Η ΘΡΑΚΑ θα βρίσκεται στη 14η Διεθνή Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης

Η ΘΡΑΚΑ θα βρίσκεται στη 14η Διεθνή Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης

«7» του Ζαχαρία Στουφή: Η αυτοκτονία στο έργο του Ούγου Φώσκολου

«Sturm und Drang» του Γιώργου Λίλλη: Volker Braun, Ποιήματα

“Ακριβώς το τέλος του κόσμου” (Juste la fin du monde), γράφει ο Γιώργος Σαράτσης

«Σήματα καπνού»: Ramiro Quintana, Οι εργάτες του κρύου (Σαιξπηρικόν, 2017)
 Ο ΛΩΤΟΣ

στη μνήμη της γιαγιάς μου

Βρώμικος ο αφρός. Φουσκοθαλασσιά. Η μόνη μας έγνοια, η στάθμη της θάλασσας. Τα νοτισμένα αλμυρίκια και το στυφό νερό της βρύσης. Τα χταπόδια σφηνωμένα στους τσιμεντόλιθους, τ’ αφρόψαρα κυνηγημένα. Οι ευκάλυπτοι σε συμμετρία. Οι ρίζες τους μπαζωμένες με πεζούλια για τους προσκυνητές. Η μυρουδιά του κάτουρου στη στάση του λεωφορείου. Ο δρόμος για το σπίτι. Εκεί άρχισα να καταλαβαίνω. Ο φράχτης ακίνητος, δίχως ανάσες. Τα πυθάρια με τους κρυμμένους αντάρτες. Η Δωροθέα κοριτσάκι, πιασμένη χέρι χέρι με τις φιλενάδες της. Οι ήχοι από τις μπότες. Οι πυροβολισμοί. Τα ματωμένα φουστανάκια των κοριτσιών. Οι γείτονες που έγιναν γάτες. Μαύρες γάτες που κλαίνε τις νύχτες. Το σημείο όπου έπεσε το δέντρο. Πεδίο μάχης με τραυματίες και νεκρούς ποντικούς. Το μερίδιό μου μαρκαρισμένο πάνω στο κουφάρι τού δέντρου. «Τόσο αποτιμώνται τα παιδικά σας χρόνια». Στο σημείο μηδέν, το μαύρο χώμα το φρεσκοσκαμμένο. Χαράχτηκε νέος φράχτης στο χαρτί. Εκεί που ο λωτός έζησε περισσότερο από τον καθένα μας.

Στάθης Ιντζές

Παλιά είχα έναν βάτραχο μέσα σε γυάλα, δώρο κάποιου γνωστού που σκέφτηκε ότι είχα σκύλο, γάτα, παπαγαλάκια, χρυσόψαρα, οπότε, ένας βάτραχος θα συμπλήρωνε τον ζωολογικό μου κήπο.  Έβαλα τη γυάλα του δίπλα στα χρυσόψαρα κι εκείνα κόλλησαν τη μούρη τους στην πλευρά του. O νεοφερμένος παρατηρούσε τα ψάρια που τα παρατηρούσε η γάτα που της δάγκωνε την ουρά ο σκύλος που του τσιμπούσαν τα αυτιά τα παπαγαλάκια.
Σε λίγες μέρες ο βάτραχος και τα ψάρια κοιτάζονταν σχεδόν ερωτικά, η γάτα προσπαθούσε να χώσει τις μπροστινές  πατούσες της και στις δύο γυάλες, μέχρι που το κατάφερε αλλά βρέθηκε κρεμασμένη στον αέρα μπρούμυτα, με το κεφάλι ανάμεσα στις γυάλες, να τινάζει τα πισινά της πόδια δίχως να μπορεί να βγει. Την έσωσε ο σκύλος που την τράβηξε προς τα κάτω δαγκώνοντας την ουρά της, μόνο που τα παπαγαλάκια την πήραν στο κατόπι με δαγκωνιές. Η γάτα αναγκάστηκε να μείνει χωμένη κάτω απ’ τον καναπέ για μέρες απ’ τον κίνδυνο των φτερωτών φυλάκων ψαριών και βάτραχου ενώ ο σκύλος τη γάβγιζε.
Σε ένα μήνα ο βάτραχος δεν χωρούσε στη γυάλα του και του πήρα ένα μεγάλο ενυδρείο. Οι σχέσεις των ζώων είχαν πλέον γίνει φιλικές. Ενώ το καθένα τους διατηρούσε στοιχεία της φύσης του, είχαν βρει τρόπο επικοινωνίας.
Ο βάτραχος πετούσε μύγες προς τα χρυσόψαρα, η γάτα έκανε περιπολίες γύρω τους νιαουρίζοντας με ύφος μπάτσου σε επιφυλακή, σίγουρη ότι υπάρχουν αόρατοι εχθροί που απειλούν το ενυδρείο και τη γυάλα, ο σκύλος φυλούσε τη γάτα από σκιές, φυλλώματα και δράκους, τα παπαγαλάκια κυκλοφορούσαν παντού και ενημέρωναν τα υπόλοιπα ζώα.
Η ζούγκλα τους, δηλαδή το μπαλκόνι μου, οργίαζε. Όταν ο βάτραχος άρχισε να κουτουλάει με την πλατσουκωτή κεφάλα του το καπάκι του ενυδρείου του, αντί απλώς να φτύνει μύγες προς τα χρυσόψαρα, η γάτα αποφάσισε να τον βοηθήσει και φώναξε τον σκύλο. Τα δύο τετράποδα στήθηκαν το ένα απέναντι στο άλλο, κοίταξαν σοβαρά τον βάτραχο που προφανώς κατάλαβε ότι θα τον βοηθήσουν και, σε απόλυτη συνεννόηση, έβαλαν τα  μπροστινά τους πόδια στο καπάκι που έσπρωχνε από μέσα ο βάτραχος και το πέταξαν κάτω.
Ο στρουμπουλός δραπέτης, πήδηξε απ’ το τραπέζι στα μάρμαρα της βεράντας, κόαξε λυτρωμένος, χώθηκε στα δέντρα κι αφού τα δοκίμασε όλα με τη γλώσσα του, κατέληξε βολεμένος στη ρίζα μιας μπανανιάς.
Τα χρυσόψαρα παρακολουθούσαν τα τεκταινόμενα με μισάνοιχτο στόμα. Η γάτα και ο σκύλος αγκαλιάστηκαν ικανοποιημένοι και το έριξαν στον ύπνο.
Ένα πρωί, ο βάτραχος βρέθηκε νεκρός. Τα χρυσόψαρα πέθαναν σε λίγες μέρες μετά, η γάτα νιαούριζε υστερικά, ο σκύλος αλυχτούσε, τα παπαγαλάκια έκαναν καιρό να τιτιβίσουν. Πένθος είχε πέσει στη βεράντα.
Κι έτσι όπως παρακολουθούσα ανήμπορη και διπλά λυπημένη και για την απώλεια τριών πλασμάτων και για τη θλίψη όσων έμειναν ζωντανά, έκανα έναν, ίσως αλλόκοτο για τους μη φιλόζωους, συσχετισμό.
Τα ζώα μου είχαν βρει τρόπο επαφής, όμως εμείς οι άνθρωποι βρίσκουμε τις φιλίες μας. Γιατί μόνο στις φιλίες σεβόμαστε τη διαφορετικότητα του καθενός μας.
Κι επειδή οι φιλίες μου είναι πραγματικές, εκτός από διαδικτυακές, σας εύχομαι καλό καλοκαίρι στη ζούγκλα των ονείρων σας. Ραντεβού το Σεπτέμβρη.  




ΠΟΙΗΜΑ

Μισήστε όποιον δεν ανήκει στη φυλή σας.
Μισήστε όποιον δεν έχει την πίστη σας.
Μισήστε όποιον δεν ανήκει στην ίδια με σας κοινωνική θέση.
Μισήστε, μισήστε και μισητοί θα καταντήσετε.
Του μίσους έπεται η σταυροφορία.
Είτε θα σκοτώσετε είτε θα σκοτωθείτε.

Όπως και να ΄χει,
θα 'στε εσείς του μίσους σας τα θύματα.

Ο κανόνας έχει ως εξής: 
Δεν δύναται κανείς να 'ναι μονάχος του ευτυχής.
Αν ο πλησίον σας δεν είναι ευτυχισμένος,
ούτε κι εσείς θα είστε ευτυχείς,
Αν ο πλησίον σας δεν έχει μέλλον,
μέλλον δεν θα 'χετε ούτε κι εσείς,
Αν ο πλησίον σας ζει μες στην πίκρα,
μέσα στην πίκρα θα ζείτε κι εσείς,
Αν ο πλησίον σας δεν αγαπιέται 
δεν θ' αγαπιέστε ούτε κι εσείς.
Ο κόσμος είμαστε όλοι εμείς, ή τίποτα.
Aνέπαφη αφήνει την αιωνιότητα τού εγωισμού σας το καταφύγιο. 
Αν ο πλησίον σας δεν υπάρχει, δεν υπάρχετε ούτε κι εσείς.


                 Δειλία

Οι υπαινιγμοί επικάθησαν στα ποτήρια του κρασιού.
Οι μύστες των επτάπυλων Θηβών, λιγόστεψαν.
Ξεπούλησαν οι οικήτορες τη χώρα τους.
Η οργή φυγαδεύτηκε στα σύνορα.
Στους θύλακες του
δυνητικού αν
κατατροπώθηκε
                           η δειλία.




                    Άνεμος

Σε είδα να πληθαίνεις στον κάμπο με τα στάχυα.
Να χορταίνεις αφή.
Να ξαπλώνεις, να χαίρεσαι.
Εκείνο το βράδυ σε είδα να μικραίνεις.
Μια αράχνη στο κατώφλι.
Ένα φως –ημίφως.
Το ρολόι που σήμανε οχτώ.
Ο καναπές
                 που έγειρε
κι έπεσες στο πρωινό
μ’ένα ποτήρι στο χέρι άδειο.
Κομμένη στα δυο.
Μισή φως μισή νάρκη
Νάρκη
            Ονείρων
                          Ωρών


  

                        Τροπή

Τ’ ακύμαντο του πελάγους ανασαίνεις και γίνεται ταραχώδες 
                              το ποτό σου.
Λικνίζεσαι στην πορφυρή υγρή του όψη.
Σε συλλαμβάνει η τάξη.
Περνά χειροπέδες στον ίλιγγό σου.
Στριμώχνεσαι στον τοίχο μαζί με τις άλλες βοκαμβίλιες.
Και καθώς σε πατούν, σκουραίνει το δάπεδο.
Έτσι είναι.
Ξεβάφουν τα αισθήματα όταν αναμειγνύονται στον ίδιο κάδο.




Από τη συλλογή «εν ώρα λήθης».


                                       Στίχοι



·        Υπνόσακοι κρύβουν τις ώρες.
                            Ζεστές, σαν κάστανα στην Αριστοτέλους.
                             Θέλουν κι αυτές τον οίκτο μας.






·        Ακεστήρας, η ψευδαίσθηση.
                                       Ημερεύει το ποτάμι.
                                      Αναίτια πληγώθηκες.                            








·        Όποιος λαθραία ονειρεύεται, στοχεύει με την πρώτη.

  

          Μελί και καίγεσαι.

Αποσπάς μια ηλιαχτίδα απ’ τα πλευρά
του γλάρου και τη φυτεύεις στα τετράδια σου.
Να που πήρε φως όλη η σελίδα.
Τόσο που αργοκαίγεται  απ’ άκρη σ’ άκρη.

Προφταίνεις να δεις σχήματα και χρώματα,
να εκραγείς μαζί, να χάσεις, να γεράσεις.

Κι  έρχεται δειλά  το μελί
της  σελίδας που καίγεται
και γλύφει  αργά  τις πληγές σου.

  


                          Απερισκεψία

Να ξυπνάς μ’ έναν κόκκινο ουρανό στην τσέπη και ο χρόνος
θηρίο ανήμερο
να  ζητά τα λουστρινάτα  του παπούτσια  να γυαλίσεις…
Οι άστεγοι, σου τραβούν το μαντήλι. Κατακόκκινο. Μην αρνηθείς.
Κι ας σε  ρήμαξαν οι έννοιες. Πάντα νάχεις κατά νου.
Πριν τυφλώσεις τον Πολύφημο, απήγγειλέ του ένα ποίημα.





     Επίκαιρο

Ένα πιάτο στοργή
Δεμένο με όστρακα.
Κι από πάνω να στάζει
Η ευθύνη του κόσμου.
Για κείνο το πιάτο που γέμισε μνήμη
Και ξεχείλισε οργή
Μην παραπονεθείς που για πάντα άδειασε.
Απέμεινε στην αυλή να το γλείφει η γάτα.




                      Κρίκος ακέραιος

Πατρίδες και παρτίδες.
Στο ίδιο χωνευτήρι παθών.
Η πρώτη να χάνεται από τη δεύτερη
Και τούτη να ποντάρει στην πρώτη.

-Μια παρτίδα ακόμη.

Με έντρομο ύφος ξυπνάς
Από το λήθαργο μεσαζόντων ονείρων.
Αυτά, βέβαια, κερδίζουν διπλά.
Από την παραγωγή υποσχέσεων
και την κατανάλωση μύθων.

Και η παρτίδα σώζεται.
Ράθυμα κάποιοι σκορπούν τα χαρτιά.
Και η νύχτα, με μαύρη δαντέλα,  αποπνέει σιμά τους.

Και η πατρίδα πενθεί.
Έντρομοι κάποιοι συλλέγουν χαρτιά .
Αποτυπώματα νύχτας σε ορθάνοιχτη πόρτα.














         Από  τη συλλογή «Τροπή»


                                  Στίχοι


·        Άφησα το πέπλο μου στην αρχή του ονείρου και στο τέλος
   το βρήκα μισοφαγωμένο.




·        Με αναστολή βγήκες απ’ το όνειρο. Πρέπει να δείξεις καλή διαγωγή μην ξαναβρεθείς μέσα του.

                                      



·        Κατηφορίζω το μονοπάτι που φτάνει στη θάλασσα-κοιμισμένο
          λιβάδι  που ξέβαψε στην αγκαλιά τ’ουρανού-.






·        Το βάθος επιταχύνει την πτώση.
           Ανώφελα έσκαβες για νάβρεις την ψυχή σου







·        Θα μείνω στη σπατάλη του εαυτού μου
          Δε βάζω ενέχυρο τη μνήμη.





                         Ορισμός αόριστος

Συμβιβασμός είναι….
Ό,τι προλάβεις να κρατήσεις απ’ το χαρτί που καίγεται.
Αυτό που απέμεινε είναι η μέγιστη ενηλικίωσή σου.





Υγρά σύμφωνα

Το κρύσταλλο ράγισε.
Ανάμεσα φύτρωσες.
Αντικατοπτρισμός η θέαση της ζωής σου.
Παράπεσες στο θε-
Κι άφησες το-λω να λιάζεται περήφανο
Σε ά ενικό.












                                                


     Ο  Μαντρότοιχος  της φυλακής ήταν σχεδόν ολόκληρος καλυμμένος από το χιόνι.  Μέσα Μάρτη και επί δυο μέρες χιόνιζε όσο δεν είχε χιονίσει για δυο χρόνια. Τα αυτοκίνητα σπανίζανε στο δρόμο.  Μόνο τα φορτηγά που εφοδίαζαν την φυλακή με τα απαραίτητα για τη λειτουργία της, μπορούσαν να φτάσουν ως εκεί και αυτό αν είχαν αλυσίδες και στους τέσσερεις τροχούς.   
Το πηγαινέλα αυτών των αυτοκινήτων, είχε δημιουργήσει  στο χιονισμένο προαύλιο του καταστήματος κράτησης, ένα διάδρομο πλάτους τριών  περίπου μέτρων, το οποίο όταν δεν ήταν παγωμένο θα μπορούσε να βαδίσει ένας άνθρωπος  μετά δυσκολίας. 
Ήταν οκτώ το πρωί.  Ξαφνικά οι φύλακες των δυο μπροστινών φυλακίων είδανε να εμφανίζεται από το πουθενά, πραγματικά από το πουθενά, μια κι εκεί γύρω δεν υπήρχε ούτε κάποιο κτίσμα, ούτε κάποιο όχημα, ένας μαυροντυμένος, μικρούλης άνθρωπος.  O οποίος χοροπηδώντας για να προχωρήσει μέσα στο χιόνι που κάλυπτε το δρόμο, με φανερό κόπο, έφτασε στην αρχή του διαδρόμου και με περισσή δεξιοτεχνία, άρχισε να βαδίζει σχετικά γρήγορα προς την κεντρική είσοδο της φυλακής.  Οι φύλακες γούρλωσαν ασυναίσθητα  τα μάτια τους και αυτόματα και οι δυο, σαν συνεννοημένοι  μεταξύ τους, κάλεσαν από το εσωτερικό τους τηλέφωνο, το κεντρικό εξωτερικό θυρωρείο.
 
Από σκοπιά Β, είπε ο πρώτος του οποίου η κλήση απαντήθηκε.
Ακούω…
Πλησιάζει κάποιος στην είσοδο.  Σε λίγο θα τον πιάσει η κάμερα που έχεις μπροστά σου. Σήμερα δεν έχουμε επισκεπτήρια; Έτσι δεν είναι, περιμένουμε κάτι άλλο;
Δεν νομίζω, αλλά  να ρωτήσω παραμέσα καλύτερα ή μάλλον άσε τον έχω ήδη μπροστά μου θα ρωτήσω τον ίδιο τι θέλει, από το θυροτηλέφωνο.
Ορίστε.
Καλημέρα·  είμαι η νέα ψυχολόγος.
Και τι θέλετε;
Πρέπει να παρουσιαστώ σήμερα όπως γράφει το χαρτί του υπουργείου που έχω στα χέρια μου.

Μισό λεπτό να ενημερώσω, είπε ο θυρωρός και έκλεισε την ανοιχτή γραμμή του με τον σκοπό, λέγοντάς του: «Ρε  φίλε, έχουμε καινούρια ψυχολόγο, κλείνω, τα λέμε μετά».
Αφού έλαβε έγκριση από τον αρχιφύλακα, άνοιξε την πόρτα στην πρωινή επισκέπτρια που τίναζε πρόχειρα το χιόνι από πάνω της.  Της υπέδειξε πώς να περάσει από τα ειδικά μηχανήματα ελέγχου και όταν έφτασε κοντά του, ζήτησε την ταυτότητά της και το έγγραφο του διορισμού της.  Μετά το τέλος της τυπικής αυτής διαδικασίας, της εξήγησε σύντομα πως θα έφτανε στο γραφείο του διευθυντή, στον οποίο έπρεπε να παρουσιαστεί.
Μέχρι εκείνη την στιγμή, ο θυρωρός  είχε κάνει μία μόνο σκέψη για την καινούρια υπάλληλο, ότι δηλαδή, είχε βάλει το καθήκον πάνω από την κακοκαιρία, την οποία αψήφησε προκειμένου να είναι συνεπής. Θα μπορούσε να παρουσιαστεί και μετά από δυο μέρες αν το ήθελε. 
Τώρα που την έβλεπε από πίσω να προχωράει στο μακρύ διάδρομο, έκανε και μια δεύτερη σκέψη, που τον γύρισε στην ηλικία των επτά ετών.  Τότε η γιαγιά του, του έλεγε ένα παραμύθι  για ένα παιδάκι, μικροκαμωμένο που δεν έτρωγε το φαγητό και όλοι το φωνάζανε, μισοκωλάκι.  Η καινούρια στην κυριολεξία, ήταν σαν το παιδάκι του παραμυθιού, κοντή, αδύνατη, έδειχνε περισσότερο μικρό παιδί, παρά για γυναίκα γύρω στα είκοσι επτά, όπως είδε φευγαλέα στην ταυτότητα της. 

Από τα τηλέφωνα, διηγήθηκε την ιστορία του σε δυο τρεις συναδέλφους του και στην κλειστή κοινωνία της φυλακής, το παρατσούκλι  εξαπλώθηκε γρήγορα και από την  πρώτη μέρα της, όλοι ανεξαιρέτως κρυφά από αυτήν, την αποκαλούσαν το Μισοκωλάκι (!)  Μερικοί μάλιστα ξεχνούσαν και το πραγματικό της όνομα.

      Η ψυχολόγος εγκαταστάθηκε σ’ ένα μικρό γραφείο, πρώην αποθήκη.  Μετακίνησε το γραφείο, κοντά στο μικρό παράθυρο.  Τον πρώτο μήνα της δουλειάς της, δεν έκανε τίποτα άλλο από το να πηγαίνει στην φυλακή κάθε πρωί και να φεύγει το μεσημέρι, πίνοντας ενδιάμεσα καφέδες και διαβάζοντας εφημερίδες.  Δεν ήταν ότι δεν ήθελε να κάνει τίποτα, απλά δεν της ζητήθηκε ποτέ κάτι, ούτε της δόθηκε κάποια αρμοδιότητα.  Οι ιθύνοντες  είχαν αποθέσει στο γραφείο της, κάποιους φακέλους  κάποιων κρατουμένων, για μελέτη και τίποτα άλλο.  Τους αρκούσε το γεγονός να λένε πως στο κατάστημά τους, έχουν και ψυχολόγο.
Ζητούσε καιρό τώρα μια δεύτερη καρέκλα για να μπορέσει να δεχτεί κάποιον, τον οποιοδήποτε που χρειαζόταν την στήριξή της, αλλά δεν της έφερναν, ούτε καρέκλα, ούτε κάποιον κρατούμενο.  Σαράντα μέρες άντεξε η νεαρή επιστήμων, κάποια στιγμή όμως εισέβαλε ακάλεστη και χωρίς να χτυπήσει την πόρτα στο γραφείο του διευθυντή,  στάθηκε απέναντί του και ακολούθησε ο εξής διάλογος.

«Κύριε διευθυντά, τι υποτίθεται ότι κάνω εγώ εδώ;»
«Τι εννοείται, της απάντησε».
«Ξέρετε, πληρώνομε για να ασκώ κάποιο συγκεκριμένο λειτούργημα κι εγώ δεν κάνω τίποτα».
«Μα γιατί δεν κάνετε;»
«Επειδή σαν προϊστάμενος δεν μου δώσατε κάποιες εντολές, ούτε και με διαφωτίσατε για την λειτουργία της φυλακής και πιστεύω, ότι ούτε οι κρατούμενοι γνωρίζουν την ύπαρξή μου και τον ρόλο μου και για ποια προβλήματα μπορούν να απευθύνονται σε εμένα. »
Ο διευθυντής την κοίταξε κάπως μουτρωμένα, κάτω από τα μυωπικά του γυαλιά και ήδη τον είχε πιάσει ανατριχίλα, σκεπτόμενος πως θα είχαν έναν ακόμη πρόσχημα οι κρατούμενοι, για να κυκλοφορούν πέρα δώθε στην φυλακή του.
Δεν μπόρεσε όμως να την αγνοήσει και εντελώς, φοβούμενος κάποια αναφορά της στο υπουργείο.  Για αυτό τις επόμενες μέρες,  βρέθηκε  γρήγορα η καρέκλα, αναρτήθηκε και μια υποτυπώδης ανακοίνωση στις πτέρυγες της φυλακής.  Βέβαια οι κρατούμενοι, έκαναν  σύγχυση μεταξύ της ψυχολόγου και του ψυχιάτρου, μια και τον τελευταίο διακαώς επιθυμούσαν να συναντήσουν, για να τους γράψει υπναγωγά φάρμακα.  Έτσι δειλά δειλά  στην αρχή, άρχισαν οι πρώτες συνεντεύξεις και συνεχώς όλο και περισσότεροι εκδήλωναν την επιθυμία να την επισκεφτούν. 
Χάπια δεν έπαιρναν, αλλά θες γιατί η κουβέντα μαζί της τους έσπαγε την μονοτονία, θες γιατί πράγματι η νεαρή κοπέλα μπορούσε να τους προσεγγίσει και να τους βοηθήσει, άρχισαν να την επισκέπτονται όλο και περισσότεροι.  Κάποιους βέβαια τους εξιτάριζε και τους έφτανε και μόνο το γεγονός πως θα έβλεπαν μια γυναίκα.
Δημιουργήθηκε πάντως έστω και με αυτόν τον τρόπο, ένας σταθερός πυρήνας ατόμων στους οποίους παρείχε ψυχολογική υποστήριξη.  Σ’  αρκετές περιπτώσεις μάλιστα κρατουμένων υπήρξαν και θεαματικά αποτελέσματα, όπως αλλαγή συμπεριφοράς, προσαρμογή στις συνθήκες κράτησης, διάθεση για εργασία, το όλο πράγμα ακούστηκε.  Η νεαρή επιστήμων άρχιζε να κερδίζει πόντους και ίσως και τους πόντους που έλειπαν από το ύψος της.
Ένα γεγονός  τους εντυπωσίασε περισσότερο όλους.  Κάποιος κρατούμενος που ήταν καιρό στην φυλακή, βαθιά μπλεγμένος στα βρόχια  της κατάθλιψης, άρχισε σιγά- σιγά με την βοήθειά της να ξεφεύγει και να αρχίζει να χαμογελάει, να μιλάει, έστω και ντροπαλά.

      Έκανε την δουλειά της όσο πιο καλά μπορούσε και τα αποτελέσματα την δικαίωναν. Ήξερε πως μερικοί άνθρωποι, εθίζονται στην ψυχανάλυση, για αυτό μείωνε τον ρυθμό των εξετάσεων όταν έπρεπε.  Χαιρόταν και αυτή όταν έβλεπε τα θετικά αποτελέσματα που επέφερε καμιά φορά και μια απλή κουβέντα, μια συζήτηση, χωρίς πολλές επιστημοσύνες.  Θυμόταν τον πρώτο ασθενή που δέχτηκε, θυμόταν καλά πως ακούμπησε τα χέρια του στους κροτάφους του και ένιωσε αυτή  πως το αίμα του θα πεταγόταν μέσα από τις φλέβες του.  Ένιωσε λες και τον πόνο του, να έρχεται  κατευθείαν από το μυαλό του.
Συνέχιζε την δουλειά της αθόρυβα, τους έκανε φάκελο, τους πέρασε έναν, ένα στον υπολογιστή, ήξερε πολλά πλέον για αυτούς.  Εφάρμοσε κάποιους νεωτερισμούς, όπως ομαδικές συνεδρίες. Τα αποτελέσματα ήταν εξαιρετικά καλά και ποτέ δεν παρουσιάστηκε κανένα απολύτως πρόβλημα.
Έλαμψε ξαφνικά αυτή η μικρή στο δέρας, σαν αστεράκι ανάμεσα σε όλους.  Τότε χτύπησε ο φθόνος, η ζήλεια.  Η κοινωνική λειτουργός την είδε σαν αντίπαλο, οι παλιοί υπάλληλοι δεν της συγχωρούσαν τους νεωτερισμούς και τις ομαδικές συνεδρίες.  Ο διευθυντής πίστευε  πως παράδινε σημασία  στους κρατουμένους και το κλίμα στα ξαφνικά πάλι άλλαξε.
«Μισός άνθρωπος και μας ανακάτεψε όλους,  σκέψου να ήτανε και ολόκληρη τι θα μας
έκανε;»  Έλεγε γελώντας ο προϊστάμενος.
Έπεσαν οι αναφορές βροχή, το υπουργείο ενημερώθηκε στρεβλά όπως πάντα.  Αυτή η κοπέλα είναι επικίνδυνη, επιχειρεί να αλλάξει δομές δεκαετιών.  Οι αρμόδιοι έστειλαν μια πανταχούσα να ελέγξει την κατάσταση, αυτή της επέβαλε να βλέπει εφεξής ένα άτομο και αν αυτό χρειαζόταν περεταίρω βοήθεια να τον παραπέμπει στον ψυχίατρο για λήψη φαρμάκων.  Στο μέλλον για οτιδήποτε σκόπευε να κάνει, θα ενημέρωνε πρώτα αυτήν.
Αυτά που συμβαίνανε, την κάνανε να βγει γρήγορα από τα παιδικά της ρούχα. Φώναξε, έκλαψε, έβρισε, προσπάθησε, αλλά στο τέλος ετοίμασε και αυτή μια πανταχούσα παραίτηση  και την πέταξε στα μούτρα του διευθυντή.

     Ήταν ένα καυτό απομεσήμερο του Ιουλίου.  Η Δέσποινα  Καραχάλιου πέρασε για τελευταία φορά την κεντρική πύλη της φυλακής και την έκλεισε πίσω της με δύναμη.  Μαζί έκλεισε και το κεφάλαιο φυλακές.  Κάποιος υπάλληλος που πραγματικά την συμπαθούσε και ήταν από τους λίγους, της έδωσε το χέρι του, την κοίταξε στα μάτια και της είπε θαρρετά όπως την αποκαλούσαν όλοι:  «Γιατί ρε μισοκωλάκι  φεύγεις; »  Κι εκείνη χωρίς να το σκεφτεί καθόλου απάντησε: «Για να έρθει ένας με ολόκληρο κώλο να σας χέσει  πατόκορφα».  Αφήνοντας του το χέρι και βαδίζοντας στον ίδιο διάδρομο που είχε βαδίσει και την πρώτη φορά, όταν είχε έρθει στην φυλακή·  αλλά αυτήν την φορά αντίστροφα, προς την έξοδο.  Μόνο που ο διάδρομος τώρα δεν ήταν παγωμένος, φλόγες έβγαζε και όπως πήγαινε κόντρα στον ήλιο που είχε πάρει την κατηφόρα για την δύση του, έριχνε πίσω τη σκιά της που αφύσικα συνεχώς μεγάλωνε.
Όλοι βλέπανε από τα παράθυρα των γραφείων και από τις σκοπιές, την μεγάλη αυτή σκιά και απορούσαν πως αυτό το δέμας, ένα τόσο δα πραγματάκι άνθρωπος, έκανε τόση μεγάλη σκιά.
Δεν γνώριζαν οι καημένοι, ότι αυτό που βλέπανε, ήτανε ο βαρύς ίσκιος της γνώσης και της πρωτοπορίας.





                                                                                                                                      
                          




                                                                                                                                      



«Και τώρα τι να κάνω;» με ρωτούσε φίλος ποιητής στο τηλέφωνο. Είχε μόλις διαβάσει την πρώτη του «συνέντευξη» σε αθηναϊκή εφημερίδα κι είχε μείνει αποσβολωμένος. Πάνω στην άνθιση των ιστολογίων, το 2008 αν θυμάμαι καλά, η αγαπητή μου φίλη Ελπίδα Πασαμιχάλη μου είχε ζητήσει να τις βρω πέντε «μπλογκεράδες» να απαντήσουν στο ερωτηματολόγιό της για τα μπλογκ, έρευνα που δημοσιεύθηκε ολοσέλιδη στον τότε «Ελεύθερο Τύπο».

«Τώρα, να πάρεις τη συγκεκριμένη σελίδα της εφημερίδας και να καθαρίσεις ψάρια», του λέω «κι αν δεν έχεις ψάρια, να καθαρίσεις πατάτες. Να τυλίξεις τις φλούδες και να πετάξεις εφημερίδα και περιεχόμενο στα σκουπίδια», καταστρατηγώντας το έθιμο που θέλει τους ποιητές να κρατάνε προσωπικό αρχείο με τις δημοσιεύσεις τους, ή έστω με την απλή αναφορά του ονόματός τους στον ημερήσιο τύπο.  


Λέγαμε παλιά για διάφορους ομότεχνους πως «δοξάστηκαν κρυπτόμενοι, και γελοιοποιήθηκαν εμφανιζόμενοι», πόσο εύκολο είναι να εγκαταλείψεις την ολύμπια αταραξία σου και να σε ξεφωνήσουν οι δημοσιογράφοι. Τώρα, που όσο εύκολο είναι να δημοσιεύσεις άλλο τόσο πανεύκολο είναι να γράψουν οι εφημερίδες για σένα, και έχουμε το φαινόμενο ανύπαρκτοι λογοτέχνες να έχουν τεράστιο προσωπικό αρχείο με δημοσιεύσεις, δεν χρειάζεται να έχεις ένα κι εσύ: τσαλάκωσε το φύλλο της εφημερίδας που φιλοξενεί το λόγο σου, ή καθάρισε τα ψάρια σου σ’ αυτό.

NOMIZEIΣ

Ίσως το λάθος να είναι το όνειρο που αξίζει ν'αγαπάς.
Ίσως ο δρόμος που πήρες να έχει διέξοδο
Ίσως το λουλούδι που θ'αφήσω
στην παγωμένη ταφόπετρα
 να είναι ζωή.


ΚΕΡΙΑ

Μέσα σε κέρινα σπίτια η ζωή σιγοκαίει
και το κερί λιώνει
μέχρι να περάσουν τα χρόνια που θα σε σημαδέψουν.

και μετά θα μείνεις ν' αναπολείς
τα παλιά
 κεριά.


ΔΑΣΚΑΛΕ

Πίστεψα ότι μπορούσα να αλλάξω τον κόσμο.
Ουτοπία μεγάλη, επιθυμία τεράστια.

Όσο προσπαθούσα τη ρίμα ν'ανοίξω
οι άλλοι έβαζαν οδοφράγματα.

Όσο προσπαθούσα να κάνω έναν άμωμο κόσμο
οι άλλοι έβαζαν παρωπίδες κι έμεναν αγιάτρευτοι

Πίστεψα ότι ο κόσμος μου θα είναι ο καλύτερος
μα η φιγούρα σου δάσκαλε τ'ανέτρεψε όλα.


ΚΡΗΤΗ, 1992

Ούτε με το τσιγάρο δεν τα βγάνω πέρα.
Ποια μοίρα μου τρελή με κυβερνά;

Το μαχαίρι στην τσέπη χαράζει στην άμμο
την δική μας μαντινάδα βρε αδερφέ!

Το νησί του πόνου
κυκλοφορεί μέσα στο αίμα μου
 στο αίμα του λεπρού.

Θα ήθελα να στο φωνάξω
πόσο λαχταρούσα την αγκάλη σου.
Πόσο σε πεθύμησα
νησί η αγάπη μου
πριν χαθεί στο πρώτο ξύπνημα.




Η διαδρομή με το λεωφορείο απ’ το Λαύριο ως το κέντρο είναι ατέλειωτη. Στην αρχή την έπιανε κλειστοφοβία, κατέβαινε σε κάποια στάση, κάπνιζε, περίμενε το επόμενο λεωφορείο. Με τον καιρό συνήθισε. Παρατηρεί τους συνεπιβάτες της.
Τους αλλοδαπούς που δουλεύουν στους κήπους και τα σπίτια των ακριβών περιοχών απόπου περνάει το λεωφορείο, μ’ αυτό το έκπληκτο ύφος, σαν ν’ αναρωτιόνται πώς βρέθηκαν σ’ αυτή τη χώρα κι αυτά τα μάτια που κουβαλάνε μυστικά της ράτσας τους, της πατρίδας που έχασαν. Τους Έλληνες που τους κοιτάζουν και δεν τους βλέπουν. Το τσούρμο των μαθητών που ξεχύνονται στο διάδρομο, πατάνε πόδια σκυθρωπών γέρων, σπρώχνουν με τα σακίδια στις πλάτες τους άλλους και δεν το αντιλαμβάνονται, ξεραίνονται στα γέλια, δεν χτυπάνε το εισιτήριο, δεν χρωστάνε ακόμα στη ζωή, η ζωή τους χρωστάει και το νοιώθουν.
Τα λεωφορεία της περιφέρειας έχουν διαφορετικό κόσμο απ’ του κέντρου. Ίσως επειδή οι επιβάτες έχουν πάρει απόφαση το γεγονός ότι η διαδρομή είναι τεράστια και επιλέγουν πιο χαλαρή συμπεριφορά. Ίσως γιατί λόγω της μεγάλης διάρκειας προλαβαίνουν να ηρεμήσουν. Πάντως στο κέντρο οι επιβάτες είναι πολύ πιο νευρικοί. Λες κι από λεπτό σε λεπτό θα δαγκώσουν.
Συγκεντρώνεται στις μικρές ομορφιές. Ένα  κλαδάκι. Το κρυφό χαμόγελο κάποιου καθώς διασχίζει το φανάρι. Τις ματιές του οδηγού απ’ το καθρεφτάκι σε κάποιο όμορφο κορίτσι. Την αποσπασματική συζήτηση δύο συνταξιούχων. Τα αφράτα χέρια με τη γεροντική πορφύρα και τα βαμμένα περλέ νύχια της κυρίας δίπλα της. Την ξαφνική δροσιά που μπαίνει μέσα απ’ το παράθυρο που άνοιξε κάποιος και το ξανάκλεισε γιατί διαμαρτυρήθηκαν οι διπλανοί του.
Ύστερα ήρθε η συμφορά: Ο κολλητός της την ενημέρωσε σαν να ‘χε καταπιεί κασέτα ότι Εκείνος σκοτώθηκε με τη μηχανή του και η κηδεία γινόταν «αύριο στο νεκροταφείο του Κόκκινου Μήλου».
Τα παιχνίδια του μυαλού: Απόρησε με το όνομα του νεκροταφείου. Κόκκινο Μήλο; (Της πήρε καιρό να συνειδητοποιήσει ότι η περιοχή λέγεται Κόκκινος Μύλος). Εκείνου του άρεσαν τα κόκκινα μήλα κι όσον καιρό ήταν μαζί εκείνη φαντασιωνόταν έναν κήπο γεμάτο μηλιές, φορτωμένες κατακόκκινα μήλα.
Κλείνοντας το τηλέφωνο, κατέβηκε στον πίσω κήπο του πατρικού της και τσάκισε τη μοναδική μηλιά του πατέρα της. Την ισοπέδωσε. Ξεκίνησε μεθοδικά: πρώτα τα ψηλά κλαδιά μ’ ένα χοντρό σίδερο, ύστερα τα χαμηλότερα με τα χέρια της, έπειτα πήρε το πριόνι και την έκοψε σύρριζα.
Οι γονείς της γύρισαν απ’ το μαγαζί τους κι έμειναν ξεροί. Τους είπε ότι είχε σοβαρή αρρώστια και μόλυνε τα υπόλοιπα δέντρα. Ο μπαμπάς την πίστεψε. Την επομένη φόρεσε ένα γελοίο σκάφανδρο και ράντισε όλα τα δέντρα.
Τι κάνει ο οριστικός χαμός; Σου υπογράφει τελεσίδικο συμβόλαιο: Όση αγάπη δεν έδωσες, δεν πρόκειται να την δώσεις. Τελεία και παύλα. Πάρε την αγάπη σου και φα’ την. Αυτό ήταν. Αυτό είναι. Μείνε εκεί που ήσουν. Μείνε με τη φαντασίωση για κάτι που μπορούσε να γίνει. Δεν θα γίνει. Μείνε με τον ηλίθιο εγωισμό σου που σε έκανε να μην ομολογήσεις. Μείνε πίσω να γερνάς χωρίς αγάπη. Να γερνάς. Να γερνάς. Να γερνάς. Μείνε, κατατονικό πίσω μπρος, Λαύριο - Κόκκινος Μύλος.
Μείνε να παραστήσεις ότι ζεις. Δεν ζεις χωρίς αγάπη. Παριστάνεις. 



ΝΑ ΚΟΙΜΗΘΩ

Θα ήθελα να μιμηθώ
αυτό το χωριό
ξαπλωμένο
με το χιόνι
για νυχτικιά



ΡΟΔΑ ΣΤΗΝ ΠΥΡΑ

Σ’ έναν ωκεανό
από ήχους καμπάνας
απροσδόκητο
επιπλέει ένα ακόμη πρωί



ΦΑΝΤΑΡΟΙ

Στεκόμαστε όπως
το φθινόπωρο
πάνω στα δέντρα
τα φύλλα



ΑΝΑΚΑΛΥΨΗ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ

Τώρα η γυναίκα μου παρουσιάζεται δίχως πέπλα, σε συστολή
εκ του φυσικού της.
            Από εκείνη την εποχή οι χειρονομίες της, ελύθερες, πηγαίες
σε μια γόνιμη μεγαλοπρέπεια, με καθαγιάζουν στη μοναδική πραγματική απόλαυση.
            Σ’ αυτή την οικειότητα πορεύομαι χωρίς να κουράζομαι.
            Αυτή την ώρα μπορεί και να νυχτώνει, το φως του φεγγαριού
θα ρίχνει πιο γυμνές τις σκιές του.




ΑΙΩΝΙΟ

Από το λουλούδι που έκοψες ως το λουλούδι που σου χάρισαν
το ανείπωτο τίποτα



ΠΛΗΞΗ

Κι αυτή η νύχτα θα περάσει

Αυτή η μοναξιά σε περιπολία
διστακτική σκιά απ΄ τα καλώδια του τραμ
στην υγρή άσφαλτο

Κοιτάζω τα κεφάλια των αμαξάδων
μέσα στη νύστα
να ταλαντεύονται


ΧΑΛΙ

Κάθε χρώμα διαχέεται και ακουμπάει
τα άλλα χρώματα

Να απομονωθεί σαν το κοιτάξεις




ΝΥΧΤΑ ΜΑΓΙΟΥ

Ο ουρανός εναποθέτει
στους μιναρέδες
στεφάνι από κεράκια


ΤΟ ΘΑΜΕΝΟ ΛΙΜΑΝΙ

Καταφτάνει ο ποιητής
κι επιστρέφει μετά στο φως με τα τραγούδια του
και τα σκορπάει

Απ΄αυτό το ποίημα
μου απομένει
εκείνο το τίποτα
ενός ανεξάντλητου μυστικού



ΠΡΩΙ

Με φωτίζει
το απέραντο


ΣΥΜΠΑΝ

Από θάλασσα
κατασκεύασα
ένα δροσερό
φέρετρο



Ο ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΠΟΡΕΙΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ

[1963 - 1966] 

Όλοι γνωρίζουμε το πώς γεννήθηκε ο πολιτισμός: από την ανάγκη του ανθρώπου να διαμορφώσει τα μέσα προκειμένου να γνωρίσει και να αντιμετωπίσει τη φύση, να την υποτάξει, στο μέτρο του δυνατού, στους σκοπούς του, ή, ακόμη, στα πιο παράτολμα όνειρά του και στις πλέον τολμηρές φιλοδοξίες του, να την καθυποτάξει. Την ίδια όμως στιγμή γεννιόταν στη συνείδηση του ανθρώπου η επιθυμία ενός ηθικού νόμου και η αγωνία να συσχετίσει τις γνώσεις που σιγά σιγά αποκτούσε με το μυστήριο της παρουσίας του στον κόσμο, με το λόγο που προξενούσε τον συναισθηματικό δεσμό του με τους άλλους ανθρώπους και με την αιτία της αλληλοδιαδοχής των γενεών: γεννήσεις και θάνατοι, παρελθόν και μέλλον˙ τέλος, με τα αίτια των φαινομένων. Έτσι, στην πορεία των αιώνων, διαμορφώθηκε ο ανθρώπινος πολιτισμός, έτσι κι ο άνθρωπος, από τότε που ήταν ακόμη πρωτόγονος, αισθάνθηκε πως του είχε δοθεί η ανεξιχνίαστη εντολή να συνεισφέρει στο ιστορικό γίγνεσθαι εξελίσσοντας τα υλικά του μέσα τα οποία ήταν χρέος του, αδιάφορο αν το εκπλήρωνε ή όχι, να συνδέσει με τη λατρεία του ιερού, δηλαδή της ποίησης και κατά συνέπεια της τέχνης. Για τις απαρχές του ανθρώπινου πολιτισμού, έχοντας ο ίδιος ζήσει για πολλά χρόνια στις παρυφές της ερήμου, δεν δυσκολεύομαι να σχηματίσω μια ιδέα, και βλέπω με τη φαντασία μου πρωτόγονες οικογένειες να μεταναστεύουν τα πανάρχαια χρόνια διασχίζοντας απέραντες ερημιές. Ο γενάρχης που τις καθοδηγούσε μέσα στην έρημο, συμβουλευόταν τα αστέρια, ανακάλυπτε τα σημεία του ορίζοντα και τους αριθμούς. Ήδη από εκείνη κιόλας την εποχή τα αστέρια θεωρήθηκαν Άγγελοι -απρόσιτοι οδηγοί, επειδή ακριβώς είχαν σταθεί για τους ανθρώπους οδηγοί προσιτοί και τους είχαν προσφέρει νέες δυνατότητες- [i] και συνεπώς τα αστέρια που οδηγούσαν τους Μάγους στο σπήλαιο της Βηθλεέμ ήσαν κι αυτά Άγγελοι. [Αστέρι δεν ήταν άλλωστε ο Άγγελος που φρουρούσε την Πύλη της Εδέμ, με το σπαθί του Ήλιου στο χέρι; Στη Βηθλεέμ οι Άγγελοι είχαν έλθει για να αποκαλύψουν ποιος θα άνοιγε τούτη ακριβώς την πύλη.]

Επρόκειτο για μια θρησκευτική οργάνωση του πολιτισμού προς την οποία ο άνθρωπος, θα έλεγες, εξακολουθεί ενδόμυχα να στρέφεται ακόμα κι όταν δεν το ομολογεί.

[Αλλά ας παραμείνουμε στην αρχαιότητα, κι ας αναφερθούμε πάλι σε οικείους για μένα χώρους, σταματώντας για λίγο στον πολιτισμό που η δημιουργία του ενθαρρύνθηκε από τους Φαραώ. Έναν πολιτισμό ο οποίος βασίστηκε εξ’ ολοκλήρου σε μια συγκεκριμένη δοξασία περί ζωής - στη μόνη αληθινή, στην αιώνια, στη ζωή που κλείνουν μέσα τους οι τάφοι. Η Αίγυπτος είναι μια όαση, μια χώρα που αποφέρει δύο ή τρεις σοδιές το χρόνο, είναι το πλουσιοπάροχο θαύμα του Νείλου. Όλο τούτο το ξεχείλισμα ζωής εκδηλώνεται στο μέσο μιας απέραντης ερήμου, στη μέση του θανάτου. Τα θρησκευτικά σύμβολα της αγροτικής αυτής χώρας δημιουργήθηκαν από την εξοικείωση με τη ζωή στους αγρούς, και η τέχνη της, ανάμεσα στις πιο ξεχωριστές και θαυμαστές του κόσμου, θα χαράξει τα είδωλα της δύναμης του Φαραώ που πήγαζε από το μόχθο της γης, των ζώων και των ανθρώπων. Είναι μνημεία - τάφοι που φτιάχτηκαν με την ψευδαίσθηση πως θα μπορούσαν ν’ αντέξουν παντοτινά και, απαθανατίζοντας το όνομα του Φαραώ, να του χαρίσουν ζωή αιώνια.]

Ο πολιτισμός στο Μεσαίωνα συνδέεται με τα Μοναστήρια, τις Σταυροφορίες, τις Συντεχνίες, ή έναν πεφωτισμένο Αυτοκράτορα όπως ο Φεντερίκος Β΄ της Σουηβίας, κι είναι γνωστό το τι μπορεί να προκύψει από έναν τέτοιο συνδυασμό: η ποίηση των ημερών του Δάντη που του επιτρέπει να κρίνει τον άνθρωπο που συγκρούεται με την ιστορία – και η οποία ιστορία από τη σκοπιά της χάρητος και του δέους της αγάπης μπορεί να αντιμετωπιστεί συνολικά σαν να είχε ήδη φθάσει το τέλος του κόσμου. Η ζωγραφική που την ίδια εποχή απολήγει στον Τζιότο, είχε ως πρόδρομους τους Βενεδικτίνους της Φλάνδρας και της Ολλανδίας που ιστορούσαν τις περγαμηνές θέλοντας να δοξάσουν τον Θεό για το πρωτότυπο κατόρθωμά τους -  στο οποίο αναφέρεται κι ο Δάντης -  να συγκρατούν με τάφρους τη θάλασσα και να επεκτείνουν τη στεριά.

Στην Αναγέννηση η εκκλησία και οι ηγεμόνες αναλαμβάνουν την αποστολή να γίνουν οι στυλοβάτες του πολιτισμού. Η ιδέα περί σύμπαντος που ο άνθρωπος ήταν ικανός να συλλάβει είχε αντιστραφεί, και δεν ήσαν πια τα αστέρια που περιστρέφονταν γύρω απ’ τη γη, αλλά η γη στρεφόταν γύρω από τον ήλιο. Τα μέσα του ανθρώπου αναπτύχθηκαν σε τέτοιο βαθμό που μπόρεσε να ανακαλύψει την Αμερική και να πραγματοποιήσει, παρακάμπτοντας το Ακρωτήριο της Καλής Ελπίδας, τον περίπλου της Αφρικής ώστε να φθάσει στις Ινδίες. Τώρα πια όλος ο αρχαίος κόσμος τού ήταν ως χώρος γνωστός, είχε δε καταφέρει να ξεθάψει μέσα από τους κώδικες και τις πέτρες την προχριστιανική ελληνορωμαϊκή γνώση, με αποτέλεσμα να επιφέρει στην εποχή του ένα βαθύτατο πολιτισμικό χάσμα που έπρεπε να γεφυρωθεί. Ο εξωτισμός ερχόταν από τον Νέο Κόσμο, με μια βία που συντρίβεται για να ανασυγκροτηθεί κάθε φορά με διαφορετικό τρόπο, και ο πολιτισμός μας κανένα στοιχείο δεν μπόρεσε να προσεταιριστεί χωρίς κραδασμούς. Ο εξωτισμός τούτος αφομοιώθηκε από το μπαρόκ που εκείνη την εποχή ωριμάζει, κάτι το οποίο προβλέπει κατά τρόπο δραματικό ο Μιχαήλ Άγγελος, ταλαντευόμενος -στην Κρίση, και στις Πιετά, ιδιαίτερα στις πιο όμορφες, σε αυτή που κάποτε θαυμάσαμε στην Παλεστρίνα[ii], και σ’ εκείνη την ύψιστα εκφραστική που ανήκε πλέον στους Ροντανίνι- ανάμεσα στον παγανιστικό ευδαιμονισμό και στο χριστιανικό αίσθημα της θυσίας και της λύτρωσης. [Στην απόλαυση της ζωής, η οποία γνώριζε καλά τη βιαιότητα της έριδας, αντιτασσόταν ο πόνος όσων την απαξίωναν ξέροντας πως ήσαν προορισμένοι να πεθάνουν, πόνος απαρηγόρητος ακόμα κι αν ο θάνατος δεν είναι παρά η εξιλέωση –που ο τρομερός κριτής επέβαλε και στον ίδιο τον εαυτό του-  για να κερδίσει κανείς την αιωνιότητα.

Και τώρα ας κάνουμε ένα μεγάλο άλμα κι ας έρθουμε στην εποχή μας.]

Είναι η εποχή του πολιτισμού των μηχανών. Σε καμιά άλλη ιστορική περίοδο όπως το τελευταίο τέταρτο του αιώνα τούτου δεν έχουν τόσο πολλαπλασιαστεί τα μέσα του ανθρώπου, με τρόπο μάλιστα ασύγκριτο, απρόσμενο και θαυμαστό. Και όχι μόνο: είναι η βιομηχανία πλέον που, με τις μηχανές της, με την οργάνωση της λειτουργίας τους, προσφέρει στον άνθρωπο όλα τα μέσα για την πρόοδό του, μια πρόοδο τώρα πια μυθική. Η βιομηχανία σήμερα έχει επωμιστεί το καθήκον να παροτρύνει ή τουλάχιστον να συνοδεύει την ανθρώπινη δραστηριότητα σε όλους τους τομείς του πολιτισμού. Από την πληροφόρηση μέχρι και την αυστηρώς επιστημονική έρευνα και ανακάλυψη, ο άνθρωπος εξαρτάται από τα εργαλεία που, με τη συνδρομή της βιομηχανίας, συνεχώς τελειοποιεί, ανανεώνει, ενισχύει και πολλαπλασιάζει. [Δεν εξαιρείται ούτε ο συγγραφέας που μπορεί σήμερα να χρησιμοποιεί το μαγνητόφωνο, τη γραφομηχανή, και τα μικροφίλμ εκείνα τα οποία, δίχως να μετακινείται απ’ το δωμάτιό του, του επιτρέπουν την ανάγνωση εγγράφων από αρχεία και βιβλιοθήκες που ενδεχομένως βρίσκονται στο άλλο ημισφαίριο. Η βιομηχανία επίσης σχεδιάζει, παράγει και διανέμει τα φάρμακα και τον εξοπλισμό που χρειάζονται οι νοσοκομειακοί γιατροί ή οι χειρουργοί. Η αρχιτεκτονική μεταβάλλεται χρησιμοποιώντας τα υλικά που σιγά σιγά της προτείνει η βιομηχανία. Η γεωργία μηχανοποιείται και η βιομηχανία δεν παραμελεί ούτε τις κρεατοτροφές – δίχως να ισχυρίζομαι πως η υπεραφθονία των κρεάτων συμβαδίζει με την ποιότητα των  γαστρονομικών απολαύσεων.

Πραγματοποιούνται δε οι πιο απίστευτες καινοτομίες: η δυνατότητα να βλέπουμε από το σπίτι μας ό,τι συμβαίνει στα πλέον απόμακρα σημεία του κόσμου, ή η δυνατότητα να μεταφερόμαστε από τη μία άκρη της γης στην άλλη σε λιγότερο χρόνο από όσο χρειαζόταν ο Δάντης για να πάει από τη Βενετία στην Πομπόζα[iii]. Η ατομική ενέργεια, μα και η κατασκευή μηχανών για διαπλανητικές πτήσεις, κ.λπ., κ.λπ., κ.λπ.]

Η λατρεία όμως του ιερού, με άλλα λόγια η ποίηση και η τέχνη, τι θέση άραγε έχουν ανάμεσα στις τόσες καινοτομίες;

Θα ’λεγα ότι έχουν θέση σημαντική και ότι, μοιραία μάλιστα, με πάμπολλους τρόπους άμεσους ή έμμεσους, η ποίηση κεντρίζεται –όσο δεν κεντρίστηκε μέχρι τώρα από κανένα άλλο μέσο- από τη βιομηχανική εξέλιξη: μήπως η νέα όψη που προσλαμβάνει τώρα ο κόσμος δεν είναι συνέπεια της βιομηχανίας;

Ο καθένας από τους συγχρόνους μας αντιλαμβάνεται και αισθάνεται τον πολιτισμό μας με διαφορετικό τρόπο, ως λιγότερο ή περισσότερο σύνθετο, ή σχολαστικό, ή προσηλωμένο σε μια ενδοσκόπηση για να ανακαλύψει το ίδιο του το μυστικό˙ ποτέ δεν είναι όμως –τη στιγμή που, εξαπλούμενος σε όλους τους λαούς σήμερα χάρη στη δυνατότητα της ταχύτατης αναμεταξύ τους επικοινωνίας, επιχειρεί να καταστεί ενιαίος– ορατός, ορατός από όλους ανεξαιρέτως, στα πράγματα που μας περιστοιχίζουν.

Εντούτοις, στις εκδηλώσεις του δεν παύει να μας προξενεί μια κατάσταση δυσφορίας, ή μάλλον πανικού, από την οποία εξάλλου μονάχα αυτός έχει τη δύναμη να μας απαλλάξει, και που με την ίδια του τη διαλεκτική καλείται να μας απαλλάξει.

Ο Δάντης και ο Τζιότο δημιουργούν μια προοπτική, παράδοση που ακολουθεί ο Πετράρχης, ο Βοκκάκιος και η Αναγέννηση γενικότερα, καθώς και όλες οι επόμενες γενιές μέχρι το ρομαντισμό. Από τον ιμπρεσιονισμό, το συμβολισμό κι έπειτα, συνέβησαν πάλι διάφορα άλλα γεγονότα, ενώ στον αιώνα μας –ας μελετήσουμε τη ζωγραφική, την ποίηση, το μυθιστόρημα, και την τέχνη συνολικά- η προοπτική τα τελευταία πενήντα χρόνια απουσιάζει εντελώς. Η προοπτική στάθηκε ένα είδος μεταφοράς προκειμένου να βρεθεί σ’ έναν ψευδαισθητικό χώρο ένας προσωπικός χρόνος του οποίου ο ρυθμός θα μπορούσε να συντονιστεί με τον ιστορικό χρόνο, καθώς και με το χρόνο πέρα από το χρόνο, και εννοώ τον καθολικό χρόνο του Δημιουργού.

Από την άλλη πλευρά, ο 19ος αιώνας, τελειοποιώντας την επιστημονική έρευνα των τριών αιώνων που είχαν προηγηθεί, είχε υποστηρίξει μια αντίληψη για το σύμπαν που πίστευε πως δεν θα ανατρεπόταν ποτέ. Ωστόσο σήμερα, τόσο ο μικροφυσικός κι ο μακροκοσμολόγος, όσο κι ο ζωγράφος κι ο ποιητής την αμφισβητούν. Στην πραγματικότητα, ακόμα και για τον κοινό άνθρωπο, κι όχι αναγκαστικά μόνο για τον επιστήμονα ή τον ποιητή, ο χρόνος κι ο χώρος έχουν καταστεί έμμονες ιδέες - τέτοια είναι η ταχύτητα των αλλαγών των οποίων γινόμαστε όλοι μάρτυρες ή στις οποίες συμμετέχουμε.

Δεν ξέρω με ποιο τρόπο, αλλά πρέπει να γίνουμε κραταιότεροι από τα μέσα που οι ίδιοι διαμορφώσαμε, και τα οποία καθιστούμε διαρκώς ισχυρότερα. Δεν ξέρω πως˙ όμως τα επίπεδα του χώρου δεν θα έπρεπε να στοιβάζονται το ένα πάνω στο άλλο μες στο μυαλό μας, πάντα στο ίδιο σημείο, λες κι ο άνθρωπος πηγαίνει σημειωτόν, τη στιγμή που, απεναντίας μάλιστα, τρέχει τόσο. Δεν ξέρω με ποιο τρόπο, αλλά θα έπρεπε να ξαναβρούμε το χρόνο ν’ αναμετρηθούμε ασφαλέστερα με το παρελθόν και το μέλλον. Δεν ξέρω με ποιο τρόπο, αλλά η ιστορία θα έπρεπε να καταστεί και πάλι οικεία ως προς τους σκοπούς της, και επιστρέφοντας στον κύκλο της να αντανακλά τ’ ανεξιχνίαστα σημάδια της αιωνιότητας.

Κάθε εποχή εμφανίζει τη δική της πολιτισμική κρίση. Η τωρινή προκαλείται από την τεχνολογική εξέλιξη. Η έξοδος από την κρίση της εποχής μας είναι ο πιο φιλόδοξος στόχος που τέθηκε ποτέ στον άνθρωπο. Σε καμιά άλλη εποχή ο πολιτισμός, στο σύνολό του, και ιδιαίτερα ο καθαρά πνευματικός πολιτισμός, ο ποιητικός, δεν διέθετε μια τέτοια εσωτερική δύναμη ικανή να τον κλονίζει αυτόν καθαυτόν σε τέτοιο βαθμό. Κάθε ανοδική πορεία έχει το τίμημά της.

Μετάφραση: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΠΟΛΥΜΟΥ





[i] Τα αστέρια, λόγω της μεγάλης σημασίας στην τότε καθημερινή ζωή, είχαν προσλάβει έναν μεταφυσικό χαρακτήρα.

[ii] Παλεστρίνα: κοινότητα στην επαρχία της Ρώμης.

[iii] Πομπόζα: τοποθεσία στην επαρχία της Φεράρας, γνωστή για την περίφημη Βασιλική του 1321. Ο Δάντης την επισκέφθηκε επιστρέφοντας από τη Βενετία.

* Το κείμενο του Ουνγκαρέτι πρωτοδημοσιεύτηκε το 1963. Μέσα στις αγκύλες παρατίθενται οι προσθήκες του ιδίου στο χειρόγραφο του 1966.

**Η μετάφρασή μου έχει δημοσιευτεί στο βιβλίο «Κείμενα για την Ποίηση», εκδόσεις Σοκόλη, Παγκόσμια Βιβλιοθήκη - 7, με εισαγωγή και επιμέλεια του Νίκου Αλιφέρη, Αθήνα 2007, στο πλαίσιο Δ.Δ.Π.Μ.Σ του Ε.Κ.Π.Α.

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA