Πώς μιλάμε για την καινούργια Ελληνική ποίηση (video)

Για τη συλλογή διηγημάτων «Όμορφοι έρωτες» του Ιάκωβου Ανυφαντάκη, (εκδ. Πατάκης), γράφει η Ειρήνη Σταματοπούλου

Φώτης Μανίκας, Ποιήματα (1η εμφάνιση)

«Ποίηση στη σχάρα» του Πέτρου Γκολίτση:«Από τις αφετηρίες στην ολοκλήρωση του μοντερνισμού: ο Νάνος Βαλαωρίτης»

Παλιά είχα έναν βάτραχο μέσα σε γυάλα, δώρο κάποιου γνωστού που σκέφτηκε ότι είχα σκύλο, γάτα, παπαγαλάκια, χρυσόψαρα, οπότε, ένας βάτραχος θα συμπλήρωνε τον ζωολογικό μου κήπο.  Έβαλα τη γυάλα του δίπλα στα χρυσόψαρα κι εκείνα κόλλησαν τη μούρη τους στην πλευρά του. O νεοφερμένος παρατηρούσε τα ψάρια που τα παρατηρούσε η γάτα που της δάγκωνε την ουρά ο σκύλος που του τσιμπούσαν τα αυτιά τα παπαγαλάκια.
Σε λίγες μέρες ο βάτραχος και τα ψάρια κοιτάζονταν σχεδόν ερωτικά, η γάτα προσπαθούσε να χώσει τις μπροστινές  πατούσες της και στις δύο γυάλες, μέχρι που το κατάφερε αλλά βρέθηκε κρεμασμένη στον αέρα μπρούμυτα, με το κεφάλι ανάμεσα στις γυάλες, να τινάζει τα πισινά της πόδια δίχως να μπορεί να βγει. Την έσωσε ο σκύλος που την τράβηξε προς τα κάτω δαγκώνοντας την ουρά της, μόνο που τα παπαγαλάκια την πήραν στο κατόπι με δαγκωνιές. Η γάτα αναγκάστηκε να μείνει χωμένη κάτω απ’ τον καναπέ για μέρες απ’ τον κίνδυνο των φτερωτών φυλάκων ψαριών και βάτραχου ενώ ο σκύλος τη γάβγιζε.
Σε ένα μήνα ο βάτραχος δεν χωρούσε στη γυάλα του και του πήρα ένα μεγάλο ενυδρείο. Οι σχέσεις των ζώων είχαν πλέον γίνει φιλικές. Ενώ το καθένα τους διατηρούσε στοιχεία της φύσης του, είχαν βρει τρόπο επικοινωνίας.
Ο βάτραχος πετούσε μύγες προς τα χρυσόψαρα, η γάτα έκανε περιπολίες γύρω τους νιαουρίζοντας με ύφος μπάτσου σε επιφυλακή, σίγουρη ότι υπάρχουν αόρατοι εχθροί που απειλούν το ενυδρείο και τη γυάλα, ο σκύλος φυλούσε τη γάτα από σκιές, φυλλώματα και δράκους, τα παπαγαλάκια κυκλοφορούσαν παντού και ενημέρωναν τα υπόλοιπα ζώα.
Η ζούγκλα τους, δηλαδή το μπαλκόνι μου, οργίαζε. Όταν ο βάτραχος άρχισε να κουτουλάει με την πλατσουκωτή κεφάλα του το καπάκι του ενυδρείου του, αντί απλώς να φτύνει μύγες προς τα χρυσόψαρα, η γάτα αποφάσισε να τον βοηθήσει και φώναξε τον σκύλο. Τα δύο τετράποδα στήθηκαν το ένα απέναντι στο άλλο, κοίταξαν σοβαρά τον βάτραχο που προφανώς κατάλαβε ότι θα τον βοηθήσουν και, σε απόλυτη συνεννόηση, έβαλαν τα  μπροστινά τους πόδια στο καπάκι που έσπρωχνε από μέσα ο βάτραχος και το πέταξαν κάτω.
Ο στρουμπουλός δραπέτης, πήδηξε απ’ το τραπέζι στα μάρμαρα της βεράντας, κόαξε λυτρωμένος, χώθηκε στα δέντρα κι αφού τα δοκίμασε όλα με τη γλώσσα του, κατέληξε βολεμένος στη ρίζα μιας μπανανιάς.
Τα χρυσόψαρα παρακολουθούσαν τα τεκταινόμενα με μισάνοιχτο στόμα. Η γάτα και ο σκύλος αγκαλιάστηκαν ικανοποιημένοι και το έριξαν στον ύπνο.
Ένα πρωί, ο βάτραχος βρέθηκε νεκρός. Τα χρυσόψαρα πέθαναν σε λίγες μέρες μετά, η γάτα νιαούριζε υστερικά, ο σκύλος αλυχτούσε, τα παπαγαλάκια έκαναν καιρό να τιτιβίσουν. Πένθος είχε πέσει στη βεράντα.
Κι έτσι όπως παρακολουθούσα ανήμπορη και διπλά λυπημένη και για την απώλεια τριών πλασμάτων και για τη θλίψη όσων έμειναν ζωντανά, έκανα έναν, ίσως αλλόκοτο για τους μη φιλόζωους, συσχετισμό.
Τα ζώα μου είχαν βρει τρόπο επαφής, όμως εμείς οι άνθρωποι βρίσκουμε τις φιλίες μας. Γιατί μόνο στις φιλίες σεβόμαστε τη διαφορετικότητα του καθενός μας.
Κι επειδή οι φιλίες μου είναι πραγματικές, εκτός από διαδικτυακές, σας εύχομαι καλό καλοκαίρι στη ζούγκλα των ονείρων σας. Ραντεβού το Σεπτέμβρη.  


ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA