Πώς μιλάμε για την καινούργια Ελληνική ποίηση (video)

Για τη συλλογή διηγημάτων «Όμορφοι έρωτες» του Ιάκωβου Ανυφαντάκη, (εκδ. Πατάκης), γράφει η Ειρήνη Σταματοπούλου

Φώτης Μανίκας, Ποιήματα (1η εμφάνιση)

«Ποίηση στη σχάρα» του Πέτρου Γκολίτση:«Από τις αφετηρίες στην ολοκλήρωση του μοντερνισμού: ο Νάνος Βαλαωρίτης»
Αστέρης Μαυρουδής
Ο Φώτης

Δεν είχαμε στον ήλιο μοίρα. Ο μπαμπάς μου φτωχός κι η μάνα μου η κυρα-Μπλιούμαινα κι αυτή το ίδιο. Με τ’ αδέλφια μου τον Κώτσο και το Θανάση ζούσαμε δύσκολα. Τα προβατάκια που είχαμε δεν μας έφταναν. Ίσα ίσα ήταν για να δουλεύουμε και να ξεχνούμε τη δυστυχιά μας. Η κλεψιά σύννεφο. Κλέβαμε για επιβίωση. Αλλά και για αναγνώριση. Δεν γινόσουν άνδρας αν δεν είχες κάνει την πρώτη κλεψιά. Έστω και μια κότα.

Με λένε Φώτη και γεννήθηκα το 1901 στο Μεταξά Σερβίων. Σχολείο πήγα κάνα δυο τάξεις δημοτικού. Λίγα κολλυβογράμματα, μα ήξερα να γράφω. Δούλευα από δω κι από κει. Βοηθούσα τους γονείς μου. Ως τα δεκατέσσερα έκανα τσομπανάκι. Ακολουθούσα αυτό που κάναν τ’ αδέλφια μου. Κι αυτοί τσομπάνηδες και αγρότες ήταν. Τ’ αδέλφια μου ήταν υποταγμένα και ήσυχα, μα εμένα μ’ έκαιγε μια φλόγα. Έβλεπα τους άλλους να είναι με το έχει τους και φούντωνα. Γιατί αυτοί και όχι εγώ; Κι όσο έβλεπα τ’ αδέλφια μου να κάθονται ήσυχα, τόσο αυτή η φλόγα φούντωνε. Έκλεψα για πρώτη φορά. Έγινα άνδρας κι εγώ. Έτσι ψήλωσα και ίσως να με κοίταζε η Βαγγελιώ.

Η Βαγγελιώ ήταν αρχοντοπούλα, πού να κοιτάξει εμένα; Λίγα ζα, λίγα χωραφάκια και κουρέλια στο κορμί. Αυτή κοίταζε τ’ αρχοντοντυμένα κι εγώ μαράζωνα. Έκλεψα την πρώτη κότα μα τη δεύτερη φορά σε ένα αρνί με πιάσαν. Με κάναν ρεζίλι. Με βγάλαν στην πλατεία σα να είχα ατιμάσει καμιά και μπροστά στη Βαγγελιώ μου ’ριξαν ένα χαστούκι. Δεν πόνεσα, μα ήταν εκεί η Βαγγελιώ και τα πόδια μου έτρεμαν. Είχα κάτω το κεφάλι. Κάποια στιγμή σα να είδα τη Βαγγελιώ να κρυφογελάει. Μπορεί να μου φάνηκε. Φούντωσα. Σήκωσα το κεφάλι και είπα σ’ αυτόν που μ’ έδειρε:

«Εσένα κάποια στιγμή θα σε σφάξω».

Γέλασαν όλοι


Την άλλη μέρα έβαλα το μαχαίρι στη ζώνη και παραφύλαξα. Ανυποψίαστος πέρασε από μπροστά μου. Πήγα από πίσω του, τον άρπαξα από τα μαλλιά και τον καθάρισα. Δεν με πήρε κανένας είδηση, μα θα το μάθαιναν. Έτσι βγήκα στο κλαρί. Πήγα στο βουνό και βρήκα τον Μπαμπάνη και τον Καντάρα. Αυτοί ήταν παλιοί κλέφτες. Μα δεν με δέχτηκαν.

«Σήκω και φύγε», μου είπαν, «εμείς θέλουμε άνδρες».

«Δεν φεύγω», τους είπα. «Άμα γυρίσω, θα με σκοτώσουν. Σκοτώστε με εσείς καλύτερα».

Με κρατήσαν κι ήταν σα γονιοί μου.

Μαζί τους έκατσα τέσσερα πέντε χρόνια και μετά έκανα τη δική μου παρέα. Είκοσι χρονών έγινα καπετάνιος. Μα φτωχό δεν πείραξα. Ίσα ίσα έδινα λεφτά και πάντρεψα ορφανά. Ήμουν δίκαιος. Όταν μπορούσα, πήγαινα στην εκκλησιά. Μόνο τον Θεό φοβόμουν. Μάζεψα πολλά λεφτά από χαράτσια. Ήθελα να χτίσω μια εκκλησιά για την ψυχή μου και το σπίτι μου. Πήγα και μάζεψα την επιτροπή και τον παπά και τους μίλησα.

«Το και το», τους είπα, «θα σας δώσω λίρες να χτίσετε μια εκκλησιά».

«Φώτη, πώς να κάνουμε εκκλησιά; Τα λεφτά που μας δίνεις είναι άτιμα, είναι λεφτά από αίμα».

«Παπά μου, εδώ δεν ήρθα για να μου λες προσβολές. Εγώ για την ψυχή μου θέλω να κάνεις την εκκλησιά και γρήγορα».

Οι άτιμοι συμφωνήσαν, μου φάγαν τα λεφτά και εκκλησιά δεν κάναν. Μια μέρα, Δευτέρα, πήγαν στη λαϊκή στα Σέρβια. Τους περίμενα έναν έναν και τους έφαγα. Πήρα και το ράσο του παπά για να το φορώ και να μη με γνωρίζουν. Με επικήρυξαν. Με ψάχναν τ’ αποσπάσματα, μα εγώ ήξερα καλά τα κατατόπια και κρυβόμουν. Με κυνηγούσαν για πολλά λεφτά. Θέλαν οι χωροφύλακες το κεφάλι μου. Οι άλλοι θέλαν τα λεφτά.


Είχα κάνει λάθη στη ζωή μου. Αγάπησα τη Βαγγελιώ, μα ο πατέρας της ήθελε να τη δώσει σε άλλον.

«Σ’ αυτόν τον κλέφτη δε δίνω εγώ την κόρη μου», έλεγε.

Έλεγε κι άλλα πιο σκληρά για μένα, μα ήμουν μαθημένος πια. Εγώ τη Βαγγελιώ την ήθελα για ταίρι μου. Μα δεν μπορούσα να την παντρευτώ. Θα κυνηγούσαν κι αυτήν. Θυμάμαι πως κάποτε πήγε και τη ζήτησε ο Γούλας ο Ταμπάκης, έτσι ήταν το παρατσούκλι, Γιώργο Παπαγιάννη τον λέγανε. Του μήνυσα να την αφήσει ήσυχη γιατί η Βαγγελιώ ήταν δικιά μου. Φοβήθηκε και αποτραβήχτηκε.

«Θέλω να είσαι μαζί μου, μα δεν μπορώ να σε παντρευτώ», της είπα.

Στην αρχή μου ’φερε αντιρρήσεις μα μετά έγινε δικιά μου. Ερχόταν και μ’ έβρισκε στις κρυψώνες μου. Γκαστρώθηκε. Άρχισαν να την κυνηγούν κι αυτή. Γέννησε παιδί. Κρυβόταν από μαντρί σε μαντρί. Το αγόρι μου κρύωσε και πέθανε. Θα μου το πλήρωναν ακριβά.

Μια μέρα έκατσα να ξαποστάσω και να ξεψειριαστώ σε μια βρύση. Εκεί με βρήκαν οι χωροφύλακες και με πυροβόλησαν. Μα έτρεμε το χέρι τους το Φώτη να σκοτώσουν. Τη γλίτωσα και τους ξέφυγα με τα μισά μου ρούχα. Πήγα και βρήκα έναν τσομπάνο.

«Πάρε μια λίρα και πήγαινε στο χωριό», του είπα. «Δες πού ξεβραδιάζεται το απόσπασμα και άντε να μου πεις. Θα σου έχω δυο λίρες ακόμα».

Γύρισε ο βοσκός και πήρε τις λίρες. Οι χωροφύλακες μ’ έναν αστυνόμο τα πίναν στου Σουρλή το σπίτι. Πήρα δυο παλληκάρια μου και πήγαμε στο σπίτι. Απέξω ο σκοπός μόλις με είδε του ’πεσε το όπλο.

«Σκάσε», του είπα, «και δεν θα πάθεις τίποτα».

Έφτασα κάτω από το παράθυρο. Από μέσα έρχονταν γέλια. Μια στιγμή άκουσα κάποιον να λέει:

«Άμα πιάσω το Φώτη θα του ξεριζώσω την καρδιά και θα του πιω το αίμα».

Φούντωσα. Έβγαλα το μαχαίρι και το δάγκωσα. Πήρα από μια πιστόλα στα χέρια μου και μπήκα μέσα. Τα γέλια κόπηκαν. Με γνώρισαν.

«Ποιος, μωρέ, είναι αυτός που θα με πιει το αίμα;».

Ο αστυνόμος έκανε να βγάλει το όπλο του κι εγώ του άδειασα την πιστόλα στο στήθος. Έμαθα μετά πως τον λέγαν Αποστόλου. Το ίδιο πήγε να κάνει κι ένας δίπλα του κι είχε την ίδια τύχη.

«Να μη σας ξαναδώ μπροστά μου», είπα στους υπόλοιπους και φύγαμε.

Τους βγάλαν και τραγούδι. «Μες στης Τσαπουρνιάς τ’ αλώνι, γίνανε οι δύο φόνοι».

Στο χωριό το Παλιογράτσανο είχαν έρθει τα νέα. Θέλαν το κεφάλι μου. Κάποιους τους πείραζε που τους παίρναμε κάποια αρνιά για να τρώμε με τα παλληκάρια μου. Μαζεύτηκαν και ήθελαν να με ξεφορτωθούν. Μέσα σ’ αυτούς ένας μορφωμένος. Γιατρός ήταν. Ήταν δεν ήταν εικοσιπέντε.

«Θα σας κάνω εγώ ένα χαρτί», τους είπε, «να φέρουμε χωροφύλακες από τη διεύθυνση Κοζάνης και να κάνουμε τμήμα στο χωριό».

Τι ανακατεύτηκε ο γιατρός δεν ξέρω και δεν κοίταγε τη δουλειά του. Μήπως τον πείραξα; Ή φοβόταν για τις λίρες του μπαμπά του; Πήγα ένα βράδυ με άλλους δυο και πήρα αιχμάλωτο τον αδελφό του. Τους έστειλα χαιρετίσματα να βγει ο γιατρός τη Δευτέρα στην πλατεία να τον δικάσω. Αλλιώς θα του στέλνω πεσκέσι κάθε μέρα κι ένα κομμάτι από τον αδελφό του. Με ειδοποίησαν ότι θα ’ρθει. Μαζεύτηκε κόσμος και κοσμάκης στην πλατεία. Ήρθε και ο λεγάμενος.

«Γιατί θέλετε χωροφύλακες στο χωριό αφού ξέρετε ότι θα με χαλάσουν;», τους είπα.

Δεν είχα άλλη επιλογή.
«Έτσι δικάζουν οι κλέφτες», τους φώναξα.

Άρπαξα το γιατρό και του πήρα το κεφάλι. Τον μικρό τον άφησα, δεν μου έφταιγε.

Με πιάσαν και με σέρνουν τώρα με σίδερα στα χέρια μα ’γω θα τους ξεφύγω. Με παν από τη Λάρισα στο Γεντί Κουλέ με τρένο. Έχω ραμμένο στην κάπα μου χασίσι και οι δεσμοφύλακες καπνίζουν σα τρελοί. Θα τους μαστουρώσω και θα πηδήξω από το τρένο. Θα βγω απέναντι στο Λόφο ή τ’ Ασπρόχωμα και ξέρω σιδεράδες να μου κόψουν τα σίδερα.

Μου αρέσαν τα χωρατά. Θυμάμαι μια μέρα σουρούπιαζε και πήγα σε έναν τσομπάνο συγγενή, τον Μπλιούμη το Χρήστο. Έβγαλα την κάπα μου και την κρέμασα μέσα στην καλύβα σε ένα ξύλο.

«Τι θες τέτοια ώρα», μου είπε ο Χρήστος.

«Λίγο ψωμί», του είπα, «έχω μέρες να φάω».

«Φεύγα, δεν έχω τίποτα», μου λέει.

«Θα μου δώσεις ή θα σε σκοτώσω», του είπα.

«Σκότωσέ με, δεν έχω», μου απάντησε.

Πιαστήκαμε στα χέρια και μ’ έβαλε από κάτω. Ήταν γερό παιδί ο Χρήστος. Τα παλληκάρια μου γελούσαν, γέλασα κι εγώ.

«Καλά», του είπα, «αφού εσύ θες να κρατήσεις το ψωμί σου, κάτσε εκεί και τρώγε ψωμί και γω θα φάω ό,τι έχω».

Πήγα και έβγαλα από την κάπα μου μισό αρνί ψημένο. Ξαναπιαστήκαμε στα χέρια και μετά κάτσαμε και φάγαμε τ’ αρνί όλοι μαζί σαν αδέλφια. Ήμασταν δεν ήμασταν εικοσιένα χρονών. Κάτσαμε μπροστά στη φωτιά ως το πρωί χωρίς να ανταλλάξουμε λέξη. Το πρωί είπα στο Χρήστο.

«Άι, ρε Χρήστο, φεύγουμε, τελειώνουν τα θκα μας;», και γελάσαμε.

Με το ράσο, ντυμένος παπάς, είχα πάει μια φορά στην Αθήνα. Έφαγα σ’ ένα εστιατόριο και κάτω από το πιάτο τον άφησα τρεις λίρες. Του ’γραψα κι ένα σημείωμα.

«Καλό το φαΐ σας, σε καλή μεριά οι λίρες, Φώτης Γιανκούλας».

Πρώτη δημοσίευση: 18/4/14 - 10:30 π.μ.
ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA