Πώς μιλάμε για την καινούργια Ελληνική ποίηση (video)

Για τη συλλογή διηγημάτων «Όμορφοι έρωτες» του Ιάκωβου Ανυφαντάκη, (εκδ. Πατάκης), γράφει η Ειρήνη Σταματοπούλου

Φώτης Μανίκας, Ποιήματα (1η εμφάνιση)

«Ποίηση στη σχάρα» του Πέτρου Γκολίτση:«Από τις αφετηρίες στην ολοκλήρωση του μοντερνισμού: ο Νάνος Βαλαωρίτης»

 ΑφηΓΗματα αναΔρομων πΛεξεων,
Εκδόσεις Ars Poetica


Πώς το σφύριγμα ενός τρένου επιδρά σε μία σούπα; Tι σχέση μπορεί να έχει το ψεγάδι ενός σερβίτσιου με την επιλογή ενός παλτού; Πώς η παρασκευή της μαρμελάδας τριαντάφυλλου ενώνει ερωτικά δυο άντρες; Με ποιον τρόπο το σώμα απαντά στη μνήμη και πώς η μνήμη καταγράφεται στο σώμα; Είναι ικανό ένα γράμμα να στηρίξει μιαν ολόκληρη ζωή; Tι επιδιώκει ο κ. Μπιφ περιφερόμενος με μια τρύπια καρέκλα που μόλις κληρονόμησε; Ποια είναι η νέα μέθοδος Πλεκτού της γηραιάς αράχνης αυτοκράτειρας, ποια πλεκτάνη κρύβεται στους νέους τρόπους διακυβέρνησης της Αυτοκρατορίας του Πλεκτού και πώς θα αντιδράσουνε τα ζώα;

Αυτά και πολλά ακόμη ερωτήματα αναζητούν απάντηση σε 27 «αφηγήματα ανάδρομων πλέξεων». Κοινός άξονας των ιστοριών είναι οι ανάδρομες κινήσεις της σκέψης των ηρώων: αν και δρουν σε διαφορετικές σελίδες μυθοπλασίας —ρεαλιστικές, υπερρεαλιστικές, σε αυτές του παραμυθιού ή του εσωτερικού μονολόγου, στον κόσμο του μαγικού ρεαλισμού ή στο χώρο που το επέκεινα της ποιητικής προσέγγισης επιφυλάσσει—, όλοι οι ήρωες προσεγγίζονται ως θύματα και θύτες ταυτόχρονα μίας «πλεκτάνης». 

Φωτό: Gilbert Garcin

Άλλοτε κινούνται κατακερματισμένοι στο χωρόχρονο, άλλοτε συμβολοποιούν την πτώση τους, ενεργώντας εν αγνοία τους, κι άλλοτε, σε μία ύστατη προσπάθεια αυτοσυνειδησίας, έντρομοι ανακαλύπτουν. Η γλώσσα τους παρακολουθεί στενά, ανάδρομα και με διαφορετικό επίσης τρόπο, για να τους προσδιορίσει ως φορείς ενός μοναδικού και ιδιαίτερου κάθε φορά λόγου, ο οποίος επιχειρεί να τους ακούσει, να τους κατανοήσει, να τους αποκρυπτογραφήσει και να τους καταγράψει εντέλει με τη μέγιστη δυνατή ακρίβεια.


«Όταν σουρουπώνει σέρνεται από νύχτα το μυαλό του. Φοράει τις μαύρες κοτλέ παντόφλες του, μία χλωμή ανία στις εκφράσεις και μια φαγούρα ιδιόρρυθμη, που ξεκινάει σαν χάδι από την πλάτη, γίνεται ανατριχιαστική στα πισινά και μυρμηγκιάζει, εντέλει, ολόκληρο το σώμα. Ο Λούκας  πασπατεύεται ανήσυχος,  και με τις δυο παλάμες, και ταμπονάρει τραύματα αόρατα, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που χαστουκίζουμε έναν άνθρωπο αθώο, όταν είναι πολύ άγουρες ακόμα οι αιτίες στο μυαλό και αναζητούνται επειγόντως επισημάνσεις καθοδήγησης. Προχθές, ωστόσο, αγόρασε ένα μικρό καλάθι με φράουλες θερμοκηπίου. Το πιγούνι μου είναι εντάξει μόνον, σκέφτεται ανακουφισμένος, και το αγγίζει με τις άκρες των δαχτύλων, προσεκτικά, σαν να φοβάται μη ραγίσει. Πολύ καλά! Tο έχει καταφέρει, έβαλε μάλλον τα δυνατά του απόψε, και το πιγούνι στέκει άτρωτο  στην ψύχρα του παράθυρου. Το χνώτο, δες, δημιουργεί και μιαν εξαίσια ομίχλη γύρω από το τζάμι. Είναι δημιουργικός με κάτι τέτοια, κυρίως υπαρκτός, υπέροχα! μπορεί να στρέψει τώρα το βλέμμα αργά και ασφαλής προς το φανοστάτη».

(H σούπα, απόσπασμα) 

Πρώτη δημοσίευση e περιοδικό "Θράκα"

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA