Ο Πέτρος Μπιρμπίλης μιλά στην Athens Voice και στον Γιάννη Νένε, για το "Μπελ Ετουάλ" (Θράκα, 2017)

Μια “ηρωίδα” πλάι σε ανθρώπους αντιηρωικούς: Ένα κριτικό σημείωμα του Στάθη Ιντζέ για το "Γονυπετείς" της Τζούλιας Γκανάσου

Για την ποιητική συλλογή της Μαρίας Αγγελοπούλου "Η απουσιολόγος" (Θράκα, 2016), γράφει ο Χρήστος Αρμάντο Γκέζος

Ο Στέφανος Ξένος γράφει στο diavasame για τον "Άνθρωπο Τανκ" (Θράκα, 2017) του Γιώργου Λίλλη

Για το βιβλίο της Μαριάννας Κουμαριανού «Τόπος στη Γαλήνη» – γράφει η Ανθούλα Δανιήλ

Φάνης Παπαγεωργίου, Ποια γενιά; Σκέψεις για τη σχέση μεταξύ βιολογικής και δυνάμει καλλιτεχνικής γενιάς.

Δύο ανέκδοτα/αδημοσίευτα ποιήματα του Δημήτριου Δημητριάδη

Ο Παναγιώτης Βούζης γράφει στην εφημερίδα "Τα Νέα" για το "Χρονορυχείο" (Θράκα, 2017) της Στέλλας Δούμου

 Η Βάσω Χριστοδούλου γεννήθηκε το 1982 στα Τρίκαλα. Σπούδασε κλασική φιλολογία στη φιλοσοφική σχολή του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπ. Αθηνών. Το Δεκέμβρη του 2012 εκδόθηκε η πρώτη της ποιητική συλλογή με τίτλο ''60 αποχρώσεις του μαύρου σε φόντο λευκό" απ' τις εκδόσεις λογείον. Αρθρογραφεί στο διαδικτυακό περιοδικό infrared magazine. Ποιήματά της έχουν δημοσιευθεί σε εφημερίδες και διάφορα διαδικτυακά περιοδικά



Ο λίγος –η λίγη –το λίγο.

Το λίγο, λέξη δισύλλαβη.
Διπρόσωπη.
Λίγο, ως λίγο για κάποιους.
Λίγο , μα τόσο πολύ για μας τους άλλους…
Επίρρημα ποσοτικό.
Ποιοτικό για μένα…
Δείγμα ποιότητας κι αντοχής.
Κάποτε κι επίθετο.
Χωρίς φύλο.
Όχι ο λίγος, όχι η λίγη.
Μόνο το λίγο.
Ουδέτερο.
Αποφασισμένο να μείνει λίγο.
Χωρίς να φοβάται μη συγκριθεί και γίνει λιγότερο…
Το λίγο.
Λέξη δισύλλαβη.
Φτάνουν δυο συλλαβές για να με σώσεις λίγο…



Το υπόγειο 

Ζω σ’ ένα υπόγειο στο κέντρο.
Είμαι μερικά μέτρα κάτω απ’ τη γη,
κι έτσι κάνει για μένα πάντα κρύο…
Το παράθυρό μου, ένα και
τετράγωνο.
Να μου θυμίζει τις τέσσερις γωνίες
των ανθρώπων… τη σκέψη, την ελπίδα,
το φόβο και το ανείπωτο…
Δεν έχω έπιπλα.
Τι να τα κάνω;
Αφού δεν έχω και τίποτα να ακουμπήσω
πάνω τους…
Το έπιπλο, είναι για να επιπλέει
στο άδειο, να το σώζει απ’ την ανυπαρξία…
Δεν έχω κουρτίνες.
Πού θα τις κρεμούσα άλλωστε;
Τα κουρτινόξυλα ‘γίναν ξυλοπόδαρα,
να φτάνω στο παράθυρο…
Πολλά τελικά τα μέτρα
κάτω απ’ τη γη…
Δεν έχω πόρτα,
κι ούτε μέρος να σταθώ
στην πρώτη δόνηση.
Είμαι καλά κι ας μην έχω.
Όλο το υπόγειο,
όλο κι όλο ένα δωμάτιο.
Τεράστιο φαντάζει τις Δευτέρες.
Τις Κυριακές μικραίνει…
Δεν έχω παράπονο.
Αν είχα, θα ήμουν αγνώμων.
Εγώ όμως ξέρω…
Ζω… 
Σ’ ένα υπόγειο στο κέντρο.
ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA