Πώς μιλάμε για την καινούργια Ελληνική ποίηση (video)

Για τη συλλογή διηγημάτων «Όμορφοι έρωτες» του Ιάκωβου Ανυφαντάκη, (εκδ. Πατάκης), γράφει η Ειρήνη Σταματοπούλου

Φώτης Μανίκας, Ποιήματα (1η εμφάνιση)

«Ποίηση στη σχάρα» του Πέτρου Γκολίτση:«Από τις αφετηρίες στην ολοκλήρωση του μοντερνισμού: ο Νάνος Βαλαωρίτης»
George Le Nonce, Πέντε Ποιήματα τῆς Μετεφηβείας





Μοῖρες

fetch the shoebox, fetch the shovel
Philip Larkin, «Take one home for the kiddies»

Χαίρω πολύ,
εἶπα μόλις μοῦ τὴ σύστησε.
Τόσα χρόνια
εἶχε ὅλη τὴ ζωὴ μπροστά του,
ἔτσι δὲν ἔστερξε νὰ τὸν ἐπισκεφθεῖ,
καραδοκοῦσε σὲ μιὰν ἄλλη χώρα
τοῦ μιλοῦσε μόνο, μάθαινα, ποῦ καὶ ποῦ
στὸ τηλέφωνο.

Νὰ σοῦ συστήσω τὴ μάνα μου, μοῦ εἶπε
κι ἔπεσα ἀπὸ τὰ σύννεφα, φαινόταν
τόσο νέα καὶ τόσο δυνατή,
σὰν νὰ μὴν εἶχε μάθει τί ἐπέκειτο.

Πῶς εἶσαι, τὸν ρώτησα
μ᾽ἕνα χάδι στὸ εὔθραυστο πιὰ κορμί του.
Τί ρωτᾶτε, μὲ διέκοψε αὐτή,
ὅπως ἀντιλαμβάνεσθε τὰ πράγματα εἶναι δύσκολα.

Ὀσφράνθηκε τὸν θάνατο
καὶ ἐμφανίσθηκε.
Σὰν μοίρα
ἀπαραιτήτως παρούσα
ὅταν ξεκινᾶς
καὶ ὅταν φτάνεις.




Κολυμπώντας

στὴν Λένα Π.

Ξαπλώνεις ἀνάσκελα καὶ ἀφήνεσαι
νὰ σὲ παρασύρει τὸ ρεῦμα.
Μὲ τὰ μάτια κλειστὰ παρακολουθεῖς
τὸν χορὸ τῶν χρωμάτων πίσω ἀπὸ τὰ βλέφαρά σου.
Κάποτε, ἀνοίγεις τὰ μάτια, ὁ ἥλιος
καίει ἀκριβῶς ἀπὸ πάνω σου, ἐντούτοις
δὲν δειλιάζει ἡ ὅρασή σου κι οὔτε κἂν
ἡ ἀντανάκλαση τοῦ ἀπίστευτου φωτὸς
στὰ νερὰ δὲν ἐνοχλεῖ τὰ μάτια σου.

Κοιτᾶς γύρω, παντοῦ ἡ θάλασσα.
Ἡ ἀκτὴ ἔχει ἀπομακρυνθεῖ καὶ βρίσκεται
ἐκεῖ ὅπου περίμενες πὼς εἶναι τὰ μεγάλα βάθη.
Δὲν σὲ νοιάζει, πιὰ δὲν περνοῦν ἀπὸ τὸ νοῦ σου
εἰκόνες πνιγμῶν, ναυαγίων καὶ κινδυνωδῶν
πλασμάτων τοῦ βυθοῦ. Ἀφήνεσαι πάλι.
Κλείνεις τὰ μάτια πάλι καὶ δὲν σ᾽ ἐνδιαφέρει
ποῦ θὰ βρίσκεσαι ὅταν τ᾽ ἀνοίξεις, δὲν σ᾽ ἐνδιαφέρει
πῶς θὰ γυρίσεις καὶ πότε, δὲν σ᾽ἐνδιαφέρει
ἂν θὰ ξαναβρεθεῖς ἢ ὄχι στὴν ἀκτή.

Ἀναμενόμενα εἶναι
αὐτὰ τὰ παράδοξα ὄνειρα. Στὸ κάτω κάτω
ἔχεις χρόνια νὰ μπεῖς στὴ θάλασσα
ἀπὸ τότε ποὺ ἤσουν παιδὶ ἴσως ἢ ἔφηβος
καὶ φοβόσουν τὰ πλάσματα τοῦ βυθοῦ
καὶ ὁ ἥλιος σοῦ ἔκαιγε τὰ μάτια.
Τὸ κελλί σου εἶναι πάντα σκοτεινό,
σκονισμένο καὶ ἀκατάστατο.
Δὲν θὰ ταξιδέψεις, ἐκεῖ μέσα θὰ βρεῖς
τὴν trista riviera d’ Acheronte
ὄχι τῶν ὀνείρων, τῶν μύθων καὶ τῶν ποιημάτων
ἀλλὰ τὴν ἀληθινή, τὴν στεγνὴ
καὶ ἀκίνητη.




Οἰκειότητα

Ὅταν ξύπνησα, ἦταν σὰν νὰ βρέθηκα κάπου ἀλλοῦ. Ὁ χῶρος ἐξακολουθοῦσε νὰ εἶναι οἰκεῖος, ἀλλὰ δὲν ἦταν ἀκριβῶς τὸ σπίτι μου: κάποια ἔπιπλα εἶχαν μετακινηθεῖ κατά τι ἔτσι ὥστε νὰ σκοντάφτει ἐπάνω τους ὁ ἀπομνημονευμένος αὐτόματος βηματισμός μου, ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ μικρὰ καὶ ἀσήμαντα κάδρα μου εἶχε ἐξαφανιστεῖ ὁλωσδιόλου, μερικὰ μικροαντικείμενα εἶχαν ὑπεξαιρεθεῖ καὶ στὴ θέση τους εἶχαν τοποθετηθεῖ παρόμοια ἀλλὰ ὄχι πανομοιότυπα ἀντίγραφα˙ ἡ μεγάλη βιβλιοθήκη ἦταν ἀκόμη στὴ θέση της, φαινομενικὰ ἴδια, ἀλλὰ τὸ ξύλο ἦταν διαφορετικῆς ἀπόχρωσης ἐνῶ ἡ σειρὰ τῶν βιβλίων στὰ ράφια της εἶχε ἀλλάξει˙ σκόνη δὲν ὑπῆρχε πουθενά, ἀντιθέτως ὅλες οἱ ἐπιφάνειες ἦσαν ἀπαστράπτουσες καὶ κυριαρχοῦσε μιὰ μυρωδιὰ καθαριότητας, μιὰ μυρωδιὰ σπιτιοῦ ποὺ ἔχει μόλις ξανανοίξει μετὰ ἀπὸ μῆνες ἐγκατάλειψης, οἱ τοῖχοι καὶ τὰ κουφώματα ἔχουν βαφτεῖ μὲ φρέσκα χρώματα, τὰ πατώματα ἔχουν σφουγγαριστεῖ μὲ πολλὰ νερὰ καὶ πολλὴ χλωρίνη, τὸ μπάνιο καὶ ἡ κουζίνα ἔχουν τριφτεῖ μὲ τὶς ὧρες ὥσπου νὰ λάμψουν τὰ πλακάκια καὶ οἱ βρύσες.

Μὲ ἐπιφύλαξη πῆγα στὸ σαλόνι, περπατώντας ἀργὰ καὶ μαλακά, προσέχοντας ποῦ πατάω, κάθησα σὲ μιὰ πολυθρόνα ποὺ ἔμοιαζε μὲ τὴν ἀγαπημένη μου ἀλλὰ ἦταν προφανῶς καινούρια καὶ καθόλου δὲν εἶχε ξεφτίσει τὸ ὕφασμα στὸ μπράτσο της, ἔκλεισα τὰ μάτια καὶ συγκεντρώθηκα στὰ ἐρεθίσματα τῆς ὄσφρησης, ποὺ ὡς γνωστὸν εἶναι ἡ πιὸ ἀξιόπιστη αἴσθηση ὅταν  θέλει κανεὶς νὰ ἐξιχνιάσει μιὰ μνήμη. Ἡ καθαριότητα παρέμενε κυρίαρχη. Ὑπῆρχε, ὅμως, τὸ ὀσμιζόμουν πιὰ σαφῶς, καὶ μιὰ μυρωδιὰ κοντινῆς ἀκροθαλασσιᾶς, σὰν ἀπὸ πετσέτες ἁλατισμένες ποὺ στεγνώνουν σὲ κάποιο μπαλκόνι, σὰν ἀπὸ ἄμμο τῆς παραλίας ποὺ τινάχτηκε ἔξω ἀπὸ τὴν πόρτα, σὰν ἀπὸ ἀνθρώπινα σώματα ποὺ ἀναπαύονται σὲ αἰῶρες στὸν κῆπο μετὰ ἀπὸ ὁλοήμερο κολύμπι καὶ ἥλιο. Ὅπως ὅταν ἤμουν δώδεκα χρονῶν καὶ μὲ πήγαιναν σὲ ἕνα ἐξοχικὸ σπίτι καὶ μὲ κρατοῦσαν ἐκεῖ ὅλο τὸ καλοκαίρι.

Μὲ πιάσανε στὸν ὕπνο. Καὶ κανεὶς δὲν ξέρει πόσα καλοκαίρια θὰ μὲ κρατήσουν ἐδῶ, στὸ μασκαρεμένο παιδικὸ ἐξοχικό.




Karezza, κατὰ μία ἔννοια

the desire for that illusory comfort
Malcolm Lowry, Under the Volcano

Μιλούσαμε ὦρες, ἀπὸ νωρὶς τὸ ἀπόγευμα καὶ εἶχε βραδιάσει γιὰ τὰ καλά, μᾶς ἔδιωξαν ἀπὸ τὸ καφενεῖο τῆς πλατείας, ἔκλειναν, πληρώσαμε τὶς μπύρες καὶ τοῦ εἶπα νὰ πᾶμε ἀλλοῦ, σὲ ἕνα μπὰρ ποὺ ἤξερα πὼς ἔμενε ἀνοιχτὸ ὣς τὸ πρωί. Ἦταν ἀνάγκη νὰ μείνουμε μαζὶ ὣς τὸ πρωί, ἤδη βέβαια τὸ οἰνόπνευμα μᾶς εἶχε καθυποτάξει, ἀλλὰ ,τι ἤτανε νὰ γίνει ἔπρεπε τὴν ἴδια ἐκείνη νύχτα νὰ γίνει, ἀλλιῶς ἤξερα πὼς δὲν θὰ γινότανε ποτέ, οἱ συνθῆκες δὲν θὰ ἐπανέρχονταν, ἐγκατάλειψη δὲν θὰ διαρκοῦσε πολύ.

Στὸ μπὰρ καθήσαμε σὲ μιὰ σκοτεινὴ γωνιά, δὲν μιλούσαμε πιά, ἄλλωστε καὶ μουσικὴ ἦταν πολὺ δυνατὴ καὶ δὲν εὐνοοῦσε τὶς συζητήσεις, πόσῳ μᾶλλον τὶς ἐξομολογήσεις, ἐπιπλέον εἴχαμε ἤδη ἐξομολογηθεῖ ἕνας στὸν ἄλλον ,τι εἴχαμε νὰ ἐξομολογηθοῦμε, δὲν ἔμενε νὰ ποῦμε τίποτα πιά, κι ἔτσι αὐτονόητα ἀγκαλιαστήκαμε, ξεκούμπωσα τὸ πουκάμισό του, τὸν φίλησα στὸ στῆθος, ρίγησε, μὲ ἔσφιξε στὴν ἀγκαλιά του, μὲ φίλησε στὸ στόμα.

συνέχεια συνέβη στὶς πέντε τὸ πρωί στὸ δρόμο, στὴν εἴσοδο μιᾶς πολυκατοικίαςὅπου πραγματικὰ πιστεύαμε πὼς κανεὶς δὲν θὰ μᾶς δεῖ, κανεὶς δὲν θὰ μᾶς ἐνοχλήσει, κανεὶς δὲν θὰ μᾶς διακόψει, καὶ ἁπλωμένοι στὰ μαρμάρινα σκαλιὰ ἐπιδοθήκαμε σὲ ἀνεξέλεγκτες ἐρωτοπραξίες ποὺ σταμάτησαν ἀπότομα ὅταν ἐμφανίστηκε μιὰ νεαρὴ γυναίκα κραδαίνοντας τὰ κλειδιά της καὶ σηκωθήκαμε βιαστικὰ γιὰ νὰ περάσει, ντυθήκαμε ντροπιασμένοι καὶ φύγαμε. Τὸν ρώτησα ἂν ἤθελε νὰ πᾶμε κάπου ἀλλοῦ ἂν καὶ ἤξερα πὼς ἀπάντηση θὰ ἦταν ὁπωσδήποτε ἀρνητική, καθὼς οἱ συνθῆκες εἶχαν καταστραφεῖ, ἐγκατάλειψη εἶχε ἀναιρεθεῖ.

Τὸ τέλος τῆς ἱστορίας νόμιζα πὼς ἦλθε ὅταν, μετὰ λίγες ἑβδομάδες, τὸν ξαναεῖδα ἕνα ἀπόγευμα στὸ καφενεῖο τῆς πλατείας καὶ μοῦ χάρισε ἕνα βιβλίο μὲ μιὰν ἀφιέρωση φλύαρη καὶ ἀσυνάρτητη ἀπὸ τὴν ὁποία θυμᾶμαι μόνο τὴ φράση ἀτελείωτη αἴσθηση χειλιῶν.

Στὴν πραγματικότητα, αὐτὲς οἰ ἀνολοκλήρωτες συνουσίες τῆς πρώτης νεότητας δὲν ξεχνιοῦνται ποτέ: ἡ αἴσθηση τῶν χειλιῶν παραμένει πάντα ἀτελείωτη.




Ἐπὶ ἴσοις ὅροις

Δὲν ξέρεις πάντα ὅτι ξέρεις ὅ,τι ξέρεις.
Ἂς ποῦμε, στὰ ἐρωτικά. Σκέφτεσαι κάποια στιγμὴ
(στὸ μπάνιο καθὼς σαπουνίζεσαι
καὶ γιὰ νὰ μὴν κοιτιέσαι συλλογιέσαι)
πὼς πιὰ δὲν θὰ σὲ ἐρωτευθεῖ κανεὶς
ἐπὶ ἴσοις ὅροις: ἐσὺ θαυμάζεις καὶ ποθεῖς
τὸ σῶμα του τὸ στιλπνὸ ποὺ σαπουνίζεται
ναρκισσευόμενο καὶ ἀκκίζεται, ἐνῶ ἐκεῖνον
στὴν καλύτερη περίπτωση τὸν συγκινεῖ
ἡ σαγήνη τῆς στιχοπλόκου φθορᾶς σου.

Φαντάσου πράγματι νὰ ὑπῆρχαν ποτὲ ἴσοι ὅροι στὸν ἔρωτα
φαντάσου νὰ ἦταν ἁπλῶς ζήτημα χρόνου ἡ στιλπνότητα
φαντάσου τί φρίκη νὰ μὴ συνεχιζόταν ὁ πόθος
ἐφ᾽ὅρου ζωῆς.






ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA