Η Κωνσταντίνα Θεοφανοπούλου γράφει στο culturenow.gr για το "Χασέπ" (Θράκα) του Αρτέμη Μαυρομμάτη
Για το μυθιστόρημα "Ο τελευταίος αριθμός" (Θρακα) του Βάιου Κουτριντζε, από τον μετρ της επιστημονικής φαντασίας στη Λάρισα Θανάση Μάργαρη, στη Larissanet.
Η Χρύσα Φάντη γράφει στη bookpress.gr για το «Μια τρυφερή καρδιά στο βάθος – Και άλλες ιστορίες» (εκδ. Θράκα, 2018) της Χαράς Νικολακοπούλου
Η Διώνη Δημητριάδου γράφει για το "Ο φάρος του Σόρενσον" (Θράκα, 2018) του Βασίλη Χουλιαρά.
Ο Γιώργος Θεοχάρης γράφει στην εφ. "Η Αυγή" για την νεοελληνική ποίηση και περιλαμβάνει το "Οι ακαδημαϊκές σημειώσεις του Ίαν Μάρκεζιτς" (Θράκα) του Πέτρου Σκυθιώτη και το "Ματς Πόιντ" (Θράκα) του Κωνσταντίνου Μελισσά
Ο Αριστοτέλης Σαΐνης προτείνει στην "Εφημερίδα των Συντακτών" ανάμεσα σε άλλα βιβλία, το "Μελανά όπως τα μούρα" της Αρετής Καράμπελα
Το nakasbookhouse.gr ξεχωρίζει 3 βιβλία των Εκδόσεων Θράκα για τη χρονιά που πέρασε
Ο Πέτρος Γκολίτσης στην "Εφημερίδα των Συντακτών" ξεχωρίζει ανάμεσα σε άλλα ποιητικά βιβλία το "Match Point" του Κωνσταντίνου Μελισσά


Το 1979 ο Robert Scholes στο έργο του “Fabulation and Metafiction” εισάγει τον όρο υπερμυθοπλασία (surfiction), για να μιλήσει για τα έργα που αποκλίνουν από τον ρεαλισμό και τονίζουν τον ρόλο του συγγραφέα και του αναγνώστη στην δημιουργία και την πρόσληψη της μυθοπλασίας.  Για έργα που καταργούν κάθε σύμβαση της αφηγηματολογίας και αναζητούν μιαν ανεξάρτητη ύπαρξη.
Στο βιβλίο της η Ιφιγένειας Σιαφάκα, «Το πλεκτό και άλλες πλεκτάνες», ο ποιητικός λόγος και η σκόπιμη απόκλιση από την καθαρά αφηγηματική γραφή μας ταξιδεύουν στα μονοπάτια του μυστηριακού κόσμου της. Ο μαγικός ρεαλισμός με την εικονοποιΐα του και η χρήση πορφυρών χωρίων[1] (purple path) διαπλέκονται με την σταθερή και ιδιότυπη γραφή της, πλέκοντας το υφαντό των ιστοριών της.
Η κοινωνική ζωή και δράση περιπλέκεται με το πάθος και την λαγνεία κι όλα αυτά μαζί μεταφέρουν τον υπαρξιακό- ψυχικό κόσμο στις πλεκτάνες του σαθρού και πεπερασμένου σύμπαντος[2]. Μια προσεχτική ανάλυση των δομικών επιλογών της συγγραφέως μπορεί να διευρύνει τον ορίζοντα πρόσληψης των αφηγημάτων, αναδεικνύοντας τα βαθύτερα νοήματα που με την πρώτη ματιά είναι αδύνατο ο αναγνώστης να αντιληφθεί.  Τα λογοπαίγνια και το παιχνίδι του αντικειμένου με τα σημαινόμενα (υπερβατικό σημαινόμενο)- όπως πχ στο απόσπασμα:

«…και τράβηξε ένα μανταλάκι που καλλιεργούσε στο χώμα
μια κουρτίνα με πολύχρωμα λουλούδια…»[3]

-ζωηρεύουν την ανάγνωση αποφεύγοντας τον κίνδυνο του ξερού και επιδεικτικού λόγου.
Εντυπωσιακοί είναι και οι εμβόλιμοι σαρκαστικοί και ειρωνικοί σχολιασμοί των αφηγητών των διαφόρων ιστοριών.
Στο βιβλίο αυτό ο αναγνώστης έχει την ευκαιρία να αναμετρηθεί με το αναρχικό πεδίο των λέξεων και με το πηγάδι των πιο μύχιων αναζητήσεών του. Άλλωστε αύτη είναι η ουσία της λογοτεχνίας… μια ατέρμονη αναζήτηση απαντήσεων στα έμμονα ερωτήματά μας… 





[1] Με την έννοια της υφολογικής έξαρσης, που κάνει το κείμενο να ξεχωρίζει από τα συμφραζόμενα του.
[2] «Γυρνάς τα έξω μέσα για να κρυφτείς στο ενδιάμεσο. Το ενδιάμεσο είναι ευρύχωρο για να χωράει το καρπουζοκέφαλο της Τζέρυ», σελ 94
[3] Σελ. 48
ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA