Κατερίνα Μαλακατέ, Η απλή μέθοδος των τριών (διήγημα)

«Ποίηση στη σχάρα» του Πέτρου Γκολίτση: ο ποιητής και δοκιμιογράφος Κώστας Δεσποινιάδης

Μια κριτική προσέγγιση στο «Πέρασμα» του Κωνσταντίνου Τζαμιώτη, της Εύης Κουτρουμπάκη

«Sturm und Drang» του Γιώργου Λίλλη: Gottfried Benn, Ποιήματα

«7» του Ζαχαρία Στουφή: Καλοκαιρινός ποιητής

Η Θράκα θυμάται: Τάκης Παπατσώνης, Όνειρο στην άπνοια (Εκλογή Α', Ursa Minor, Β' 'Εκδοση, Ίκαρος 1988)

Εκδόσεις Samizdat



Μικρούλι μου γιορτινά θα σε ντύσω
με το χαμόγελο ψηλά θα βαδίσουμε σακατεμένες λεωφόρους
θα σε πάω να μυρίσεις παλιά βιβλία
ν' ακούσεις βραδινές μουσικές
να δεις πάγους πελώριους
ανάγλυφα βράχια
να γνωρίσεις το παρελθόν των κιόνων.
Άκου τι όμορφα κελαηδάν οι σφαίρες!
Σσσστ
η ανθρωπότητα κοιμάται μικρούλι μου
μην την ξυπνήσεις
κοιμήσου τώρα.





Στα πέντε μου μ' έδιωξε  ο γέρος μου απ' το σπίτι.
<<Φύγε ρε κερατά!>>
<<Άσ' τον>> είπε η μάνα μου <<ακόμα φοβάται τις γάτες>>.
Ακόμα τις φοβάμαι.



Σύννεφο δειλό η καρδιά μου
άντεξε την υστερία του κόσμου
μες της πλήξης το κλουβί άντεξε
της λέω ξεγελώντας τα βράδια
με παλιές φωτογραφίες.
Να ίδιος είμαι δεν άλλαξα
απλά έγινα μέλλον που αλλοιώθηκε
δε γινόταν αλλιώς παραδέχομαι.
Αγκαλιά παίρνω την κόρη μου
και ξεκινά ο διάλογος:
τα τα τατα κουτ κουτα σασα.
Απαντώ σαν πρωτόπλαστος πίθηκος:
τουτα τατα κουτα σασα.
Μ' ένα χαμόγελο μου δείχνει τα τέσσερα δόντια της
δε με χωρά ο παράδεισος τότε
και χτυπώ τα πλήκτρα
να ζωντανέψει ο Μπαχ
σε μινουέτο παιδικών ενυπνίων.

Τα τα τατατατα...
Άκου τι όμορφα τραγουδάν οι σφαίρες!
Έχουν το μέλλον σου κλεισμένο στο κλουβί της πλήξης
χαμάμ της θλίψης θα 'ναι οι μέρες σου
σκέφτομαι και βυθίζομαι
σε μια σιωπή που με πνίγει.
Είθε να 'μαι λάθος!



Μονομάχοι
Ας αποχαιρετιστούμε.
Εις το επανιδείν στο μνήμα.
Πλησιάζει  η ώρα μας.
Και λοιπόν;
Δε νικήσαμε.
Στην αρένα θα πεθάνουμε.
Ακόμη καλύτερα.
Δεν θα κάνουμε φαλάκρα
Εξαιτίας των γυναικών, και των μεθυσιών.
… Κι ο ουρανός πάνω από το Κολοσσαίο
Είναι το ίδιο γαλανός
Όπως και πάνω απ’ την πατρίδα μου,
Την οποία άδικα εγκατέλειψα
Χάριν των αληθειών
Καθώς επίσης
Χάριν των πλούτων των Ρωμαίων.
Άλλωστε,
Δεν μας πρόσβαλε κανείς.
Τι είναι, άραγε, προσβολή;
Απλά αυτό,
Προφανώς,
Ήταν το ριζικό μας . . .
Πλησιάζει η ώρα μας.
Οι άνθρωποι εκνευρίστηκαν.
Στην αρένα θα πεθάνουμε.
Οι άνθρωποι θέλουν θεάματα.


Μετάφραση από τα ρωσικά Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης ©


Гладиаторы
Простимся.
До встреч в могиле.
Близится наше время.
Ну, что ж?
Мы не победили.
Мы умрем на арене.
Тем лучше.
Не облысеем
от женщин, от перепоя.
...А небо над Колизеем
такое же голубое,
как над родиной нашей,
которую зря покинул
ради истин,
а также
ради богатства римлян.
Впрочем,
нам не обидно.
Разве это обида?
Просто такая,
видно,
выпала нам
планида...
Близится наше время.
Люди уже расселись.
Мы умрем на арене.
Людям хочется зрелищ.





«Πελοποννησιακός πόλεμος είναι η καθημερινή ζωή του ανθρώπου μέσα στην Ιστορία, που συνεχίζεται αιώνια.

Συνείδησή του και φωνή του: το έργο-κληροδότημα που μας άφησε ο Θουκυδίδης.Η ιστορία του είναι ένα πανόραμα της φύσης του ανθρώπου.Νοιώθοντας την κανείς, ο θαυμασμός και η φρίκη για το είδος γίνονται ένα.

Πιστεύω ότι μια σύγχρονη αφήγηση αυτής της ιστορίας 

είναι ο καλύτερος και καθαρότερος τρόπος αναπαράστασης 
του πώς θα πρέπει να αντιλαμβανόμαστε την εποχή μας.
Παρότι αναφέρεται με χρονολογική σειρά σε πάρα πολλά επεισόδια του πολέμου, η ροή και η ενότητα του ύφους της αφήγησης δίνει στις επιλογές της παράστασης την ελευθερία και τη σαφήνεια του στόχου της:Να καθρεφτιστεί το ήθος και η αντίσταση του ανθρώπου απέναντι στην ίδια του τη φύση.

Η ιδιομορφία της εκφοράς αυτού του λόγου μας αναγκάζει να απομακρυνθούμε από τους κοινούς «φυσικούς» τρόπους της 

και να αναζητήσουμε στην απανταχού τεχνολογία δυνατότητες πληρέστερης και αποδοτικότερης αναπαραγωγής του, δοκιμάζοντας έτσι τις ίδιες του τις αντοχές.
Η σχέση μου με τον Θουκυδίδη είχε αρχίσει να εξυφαίνεται από παλιά, και την ανταλλαγή της με το κοινό θεωρώ ως αναγκαία πράξη ολοκλήρωσης της.»

από συνέντευξη της  Άννας Κοκκίνου




Με όχημα τον ιστορικό λόγο του Θουκυδίδη και ένα αναπηρικό ηλεκτροκινούμενο αμαξίδιο επί σκηνής, εφοδιασμένο με μια κατασκευή  μεταλλικών φτερών, η Αννα Κοκκίνου, διατρέχει κάθε βράδυ, εκεί, στο Θέατρο Σφενδόνη, τους αιθέρες του χωρόχρονου, δίνοντας μας μια αξιομνημόνευτη ιστορική καταγραφή του Πελοποννησιακού πολέμου, με έναν ανεπανάληπτο θεατρικό τρόπο.
Το έργο που επέλεξε να ανεβάσει η δαιμόνια ηθοποιός, είναι βασισμένο σε μια επιλογή κειμένων του Θουκυδίδη, μια εξιστόρηση του Πελοποννησιακού πολέμου, ανάμεσα στην ΑθηναΪκή και Πελοποννησιακή συμμαχία,που έγινε κατά τη διάρκεια των χρόνων 431-404 πΧ.
Παρακολουθούμε τη θεατρική αφήγηση να αρθρώνεται σε δύο πράξεις, με την πρώτη να περιλαμβάνει δέκα σκηνές και την δεύτερη δεκαεννέα.
Η παράσταση, με άξονα την ιστορική Θουκυδίδεια  ρεαλιστική καταγραφή των γεγονότων,έρχεται για να αποθέσει στη συλλογική μας μνήμη, τις θαυμαστές πράξεις του ανθρώπου,αλλά και τα φρικώδη έργα του.Το μέτρο του,το ήθος του,την αντίστασή του απέναντι στην ίδια του τη φύση, την ζωώδη ανάγκη του για κυριαρχία και εξουσία,τον αμοραλισμό του ,την ύβρη του εν-τέλει, αλλά και την τιμωρία του για την ύβρη αυτή.
Η επιλογή των κειμένων και η δραματουργική επεξεργασία τους, αποτύπωσαν με  καθαρότητα τις ολέθριες συνέπειες των πολιτικών  που σχεδιάζονται με τη  λογική της δύναμης και της αλαζονείας της εξουσίας  και όχι με βάση την ηθική και τον δίκαιο λόγο.Μας το επιβεβαιώνει ο αρχικός διάλογος Αθηναίων-Μηλίων.
Η παθολογία και τα δεινά του εμφυλίου πολέμου με αφορμή τα γεγονότα της Κέρκυρας –όπως ιστορούνται στο τρίτο βιβλίο του Θουκυδίδη – μας συγκλονίζουν, φέρνοντας στο μυαλό μας τις μαύρες πτυχές της σύγχρονης ιστορίας μας.
Ο Επιτάφιος -ύμνος στην ΑθηναΪκή Δημοκρατία αλλά και τους πρώτους νεκρούς του πολέμου σκορπίζει ρίγη συγκίνησης ,η περιγραφή του λοιμού,της επιδημίας που ξέσπασε το 430 π.Χ και αποδεκάτισε χιλιάδες Αθηναίους,η Σικελική εκστρατεία,η ήττα των Αθηναίων και των συμμάχων τους ,η φυσική εξόντωση χιλιάδων αιχμαλώτων,ο αποδεκατισμός τους από τις κακουχίες στα λατομεία  των Συρακουσών,η φρίκη,το αίμα,οι οιμωγές των συγγενών, ο καθαρμός, ζωντάνεψαν μπροστά στα μάτια μας με εκφραστική δεινότητα και άψογη χρήση των τεχνολογικών μέσων, αφού ο ηλεκτρονικός μετατροπέας ήχων, ένα λαπ τοπ, ένα αναλόγιο με το ιστορικό κείμενο κι ενας βιντεοπροβολέας, έδιναν την δυνατότητα στην ηθοποιό να ντύνει  κάθε πρόσωπο και κάθε συναισθηματική εσωτερική δραματική κατάσταση με την αντίστοιχη φωνή.
Η Αννα Κοκκίνου κινώντας τα μεταλλικά φτερά άλλοτε σαν τριήρεις που ταξιδεύουν και άλλοτε σαν χτυπημένα πουλιά που τσακίζονται στα βάθη,οδηγώντας  διαρκώς το high tech όχημα της, άλλοτε κυκλικά περιστρεφόμενη, σχεδιάζοντας την  μαύρη τρύπα του πολέμου -μια δίνη που καταπίνει το κάθετι-άλλοτε κινούμενη γραμμικά και απευθυνόμενη κατά μέτωπο στους  θεατές   κοιτώντας τους στα μάτια και άλλοτε  παράλληλα με αυτούς, ανέδειξε την ιστορικότητα του λόγου εξυψώνοντας αυτόν  -μέσα από την θεατρικότητα που προσέδωσε στην αφήγηση της - σε οδηγό ατομικής ελευθερίας και συνειδητοποίησης. Να σημειωθεί εδώ ότι η όλη σύλληψη και ο σχεδιασμός ένταξης των ηλεκτρονικών μέσων στην παράσταση, ήταν αριστοτεχνικός.
Η ηλεκτρονική μουσική του Δημήτρη Ιατρόπουλου, συνδημιουργός της παράστασης, υπογράμμιζε δυναμικά  κάθε δραματική κατάσταση  υποβοηθώντας την ανέλιξη του συναισθήματος.
Οι φωτισμοί ατμοσφαιρικοί,με ιδιαίτερη χρωματική γκάμα.
Ενα μαύρο δερμάτινο μπουφάν και παντελόνι, συμπλήρωνε την  ετσι κι αλλιώς φουτουριστική παρουσία της ηθοποιού.
Θουκυδίδης high teck  που έρχεται απ το μέλλον,κρατώντας στα χέρια του ολη την σοφία του παρελθόντος χρόνου του.





Συντελεστές :


Μετάφραση:  Ν.Μ.Σκουτερόπουλος

Δραματουργική επεξεργασία:  Άννα Κοκκίνου- Νίκος Φλέσσας
Σκηνοθεσία: Άννα Κοκκίνου-συνεργάστηκε ο Νίκος Φλέσσας

Ερμηνεία: Αννα Κοκκίνου

Μουσική επιμέλεια:  Δημήτρης Ιατρόπουλος
Σκηνικό-κοστούμια : Άννα Κοκκίνου

Ηλεκτρονικός σχεδιασμός φωνών: Μηνάς Εμμανουήλ

Σχεδιασμός Φωτισμών: Χρήστος Τσόγκας

Χειριστής Φώτων:Γιάννης Βολλέλης
Οι χάρτινοι τοίχοι  είναι από μια ιδέα του Νίκου Αλεξίου
Σχεδιασμός μηχανισμού φτερών: Δημήτρης Κορρές
Τεχνικοί κατασκευής φτερών:Φράγκος Φραγκόπουλος,Λέων ΜιρτάΪ
Επιμέλεια  Video :Κωστής Παπαναστασάτος
Graphics-animation :Γιάννης Δημουλής
Βοηθός σκηνοθέτη: Λία Ανδρέου
Μακιγιάζ: Ευη Ζαφειροπούλου
Κατασκευή του βιβλίου της παράστασης: Σεραφίνα Σιδέρη
Χειριστής Ηχου:Ηλίας Τασιόπουλος

Φωτογραφίες: Σπύρος Στάβερης








Με τα λιγότερα έξοδα την σήμερον ημέρα μπορείς να εκμηδενίσεις τον εαυτό σου. Ας πούμε εγώ όταν επικοινωνώ με τα πλέον αμφίβολα άτομα, αισθάνομαι μια απερίγραπτη ηδονή. Πολύ συχνά μάλιστα ακροβατώ στο ένα μου πόδι, προσπαθώντας να καταλάβω από πού φυσάει ο άνεμος. Δεν φοβάμαι πια. Διαπρέπω και χωρίς τους φόβους μου. Που και που μνημονεύω τους προγόνους μη τυχόν και μου ‘ρθει καμιά στραβή. Ή όταν λέω κάτι και το εννοώ, ο κόσμος γελάει μαζί μου χωρίς λόγο.

Κι η καρδιά, φαγωμένη από καιρό, βγάζει όταν μπορεί κι αυτή τα χούγια της. Πονάει, δε λέω, αλλά αν πρέπει ν’ αγνοήσω έναν πόνο, αυτός είναι της καρδιάς. Από την άλλη και φαγωμένη να μην ήταν πάλι μισός θα ένιωθα. Έπειτα, τα νεύρα μου. Απ’ αυτό που χάνω τον έλεγχο και δεν αισθάνομαι ούτε τι λέω ούτε σε ποιον απευθύνομαι. Έχει άλλες αποχρώσεις εμένα η γλώσσα μου. Επιχρωματίζω κάθε τι που μπορεί να μου φράξει τον δρόμο. Όσο για τις ημέρες που έρχονται, έχω μαζέψει γκρίνια και παράπονο που θα ακούγονται για μήνες απ’ τα μεγάφωνα του μυαλού μου.



Διάθεση ημέρας


τούτη εδώ η αδύναμη σάρκα
τσακισμένη σαν καραβάκι
από τσιγαρόχαρτο
λούστηκε κι χρωματίστηκε
από αγγελτήρια γάμων και κηδειών
από το καημό που σέρνουν
οι μαυροφορεμένες γυναίκες
που με ανέθρεψαν
από το άδοξο τέλος
του σεπτού μου πατρικού
που εξαιτίας μου ερημώνει

*

στοιχείωσα απ΄την όψη
όλων εκείνων
που έφυγαν και χάθηκαν
απ΄τον ασφυκτικό μας κόσμο
νικημένοι μεν υποψιασμένοι δε
με τα μάτια ορθάνοιχτα
και στηλωμένα
σε μια πικρή αλήθεια
γραμμένη
με κεφαλαία γράμματα:
ανεπανάληπτος η ομορφιά
της παιδικής μου ηλικίας

*

πρόφαση είναι οι εποχές
και προπαντός η άνοιξη
το ξέρω
μα δύσκολα να απαρνηθείς
τον εαυτό σου που βολεύτηκε
στου σκοταδιού τη καλοπέραση
να στέκεται εκστασιασμένος
στον τοίχο της ελπίδας
σαν να περιμένει κάποιον
από ώρα σε ώρα

*

στον ίδιο ήλιο μοίρα σκοτάδι
με το ίδιο πόνο να με μαστιγώνει
όπως όλοι οι άλλοι
αναζητούσα κι εγώ
ένα ξεχασμένο παράδεισο
τώρα
μόλις που προλαβαίνω
να υπεξαιρέσω
αγοράζοντας με τη σιωπή
τα λίγα λόγια
που μου ανήκουν


Η τσίγκινη ψησταριά τρίζει απ’ τα κάρβουνα, οι μπριζόλες τσιτσιρίζουν, τα ψάρια φουσκαλιάζουν, οι πατάτες στη χόβολη αναστενάζουν, οι σαλάτες περιμένουν έτοιμες στο τραπέζι, το κρασί, οι μπίρες, το ούζο, ανοίγουν τα στόματα, κάποιος βάζει ένα cd του Χατζιδάκι κι έρχεται η πρώτη κόντρα: «Τέτοια μέρα χρειάζεται Μίκης όχι Μάνος».
«Τέτοια μέρα χρειάζεται περίσκεψη».
«Να βράσω την περίσκεψή σας μουχλιασμένοι αφώτιστοι».
«Εσείς μιλάτε; Εσείς, που δεν κερδίσατε τίποτα απ’ την κρίση;»
«Εμείς δεν κερδίσαμε γιατί εσείς διασπάσατε το εργατικό κίνημα».
«Καλά, πάρε γραμμή από Μόσχα και τα λέμε».
«Μια ανταρσία θα μας σώσει».
«Μάλιστα. Και ποιος θα κάνει την ανταρσία; Είστε λιγότεροι κι απ’ το πλήρωμα του Μπάουντι».
«Αν μη τι άλλο, δεν είμαστε σαλονάτοι».
«Γιατί εμείς δεν κατεβαίνουμε πρώτοι στους δρόμους;|
«Ναι, στους δρόμους κατεβαίνετε αλλά στη βουλή ίσα που υπάρχετε».
«Το διεθνιστικό κίνημα συνεχίζει την πορεία του έστω και με άλλους δρόμους».
«Το διεθνιστικό κίνημα το σκότωσε ο Στάλιν, όταν έφαγε τον Τρότσκι».
Είναι όλοι τους αριστεροί. Φίλοι απ’ το πανεπιστήμιο, πριν τριάντα και, χρόνια, που
 ποτέ δεν κατάφεραν να περάσουν  μια ήσυχη παραμονή εκλογών.Μερικές φορές,
 επίτηδες, επέλεγαν να μη συναντηθούν για να μη σφαχτούν και να αναγκάζονται μετά
 να τηλεφωνιόνται για συγγνώμες. Αυτή τη φορά αποφάσισαν ότι αφού υπάρχει
 βεράντα, αφού κάνει ζέστη, αφού αγαπιόνται, θα το κάνουν το απονενοημένο 
και υποσχέθηκαν στην οικοδέσποινα ότι δεν θα μαλώσουν. Όμως μαλώνουν.
Μια μπριζόλα εκσφενδονίζεται στον αέρα και συγκρούεται με ένα ψαροκόκαλο. 
Κοιτάζουν όλοι την μετωπική και σκάνε στα γέλια.
«Δεν έχουμε κι έναν χρυσαυγίτη ανάμεσά μας, να τον δείρουμε» φωνάζει κάποιος.
«Ο γιος μου κατάντησε χρυσαυγίτης» μουρμουρίζει μια μάνα και βάζει τα κλάματα.
«Η κόρη μου μεταναστεύει στη Γερμανία» λέει μια άλλη κι αγκαλιάζονται.
«Η δικιά μου παίρνει ψυχοφάρμακα».
«Ο γιος μου πήρε διδακτορικό στα πετρελαϊκά και δουλεύει σε κινητή τηλεφωνία».
«Ο δικός μου μας ανακοίνωσε ότι είναι γκέι και θα πάει στο Βερολίνο».
«Γιατί Βερολίνο;»
«Δεν ξέρω».
«Καλύτερα γκέι παρά χρυσαυγίτης».
«Τα έμπλεξα με έναν τριαντάρη».
«Καλά έκανες. Κι εγώ ερωτεύτηκα μια φοιτήτριά μου».
Πέφτει σιωπή. Τα φαγητά καίγονται στην ψησταριά ή παγώνουν στα πιάτα. Τσουγκρίζουν βουβοί τα ποτήρια τους. Η θλίψη ξεχειλώνει, γίνεται καπνιά που τους πνίγει, αυτοί οι πενηντάρηδες τα έχουν χαμένα, πίνουν να μεθύσουν, να μην ξέρουν τι κάνουν, να πάνε να ψηφίσουν άρρωστα, όπως άρρωστες είναι και οι ζωές τους.
«Τι ζητάς αθανασία στο μπαλκόνι μου μπροστά, ποια παράξενη θυσία η ζωή να σου χρωστά;»
Σκυμμένα κεφάλια, μάτια θολά, χείλη τρεμάμενα, χέρια δεμένα, δάχτυλα με προέκταση τσιγάρου κι ο Γκάτσος να επιμένει: «Είσαι σκληρή σαν του θανάτου τη γροθιά, μα ήρθαν καιροί που σε πιστέψανε βαθιά».
Κοιτάζονται. Τριάντα χρόνια φιλίας, τριάντα χρόνια αγώνων, τριάντα χρόνια ελπίδας, και τώρα αυτό το σαββατιάτικο συναπάντημα. Τσουγκρίζουν σκεφτικοί τα ποτήρια τους.
«Αν καταφέρναμε να ενωθούμε» ψιθυρίζει κάποιος χωρίς να τους κοιτάζει.
«Ήμουνα νια και γέρασα με τα ‘αν’ της ένωσης των κομουνιστών».
«Για ένα ‘αν’ ζούμε ρε παιδιά».
Δειλά χαμόγελα στα πρόσωπά τους καθώς το «ναι» στο ‘αν’ μπαίνει μέσα τους.
Απ’ το απέναντι μπαλκόνι ακούγεται βροντερά: «Έτσι κι αλλιώς η γη θα γίνει κόκκινη…»






Τη Παρασκευή 23 Μαϊου 
στις 20:30 μ.μ.,
οι εκδόσεις Bibliotheque 
σε μια ξεχωριστή βραδιά 
στο χώρο εκδηλώσεων 
ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΒΟΛΑΝΑΚΗ
στα ΕΞάρχεια [Στουρνάρα 11]
της ποιητικής συλλογής
του ΒΑΣΙΛΗ ΛΑΛΙΩΤΗ

ΘΑΛΑΣΣΙΑ ΜΠΑΝΙΑ

Αντί παρουσιάσεως
ζωντανή μια πολύπλοκη
ζωηρή κουβέντα με ελεύθερα
τα χτυπήματα κάτω απ΄τη μέση
ανάμεσα στους
Βασίλη Λαλιώτη
Σωτήρη Παστάκα
και Δημήτρη Πουλικάκο
χωρίς διαιτητή
και χωρίς επόπτες αγώνα

ενώ αποσπάσματα θα διαβάσει
η Θάλεια Παπαδοπούλου

είσοδος ελεύθερη
εκδρομικό ένδυμα
διάθεση διακοπών ενόψει


Για πρώτη φορά στην Ελλάδα μια μοναδική ευκαιρία για το κοινό να δει από κοντά και να απολαύσει αυθεντικά έργα του μεγάλου χαράκτη-εικονογράφου-ζωγράφου του 19ου αιώνα Gustave Doré (1832-1883), διάσημου για τις κλασικές εικονογραφήσεις έργων των Dante, Ε.Α. Poe, John Milton, Balzac, Lord Byron, Cervantes, Rabelais, Perrault κ.ά.

Τα έργα που θα εκτίθενται για το κοινό από την 21η έως την 31η Μαΐου στο βιβλιοπωλείο-πολυχώρο Ars Nocturna 
(Λέκκα 23-25, εντός στοάς, Σύνταγμα, τηλ. 2111835524) εκτείνονται χρονικά από το 1856 έως το 1875 και ανήκουν σε ιδιωτική συλλογή.

Εγκαίνια: Τετάρτη, 21 Μαίου, 19.00. Στις 20.00 θα εισηγηθεί ο χαράκτης Γιώργος Ορφανός. 


Τα έργα της έκθεσης ανήκουν στις εξής θεματικές:


"L’ Enfer " (Η Κόλαση), 1857, του Dante Alighieri – 14 ξυλογραφίες.

"Paradise Lost" (Χαμένος Παράδεισος), 1866, του John Milton – 6 ξυλογραφίες.

"The Idylls of the King", 1875, του Alfred Tennyson – 5 ατσαλογραφίες.

"Histoire des Croisades" (Ιστορία των Σταυροφοριών), 1875, του Michaud – 4 ξυλογραφίες.

"La L
égende du Juif Errant" (Ο Μύθος του Περιπλανώμενου Ιουδαίου), 1856 – 1 ξυλογραφία.

Μέρος των έργων της έκθεσης θα διατίθεται προς πώληση. 

Η έκθεση θα είναι ανοιχτή για το κοινό τις εξής μέρες και ώρες: Δευτέρα, Τετάρτη, Σάββατο 11πμ-4μμ και Τρίτη, Πέμπτη, Παρασκευή 11πμ-8.30μμ. 

H είσοδος είναι ελεύθερη.




Το φθινόπωρο του '91,μοναδική φορά,μήνα Οκτώβρη σε ένα road movie,(Αλεξανδρουπολη-Αθήνα), ξαπόστασα στη Ραψάνη με τσίπουρα κάτω από τα πλατάνια της πλατείας.Έκανε ψύχρα στο γέρμα του ήλιου και το χοντρό πουλόβερ απαραίτητο.Αργότερα,το ίδιο βράδυ,έπιασε δυνατή βροχή και ομίχλη,στα σκοτάδια μέσα,με σταμάτησε ένας μοναχικός αστυνομικός της τροχαίας και σκύβοντας από το ανοιχτό παράθυρο να δεί καλύτερα,με ρώτησε:"η κυρία δίπλα σας,είναι σύζυγός σας;-Ναι,του είπα.-Ά,ώστε,λοιπόν,πιστεύετε στον Θεό;-Ναι,του ξαναλέω.Και μ'άφησε να φύγω.Παραφράζοντας τον Ποιητή: Άραγε,τί νά'χε στο νου του ένας ευαίσθητος αστυνομικός,που διανυκτερεύει;


Αρχή

Το πριν της κάθε ημέρας και το μετά
 της γέννησης
μη θυμηθείς ούτε κι όταν προβάλλει ουρανός
και γαλαζώσει η ψυχή.

Ξημερώνει δίσκος παλιού μανταρινιού
και ξεφλουδίζεις πανιά των ταξιδιών,
μετράς σελήνες, πράσινα, μαβιά μαντάτα
χάνεται τότε η θάλασσα, υποχωρούνε τα
μεταξωτά
και κρανίο γυμνό προβάλλει η μέσα σου
 οίηση….

Έως ότου όμως, μεταλάβεις το θαύμα,
 να νηστέψεις
της τριανταφυλλιάς και του λεμονιού το πικρό
 αποβάλλοντας
για να μπορέσει πάλι το μέλλον να δέσει σιρόπι.

Γι’ άλλους μπορεί κι η σιωπή.
Όπως όταν παράθυρο ανοίγει
ψάρια μελωδικά με στήμονες διεγερμένους
πολλαπλασιάζουν το φως του ποταμού
τη διαφάνεια του λεπτού
και ως μουσική όλοι βρισκόμαστε……



Της εξορίας


Παγωμένα νερά, το φεγγάρι λυτό
μουσική μία, στου ύπνου το γνώριμο
στη μαύρη φτερούγα, ο άγγελος.
αύριο θα ΄ρθούνε μυρσίνες να μας πάρουν.

Κι είδα το σπίτι γκρεμισμένο, άφωνο
με νύχια, με μαλλιά στην αφελή σελήνη
στην άστρωτη σιωπή, την τρομαγμένη.
Εξορία είδα, με κρεμασμένα μάτια
να πατάει η γλώσσα το λευκό και να σωπαίνει

Κί ήρθε ο Αργύρης με το κουστούμι του
 φθαρμένο ο Νίκος με τη φωνή του να θωπεύει
 τα βουνά κι η Λιάνα με το βιβλίο ανοιχτό
 παίζοντας με το δίγαμμα στη μέρα,
ο Μανόλης που του έπεφταν τα σύμφωνα κι
αγχώνονταν
κι ο Φίλιππος που χε ανάσα από καπνό
 βιρτζίνια γεμάτο νότες.

Τις ξέρω αυτές τις κορυφές. Τις βλέπαμε
 παιδιά σαν κόβαμε τις άγκυρες.
Μετά σ' ένα άλογο κούφιο κρύψαμε
τους δαίμονές μας


 i)

H επανάσταση
Είναι ένα τσούρμο
Αγγέλων
Και ομιλεί  μια παλιά γλώσσα
Στο φως
Όπου σχηματίζει τα σύμβολα -
Κανείς δεν πρέπει να πεθάνει.


 ii)

Ο μουσικός
Χωρίζει
 γραμμές μπάσου την πόλη

Η αγαπημένη του
Χορεύει
Πινέλα
σε φτωχές γειτονιές:

Και οι πόρνες
 αγαπάνε τους παραβάτες
Οι παραβάτες αγαπάνε
 τους επαναστάτες
Οι επαναστάτες
 τις Κυριακές.







Το 1979 ο Robert Scholes στο έργο του “Fabulation and Metafiction” εισάγει τον όρο υπερμυθοπλασία (surfiction), για να μιλήσει για τα έργα που αποκλίνουν από τον ρεαλισμό και τονίζουν τον ρόλο του συγγραφέα και του αναγνώστη στην δημιουργία και την πρόσληψη της μυθοπλασίας.  Για έργα που καταργούν κάθε σύμβαση της αφηγηματολογίας και αναζητούν μιαν ανεξάρτητη ύπαρξη.
Στο βιβλίο της η Ιφιγένειας Σιαφάκα, «Το πλεκτό και άλλες πλεκτάνες», ο ποιητικός λόγος και η σκόπιμη απόκλιση από την καθαρά αφηγηματική γραφή μας ταξιδεύουν στα μονοπάτια του μυστηριακού κόσμου της. Ο μαγικός ρεαλισμός με την εικονοποιΐα του και η χρήση πορφυρών χωρίων[1] (purple path) διαπλέκονται με την σταθερή και ιδιότυπη γραφή της, πλέκοντας το υφαντό των ιστοριών της.
Η κοινωνική ζωή και δράση περιπλέκεται με το πάθος και την λαγνεία κι όλα αυτά μαζί μεταφέρουν τον υπαρξιακό- ψυχικό κόσμο στις πλεκτάνες του σαθρού και πεπερασμένου σύμπαντος[2]. Μια προσεχτική ανάλυση των δομικών επιλογών της συγγραφέως μπορεί να διευρύνει τον ορίζοντα πρόσληψης των αφηγημάτων, αναδεικνύοντας τα βαθύτερα νοήματα που με την πρώτη ματιά είναι αδύνατο ο αναγνώστης να αντιληφθεί.  Τα λογοπαίγνια και το παιχνίδι του αντικειμένου με τα σημαινόμενα (υπερβατικό σημαινόμενο)- όπως πχ στο απόσπασμα:

«…και τράβηξε ένα μανταλάκι που καλλιεργούσε στο χώμα
μια κουρτίνα με πολύχρωμα λουλούδια…»[3]

-ζωηρεύουν την ανάγνωση αποφεύγοντας τον κίνδυνο του ξερού και επιδεικτικού λόγου.
Εντυπωσιακοί είναι και οι εμβόλιμοι σαρκαστικοί και ειρωνικοί σχολιασμοί των αφηγητών των διαφόρων ιστοριών.
Στο βιβλίο αυτό ο αναγνώστης έχει την ευκαιρία να αναμετρηθεί με το αναρχικό πεδίο των λέξεων και με το πηγάδι των πιο μύχιων αναζητήσεών του. Άλλωστε αύτη είναι η ουσία της λογοτεχνίας… μια ατέρμονη αναζήτηση απαντήσεων στα έμμονα ερωτήματά μας… 





[1] Με την έννοια της υφολογικής έξαρσης, που κάνει το κείμενο να ξεχωρίζει από τα συμφραζόμενα του.
[2] «Γυρνάς τα έξω μέσα για να κρυφτείς στο ενδιάμεσο. Το ενδιάμεσο είναι ευρύχωρο για να χωράει το καρπουζοκέφαλο της Τζέρυ», σελ 94
[3] Σελ. 48

                                   
                                                 Ελευθερία ανάπηρη πάλι σου τάζουν   

Αντισταθείτε
σ’ αυτόν που αγόρασε εξοχικό και τζιπ με δανεικά
κι αμέριμνος ακόμη απολαμβάνει τη γαλήνη του τοπίου
Αντισταθείτε σ’ αυτόν που γύρισε απ’ το καφενείο το βράδυ
και λέει: καλά τη βγάλαμε κι απόψε, αύριο έχει ο Θεός.
Αντισταθείτε
στον στριμμένο κύριο της πολυκατοικίας
στα έξυπνα tablet και τα εκατονταπύρηνα κινητά
στις εταιρίες of shore
στην απαρχαιωμένη κρατική εκ-παίδευση
στα χαράτσια
σε μένα ακόμη που με κεφάλι φαλακρό
τολμώ να αντιγράφω Κατσαρό.

Αντισταθείτε
σ’ αυτούς που χαιρετούν φασιστικά με υψωμένο το δεξί τους χέρι
στους αρχηγούς, όσους ακολουθούν ιεραρχικά και τα τσιράκια τους
σ’ αυτούς που δίχως αιδώ αυτοαποκαλούνται σωτήρες
στους θρασείς εθνοπατέρες  και τους χειροκροτητές τους
στη γυναικούλα που υψώνει στο μπαλκόνι της σημαία
επιδεικνύοντας φρόνημα πατριωτικόν μονάχα
απέναντι στις γάτες και στο μισητό της γείτονα
σε μένα ακόμη που με ύφος δήθεν σοβαρό 
τολμώ να αντιγράφω Κατσαρό.

Αντισταθείτε
σε όσους ασελγούν πάνω στη γλώσσα
με ξύλινο ή επιτηδευμένα φιλοσοφημένο λόγο
στους καρεκλοκένταυρους προέδρους , επικεφαλής, αδερφοτήτων
φιλοπτώχων, σωματείων, συλλόγων, οργανώσεων…
στα επιδοτούμενα συνέδρια που φλυαρούν ημέτεροι επιλεγμένοι
τρώγοντας στα διαλείμματα πριν και μετά το υστέρημα
των άλλων των πολλών των άγρια φορολογουμένων πολιτών

Αντισταθείτε στη βία κάθε εξουσίας
στο ρατσισμό και την ξενοφοβία
στη βία των απανταχού αδυνάτων
στους ποιητές που γράφουν αισθηματικά στην πολυθρόνα
στίχους γλυκείς και εύπεπτους για το ευρύ απαίδευτο κοινό
σ’ αυτούς που παραμένουν θεατές παθητικοί
σ’ όλες τις θλιβερές οθόνες όπου ερίζουν υποκριτικά
ξεπουλημένοι υποτακτικοί των υποτακτικών για το …κοινό καλό.




Αντισταθείτε
στην ανεργία, στην αναξιοκρατία
στις αλυσίδες των ‘‘ονειρεμένων’’ αγορών, στην απληστία
στους τοκογλύφους στους καταχραστές στους μιζαδόρους
στους επιτρόπους και στους τραπεζίτες
στα φοβερά ντόπια και διεθνή χρηματιστήρια
στα νέα ανήθικα ενεχυροδανειστήρια 
στις αυταπάτες

Αντισταθείτε
στην προπαγάνδα, στους φανατισμένους, στην κατήχηση
στ’ ανόητα από άμβωνος και βήματος παντός κηρύγματα
στους παντογνώστες , στους πειθήνιους, στους ανέραστους
στους κυριλέ και τους γραβατωμένους
σ’αυτούς που γλείφουν όπου φτύνανε άλλοτε
σ’ αυτούς που δεν αναλαμβάνουνε ποτέ καμιά ευθύνη
στους αμέτοχους
στους δήθεν φίλους σας που σας θυμούνται
μονάχα όταν θέλουν κάτι για την πάρτη τους
σε μένα ακόμα που συμβιβασμένος επιμένω
μ’ όλο το σέβας ν’ αντιγράφω Κατσαρό
    αντισταθείτε.

Τότε μπορεί βέβαιοι να περάσουμε απέναντι
να δούμε πόσος δρόμος χάθηκε και να τραβήξουμε μπροστά.


                                                                         Απρίλιος –Μάιος 2014
                                                                         Γιώργος Κασαπίδης

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA