Πώς μιλάμε για την καινούργια Ελληνική ποίηση (video)

Για τη συλλογή διηγημάτων «Όμορφοι έρωτες» του Ιάκωβου Ανυφαντάκη, (εκδ. Πατάκης), γράφει η Ειρήνη Σταματοπούλου

Φώτης Μανίκας, Ποιήματα (1η εμφάνιση)

«Ποίηση στη σχάρα» του Πέτρου Γκολίτση:«Από τις αφετηρίες στην ολοκλήρωση του μοντερνισμού: ο Νάνος Βαλαωρίτης»

Γεννήθηκε το 1952 στη Λάρισα, όπου και κατοικεί μόνιμα. Απόκτησε τρία παιδιά: Τη Χριστίνα, τον Πέτρο και τον Ιωάννη.
Από το 1971 ως το 1996 (που παραιτήθηκε), υπηρέτησε στην Ελληνική Χωροφυλακή και την Ελληνική Αστυνομία. Τμήμα της ζωής του εκείνης της περιόδου καταγράφεται στο μυθιστόρημά του «Μου πες να κουρευτώ και κουρεύτηκα».
Το 1967 ξεκινά η σχέση του με τη δημοσιογραφία, όταν δειλά – δειλά, ως μαθητής του Γυμνασίου, αρχίζει να γράφει σημειώματα, σχόλια, άρθρα στις τοπικές εφημερίδες της Λάρισας. Από το 1982 και μέχρι το 1986 κρατά με ψευδώνυμο το χρονογράφημα της πρώτης σελίδας στην τοπική εφημερίδα της Λάρισας «ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ». Εργάζεται στον ίδιο δημοσιογραφικό οργανισμό ως αρχισυντάκτης του μηνιαίου περιοδικού «Θεσσαλικές Επιλογές» από τις 24-9-1986 μέχρι τις 31-12-2010. Σήμερα είναι μόνιμος συνεργάτης της Larissa net και ελεύθερος συνεργάτης πολλών άλλων ηλεκτρονικών ή έντυπων εφημερίδων.
Το 1967 ξεκινά επίσης η σχέση του με τη λογοτεχνία, δημοσιεύοντας ποιήματα στο λογοτεχνικό περιοδικό της Λάρισας «Προσανατολισμοί», που εκδίδει εκείνη την εποχή ο επίσης νεαρός Δημήτρης Κουνελάκης, που αργότερα δραστηριοποιήθηκε ως διευθυντής στη ΓΡΑΜΜΗ Α.Ε., ανατρέποντας τον εφησυχασμό της επαρχιακής πόλης. Το φθινόπωρο του 1971, στις εκδηλώσεις που διοργανώνονται για τα 150 χρόνια από την επανάσταση του 1821, κερδίζει Α΄ Πανελλήνιο Βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών, στην ποίηση. Το 1981 κυκλοφόρησαν από τις «Εκδόσεις Δεδεμάδη» εφτά τομίδια με διηγήματα και νουβέλες του, που είχαν βασιστεί στα εγκληματολογικά αρχεία και χρονικά της Ελληνικής Χωροφυλακής της 25ετίας 1955-1980 με το γενικό τίτλο «Εγκλήματα στην Ελλάδα». Τα «Εγκλήματα στην Ελλάδα» είναι τα πρώτα που εισάγουν στην αστυνομική λογοτεχνία υποθέσεις που άπτονται των εγκληματολογικών χρονικών και παρουσιάζουν ρεαλιστικά την πορεία για την εξιχνίασή τους. Το 1981 κάνει επίσης την εμφάνισή του στο χώρο της ποίησης, με τη συλλογή «ΛΟΓΟΣ πρώτος». Ακολουθούν: «ΛΟΓΟΣ δεύτερος» – ποίηση (1984) «ΛΟΓΟΣ τρίτος» – ποίηση (1999) «ΛΟΓΟΣ και αιτία για ένα ταξίδι» – ποίηση (2001) «ΛΟΓΟΣ και αιτία για μια σιωπή» – ποίηση (2001) «ΛΟΓΟΣ και αιτία για μια θύμηση» - ποίηση (2011) «Μου πες να κουρευτώ και κουρεύτηκα» – μυθιστόρημα – Εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ (2002) «Κρυφοί έρωτες» – μυθιστόρημα – Εκδόσεις ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΟΡΙΖΟΝΤΕΣ (2004) «Ζωές στο κόκκινο» - μυθιστόρημα – Εκδόσεις ΓΡΑΦΗΜΑ. Έχει γράψει τα κείμενα του φωτογραφικού λευκώματος «Μικρά αντίο» του καρδιοχειρουργού Σωτήρη Πράπα (Εκδόσεις Καστανιώτης). Έχει σχεδιάσει, επιμεληθεί και γράψει τα κείμενα του φωτογραφικού λευκώματος του Γιώργου Μποντικούλη «ΛΑΡΙΣΑ – άνωθεν». Πριν οκτώ χρόνια δημιούργησε, επίσης στη Λάρισα, ως οικογενειακή επιχείρηση, το art restaurant «Να με θυμάσαι…» σε μια προσπάθεια ν’ αναπτύξει την ιστορία των καθαρών γεύσεων, του ποιοτικού ελληνικού κρασιού και της γαλήνιας ατμόσφαιρας. Φανατικός καπνιστής, αλλά και ταξιδευτής. Η μεγάλη του αγάπη ακούει στο όνομα «Πελοπόννησος», την οποία έχει περιηγηθεί σε δεκάδες ταξίδια του. Ταξιδιωτικά άρθρα και φωτογραφίες του έχουν χρησιμοποιηθεί από τον ΕΟΤ σε καμπάνιες στο εξωτερικό και πλήθος απ’ αυτά βρίσκονται σκόρπια σε πολλά περιοδικά. Κάποιες απ’ τις αδυναμίες του: Οι στυλογράφοι πένας, τα κομπολόγια, τα σημειωματάρια με χειροποίητα χαρτιά, το κρασί...





Από το «Λ Ο Γ Ο Σ και αιτία για μια σιωπή»
Υπάρχουμε, σ’ ένα κατακερματισμένο σήμερα, ανάμεσα σε ορίζοντες απροσπέλαστους, ανάμεσα σε χέρια τεντωμένα που ψηλαφούν τα σκοτάδια.
Υπάρχουμε, χωρίς να ξέρουμε το γιατί, βαδίζοντας δρόμους άγνωστους, απέναντι σ’ άγνωστο τέλος, θρυμματιζόμενοι από πλαστότητες και αυταπάτες.
Υπάρχουμε μέσα στους μύθους μας, αναζητώντας τη λύτρωση σε φαιδρά είδωλα.
Τι θ’ απογίνουμε σ’ ένα αύριο δίχως μύθους;
Μόνοι απέναντι στην άγνοια πώς θα παλέψουμε την αγωνία; Με τους αμφιβληστροειδείς άδειους από ήλιο τι χρώμα θα έχουν οι εικόνες;
Πώς θ’ αντιπαλέψουμε τη μοίρα μας τώρα, που όλα όσα μας τυλίγουν έγιναν πλαστικά;
Μιλώ για σένα, σ’ έναν κόσμο που προχωράει αγνοώντας τη συμπεριφορά του νερού και του ανέμου. Μιλώ για σένα, σ’ έναν κόσμο που ανερμήνευτα πορεύεται ανάμεσα στο τυχαίο και στη λήθη της ιστορίας. Δακρύζω για ό,τι χάθηκε πριν καν δηλώσει την ύπαρξή του. Συχνά ανεμίζω λέξεις μισοσπασμένες και ακόμα συχνότερα ενταφιάζω επιθυμίες. Όσο για τα γράμματα της αλφαβήτου. Από τα πλέον αγαπημένα, μου είναι αυτά που λιγότερο χρησιμοποιούν οι άνθρωποι. Από την πτήση μου, κράτησα μόνο εκείνα τα γράμματα που θα μου χρησιμεύσουν στην πτώση μου...


Από το «ΛΟΓΟΣ και αιτία για μια θύμηση»


Πια, τα δάχτυλα, χορταίνουν με πλαστικό, χαϊδεύουν το ανοξείδωτο, αγγίζουν το «μάουζ» και ταξιδεύουν στο χώρο με την ταχύτητα του φωτός και της απόγνωσης...
Στα δάχτυλά μου αναζητώ τους σπασμούς σου.
Λέω, μ’ αυτά τα δάχτυλα ν’ αναζητήσω και το κόκκινο στους κυματισμούς των μαλλιών σου, να ειρωνευτώ το θάνατο παίζοντας με τις ρώγες σου, να ξορκίσω την παγωνιά ταξιδεύοντας στην ήβη σου.
Να σε τυλίξω σ’ ένα μύθο, να μείνεις μακριά απ’ ό,τι είσαι, απ’ ό,τι ξέρουν οι άλλοι, απ’ ό,τι θέλουν οι άλλοι.
Να σε τυλίξω σ’ ένα μύθο και πια μόνο ως υπόθεση ονείρου να προχωράς στις απόλυτα δικές μου ώρες, διάφανη ως μουσική νοσταλγική, παράλογη όπως τα μεθυσμένα χρώματα...
Να σε τυλίξω σ’ ένα μύθο κι ανέγγιχτη, ως δάκρυ ανεμώνης, να ταξιδέψεις σε τρεκλίζοντες στίχους, σε κείμενα ραγισμένα.
Με το ποτήρι της παράνοιας γουλιά - γουλιά πίνω θανάσιμο έρωτα...
Η πολιτεία, άνυδρος κόσμος, αναπνέει την αλλοτρίωση, δηλώνοντας έγκοπη και στις απλούστερες ακόμα διαδικασίες της. Στις διαδικασίες θανά-του δηλώνει απούσα. Με πιστοποιητικά αναπηρίας ταξιδεύει.
Κι εγώ, ο κατά λάθος, ο παράταιρος, μ’ ένα κλωνί βασιλικού στ’ αφτί, μ’ ένα λευκό ιστίο στα μάτια, χορεύω στον πάτο της θάλασσας, δηλώνοντας παρών στ’ απονενοημένα διαβήματα του έρωτα. Στο αιέν μιας λατρείας αντιπροσφέρεις την απόγνωση του εμπαιγμού.
Πολλά να περιμένω, ακόμα, δεν έχω, παρά μόνο την επάνοδο των τελευταίων λειψάνων της θύμησης, για όσα - τροπαιοφόρα - συνόδευαν τους θριάμβους σου. Πολλά να περιμένω δεν έχω, παρά μόνο τη μακρινή ηχώ του τελευταίου αποχαιρετισμού, μ’ εσένα σ’ ένα μπαλκόνι ακίνητη κι εμένα οπισθοχωρούντα στη νύχτα....
Η νύχτα, τοπίο γνώριμο, παιδιόθεν...
ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA