα,η μυθική ηρωίδα με την κομμένη γλώσσα,η βιασμένη από τον Τηρέα,τον άντρα της αδερφής της,της Πρόκνης,η δίχως φωνή, που τελικά ο μύθος την θέλει να υφαίνει τα βασανά της σε υφαντό και να μεταμορφώνεται σε χελιδόνι……..

Το όνομα αυτό επιλέγει ο Κώστας Μαννούρης, για την ηρωίδα του δικού του έργου : «απόψε θα πετάξω την τέφρα σου», που παρουσιάστηκε στα πλαίσια του φεστιβάλ κυπριακού έργου, στο Ιδρυμα Κακογιάννη για μία και μόνη παράσταση με την Αννίτα Σαντοριναίου στον ομώνυμο ρόλο και ο συμβολισμός της γυναικείας περσόνας μέσω του αρχαιοελληνικού μύθου είναι προφανής.

Ιούλιο μήνα,παραμονή της γιορτής του Αγίου Παντελεήμονα του Ιαματικού, η Φιλομήλα 54 χρόνων,άτεκνη και χήρα αποφασίζει να σκορπίσει την τέφρα του νόμιμου –πλήν μοιχού – συζύγου της και να ιαθεί η ίδια -κατά πως λέει- ψυχή τε και σώματι.

Αποφασίζει να μιλήσει, για τα 40 και πλέον χρόνια συζυγικής ζωής,και με μοναδικό  όχημα τη ζωή που θα ήθελε να εχει ζήσει και δεν έζησε,ταξιδεύει στους τόπους της κοινής τους διαδρομής αναζητώντας χώρο να σκορπίσει τη στάχτη του.  

Το έργο,αρθρώνεται  σε 7 μέρη. Το πρώτο, το έκτο και το έβδομο έχουν μικρότερη  διάρκεια,ενώ τα υπόλοιπα τέσσερα αποτελούν το κύριο μέρος του μονόλογου.

«Απόψε, θέλω να ιάσω το σώμα και την ψυχή μου,λέγοντας οριστικά το «απεταξάμην» στην ασάφεια του βίου μου» λέει η Φιλομήλα και μοναδικός της συνομιλητής στη σκηνή είναι η τεφροδόχος με την στάχτη του άντρα της, που -δίκην γέννας- ελευθερώνεται από την κοιλιακή της χώρα,με την έναρξη του μονολόγου και παίρνει την θέση της, στο απέναντι τραπεζάκι.

«Τι μας εμποδίζει να πούμε αυτό που αισθανόμαστε; Ποιά ένστικτα μπαίνουν σε μια λανθάνουσα τροχιά και μας κλείνουν το στόμα;»«Γιατί επιλέγει ό άνθρωπος τη σιωπή;Γιατί αποστρέφει το πρόσωπό του από την αλήθεια»;
Ενας θεατρικός μονόλογος καταρράκτης συναισθημάτων.Η Φιλομήλα ξεσπά,η γυναίκα μιλά,«η κάθε γυναίκα  κουβαλά μια τεφροδόχο», με τις στάχτες της ζωής που δεν έζησε,τα όνειρα που κάηκαν,τις σπίθες  της επιθυμίας που έσβησαν, πρίν καλά καλά  ανάψουν.

Και μιλά για τον έρωτα και το θάνατο,για την απώλεια της αγάπης, για το χρόνο και τη φθορά,για την ανάγκη σαφήνειας στο ρευστό τοπίο  των ανθρώπινων συναισθημάτων,για την μετάλλαξη τους,για την ταυτότητα  μας που δοκιμάζεται στο χρόνο,για τις ανθρώπινες αδυναμίες,την προδοσία,την  συγχώρεση,τη λύτρωση.

Το έργο του Κώστα Μαννούρη, πλήρες ρυθμού και ποιητικότητας κινείται με άνεση  από το τραγικό στο κωμικό,από τον λυρισμό στον σαρκασμό  με θαυμαστή ισορροπία.Η γραφή του καμωμένη από στέρεα υλικά  είναι η ολοκληρωμένη ψυχογραφία μιας προδομένης γυναίκας που σπαράσσεται από την ανάγκη της αλήθειας,της καθαρότητας,της σαφήνειας.

Η Αννίτα Σαντοριναίου στο ρόλο της Φιλομήλας,έδωσε στην κυριολεξία ρεσιτάλ ερμηνείας.Ενσωμάτωσε σκηνικά με τρόπο συνταρακτικό, μια γυναικεία  κραυγή πένθους, για την απώλεια,τα αμίλητα του έρωτα,το σκοτάδι της μοναξιάς,την ερημιά της ανθρώπινης συνείδησης. Απογείωσε με την εκφραστική της δεινότητα και δυναμική,παίζοντας με ημιτόνια τον θεατρικό μονόλογο, και κάθε φορά που η καρδιά της ανέβαινε στα χείλη της, σιωπή μεστή συγκίνησης γέμιζε την πλατεία.

Με δυό λόγια μας καθήλωσε

Στην τελευταία της σκηνής εικόνα, η Φιλομήλα ενσωματώνει τις στάχτες, αρνούμενη να αποχωριστεί τις μνήμες της και βγαίνει μπροστά μας αμίλητη,εμβαπτισμένη τις οδυνηρές τις μνήμες –στάχτες  και η Αννίτα Σαντοριναίου ολοκληρώνει μια συγκλονιστική ερμηνεία που εγγράφεται στα θεατρικό μας πράγματα.

Η Σκηνοθεσία της Μαγδαλένας Ζήρα , ήταν απόλυτα εναρμονισμένη με το εσωτερικό αίσθημα του έργου.Χωρίς εξωτερική σκηνική δράση και με οδηγό τη γλώσσα του κειμένου,μας οδήγησε με ακρίβεια σε όλα τα εσωτερικά τοπία της ηρωίδας, φωτίζοντας  λεπτομερώς τις ψυχικές της διεργασίες.

Οι φωτισμοί τα σκηνικά και τα κοστούμια υπηρέτησαν εύστοχα την συνολική εικόνα.


Συντελεστές της παράστασης:
Κείμενο: Κώστας Μαννούρης
Ερμηνεία: Αννίτα Σαντοριναίου
Σκηνοθεσία: Μαγδαλένα Ζήρα
Σκηνικά-Κοστούμια: Γιώργος Χιώτης
Σχεδιασμός Φωτισμών: Σταύρος Τάρταρης,
Video Art: Παναγιώτης Μηνά





εκδόσεις  (.poema..) 



Τοκετός

Ερχεται μία στιγμή
Που ορμάς και ρίχνεσαι
Κάτω από τη σκάλα της
Φυσικής επιλογής και εξέλιξής σου
(σαν τον Οσκαρ Μ. με το ταμπούρλο του)
Γιατί σ’ έχει κουράσει πρόωρα
Η μνήμη ενός γερόντου μοναχικού
Που ‘βαλε φωτιά σ' όλες τις προτομές
Τους βωμούς και τις κορνίζες.
Ξυπνάς την επομένη
Το έδαφος σείεται ακόμα
Και η στέγη σου πλακώνει
Ενα έμβρυο
Που σου χαρίζει τη φορεσιά του
Και εσύ φοράς τα καλά σου  επιτέλους
Μπουσουλάς μασουλώντας
Και αρχίζεις να ντύνεις με νέα ρούχα
Τις βαλίτσες σου
Τα παλιά ήταν για πέταμα
(στις χωματερές, ούτε καν ανακύκλωση)
Σου χαμογελάνε και λάμπεις
(κάποτε μάσκα και σκιασμένα προσωπεία)
Σε φιλούνε και κλαις
(η αγχόνη του Ισκαριώτη στο σάλιο τους τότε)
Σε αρπάζουνε από το χέρι
Κι αρχινάς το χορό
(κάποτε κάγκελα και πίεση που σ' έπνιγε)
Τρυγάς τις κουβέντες με νόημα
Στίβεις το λακκάκι στα μάγουλα
Και μεθάς το μπλέξιμο στους βοστρύχους σας
Αιωνία σου η μέθη
Δεν ζητάς καν το κατοπινό ξύπνημα
Τόσο απόμακρα όλα αυτά
Ούτε καν σ’ άλλη ζωή.
Θεέ μου σε ευχαριστώ
Που δεν με αφήνεις να μεγαλώσω.
Οι (.poema..) εκδόσεις σάς προσκαλούν
το Σάββατο 29 Νοεμβρίου 2014 (ώρα: 7.30 μ.μ.)
στην παρουσίαση του βιβλίου

ΕΥΑ ΣΤΑΜΑΤΟΠΟΥΛΟΥ 
Της ψυχής μου αναλλοίωτο φως

στον φιλόξενο χώρο του ξενοδοχείου ΡΕΞ
(Αριστομένους 26, Καλαμάτα)

*
Για το βιβλίο θα μιλήσουν:

Ελένη Κοφτερού και Τέλης Πετρουλέας, συγγραφείς

Προλογίζει ο συγγραφέας Βασίλης Ρούβαλης
Αποσπάσματα διαβάζει η ηθοποιός 
Όλγα Αλεξανδροπούλου
Ζωντανή μουσική (κιθάρα) ερμηνεύει ο Δημοσθένης Μιχαλακόπουλος


Νέοι και βολεμένοι (αλαζόνες)
 
Ωραία που είναι
στον Παράδεισο
με τα ουρί
να πλέουν
Ωραία που είναι
στη χώρα του Ευτυχισμένου
που έκανε
το ταξίδι του Οδυσσέα
Κι εμείς, εδώ, χορτάτοι,
απολαμβάνουμε
τις όποιες περιποιήσεις του Αλλάχ
Χριστούλη μου
δώσε μου άφεση
για εκείνο
και εκείνο
το κρίμα της αλαζονείας.
 
Ωραία που είναι
στον Παράδεισο
Αμαρουσίου
οι φίλοι, οι συμμαθήτριες
κι εκείνο
το μικρό τρωκτικό
στη γωνία να γνέφει
συγκαταβατικά.
 
Σας το ’χω πει
ότι από την
πολλή περιποίηση
έσκασε το δέρμα μου
και βγήκε
ένας ολοκαίνουργιος
Σωτήρας;

Χριστούλη μου,
αυτή τη φορά
άσε με να μεγαλώσω.
 
 

Η έννοια της φυσικής επιλογής είναι από τις πιο δύσκολες στο πλαίσιο διδασκαλίας της Βιολογίας, και τούτο διότι η απλή διατύπωση της επιβίωσης του καλύτερα προσαρμοσμένου στο περιβάλλον οργανισμού είναι αδύνατον να αποσαφηνίσει με την απαιτούμενη προς εμπέδωση της έννοιας λεπτομέρεια, τον ακριβή μηχανισμό υπό τον οποίο η επιλογή λαμβάνει χώρα. Γύρω από τη «μονάδα» επιλογής χύνεται άφθονο μελάνι, μιας και άλλοι βλέπουν στη μονάδα κυρίαρχο το γονίδιο, άλλοι την κοινωνική ομάδα, άλλοι τον οργανισμό, οι ανεπαίσθητες, δε, μετατοπίσεις ως προς την αντίληψη της «μονάδας» που επιλέγεται προβάλλονται και καθορίζουν την αντίληψη καθ’αυτή της έννοιας της εξελίξεως, που ομολογουμένως συνιστά μια εκ των επαναστατικότερων συλλήψεων του εικοστού αιώνα.

Σχετικώς πρόσφατα δύο κορυφαίοι Βιολόγοι, ο Richard Dawkins και ο Edward Wilson, καυγάδισαν κάπως άκομψα δημοσίως εξ αφορμής ενός βιβλίου που ο τελευταίος εξέδωσε το 2013 (Η Κοινωνική Κατάκτηση Της Γης),  στο οποίο πραγματοποιείται μια απόπειρα «αντικατάστασης» μίας έως τώρα κυρίαρχης θεωρίας στο πλαίσιο της εξελικτικής Βιολογίας, αυτή της εγκλείουσας αρμοστικότητας, με τη θεωρία της πολυεπίπεδης επιλογής. Τα προεόρτια, βέβαια, είχαν ξεκινήσει μερικά χρόνια νωρίτερα, όταν ο Wilson δημοσίευσε τις ιδέες του αυτές στο κορυφαίο επιστημονικό περιοδικό Nature. Ο Dawkins, στη δυσμενέστατη κριτική του για το βιβλίο του Wilson, έγραψε ότι η δημοσίευση στο Nature δε θα είχε λάβει χώρα ποτέ αν η υποβολή της μελέτης είχε πραγματοποιηθεί ανώνυμα˙ το κύρος, όμως, του ονόματος του Wilson εξασφάλισε τη δημοσίευση.

Ο Dawkins, όμως, παρόλη την επιθετική (έως εριστική) του διάθεση κατά του Wilson, δεν αμφισβητεί σε καμία περίπτωση ότι ο Wilson είναι αυθεντία, ότι γνωρίζει τις κοινωνίες των εντόμων (ειδικά των μυρμηγκιών) όσο κανείς άλλος στον πλανήτη, ότι υπήρξε ήρωας στα μάτια πολλών σύγχρονων βιολόγων, συμπεριλαμβανομένου του ιδίου. Στην επιστήμη υπάρχει αυτό το-όπως και να το κάνουμε-σταθερό σημείο: η υπόσταση καθενός κρίνεται εκ του αποτελέσματος, κι όταν το αποτέλεσμα είναι πλειάδα σημαντικών επιστημονικών δημοσιεύσεων, πληθώρα βιβλίων περιεχόντων πιλοτικές σκέψεις με υψηλό δυναμικό επιρροής, δεκαετίες έρευνας και διδακτικής δραστηριότητας, δε χωρούν περιθώρια αμφισβήτησης, όχι μίας συγκεκριμένης ιδέας, αλλά της συνολικής προσφοράς, άλλως του κύρους ενός ονόματος.

Στην ποίηση, από την άλλη πλευρά, σταθερό σημείο δεν υπάρχει. Όσο μελάνι κι αν χυθεί περί αισθητικής, όσο κι αν επιθυμούμε να μετρήσουμε την ποίηση μέσα στο ποίημα, μέτρον ποιήσεως δεν έχει βρεθεί και ούτε πρόκειται να βρεθεί ποτέ. Δεδομένης, μάλιστα, της παγκόσμιας αδιαφορίας του κοινού για την ποίηση, δεν μπορούμε καν να μιλήσουμε για ισχυρή ποίηση κρίνοντας από την απήχησή της, εφόσον η ποίηση παγκοσμίως στερείται απήχησης, δεν είναι εμπορικό προϊόν και αφορά μόνο σε εκείνους που τη γράφουν.

Η ποίηση, εντούτοις, απαθανατίζεται και διδάσκεται μέσα σε σχολικά βιβλία και ανθολογίες- κάποιοι ποιητές, δε, καταφέρνουν και κερδίζουν χρήματα από αυτήν, είτε μέσω μεταφράσεων είτε διατηρώντας στήλες σε εφημερίδες ή περιοδικά είτε εκλεγόμενοι σε έδρες ιδρυμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης είτε ως στελέχη εκδοτικών οίκων είτε ως διδάσκαλοι σε σεμινάρια δημιουργικής γραφής.

Ας μην αυταπατάται, όμως, κανείς. Αξία στην ποίηση της Δημουλά δε δίνει η θέση της Δημουλά στην Ακαδημία Αθηνών. Αξία στην ποίηση του Γκανά δε δίνει η εκλογή του Γκανά στην Εταιρεία Συγγραφέων. Αξία στην ποίηση του Βλαβιανού δε δίνει η έδρα του Βλαβιανού στο Deree College. Ομοίως, η ποίηση του Σκούτα, του Κυριαζή ή του Βολκώφ δε στερείται αξίας επειδή εσαιεί θα παραμείνει εκτός Ακαδημίας, ανθολογιών, σχολικών εγχειριδίων, ιδρυμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και άλλων, περίοπτων θέσεων στα βιβλιοπωλεία, περίλαμπρων παρουσιάσεων σε ατμοσφαιρικά αμφιθέατρα, υπεριπτάμενων Zeppelin που κυρώνουν την ποίηση μέσα στις νεφέλες.

Η ποίηση προϋποθέτει το ποίημα και τον αποδέκτη. Διαδραματίζεται μοναχικά, κάθε διαμεσολάβηση τη λερώνει. Δίχως αποδέκτες, ποίηση δεν υπάρχει˙ υπάρχει μόνο ένας μακρύς κατάλογος ποιημάτων που ξεχάστηκαν κι ένας αντίστοιχα μακρύς κατάλογος ποιητών που μονομάχησαν με τους πλέον σιχαμερούς τρόπους για ένα διορισμό, ένα βραβείο ή μιαν εκλογή.

Τη νοβοκαΐνη ημών

Σήμερα πίνοντας καφέ
διάβασα για τον θάνατό μου
στην πρωινή εφημερίδα
Με είχε σκοτώσει ένας
φρουρός τους στην πλατεία
– δεν είχα καν ενηλικιωθεί

Πήγα ωστόσο
στη δουλειά κανονικά
Πού να στα λέω πατέρα
Ευτυχώς εκεί βαθιά στο χώμα δεν ακούς

Πως έμαθα να δένω
τέλειο κόμπο τη γραβάτα μου
σφιχτά∙
πως αυτοκτονώ σιωπηλά
κάθε μέρα
στην κοιλιά ενός αστικού λεωφορείου

Δεν ακούς
τους κρότους —
όλο και δυναμώνουν
όλο και πληθαίνουν

Ίσως και να γελάσεις
όμως άρχισα ξανά τις προσευχές
Είναι, λέει, επί της γης
και παιδιά
που ακόμη προλαβαίνουν

Προσεύχομαι λοιπόν
Κάνω ύπνους δίχως όνειρα πολλά
Και πηγαίνω στη δουλειά κανονικά
Κάθε μέρα

Τις Κυριακές
μοιράζουν το σώμα μου
μες στην εκκλησία
Ευλαβικά
Σε χιλιάδες στόματα
με χαλασμένα δόντια




Το είχε καταλάβει πως δεν είχε χρόνο. Πήγε στο ανθοπωλείο. Δεν γνώριζε σχεδόν κανένα από τα ονόματα των λουλουδιών, έδειξε με το χέρι του, ήταν κάτι όμορφο. Έγραψε μια κάρτα. Αυτό έφτανε. 
Πήγε στο σχολείο που δούλευε και άνοιξε τη πόρτα της αίθουσας .

«Είσαι τρελός;»
«Σ’ αγαπάω τόσο πολύ.»
«Με κάνεις ρεζίλι, φύγε.»

Νομίζω δεν ξαναμίλησαν για χρόνια. Εκείνη μετά το σχολείο πήγε σπίτι της και άνοιξε τον υπολογιστή.
«Τον χώρισα. Στις αρχές του επόμενου μήνα θα έρθω.»


Τον επόμενο μήνα παράτησε τη δουλειά της και τον βρήκε.
«Η κοινωνία στη Γερμανία είναι διαφορετική. Δεν πρέπει εδώ να μιλάς σε Έλληνες που δεν είναι στον κύκλο μας. Οι περισσότεροι  είναι  εργάτες στο εργοστάσιό μας.»
 «Το σπίτι είναι τόσο όμορφο» του είπε με τη σειρά της.
«Και  το όνομα… Το όνομα Γιούλα δεν κάνει για την καλή κοινωνία.  Δεν θα σε πείραζε εδώ να σε φωνάζουμε Γιούλη, έτσι δεν είναι;»
«Όχι», του χαμογέλασε
«Οκ Γιούλη , γλυκιά γατούλα» της χαμογέλασε και εκείνος.
«Πρέπει να πάω στο εργοστάσιο τώρα.  Σου άφησα έναν φάκελο, πρέπει να έχει δύο χιλιάρικα μέσα.
Βγες και εσύ να γνωρίσεις τη πόλη, αγόρασε  κάποια πράγματα, για σένα, για το σπίτι που σου αρέσει, ότι θες.»

Η Γιούλη άρχισε να αισθάνεται επιτέλους ευτυχισμένη και ο φάκελος ερχόταν κάθε βδομάδα για τρία  χρόνια .Ο άντρας της πάλι όχι. Και η Γιούλη από τριάντα έγινε τριαντατρία.
Το είχε καταλάβει πως δεν είχε χρόνο.

Γύρισαν για λίγες μέρες Ελλάδα και της είπε«Γιούλη συγνώμη, εσύ θα πρέπει να μείνεις εδώ.»
Τον πήρε τηλέφωνο, δεν το σήκωσε ποτέ . Μετά έμαθε πως ο φάκελος πια δινόταν σε κάποια άλλη, πιο νέα.

Η Γιούλα έμεινε για βδομάδες κλεισμένη σε ένα  δωμάτιο στους γονείς της. Καθόταν στο δάπεδο αμίλητη, που και που κολλούσε αποχαυνωμένη  μια σερβιέτα στο καλοριφέρ. Άλλες φορές σηκωνόταν το πρωί και έβριζε. Έβλεπε κάθε νύχτα πως περπατούσε στο Ανόβερο. Φορούσε τα ακριβά της ρούχα.

Μετά από μήνες , η ψυχίατρος διέγνωσε κατάθλιψη . Άρχισε φαρμακοθεραπεία, γύρισε πίσω στο αγόρι  που την αγαπούσε κάποτε. Την ξανααγάπησε. «Χύσε μέσα μου, θέλω να γεννήσω το παιδί σου» του ψιθύριζε.

 Όταν η Γιούλα δυνάμωσε, η Γιούλη σταμάτησε να ζητάει παιδιά.
«Δεν μπορούμε να ζούμε με 50 ευρώ τη μέρα. Εμένα οι φίλες μου έχουν σπίτια στη Νορβηγία. Δεν ξέρω αν είμαι ερωτευμένη πια»  γκρίνιαζε .

Και το αγόρι  κατάλαβε πως δεν είχε χρόνο.

Της έριξε μια καλή στη μούρη κι εκείνη άνοιξε τον υπολογιστή της, έψαξε την τύχη της πάλι στο εξωτερικό.   


Δέχθηκα το αίτημα φιλίας, όπως κάνω πάντα (τους σβήνω κάθε τόσο όταν πλησιάζω επίφοβα τους 5.000 φίλους, γιατί θεωρώ μέγιστη ανοησία τα προφίλ Β, Γ κοκ.), στο Φέισμπουκ κι αμέσως με προσκάλεσε να κάνω λάικ στη σελίδα του βιβλίου της, μια πρώτη και πιθανότατα πρωτόλεια ποιητική συλλογή. Δεν κάνω λάικ σε βιβλία, δεν κάνω λάικ σε σελίδες φίλων που δηλώνουν ποιητές και συγγραφείς. Η απόλυτη γελοιοποίηση του φιλόδοξου.

Οι άνθρωποι της γενιάς μου (ως γνωστόν τη γενιά μας δεν την επιλέγουμε αλλά τη χρεωνόμαστε), γράφαμε και γράφουμε από φιλοδοξία να πάρουμε το βραβείο Νόμπελ: τίποτα λιγότερο, τίποτα παραπάνω. Τώρα βλέπω τη νέα γενιά να γράφει από τη φιλοδοξία να μαζέψει όσα περισσότερα λάικ μπορεί στο Φέισμπουκ. Να κάνει σελίδα το βιβλίο του, να κάνει σελίδα ως ποιητής ή συγγραφέας λες και αυτό θα προσδώσει αξία από μόνο του στα ασήμαντα στιχάκια του και τη βαριεστημένη πρόζα του, λες και η προσωπική απλή σελίδα δεν φθάνει να κοινοποιεί τις καλημέρες του και τις πολιτικές εκτιμήσεις και τα τραγουδάκια του και τα ανούσια στιχάκια του.

Μία από τις αρετές του νέου λογοτέχνη είναι και η φιλοδοξία: χωρίς τη φιλοδοξία να αλλάξεις τον κόσμο με τα γραφτά σου, δεν γίνεται να επιμείνεις στο σαρκοβόρο έργο της συγγραφής. Οι χαζές φιλοδοξίες κι η έπαρση από κει και πέρα δηλώνουν μόνο την έλλειψη αυτογνωσίας που αποβαίνει μοιραία. Κάποιος που δεν έχει το «γνώθι σ’ αυτόν» είναι καταδικασμένος να γράφει χαζά κείμενα.




Στόμα

Άκου πουλάκι μου!
Αδιάφοροι οι θεοί για ανθρώπους
Αυτοί για θεούς ενδιαφέρονται
Άντε ! Πέτα
Οι φωλιές είναι
Θάνατοι γλυκείς
Μήτε γουλιά στο σύμπαν
Στάλα θάματος

Πτερέ
Δε γράφω να
Αποφυλακιστώ
Να αποκεφαλιστώ
Να μετανιώσεις
Ζαλιστώ
Ελλάδα
Κάμε τη δουλειά σου
Μείνε μακριά μου
Να μια ανάστροφη



Αιγιαλεία φραγμένα


Πάρτε το δείλι από
Το πιάτο
Ρίξτε σκουπίδια
Βρωμήστε
Λερώστε εικόνες
Ρίξτε φόλες στα σκυλιά
Στις γάτες
Στις μάνες σας
Να τρελαθείτε
Ουδείς να σας ακολουθεί
Κανένας ψίθυρος
Να σας ταΐζουν σύμβολα
Πράσινες γελάδες
Βόδια βάτα
Το χάλι σας χαλί
Παράλια οι μαρμελάδες
Και βουνά οι
Πεδιάδες σας
Άρρωστα μερτικά σας
Σκουπιδοτενεκεδαπλώστρες
Εξεγέρσεις ανάπηρες







0



ΙΙΙ Τα όνειρα είναι κβαντικά αποστάγματα…
Θυμάμαι
Υπάρχει ένας μαύρος θεός κι ένας λευκός διάβολος… Τους είδα… Τους θυμάμαι μέσα στα μάτια σου…
Η καταδίκη Έχετε ποτέ καταδικαστεί; Χιλιάδες φορές κυρία μου… Τις περισσότερες από τύψεις… Κύριε εννοώ αν έχετε καταδικαστεί ποτέ από το κράτος ; Ναι χιλιάδες φορές κυρία μου… Κουβαλώ στον αυχένα τα σύνδρομα της γενιάς μου… Κύριε… Έχετε πάει φυλακή; Χιλιάδες φορές, αλλά κανείς δεν είδε τα χαρτιά μου… Μάλιστα θυμάμαι κι ένα κακό σκυλί να γυροφέρνει στο κρανίο μου να ακούω τα γαυγίσματά του και να μην μπορώ να μιλήσω… Να μην μπορώ να σκεφτώ και να βλέπω τα δάκρυα μου να κυλούν κάθε που τον έπιανε η λύσσα… Μην με ρωτάτε λοιπόν αν έχω καταδικαστεί… Μην με ρωτάτε τίποτα πια… Θέλω μονάχα μια υπογραφή και θα φύγω… Θέλω μονάχα μια υπογραφή και δεν θα ξανάρθω στον ύπνο σας… Θέλω μονάχα μια υπογραφή για να θυμάμαι πως υπήρξα… Όπως συμβαίνει στην αρχή κάθε ζωής και στην αρχή κάθε θανάτου…




414


Αναμονή,
καρδιογράφημα,
ακτινογραφία θώρακος,
τρύπημα πεταλούδας στη φλέβα,
ευπρεπισμός γεννητικών οργάνων,
δωμάτιο σωτηρίας.

Πρόβατα με μπαταρισμένους λαιμούς,
σκύλοι με κινητικά προβλήματα,
γουρούνια με μάσκες,
γάτες στο φορείο,
δελφίνια γυμνά από ελπίδα,
καρχαρίες παρασυρμένοι από τα πάθη,
ξιφίες χτυπημένοι από τη μοίρα,
άλογα μηχανικά συνδεδεμένα,
αρκούδες παραλυμένες από τον φόβο.

Συνωστισμός σαπισμένων στομάτων
στα αναβατόρια απολύμανσης.
1ος όροφος,
2ος όροφος,
3ος όροφος,
4ος όροφος.
Υπόγειο,
κλίβανοι,
νεκροτομείο,
κορνιζοποίηση.

Αποτύπωση της μοναξιάς
σε λευκά κρεβάτια εφήμερης φιλοξενίας.

Ασθενείς ερωτεύονται νοσηλεύτριες,
νοσηλεύτριες ερωτεύονται γιατρούς,
γιατροί ερωτεύονται συγγενείς,
συγγενείς ερωτεύονται διανομείς.

Οι οροί τελειώνουν,
οι γάζες τελειώνουν,
οι λαβίδες τελειώνουν,
το βαμβάκι τελειώνει,
οι φρυγανιές τελειώνουν.
Το γάλα λιγοστεύει,
οι φιάλες λιγοστεύουν,
τα νυστέρια λιγοστεύουν,
οι λάμπες λιγοστεύουν,
τα σεντόνια λιγοστεύουν,
οι σύριγγες λιγοστεύουν.
Βελόνες εξακολουθούν να υπάρχουν...



ΑΠΑΙΤΗΣΗ


Τόσο καιρό δεν μιλάω,
μόνο ακούω.
Ακούω τόσο οικεία τους ανθρώπους
που με ματώνουν.

«Γιατί δεν χαμογελάω, Λεωνίδα;»
«Γιατί πίνω χάπια, Λεωνίδα;»
«Γιατί χώρισα, Λεωνίδα;»
«Γιατί δεν κάνω έρωτα, Λεωνίδα;»
«Γιατί δεν με φλερτάρουν, Λεωνίδα;»
«Γιατί νιώθω ένα δυσβάσταχτο κενό μέσα μου, Λεωνίδα;»
«Γιατί ακουμπάω τα γεννητικά μου όργανα
σε μηχανικά ομοιώματα γεννητικών οργάνων, Λεωνίδα;»
«Γιατί εκφράζομαι πρόστυχα, Λεωνίδα;»
«Γιατί με πρόδωσε ο Θεός, Λεωνίδα;»

Τα μάτια μου,
τους παρακαλάνε να σταματήσουν
την ανελέητη σφαγή.
Δεν θέλω ν’ ακούω άλλο
τη χροιά της φωνής τους,
χρειάζομαι χρόνο.
Χρειάζομαι χρόνο...

«Άκουσέ με, Λεωνίδα...»
«Σ’ έχω ανάγκη, Λεωνίδα...»
«Συμβούλεψέ με, Λεωνίδα...»
«Προσευχήσου μαζί μου, Λεωνίδα...»
«Φοβάμαι το σκοτάδι, Λεωνίδα...»
«Κοιμήσου μαζί μου, Λεωνίδα..»
«Αγκάλιασέ με, Λεωνίδα...»
«Ταξίδεψέ με, Λεωνίδα...»
«Μην φύγεις, Λεωνίδα...»

Ποιος ενδιαφέρεται για μένα;
Κανείς...

Ποιον θα σκοτώσει ο δικός μου πόνος;
Κανέναν...

Απαιτώ να ζήσω
μερικές μέρες για εμένα,
δίχως κανέναν.
Έγινα κατανοητός;




ΕΠΙΒΑΛΛΕΤΑΙ


Επιβάλλεται,
να θυμηθώ ποιος ήμουν
πριν από αυτούς.
Επιβάλλεται,
να θυμηθώ τι ήθελα να γίνω
πριν από αυτούς.

Αντικατοπτρισμοί εφηβικής αγάπης
δίχως μόνιμη κατοικία,
δίχως την αιμοστατική γεύση
της γυναικείας πληθωρικής φαντασίας.

Γιατί όταν αγαπάς ένα κορίτσι
οι γονείς της θέλουν να σε σκοτώσουν;

Δέσποινα,
το άλμπουμ με τις φωτογραφίες μας
παρέμεινε άδειο.
Κάποτε ήμασταν ευτυχισμένοι,
ενώ τώρα;



ΑΧΡΟΝΟ


Ένα καθοριστικό δευτερόλεπτο
πριν τον εγκεφαλικό σπασμό,
οριστική τομή αιωνιότητας στην ψυχή.








Δελτίο Τύπου

Οι Ποιητές Στην Απανεμιά
με τον Θάνο Ανεστόπουλο


Τρίτη, 18 Νοεμβρίου 2014
Μπουάτ Απανεμιά


Μνησικλέους & Θόλου 4 (στην Πλάκα)
Ώρα προσέλευσης 21.00
Είσοδος ελεύθερη / ποτό 6


Ο Θάνος Ανεστόπουλος (Διάφανα Κρίνα), μετά από είκοσι τρία χρόνια επιτυχημένης μουσικής πορείας και αναρίθμητες μελοποιήσεις ελλήνων και ξένων ποιητών, προσκαλεί τους νέους ποιητές σε ένα μουσικό – ποιητικό διάλογο, στην ιστορική Μπουάτ της οδού Θόλου.

Στο χώρο θα εκτίθενται τα έργα που ο ίδιος ο καλλιτέχνης φιλοτέχνησε εμπνευσμένος από τα ποιήματα που μελοποίησε.

 


Ποίησή τους θα απαγγείλουν οι ποιητές (με αλφαβητική σειρά):
Δήμητρα Αγγέλου ᴵ Στάθης Αποστόλου ᴵ Νικόλας Γκόγκος ᴵ Άννα Γρίβα
Σταύρος Διονυσόπουλος ᴵ Κατερίνα Ζησάκη ᴵ Θωμάς Ιωάννου ᴵ Λένα Καλλέργη
Σπύρος Καρέλας ᴵ Ηλίας Λιατσόπουλος ᴵ Αλέξιος Μάινας ᴵ Εμμανουέλλα Μανιού
Παυλίνα Μάρβιν ᴵ Παναγιώτης Μηλιώτης ᴵ Ιορδάνης Παπαδόπουλος
Μιράντα Παπαδοπούλου ᴵ Γιώργος Πέππας ᴵ Δανάη Σιώζιου ᴵ
Γιώργος X. Στεργιόπουλος ᴵ Γιάννης Στίγκας ᴵ Θωμάς Τσαλαπάτης ᴵ Χάρης Ψαρράς

Μελοποίηση – απαγγελία: Θάνος Ανεστόπουλος

Συντονισμός/επιμέλεια: Παναγιώτα Αρματά   armatap@gmail.com  6972309001  


Η επίγνωση της αλήθειας προσφέρει ό,τι και η ανάμνηση της ηδονής: τίποτα. Ας πιάσουμε, όμως, το νήμα από την αρχή.

Η εκστρατεία υπέρ της επιστήμης και της λογικής, της οποίας προΐσταται παγκοσμίως ο ζωολόγος Richard Dawkins, προσφέρει μιαν άκρως ενδιαφέρουσα θεώρηση του κόσμου και της ζωής, η οποία, σε μία ανθρωποκεντρική ανάλυση, μπορεί να συνοψισθεί στα ακόλουθα τρία σημεία:

α) Η ύπαρξή μας δεν αποσκοπεί πουθενά. Υπάρχουμε ως αποτέλεσμα κάποιων διεργασιών που οδήγησαν στην ύπαρξή μας. Είμαστε μία έμβια οργάνωση της ύλης (βασικό χαρακτηριστικό της οποίας είναι η αυτοσυνειδησία) για το πενιχρό διάστημα των ολίγων δεκαετιών που ζούμε.

β) Ο Αλλάχ, ο Θορ, ο Ζευς, ο Θεός των Χριστιανών και όλοι οι επί γης Θεοί και οι θρησκείες στο χώρο και το χρόνο δεν είναι τίποτε περισσότερο από μυθεύματα. Ουδεμία ένδειξη υπάρχει ότι στις θρησκευτικές δοξασίες υπάρχει Αλήθεια, το δε θρήσκευμα των ανθρώπων δεν είναι παρά το αποτέλεσμα κληρονόμησης ενός μιμιδίου από γονείς σε τέκνα.

γ) Οι συνιστώσες που προσδιορίζουν την ηθικότητα ουδεμία σχέση έχουν με τη μεταφυσική, μπορούν, δε, να αναλυθούν με όρους γενετικής, εξελικτικής βιολογίας (εξελικτικής ψυχολογίας, κοινωνιοβιολογίας, εξελικτικής ηθικής), κοινωνιολογίας και ανθρωπολογίας. Με ερμηνευτικά εργαλεία τη θεωρία της επιλογής συγγενών (kin selection), τη θεωρία της επιλογής ομάδων (group selection), τη φυσιογνωμία του γονιδιώματος, τη φυσική επιλογή, τις δυνάμεις που αναπτύσσονται στο ιδιαίτερο κάθε φορά κοινωνικό περιβάλλον, το ηθικό (αλτρουϊσμός, καθολικό ταμπού αιμομιξίας, μονογαμικότητα) και το ανήθικο (βιασμός, βία, απιστία) απεκδύονται πλήρως του μεταφυσικού τους φορτίου και εξηγούνται σε αυστηρώς νατουραλιστικό πλαίσιο.

Ας υποθέσουμε ότι τα πράγματα είναι όντως έτσι. Ας υποθέσουμε ότι είμαστε όντως προϊόντα της τυχαιότητας και της συγκυρίας, ότι η ζωή μας αρχίζει και τελειώνει εδώ, ότι τίποτα δεν μπορούμε να προσδοκούμε πέραν των ολίγων δεκαετιών που ζούμε, ότι η ηθικότητα δεν είναι οντολογικά τίποτε περισσότερο από ένα φαινότυπο, ότι ως και η βούλησή μας ίσως είναι πολύ λιγότερο (ή καθόλου) ελεύθερη απ’ ό,τι ως τώρα νομίζαμε. Εκ της πραγματικότητος αυτής, μόνο η ματαιότητα διασώζεται. Όλες οι άλλες έννοιες, η αγάπη, η μητρότητα, η προσπάθεια, η δημιουργία, η επιστήμη, η ελπίδα, η αυτοθυσία εκμηδενίζονται.

Κι η ματαιότητα μόνο την ηδονή μπορεί να κυοφορήσει.




[The Chapter of the Rending in Sunder]


Και μετά ξεκίνησα την έξη μου
να περπατώ τις νύχτες
για να απαλλαγώ από τις χορδές,
τις ζαρωμένες. Ο Κύριος μου αποκάλυψε
ότι είμαι γεμάτη πτηνά
που έχουν γίνει καπνός κι αγκιστρωμένες χορδές.
Λέω στον Κύριο, Κύριε πάρε
μια χορδή. Την έχω ονομάσει
οροπέδια κυκλωμένα με κερί μελισσών φιτίλια,
βήματα που σπέρνονται στα σκαλοπάτια μου,
ντέφια μέσα σε δέντρα.
Τότε ένα ανιαρό μακάβριο θαύμα 
ξετυλίγεται, γιατί ο Κύριος  παίρνει 
τη χορδή και ότι άλλο τη συνοδεύει.
Όταν περπατάς σε μια σχάρα
βρίσκεται ο ήχος της σχάρας.
Η Μαργαρίτα Δευτέρες σημαίνει ακριβώς
αυτό. Είπα, πώς θα μπορούσα να φάω;
Έφαγα. Και πώς μπορώ να κοιμηθώ; Αρχίζω να τρέμω.
Ο Κύριος λέει, κοίτα τα υποκαταστήματα,
πως δημιουργούν πλεξίδες στους τάφους.
Και ο Κύριος λέει, κοίταξε το κατάστημα ψιλικών,
λαμπερό, κουτί μέσα από παραγγελία.
 Έχουν το πένθος τους εκεί οι άνθρωποι.
Τώρα οι γεμάτες χρώμα εικόνες, τώρα οι εικόνες
καταρρέουν. Λέω υγρό πεζοδρόμιο 
συνέχισε να με στηρίζεις. Το υγρό πεζοδρόμιο με
στήριξε. Τώρα τα φετίχ καταρρέουν,
τώρα οι μετεωρίτες πέφτουν. Ο Κύριος λέει,
Προσδοκούσα μια ευλογία να βγει. Και εγώ λέω
την έκανα κατάρα.
Ο Κύριος μιλά, σε ακουστική γλώσσα από ρίζες,
πυροβολισμούς, σε ήχο 
ασφάλτου, σε ήχο αυτοκινήτων.
Λέω, οδηγούμαι σε
μπελάδες. Εδώ είναι τα νήματα των κοσμημάτων
και οι αναγκαίες δονήσεις για να την
κάνω. Ο Κύριος λέει, μάσησε
και άσε να σε μασήσουν, αλληλούια. Κόψε
και ράψε, αλληλούια. Γεμάτος υπερβολή,
ο Κύριος λέει, μπαρ, μπάρα, μπάρα .
Λέω εγώ χιονισμένη έκταση; Αιώνιο χιονισμένο μέρος;
Μίλησα για πεύκο που ψήνεται; Λέω θάμνο;
Ο Κύριος λέει, είναι αυτό που θέλεις
το απαίσιο ελεύθερο; Και εγώ λέω
στον Κύριο, Κύριε μίλα.
Και ο Κύριος μιλά, για τον ήχο που αφήνει η γη στη τροχιά της,
υπόκωφος, είναι καρδιάς ζώου χτύπος 



[The Chapter of the Rending in Sunder]


And then I began my habit
of walking at night
to get rid of the strings,
witherings. The Lord revealed to me
that I am full of birds
turned smoke and hookèd strings.
I say to the Lord, Lord take
a string. I have named it
mesas ringed with beeswax wicks,
footsteps sowing up my stairs,
tambourines in trees.
Then a tedious, gruesome miracle
unfolds, for the Lord takes
the string and what attends it.
Walking over a grate
there is the sound of the grate.
Margarita Mondays mean exactly
that. I say, how could I eat?
I ate. And how can I sleep? I shake.
The Lord says, look at the branches,
how they braid over graves.
And the Lord says, look at the HandiMart,
a bright, ordered box.
They have their grief, the people there.
Now the tableaus mass color, now the tableaus
fall down. I say wet pavement keep on
holding me up. Wet pavement hold me
up. Now the fetishes crumble,
now the meteors cup. The Lord says,
I meant of it a blessing. And I say,
I made of it a curse.
The Lord says, sound of roots,
sound of shoots, sound of
asphalt, sound of cars.
I say, I am walked into
deeps. Here are the jewelthreads
and throbbings that I need
to leave. The Lord says, chomp
and be chewed, alleluia. Sever
and stitch, alleluia. Exceedingly,
the Lord says, bar, barr, barr.
I say snowfield? Snowfield?
Piñon roasting? Chaparall?
The Lord says, is what you want
the terrible free? And I say
to the Lord, Lord speak.
And the Lord says, sound of earth in orbit,
its muffled, its four-chambered beat.





Η Ποιήτρια και καλλιτέχνις Mary Margaret Alvarado γεννήθηκε στο Τέξας και μεγάλωσε στο Κολοράντο των Η.Π.Α. 
Είναι  συγγραφέας της ποιητικής συλλογής Hey Folly (2013) 
Αυτή τη στιγμή ζει στο Κολοράντο με τον σύζυγό της και τα δύο παιδιά της.



*Η απόδοση του ποιήματός της στα Ελληνικά έγινε με τη συγκατάθεση της ποιήτριας


Ο τιμοκατάλογος για την έκδοση βιβλίων όπως έχει διαμορφωθεί τελευταίως  (με την είσοδο του πάλαι ποτέ ιστορικού Κέδρου στο παιγνίδι), κυμαίνεται ανάμεσα στις 3.500 και τα 300 ευρώ (για 100 αντίτυπα ψηφιακής εκτύπωσης). Η προσφορά όπως βλέπεται καλύπτει όλα τα βαλάντια κι είναι σύμφωνη με την τσέπη σας. Αν γράφετε κι έχετε στη διάθεσή σας ένα ελάχιστο ποσόν τριακοσίων ευρώ γίνεστε «συγγραφέας» κι αρχίζετε να κτίζετε την πολυπόθητη καριέρα σας στο συγγραφικό στερέωμα. Αποκτάτε το δικαίωμα να μιλάτε υποτιμητικά για τους άλλους, να τους επιπλήττετε και να τους εξυβρίζετε. Να ζητάτε να διαβάσετε κι εσείς σε φεστιβάλ και ημερίδες ποίησης κλπ, κλπ.

Απ΄τα πάμπολλα μέιλ που με ρωτάνε «τι παίζει με την έκδοση των βιβλίων» ξεχώρισα ένα που ο συμπαθής αποστολέας του με ρωτούσε «που μπορεί να αναζητήσει σπόνσορες για την έκδοση της πρώτης του ποιητικής συλλογής». Αν μη τι άλλο του αναγνώρισα το πραγματιστικό του χαρακτήρα του, το εμπορικό του δαιμόνιο και τη θρασύτητα της νεότητος. Τον κατεύθυνα στην κλασική αναζήτηση σπόνσορα ανάμεσα στο οικογενειακό του περιβάλλον: γιαγιά, παππού, θείους, εξαδέλφους, αδέλφια και παραδοσιακά τους ταλαίπωρους τους γονείς. Οι γονείς δεν αρκούνται πλέον με την αγορά αυτοκινήτου στα δεκαοκτώ του κανακάρη τους αλλά συμβάλλουν τα μέγιστα ώστε εκδοτικοί οίκοι να αποφύγουν την πτώχευση. Αναδεικνύονται σε μεγάλους ευεργέτες της χειμαζόμενης εκδοτικής βιομηχανίας.

Σπόνσορες ωστόσο υπάρχουν: άγνωστα ιδρύματα προσφέρουν χρήματα για έκδοση λογοτεχνικών έργων αρκεί κάποιος να έχει τη σωστή πληροφόρηση…  



Ψηλαφίσματα


Τα όνειρα στενάζουν σπαραγμούς
μιας άυλης εξάρτησης.
Εκεί που τα πρέπει οφείλουν να έχουν πνοή,
εκεί θα ενώνονται οι λέξεις μας.

Ζυγίζω την πληγή.
Η πηχτή μου σιωπή,
σκαλοπάτι της ίδιας πάντα ερώτησης.

Τα πιο όμορφα ψηλαφίσματα είναι αυτά του φωτός
μες στο καταχείμωνο.

Μα πάντα κάτι σε τραβά να μην ανεβαίνεις σκαλοπάτι,
κάτι από την θλίψη των μεγάλων.
Πρέπει να αγαπήσεις την «αρρώστια», λένε,
για να μεγαλώσεις.

Ξεχνούν όμως τις λέξεις που συνθέτουν κλωνάρια
αδημονώντας τον αυγουστιάτικο ήλιο.

Κοιμήσου ακατέργαστη μου φύση
και άσε το όνειρο να σπείρει
τα μελλοντικά σου κομμάτια.



Όνειρα


Όνειρα που διψούν για ουρανό,
που γυρνούν μες στο ίδιο κενό.

Η καρδιά στο ζεστό σου το χέρι
να κρυφτεί ψάχνει γλυκό μου ταίρι.

Σύννεφα σκεπάσαν το όνειρό μας,
μα η αχτίδα στο παράθυρο μας.
Μη φοβάσαι πια ζεστό μου αγέρι
τύλιξε με αν μ’ αγαπάς
δώσε μου πνοή αν τολμάς
είσαι της καρδιάς το καλοκαίρι.


Μια σκιά αγκαλιά που πονά
με τυλίγει τη νύχτα αργά.

Η βραδιά μες στη στάχτη ξεχνιέται,
ξεθωριάζει στην πόλη πλανιέται.



Σιγή.


Η νύχτα γίνηκε άγαλμα
μέσα απ’τα θολά παράθυρα
και οι σκιές στρωσίδι
για το φως του φεγγαριού.

Τόσο κοντά σου υπήρξα,
για μια σου πνοή.
Σιγή.




να προσέχεις με τις λέξεις
                                        (είπε)
έχουν λεπίδες
               θα σου κόψουν τη γλώσσα
να προσέχεις
              θα σε βυθίσουν στην αιχμαλωσία
να προσέχεις
μην ξυπνήσεις τις λέξεις
ξάπλωσες σε μαύρες αμμουδιές
και η θάλασσα ας σε καταπιεί
και τα κοράκια ας βάλουνε τέλος στη ζωή τους
μέσα στα κλειστά σου μάτια
να προσέχεις
 μην κολάσεις τους αγγέλους της φωνής σου
μην προσελκύσεις φράσεις
                             ποιήματα
                                          στίχους
δεν έχεις τίποτα να πεις
τίποτα να υπερασπιστείς
ονειρέψου ονειρέψου ότι δεν βρίσκεσαι εδώ
ότι έχεις ήδη φύγει
ότι όλα έχουν τελειώσει



*



Ένα φως, μια λάμπα,
το απόμακρο της νύχτας.
Το απόμακρο του απόμακρου
γεννιέται από μένα, γεννιέται με την
μουσική.
Να ζεις ελεύθερος.
Στα πέρατα
στις αμμουδιές,
στη μοναξιά,
στη θεϊκή ακινησία του έρωτα.
Η ελευθερία του να είσαι μόνο στάχτη.
Πεθαίνω στη μουσική που παίζει ο έρωτας
ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA