Πώς μιλάμε για την καινούργια Ελληνική ποίηση (video)

Για τη συλλογή διηγημάτων «Όμορφοι έρωτες» του Ιάκωβου Ανυφαντάκη, (εκδ. Πατάκης), γράφει η Ειρήνη Σταματοπούλου

Φώτης Μανίκας, Ποιήματα (1η εμφάνιση)

«Ποίηση στη σχάρα» του Πέτρου Γκολίτση:«Από τις αφετηρίες στην ολοκλήρωση του μοντερνισμού: ο Νάνος Βαλαωρίτης»

Οι καρβουνιάρηδες απολαμβάνουν τις διακοπές τους και σας εύχονται καλό καλοκαίρι.

Θα επιστρέψουμε με καθημερινές αναρτήσεις μετά το δεκαπενταύγουστο.

Συνεχίστε να μας στέλνετε συνεργασίες για το τρίτο τεύχος , για το μπλογκ ,βιβλία σας, συνδρομές, σχόλια, παρατηρήσεις και φιλιά .




εκδόσεις vakxikon


ΚΟΝΣ

Ο κουρασμένος άνθρωπος της Ευρώπης
κοιτάζει θλιβερά κατά το βράδυ το χρυσό –
το εξίσου θλιβερό
με την ψυχή του.
Κρας.*
Ο πολιτισμός δεν γνωρίζει από καρδιά.
Και αντιστρόφως.
Φρικτός αγώνας· οδυνηρός.
Σβήνει, αδειάζει η ψυχή.
Το βράδυ καίει σαν φλόγα.
Πεθαίνει η Ευρώπη!
Έλεος! Έλεος!
Κύριε καθηγητά,
αντιλαμβάνεστε την έννοια «ζωή»;


* Περιοχή της Σλοβενίας.




Κονς: Η NEA EΠOXH


Έρχεται η νέα εποχή
της κολεκτίβας·
έρχεται η νέα εποχή
για τους εργάτες και τους ποιητές.
Σήμαν’ η ώρα του θανάτου για τα τεχνικά
και μηχανικά προβλήματα.
Όλα τα προβλήματα έχουν να κάνουν με τον άνθρωπο.
Όχι με το σύστημα του Τέιλορ!*
Ανθρωπιστές με γενειάδες μαβιές.

Έρχεται η νέα εποχή·
MEΣ ΣTON EPΓATH O ANΘPΩΠOΣ,
MEΣA ΣTON ANΘPΩΠO O EPΓATHΣ. 
Έρχεται η νέα εποχή·

σήμαν’ η Ανάσταση των σκλάβων.


* Aναφορά στον Aμερικανό μηχανικό Φρέντερικ Oυίνσλοου Tέιλορ 
[Frederick Winslow Taylor, 1856-1915], «πατέρα» της επιστημονικής
οργάνωσης.



Κοστολόγιο


οικονομική πολιτική = 0
ελπίδες για οικονομική ευημερία = ποσό άρρητο
χαρά και δύναμη = για τρεις
ενέργεια = ∞
απόγνωση = 3 φορές την εβδομάδα
πάθος = κάθε μήνα
χρέη = ποσό άρρητο
ελπίδα για το μέλλον = ∞
ειλικρίνεια ≡* α اا** β
____________________________________
Σύνολο = αφόρητη προσδοκία



* Το σύμβολο του «απόλυτα ίσου».

** Το σύμβολο που δηλώνει πως μια ευθεία είναι παράλληλη με μιαν άλλη

                          

          ΨΕΜΑ

Στην πόλη τα πλήθη φόρεσαν τις προσωπίδες
ο ήλιος εγκλωβίζεται στους μανδύες του
παρατείνοντας την ήττα των νικημένων,
όλα υπάρχουν σαν το σκούρο φθινόπωρο
στην κόψη της πιθανής μπόρας
όταν το σύννεφο απειλεί και απειλείται
από το πείσμα της φετινής ανομβρίας.

Η εύκολη αλλαγή συναισθημάτων μάτωσε την ψυχή
καθώς τα νεογέννητα χρώματα πνίγηκαν στο γκρίζο
κι η φωτιά του πανικού αναρροφούσε μια σανίδα
σωτηρίας που είχε μείνει. Οι φωνές μας σκορπίστηκαν
τα υπολείμματα της ικεσίας μάς ανήκουν -
τι να ζητήσεις, από πού; Το περιβάλλον στηρίζεται
στα γόνατα του αυστηρού τεχνοκράτη
οι υποσχέσεις για ακίνδυνες απολαύσεις
ένα ψέμα στη δίνη της Ιστορίας.


        ΤΟ ΚΑΡΑΒΑΝΙ

Καληνυχτίσαμε τα βουνά, χαιρετήσαμε τα οροπέδια
το άρωμα των πεύκων κέντρισε κάποια μελαγχολικά όνειρα
οι αργυραμοιβοί της νύχτας φωτογράφισαν τη θύελλα που έρχεται
με σημαίες σκισμένες να αιωρούνται στα μπαλκόνια
καθώς το χαρούμενο προσκλητήριο που ακούστηκε
ήταν μια καλοστημένη παγίδα σταλμένη από άλλους καιρούς.
''Μια πυρκαγιά, λοιπόν, μια φυματίωση των σπλάχνων
που θέλει νερό και καθαρό αέρα''
γνωμάτευσε ο έμπειρος γιατρός.

Έφτασε το καραβάνι από την κρύα εποχή
τα παράξενα σημεία στοιβάζονται σε αρένες
η αναμενόμενη βροχή δε θα μπορέσει να καλύψει
τις άδειες λίμνες και τα ξερά τοπία
όλος ο κόσμος θα υποταχτεί στις απαιτήσεις ενός φαύλου
τα ερείπια του χθες επεκτείνονται και στη νέα σοδειά.




                      ΦΩΝΕΣ

Πάνω απ’ τη μοναξιά της προκυμαίας
σαρώνει ο άνεμος που τώρα πίστεψες
επιβλητικός και σαρκοφάγος σαν ύαινα
προσπαθώντας να παρασύρει μια γοργόνα
που όλο την αναζητούμε σε γαλάζιες σελίδες
βιβλίων και αιώνων – καμιά ένδειξη.

Εύκολα παραβαίνει κανείς τους νόμους της ζωής
όταν η σκέψη ακροβατεί σε σύγχρονες λαιμητόμους
μέσα στην αναγκαστική προσήλωση σε χάρτες παράξενους,
μια χρυσοφόρα φλέβα σε καλεί να την αγγίξεις.

Σύννεφα ενοχής απέπλευσαν απ’ το λιμάνι
φορτωμένα με τοξικά απόβλητα
η φωνή δεν εφάπτεται πια με τη μνήμη
όσων θέλησαν να παραμείνουν διατηρητέες φιγούρες
σε αυλές που ευωδιάζουν από βασιλικό και γιασεμί.
Φωνές, πολλές φωνές σκέπασαν την ομίχλη
κι αυτή  εγκαταστάθηκε μόνιμα στα μάτια.





 Από την ποιητική συλλογή  ' Ο σκοπευτής της μνήμης ''

εκδ. Στοχαστής, 2013


                Η ΣΤΙΓΜΗ


Οι μάσκες άρχισαν να υποχωρούν
τώρα τα πρόσωπα φωτίζονται από ρυτίδες
κι η αντοχή εγκλωβίστηκε σε δωμάτια μπαρόκ.
Στο μεταξύ το βιβλίο της ζωής
γεμίζει από παρανθέσεις
( όλη η ζωή μια παρένθεση χωρίς υπόθεση )
κι οι πρώτες πασχαλιές μια περιφρόνηση
από τα πολλά σκουπίδια
τα στοιβαγμένα μπροστά στις πόρτες μας
κι οι μαργαρίτες μια διαμαρτυρία.

Αυτά τα βλέπεις κάθε πρωί
που λογαριάζεις τη μέρα αλλιώς
ενώ εκείνη έχει τις δικές της αρχές
κι εσένα σ' αφήνει να μετράς τις ώρες της
μήπως κι απομονώσεις μια Στιγμή
που χρόνια παζαρεύεις στα βιβλία,
ακόμη και σε γιορτές και σ' επετείους
σ' όλες τις αργίες που μυρίζουν ξεκούραση
εσύ κυνηγάς δύσκολους ουρανούς:
η κρυφή γοητεία της αλήθειας.

***


                ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ

Όλοι θεωρήσαμε το παιχνίδι αυτό βολικό
το παιχνίδι της ομίχλης το απόγευμα
την ώρα που κοιτάζαμε φθαρμένα τοπία
με τις ελάχιστες υποσχέσεις ή τις πολλές
μόνο για τους επιτήδειους των μυστικών.

Το θεωρήσαμε βολικό
ίσως γιατί μας τυφλώνει:
τις εκδρομές εκείνες στην Πάρνηθα και στο Μαραθώνα
δεν τις συλλογιζόμαστε με τα μάτια·
μόνο με το νου.
Αυτά τα παιδιά στην πλατεία
μου θύμισαν και πάλι την παλίρροια
των πόθων, μπορεί και των φίλων
που δεν ήθελαν να ξέρουν τίποτα.
Είχε δίκιο εκείνος ο άνθρωπος·
«οι δρόμοι είναι παγίδες» είπε
κι έδειξε μιαν άδεια καρέκλα στο βάθος του μαγαζιού.

Το θεωρήσαμε βολικό χωρίς να το πιστεύουμε:
όταν πλησιάζεις τις μορφές απομακρύνεσαι
θέλω να πω διστάζεις να ξεδιπλωθείς
να σπάσεις τα παγόβουνα που διογκώνονται
από ακατανόητες συμπτώσεις.
Τώρα καταλαβαίνω τη μελαγχολία του καλλιτέχνη
που εκτίθεται στο κοινό
την ανασφάλεια της πρώτης αγάπης
τα κόκκινα φώτα στα φανάρια και στα υπόγεια.

Η ομίχλη πλαισιώνει τις σκιές στις αποβάθρες
των λιμανιών·
εμάς η λήθη.

***

             ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ

Παράθυρα φορτωμένα με ευθύνες
γι' αυτά που είδαν και δε μίλησαν
τα τζάμια η άλλη όψη του ήλιου
παραμορφωμένη
οι αιθέρες κρατούν καλά τα σύννεφα
που διέφυγαν απ' το δωμάτιο.

Μην προσπαθήσεις να προσεταιριστείς
τις υλικές λέξεις
είναι μόνο για όσους μπορούν
να τρέφονται με λόγια πολλά.
Οι άλλες λέξεις θ' αποκρυπτογραφήσουν τη ζωή μας
και θα σου μάθουν να μη ζητάς μεγάλες χάρες
μονάχα το σώμα μου
που περιμένει στη γωνιά το άγγιγμά σου.
Δύσκολες αυτές οι λέξεις
ίσως αμεληθούν γρήγορα
απ' την ανάγκη μιας σύγχρονης ανάγνωσης
της ταλαιπωρίας και της απόστασης.
Αυτά τα νιώθεις όταν επιστρέφεις σ' εμένα
γιατί η ενοχή είναι αφόρητη
τώρα δεν είσαι μόνη
τώρα οι λέξεις σου μπερδεύονται
δεν είναι πια υλικές.

Τα σύννεφα διαλύθηκαν
και τα παράθυρα αθωώθηκαν
και τα τζάμια γέμισαν πια ήλιο
καθώς με φίλησες
κορίτσι των άυλων λέξεων.
 
***






 Από την ποιητική συλλογή ''Ανάπηροι δρομείς '', εκδ.Στοχαστής, 2012



O Γιώργος Γκανέλης γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Σπούδασε Κλασική Φιλολογία στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. Είναι καθηγητής Φιλολογίας στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές «Ανάπηροι δρομείς» το 2012 και «Ο σκοπευτής της μνήμης» το 2013, όλες από τις εκδόσεις Στοχαστής.
 







 
                                       Το  Ανθρωπάριο


Όταν  αγαπάς  τους  ανθρώπους , το  πλοίο  και  η  ζωή  μέσα  σε  αυτό 
προσφέρονται  για  να  τους  μελετήσεις  και  όταν  μπορείς  να  τους  νουθετήσεις
να  καυτηριάσεις  την  μόλυνση  την  γάγγραινα  που  τους  αφαιρεί  την  ανθρωπιά 
και  τους  καταντά , φθηνά  ανθρωπάρια . Κάποτε  λοιπόν  σε  ένα  από  τα  πολλά 
μπάρκα  μου  και  κάποια  δεδομένη  στιγμή  μιάς  συζήτησης  είπα  πως  την 
μητέρα  μου  την  έλεγαν  Θεοκτίστη . Όνομα  το  οποίο  πιστεύω , πως  είναι  ζήτημα
να  γνωρίζουν , τόσοι  που  να  μετρώνται  στο  ένα  χέρι , από  όλους  εκείνους  τους 
αναγνώστες  ενός  τόμου .
Προς  μεγάλη  μου  έκπληξη , άκουσα  κάποιο  μηχανικό  Γ΄ τάξεως , που  είχε 
μετατρέψει  την  καμπίνα  του , σε  ένα  μικρό  παρεκκλήσι , να  μου  λέει
"ωραίο  όνομα . Γιορτάζει  την  επόμενη  μέρα  των  ταξιαρχών".
Μόλις  πέρασε  η  πρώτη  εντύπωση , η  ομήγυρης , θέλοντας  από  την  μία  να 
τον  καταξιώσει , από  την  άλλη να  ξεδιψάσει  την  περιέργεια  της , άρχισε  να 
τον  ρωτά  πότε  εορτάζει  ο  τάδε  και  πότε  ο  δείνα  άγιος . Κάποτε  ήλθε  και 
η  δική  μου  σειρά . Και  προς  μεγάλη  κατάπληξη  της  παρέας , τον  ρώτησα
πότε  γιορτάζει  ο  άγιος  Φλέμινγκ . Να  βλέπατε  το  πρόσωπό  του !!! . Μετά 
από  δισταγμό  κάποιων  δευτερολέπτων , μου  απάντησε  με  στόμφο  πατριάρχη !!!
πως  δεν  υπάρχει  τέτοιος  άγιος . Εδώ  πρέπει  να  σας  πω  και  να  υποκλιθείτε
το  ανθρωπάριο  γνώριζε  και  όλο  το  καθολικό  εορτολόγιο .
Ποτέ  και  για  τίποτα  δεν  καυχώμαι . Όμως  θα  σας  εξομολογηθώ  πως 
αμάρτησα , όταν  γεμάτος  έπαρση  εξηγούσα  στο  ανθρωπάριο , πως  άγιος 
Φλέμινγκ  υπάρχει  και  είναι  αυτός  που  ανακάλυψε  την  πενικιλίνη .
Αυτή  την  πενικιλίνη  που  του  κάρφωνα  κάθε  τέσσερεις  ώρες  στο  άνω  δεξί 
τεταρτημόριο  του  μηρού  του , για  να  καταπολεμήσω  μια  ακατάσχετη 
βλεννόρροια , που  είχε  αρπάξει  από  κάποια  κακομοίρα  ιερόδουλη  του
τελευταίου  πόρτο .
Βλέπετε  καλή  η  προσπάθεια  να σώσουμε  την  ψυχή , μα  εκείνη 
η  αναθεματισμένη  λίμπιντο , κάποτε  είναι  πιο  ισχυρή ( βλέπε  άγιο  Πρεβέζης ) . 


    


Με τη νέα ποιητική του συλλογή «Η χειρουργική των έσω Ουρανών», ο Αχιλλέας Κατσαρός επιχειρεί να αποδομήσει το σώμα της ποίησης από τα περιττά του στοιχεία και να οικοδομήσει με επιτυχία ένα έργο με τη χειρουργική ακρίβεια ενός έμπειρου γλωσσοπλάστη.
    Αν και ο τίτλος της συλλογής μπορεί αρχικά να ξενίζει, μελετώντας τα ποιήματά του, αντιλαμβάνεται κανείς ότι η αυστηρότητα της γραφής του αναδεικνύει την ευαισθησία της ψυχής, της κάθε ψυχής, γιατί ο καθένας αναγνωρίζει κομμάτια των βαθύτερων σκέψεών του.
    Ο τρόπος γραφής του είναι αληθινός και συγκλονιστικός, όπως ένας κεραυνός που ταρακουνάει συθέμελα τις ρίζες του είναι σου. Όμως η κάθε του λέξη είναι σταθερά τοποθετημένη εκεί που πρέπει και με τις δονήσεις της αποδίδει ακλόνητα τα νοήματα και τις μύχιες σκέψεις του που γίνονται αυτόματα δικές σου.
    Ο Αχιλλέας Κατσαρός μοιάζει να κρατάει ατρόμητα ένα σπαθί, όπου με σίγουρες, καίριες και με χειρουργική ακρίβεια κινήσεις κάνει βαθιές τομές που φτάνουν ως το μεδούλι της ψυχής.
    Στην πρώτη του ποιητική συλλογή «Ιχνηλάτες Ανέμων», ταξίδεψε ακολουθώντας τον άνεμο στην ανοδική του πορεία, ιχνηλάτησε προσεκτικά το κάθε του βήμα, εντρύφησε στη μελέτη της ψυχής που με τη σειρά της τον πήρε από το χέρι και τον οδήγησε στην χειρουργική αποκάλυψή της στη δεύτερη.
    Ο Αχιλλέας Κατσαρός μας αποδεικνύει για άλλη μια φορά ότι είναι χαλκέντερος δρομέας μεγάλων αποστάσεων που ανακάλυψε τα δύσβατα αλλά πανέμορφα μονοπάτια της πνοής των ανέμων, αυτών που οδηγούν στην ανάταση και την ανακάλυψη νέων ουρανών.
   Είναι ο ίδιος που με πείσμα, επιμονή και υπομονή τραβά τα πέπλα της πλοκής των εννοιών και ξεσκεπάζει αποφασιστικά τη γοητεία μιας διαδρομής μέσα από την αυθεντικότητα της φυσικής ροής των πραγμάτων.





Θα σου εξομολογηθώ κάτι, Πατέρα. Είμαι ένας ψεύτης για τους ουρανούς των μεγάλων προσδοκιών, είμαι ένα ψέμα για τον ίδιο μου τον εαυτό. Δεν είμαι τίποτε άλλο παρά ένα συννεφάκι αμελητέας ύπαρξης που αιωρείται άσκοπα πάνω απ’ τη γη και που κάθε τόσο, στο διάβα του, αφήνει ένα αέριο χνάρι που διαλύεται για να χαθεί κι αυτό με τη σειρά του στον αδιατάρακτο γαλάζιο φόντο.
Και ποιός είμαι; Ποιός διάολο είμαι επιτέλους; Πες, άκαρδε, εσύ ‘κει πάνω, ποιός είναι αυτός ο άνθρωπος που βλέπεις χαμηλά;
Τι απέγιναν όλα τα σημάδια που μου έδειχναν το δρόμο στο κυνήγι της δόξας; Οι προσδοκίες, τα πάθη, των θρύλων οι τριγμοί, η φωνή του μεγάλου ανδρός, το κάλεσμα εντός μου. Ω κοροϊδία. Ω άσπλαχνη πλάνη. Μόνο αιώνιο σκοτάδι,  σκοτάδι και σιωπή που…  Άστο, δεν έχει σημασία. Ζω μια ανάλαφρη αστειότητα. Επιδίδομαι σ’ ένα ατέλειωτο κυνήγι φαντασμάτων. Μίλα επιτέλους, ένα σημάδι σου ζητώ, Πατέρα, θέλω να βρω το δρόμο μου. Μ’ ακούς;
(Ο ουρανός με κοιτάει με ψυχρή ανωτερότητα και μια σκληρή σιωπή απλώνεται ως τα βάθη του ορίζοντα).
Ξάφνου, ηχεί πίσω απ’ τα σύννεφα μια αλλόκοσμη φωνή και γεμάτη επισημότητα μου απαντά με τα εξής λόγια: «Δική σου η αδυναμία. Το αιώνιο φως είναι για τους δυνατούς. Οι αδύναμοι χάνονται στη σύγχυση. Κανείς δεν σου φταίει αδύναμε άνθρωπε. Γύρνα τα μάτια ανάποδα ως τα μέσα. Ως το κεφάλι μέσα, γύρνα τα μάτια σου κοινέ θνητέ και δες τον εαυτό σου. Μη φοβάσαι να αντικρίσεις την ασημαντότητά σου, κοίτα αυτό που ήσουν πάντα. Ένα αγιάτρευτο βάσανο. Ένας ρεμβασμός ισοβίτη. Ένας καθηλωμένος ταξιδευτής. Ένα μάτσο ψεύτικες υποσχέσεις απ’ τον εαυτό σου προς τον εαυτό σου. Ένα άπαιχτο στοίχημα. Μια επιθυμία δίχως θέληση. Μια τελική διάψευση, αυτό είσαι. Τόσα χρόνια επαιτείς την ηδονή, παζαρεύεις τις ορέξεις, ταλαντεύεσαι στον πόνο που δυναμώνει, στο χρόνο που περνά, στη δειλία που παραμένει. Ταλαντεύεσαι από την παραίτηση στην προσμονή, και πάλι πίσω. Και πάλι πίσω κάνε αδύναμε άνθρωπε. Κρετίνε.»
Κοκαλώνω σοκαρισμένος για τέσσερα ολόκληρα δευτερόλεπτα αποτροπιασμού. Άκαρδος ουρανός, σχεδόν μισάνθρωπος. Συνέρχομαι με δυσκολία, αρχίζω να περιεργάζομαι σαν μηρυκαστικό τα δύσπεπτα λόγια του, αναθαρρεύω, φουσκώνω αποφασιστικά τα πνευμόνια και διώχνω με δύναμη όλο τον αέρα προς τα έξω σαν να εκτοξεύω βαλλιστικό πύραυλο ενάντια στην ουράνια φωνή, πύραυλο που κουβαλά στην κεφαλή του την εκρηκτική λέξη: «ΜΑΤΑΙΟΤΗΤΑ»

Η πύρινη λέξη διασχίζει σαν αστραπή τον κάμπο και στοχεύει τα μυθικά όρη του Ολύμπου. Στην πορεία χάνει ύψος ,ατονεί, πέφτει εξαντλημένη και σπάει στους πρόποδες του βουνού, έπειτα διασκορπίζεται στις κορφές των δέντρων και εξαφανίζεται στα φύλλα που αναριγούν παιχνιδιάρικα. Τέλος. Χάθηκε η οργισμένη λέξη, χάθηκαν και τα αέρια χνάρια μου. Κάπου σε γη και ουρανό θα σβήσει η ύπαρξή μου. Σα να μην υπήρξα ποτέ. Σα να ‘μουν ψέμα.     


           
Σωτήρης Σαράκης
Στην εξοχή

Λιάζεται η σαύρα πάνω
στην πυρωμένη πέτρα, στήνω αυτί
ν’ ακούσω τι συνομιλούν, είναι όπως όταν
πρώτη φορά ονειρεύτηκε
η πέτρα την αναπνοή και μια παράξενη
ραγισματιά, πρωτοφανέρωτη
χάραξε τη στιλπνή της επιφάνεια· γυρεύω
τα μυστικά περάσματα, κρυφούς
κυματισμούς, γυρεύω πώς
η σαύρα μες στην πέτρα, εγώ
μέσα στη σαύρα, η πέτρα
στα κατάβαθά μου, πώς
ασύλληπτοι κυματισμοί με φέραν ως εδώ

εδώ στην εξοχή μια σαύρα να κοιτώ
όπως θα κοίταζε ο καθένας, ίσως φέρνοντας στον νου
τα λιγοστά που έχει ακούσει για τα ποικιλόθερμα
μια σαύρα να κοιτώ, δήθεν
μισοαδιάφορα, σαν λίγο
αφηρημένος,
τάχα σαν άνθρωπος της πόλης που ποτέ
δεν πάτησε ξυπόλητος μια πυρωμένη πέτρα.

Πρώτη δημοσίευση:
27/11/14 - 10:26 π.μ.





διαΣταύρωση ΧωΡίς φανάρια


αυτόπτες Υπάλληλοι,

διέταξαν Περίοικο,
«ΣΧΕΔΟΝ ΦΙΛΗΣΥΧΟ»,
μάλλον καλής Οικογενείας,

να αποχαυνωθεί Χαρμόσυνα

- για μια Σίτιση
πιο Βελτιωμένη.

- για μια Είδηση
κάπως, πιο Βελτιωμένη.


Εν συνεχεία,
τον στήσανε στην Διασταύρωση
και του ζήτησαν να Πορευτεί...

να Αποκαθηλωθεί,

Χωρίς Φανάρια

Αλήθεια,
Αλήθεια σας λέω...



[Μεταξύ Μας,]
αν και απεργούν
 οι Άγγελοι,

έχω
φυλάξει
τα καρφιά...






διοξείδιο του Άνθρακα


αξίζετε να αναπνεύσετε με Πολυτέλεια,
Ανέκφραστοι,
σαν παιδικές κούκλες

αξίζετε να αναπνεύσετε με Πολυτέλεια,
αυτό για το οποίο,
εργαστήκατε σκληρά

αξίζετε...

 









Ο Καββαδίας, ολοκληρώνοντας μια καριέρα από το 1930 στη θάλασσα, έγραψε το ποίημα καλοκαίρι του 1974 για τη Θεανώ Σουνά, που είχε γνωρίσει ένα χρόνο πιο πριν. Εδώ ο ποιητής, μία λαϊκή ψυχή, συναντάται με τις καταβολές του εαυτού του, αγγίζοντας όμως αυτές της πανανθρώπινης ύπαρξης. Δεν ξέρω αν ο Σεφέρης τής αριστοκρατίας που δεν καταδεχόταν και πολύ τον Καββαδία έφτασε σε τέτοιο βάθος ποίησης...
   Το ποίημα θεωρείται το καλύτερο ερωτικό του Καββαδία, αλλά είναι δραματικό, θέλει ανθεκτικούς αναγνώστες. Δεν είναι love-story. Το ίδιο και η μπαλάντα της Μαρίζας Κωχ, κάνει τον ακροατή να αναβιώνει την αγωνιώδη επίγευση της ζωής τών ναυτικών. Αυτών που γυρεύουν στεριά να πατήσουν, σύντροφο να περιμένει, πυργόσπιτο να ριζώσουν. Τη ζωή τους, που μόνον λιβιδινικό ανικανοποίητο δημιουργεί, ψυχικό κατατεμαχισμό, ο Καββαδίας περιγράφει στην ποίησή του αλλά και στο ποίημα αυτό. Όμως οι τραγικές εμπειρίες, όλη η Βαβυλωνία ατομικισμού και μοναξιάς, τείνουν εδώ σε ό,τι πιο ευοίωνο: στη συγκόλληση της ψυχής. Θέλει να βιώσει την πηγή της ζωής, άλλο αν συνειδητοποιεί τελικά ότι δεν το πετυχαίνει.
   Ο ποιητής θέτει τέσσερα ερωτήματα στον εαυτό του, απαντώντας λακωνικά:
Πούθ’ έρχεσαι; Απ’ τη Βαβυλώνα.
Πού πας; Στο μάτι του Κυκλώνα.
Ποιαν αγαπάς; Κάποια τσιγγάνα.
Πώς τη λένε; Φάτα Μοργκάνα.
   Η στροφή αυτή, όγδοη από τις δεκατρείς, χρησιμοποιείται ως ρεφρέν στα τρία τετράστιχα του τραγουδιού της Μαρίζας Κώχ. Σωστή επιλογή, είναι το κέντρο βάρους.
   Ο κόσμος του ποιήματος είναι αποκλειστικά μεσογειακός: λιμάνια Μεσογείου, Αιγαίο, Ανατολή. Σημείον εκκινήσεως η Βαβυλώνα, η μυθική -εδώ υπαρξιακή- πατρίδα από όπου ο ποιητής ξεκινά για άλλη πόλη, τον «Κυκλώνα», να κατακτήσει τη «Φάτα Μοργκάνα».
   Ποια είναι αυτή; Σύμφωνα με έναν μύθο των ναυτικών, όταν περνούσαν από τα στενά μεταξύ Σικελίας και Ιταλίας, το διάχυτο εκεί φαινόμενο του αντικατοπτρισμού τούς έφερνε στη φαντασία τη μυθική αυτή γυναίκα. Η μούσα του Καββαδία είναι τέτοια: αντικατοπτρισμός Άλλης…
   Άθελά του αγγίζει ένα πανάρχαιο σύμβολο: Την «Ωραία του Κάστρου». Πολλές υπήρχαν, μάλιστα μία ζούσε κοντά μας, στα Τέμπη.
   Ο διαδομένος θρύλος του «Κάστρου της Ωριάς» μιλά για μία «Ωραία» που μένει σε ένα φρούριο με απόρθητα τείχη και που προσπαθούν να κατακτήσουν πολέμαρχοι. Είναι ο μύθος του Λαβύρινθου (σημαίνει κάστρο/κτίσμα, χορό, λογοτεχνικό έργο), έκφραση του αιώνιου θηλυκού, της Μεγάλης Μητέρας. Τέτοιες «Ωραίες» ήταν  -εκτός της Αριάδνης- η Ελένη της Τροίας, η Πηνελόπη της Ιθάκης. Για την πρώτη γράφηκε η Ιλιάδα για τη δεύτερη η Οδύσσεια. Για να φτάσουν σ’αυτές άνδρες περνούσαν διά πυρός...
   Πολύ εύστοχα ο Παναγής Λεκατσάς (Ο Λαβύρινθος, Αθήνα 1973) χωρίζει τον μύθο σε φάσεις: 1. Ένα άπαρτο κάστρο, 2. Μέσα στο κάστρο μια Ωραία, 3. Προσπάθεια πολεμάρχου να μπει στο κάστρο, 4. Έρωτας της Ωραίας, 5. Πάρσιμο του κάστρου, 6. Πάρσιμο της Ωραίας...
   Ο ποιητής, πολεμιστής -παλιός αντιστασιακός του ΕΑΜ-, είναι έτοιμος να μεταβεί στο μάτι τού Κυκλώνα. Εξαρχής (1η στροφή) προετοιμάζεται, μεταλαβαίνοντας από τάσι κουρσάρων... Η Ωραία τσιγγάνα, η μοναδική κάτοικος του ονειρικού τόπου του, είναι σε μέρος όπου αντί για τείχη έχει τρομακτικούς ανέμους Κυκλώνα. Τους ελέγχει η Φάτα Μοργκάνα, μαγική μορφή, είπαμε, αντικατοπτρισμός Άλλης. Της αρχέγονης «Μητέρας» που ελέγχει ζωή και θάνατο: «… μας γεννά, μας τρέφει, τρέφεται από μας και μας σκοτώνει».
  Πως συναντώνται κείμενα με ρίζες τουλάχιστον στη β΄χιλιετία προ Χριστού με τη νεώτερη λαϊκή παράδοση ή σύγχρονους συγγραφείς της έντεχνης ποίησης; Ήξερε ο Καββαδίας τον μύθο της «Ωραίας» του Λαβύρινθου, αιώνιο ερωτικό-μητρικό σύμβολο; Ίσως, εγκυκλοπαιδικά, αλλά αποδεικνύει πως γεννιέται ένα σύγχρονο ποίημα στη συνέχεια μιας αρχαίας παράδοσης, ψάχνοντας στα σύμβολα της ψυχής, ακατάλυτα σύμφωνα με τη θεωρία των αρχετύπων τού C.G. Jung.
   Η κοινή ανθρώπινη μοίρα τελικά, ο ψυχισμός του ανθρώπου, αποφέρει την ίδια ουσιαστικά ανάγνωση, σε διάφορες παραλλαγές, σε διάφορες εποχές. Έτσι εμφανίζονται όμοιες λογοτεχνικές και τελετουργικές παραδόσεις, πάντως βιωματικές, είτε στο προϊστορικό Αιγαίο είτε στην προκολομβιανή Αμερική είτε στον σημερινό κόσμο.
   Προφανώς τα κοινά πολιτιστικά στοιχεία, οι όμοιες λογοτεχνικές παραστάσεις, δεν δηλώνουν φυλετική καταγωγή, αρχαιοελληνικές, τευτονικές ή άλλες ρίζες τόσο ετερογενών πληθυσμών, όπως φαντάζονται διάφοροι νεοταξικοί της εποχής μας. Μια άλλη ιστορία που πρώτοι εφάρμοσαν οι Ναζί, δημιουργώντας έναν δικό τους κατά φαντασίαν ζωτικό χώρο από το Θιβέτ ως την Ισλανδία -χώρο διάδοσης του Λαβύρινθου, που τον έκαναν κι αυτόν δικό τους. Και είδαμε ως που την έφτασαν…
   Μάλλον ο Καββαδίας τους πολέμησε καλύτερα με την ποίηση παρά ένοπλος στην Αντίσταση. Η όποια «Φάτα Μοργκάνα» είναι περιουσία όλης της ανθρωπότητας, γιατί ο καθένας μπορεί να τη βρει.





 ---

Απόσπασμα από την εφημερίδα larissanet 



Κόντρα στο πνεύμα της ωφέλειας οι καπνιστές φουμάρουν·
από έρωτα κι απόγνωση τσιγάρα αναμμένα.
Βάζοντας στο ίδιο ζύγι το ψωμί με το τσιγάρο,
Φυσούν καπνό εριστικά στα μούτρα της μιζέριας.

Μπρος στην ακρίβεια της ζωής, η ακριβή ζωή·
κι  η εξαθλίωση κι η μοναξιά καρκίνος είναι.

Ντουμάνι.
Ντουμάνι πιάσαν οι καιροί απ’ του ντουνιά την καύτρα
(Ποια αλήθεια περίσσεψε για ‘μένα;)

Από ‘δω ψηλά κι απ’ όπου ψηλά φωνές σαν ανθισμένο τίλιο και ένας μικρός σαρκαστικός τραμπούκος φίλος απ’ τους κάτω τους πολύ κάτω εκείνους που φτύνεις και λένε ότι βρέχει

Από ‘δω ψηλά πλάθω ήρεμες προοπτικές με λυμένα κορδόνια και ορθάνοιχτες πόρτες προς κάποιο απόγευμα των εικοσιοκτώ μου χρόνων χωρίς σάλιο καφέ και τσιγάρο

Και παίζει παράνοια άδειος χώρος βρωμιά και ακροβασία απαντήσεις που δεν δόθηκαν ποτέ για μια ψυχή αμακιγιάριστη με τακούνια και έμφυλα οράματα




«Μόνος,μονάχος,ολομόναχος,
Μονάχος,πάνω στην πλατιά μεγάλη θάλασσα!
Κι ούτε ένας άγιος ποτέ δεν ευσπλαχνίστηκε
Την ψυχή μου μέσα στην αγωνία της.»
S.T.Coleridge/μτφ: Βαγγέλης Αθανασόπουλος

«Η μπαλάντα του γέρου ναυτικού», του S.T.Coleridge, που είχαμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε στο Φεστιβάλ Αθηνών με την Fiona Shaw και τον Daniel Hay- Gordon σε σκηνοθεσία της Phyllida Lloyd ,είναι ένα από τα σημαντικότερα ποιήματα της αγγλικής λογοτεχνίας και αντιπροσωπευτικό δείγμα του αγγλικού ρομαντισμού.
Ο S.T.Coleridge (1772-1834) πνευματικός ηγέτης του αγγλικού ρομαντισμού,     ποιητής,  δραματουργός και φιλόσοφος, ενστάλαξε στο ποίημα αυτό ,με τρόπο συμβολικό, την αισθητική και φιλοσοφική του αντίληψη,εγκαθιστώντας στο κέντρο του ποιητικού του σύμπαντος την φαντασία ως απόλυτη κυρίαρχο, δίνοντας ταυτόχρονα στο ποιητικό του ρήμα την ενέργεια και την ελευθερία να κινηθεί με άνεση ανάμεσα σε ψευδαίσθηση και πραγματικότητα, φυσικό και υπερφυσικό, ορατό και  αόρατο,  α-λογο και  λογικό.
«Η μπαλάντα του γέρου ναυτικού», είναι μια παραβολή.
Ενα υπαρξιακό ταξίδι περιπλάνησης και αυτογνωσίας κάθε ανθρώπου αλλά ταυτόχρονα, σε μια άλλη ανάγνωση, η πνευματική διαδρομή του  καλλιτέχνη, που προσπαθεί να τιθασεύσει τους προσωπικούς του δαίμονες και περνώντας  μέσα από μια περίοδο φοβερών δοκιμασιών ,με όπλο του την Πίστη, βρίσκει τελικά των δρόμο του ,δρόμο προς την πνευματική δημιουργία,την λύτρωση και την σωτηρία.
Στην» μπαλάντα του γέρου ναυτικού» ,ενας γέρο-ναυτικός βρίσκει έναν νεαρό καλεσμένο σε γάμο,και αρχίζει να του εξιστορεί  την προσωπική του Οδύσσεια.Το πώς δηλαδή το καράβι του, έχοντας πρώτα πλεύσει στον Ισημερινό,παρασύρθηκε από σφοδρή ανεμοθύελλα στον Νότιο Πόλο και πώς ο ιδιος με σκληρότητα και περιφρονώντας τους νόμους της φιλοξενίας, σκότωσε το άλμπατρος που με την καλοτυχία του τους άνοιγε τον δρόμο ανάμεσα στους πάγους.

«Είχα κάνει ένα αποτρόπαιο πράγμα
Και μόνο συμφορά θα τους έφερνε:
Γιατί ολοι τους έλεγαν πως είχα σκοτώσει
Το πουλί που έκανε την αύρα να φυσά,
Τον άθλιο!λέγαν,το πουλί να σκοτώσει,
Που έκανε την αύρα να φυσά!»
S.T.Coleridge/μτφ: Βαγγέλης Αθανασόπουλος


Στην συνέχεια, εξιστόρησε το πώς η ευνοϊκή αύρα ,έπαψε να φυσά ,και οι σύντροφοί του θεωρώντας τον υπαίτιο, του κρέμασαν στο λαιμό το θαλασσοπούλι. Ακόμη, πώς μέρα τη μέρα   ο βυθός της θάλασσας επήρε να σαπίζει,και γλοιώδη πλάσματα με πόδια να εμφανίζονται στη γλοιώδη επίσης θάλασσα.Στη συνέχεια του διηγήθηκε, πώς  ένα πλοίο τους πλεύρισε, με πλήρωμα ένα ζευγάρι: το Θάνατο και την Ζωή μέσα στο Θάνατο και πώς η Ζωή μέσα στον Θάνατο τον κέρδισε στα ζάρια ,ενώ ο Θάνατος κέρδισε τους συντρόφους του που ένας ένας άρχισαν να πεθαίνουν.

«Ακριβώς  την ίδια τη στιγμή
Μπόρεσα να προσευχηθώ
Κι απ το λαιμό μου έτσι
Επεσε ελεύθερος ο Αλμπατρος,
Και σαν μολύβι μέσα στην θάλασσα βυθίστηκε.»
S.T.Coleridge/μτφ: Βαγγέλης Αθανασόπουλος


Συνεχίζοντας, διηγήθηκε  πως περιπλανήθηκε μοναχικά πάνω στην απέραντη θάλασσα, ώσπου εμφανίστηκαν τα θαλασσινά της νηνεμίας δημιουργήματα, σταλμένα από τον Θεό και τέλος, όταν η αγάπη τον κατέκλυσε και ελευθερώθηκε από το Αλμπατρος που μόνο του ξελύθηκε απ το λαιμό του και έπεσε στη θάλασσα, πώς ουράνιες μορφές λευκές ιπτάμενες πάνω από τα σώματα των συντρόφων του,του έφεραν καλοτυχία και τον οδήγησαν τελικά πίσω στην πατρίδα.

Η Fiona Shaw, είχε παρουσιάσει την «μπαλάντα του γέρου ναυτικού» πρίν δυο χρόνια στα πλαίσια του Φεστιβάλ, στην μικρή Επίδαυρο.Ενδιαμέσως η παράσταση που παρακολουθήσαμε « δουλεύτηκε» εκ νέου και παρουσιάστηκε στην Νέα Υόρκη και στο Λονδίνο.Επανήλθε λοιπόν φέτος με την «τελειοποιημένη της εκδοχή».
Μπαίνοντας στην αίθουσα της Πειραιώς 260,αντικρύσαμε την Fiona Shaw μόνη της επι σκηνής και πρίν ακόμη αρχίσει η παράσταση να κρατά στα χέρια της ένα ραβδί και δύο καπέλα.Οσο οι θεατές προσέρχονταν και γέμιζαν τις κερκίδες ,εκείνη ζήτησε ευγενικά από κάποιον καθισμένο στην πλατεία να ανέβει μαζί της στη σκηνή,να βγάλει τα παπούτσια του και στη συνέχεια σαν γλύπτης που σμιλεύει το δημιουργημά του ,του φόρεσε το ένα καπέλο,του έδωσε το ραβδί και του ζήτησε να πάρει τη μορφή ενός καμπουριασμένου από τα χρόνια και τις κακουχίες γέρου!
Το ίδιο συνεχίστηκε και με άλλον και άλλον θεατή και πάντα επαναλάμβανε το σμίλεμα αυτής της γέρικης μορφής.Ετσι δεν μας εξέπληξε καθόλου όταν αρχίζοντας η παράσταση διαπιστώσαμε ότι ο πρώτος «θεατής» ήταν ο ηθοποιός-χορευτής Daniel Hay Gordon.Ανάμεσα στους δυο τους, ξεκίνησε μια θαυμαστή εναλλαγή ρόλων και μορφών.
Η σπουδαία ηθοποιός, κράτησε μόνη της την εκφορά του λόγου και  σε μια υποδειγματική ερμηνεία ανέδειξε την ποιητικότητα του κειμένου ,ντύνοντας με εικόνες  τους ήχους κάθε λέξης. Ο ρυθμός της φωνητικής της εκφοράς και οι πλήρεις δραματικού φορτίου παύσεις της, σε συνδυασμό με την δυνατή σκηνική της ενέργεια, έδωσαν σάρκα και οστά στα πλάσματα της φαντασίας του γέρου ναυτικού.
Η σωματικότητα της θεατρικής  αφήγησης  του νεαρού  Daniel Hay- Gordon ο οποίος μεταμορφωνόταν πότε σε άλμπατρος,πότε στον ίδιο τον ήρωα,πότε στους νεκρούς συντρόφους κλπ, διέθετε έξοχη κίνηση,ρυθμό και μουσικότητα.
Τα λιγοστά σκηνικά αντικείμενα,ένα ραβδί,δυό καπέλα,μια μικρογραφία ξύλινου καραβιού, σε συνδυασμό  με το λιτό σκηνικό της Χλόης Ομπολένσκι(κατάρτι με πανί σε φυσικό μέγεθος που όταν ανέβαινε φιλοξενούσε τις σκιές των πλασμάτων της φαντασίας του Coleridge)μαζί με τους ήχους και τους φωτισμούς, μας παρέσυραν στην ατμόσφαιρα αυτού του ιδιαίτερου ποιητικού κόσμου.
Μία πραγματικά έξοχη παράσταση.





Συντελεστές της παράστασης:
Ερμηνεύουν
Fiona Shaw
Daniel Hay-Gordon

Σκηνοθεσία
Phyllida Lloyd

Χορογραφία
Kim Brandstrup

Σκηνικά
Χλόη Ομπολένσκι

Φωτισμοί
Jean Kalman
Mike Gunning

Σύνθεση & σχεδιασμός ήχου
Mel Mercier


ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA