Η Άννα Γρίβα γράφει στο fractal για τον "Άνθρωπο τανκ" (Θράκα, 2017) του Γιώργου Λίλλη

Ένα ανέκδοτο διήγημα του Κωνσταντίνου Γαλάνη

Απόσπασμα από το υπό έκδοση πεζογράφημα του Πέτρου Μπιρμπίλη, από τις εκδόσεις Θράκα (Κυκλοφορεί στις 16 του Οκτώβρη)

Ένα ανέκδοτο ποίημα της Μαρίας Θ. Αρχιμανδρίτη

Ο Κώστας Κουτρουμπάκης γράφει για τον "Κούκο" (Θράκα, 2016) της Πελαγίας Φυτοπούλου

Το πρώτο και το δεύτερο τεύχος του περιοδικού μας που μόλις κυκλοφόρησε , καθώς και τα βιβλία των εκδόσεων μας μπορείτε να τα βρείτε στα βιβλιοπωλεία Prosperus Λάρισα, ΠΑΙΔΕΙΑ στην Λάρισα- Θεσσαλία και στο βιβλιοπωλείο Φαρφουλάς (ΜΑΥΡΟΜΙΧΆΛΗ 18, ΕΞΑΡΧΕΙΑ ) Αθήνα . Σύντομα και αλλού .

Υγ. Μέσα στην βδομάδα θα ταχυδρομηθεί το δεύτερο τεύχος στους συνδρομητές του περιοδικού μας 


ΚΟΙΝΗ ΔΙΑΘΗΚΗ

Μια ποιήτρια, ξέρω,
στο αίμα της που βράζει
ρίχνει τα χρόνια της,
ανακατεύει
και περιμένοντας
από το χείλος της κατσαρόλας
ψαρεύει στιγμές

 Ανάβει τα φώτα στο σαλόνι,
 βγάζει τα ρούχα της,
γυμνή χιμάει στους δρόμους
και πετάει επί της γης
τον άρτον ημών τον επιούσιον
τραγουδώντας στα σκυλιά
"Λάβετε, φάγετε,
τούτο μου εστί το Σώμα"

Νηστεύσαντες και διαιτώμενοι
νίπτουν τας χείρας τους
και τ’ ανομήματά τους,
μακάριοι σκώληκες
της αβύσσου
πεινώντες, διψώντες μα καθαροί.


Το άλλο πρωί
αφήνει ένα τάπερ από τη σούπα της
στο κατώφλι
και πριν προλάβουν οι γάτες
τρέχουνε οι νηστικοί
σαν μουρμουρίζει
"Πίετε εξ αυτού πάντες,
τούτο εστί το Αίμα μου"

Χορτασμένοι πια
ξεχορταριάζουνε κήπους
της πρώτης μας  άνοιξης
περίλυποι έως θανάτου
τη μυροφόρα καρτερώντας
να φανεί στο κατώφλι της πάλι
νωρίς το ξένο πρωί.


Κάπως έτσι γράφεται
η κοινή μας διαθήκη.


Κάιρο 15/3/2014


Federico Castellon "The Dark Figure", 1938


«Δεν φοβάμαι, δεν φοβάμαι, σκυλί Αγαρηνό είμαι...»
Ο άγνωστος ανεβάζει τα παντελόνια του, της ρίχνει μια τελευταία ματιά κι απομακρύνεται.
«Δεν φοβάμαι...» ξαναλέει, σηκώνεται απ’ το έδαφος, τινάζεται, προσπαθεί να συμμαζέψει τα ρούχα της, τα μυαλά της. Κάθεται για λίγο σ’ ένα παγκάκι. Το κεφάλι σκυφτό να καταλάβει τι έπαθε. Να ξαναγίνει άνθρωπος. Πονάει παντού. Δεν έπρεπε ν’ αντισταθεί, ίσως αν του μιλούσε να μην της έκανε τόσο κακό.
Παίρνει ένα ταξί, ο οδηγός τη ρωτάει πώς έγινε, κατάλαβε, θέλει να την πάει στην αστυνομία, αρνείται κατηγορηματικά, προς τι ο εξευτελισμός, ό,τι έγινε, έγινε.
Μπαίνει στο σπίτι της. Δεν ανάβει φως, μη δει το πρόσωπό της στον καθρέφτη. Κάνει μπάνιο στα σκοτεινά, τρίβεται μέχρι να γδαρθεί. Καταπίνει υπνωτικά.
Ξυπνάει με γεύση σπέρματος. Αργότερα συνειδητοποιεί ότι από παντού τρέχει σπέρμα. Αηδία. Ό,τι κι αν κάνει, και την παραμικρή κίνηση, βγαίνει σπέρμα.
Προσπαθεί να το βγάλει από μέσα της. Πίνει πολλά νερά, δοκιμάζει έως και καθαρτικό, δεν τρώει, μέχρι να φύγει από μέσα της το σπέρμα. Δεν γίνεται τίποτα.
«Είμαι μόνο σπέρμα. Πρέπει να το αποβάλω».
Δεν τολμάει να συναντήσει κανέναν, φοβάται μήπως μυρίζει σπέρμα, ότι θα την κοιτάζουν με σιχαμάρα. Κόβει τη σχολή της, λέει στους γονείς της ότι πάει εκδρομή. Οι φίλοι τηλεφωνούν, τους απαντάει ο αυτόματος τηλεφωνητής. Το αγόρι της χτυπάει το κουδούνι της, ακούει τη φωνή του απέξω, την ρωτάει γιατί έχει βάλει το κλειδί πλάγια, παραπονιέται, τι της έκανε και του φέρεται έτσι. Έρχεται και ξανάρχεται μήπως και του ανοίξει, αποκλείεται να το κάνει, αποκλείεται να τη δει, ειδικά αυτός, σ’ αυτή την κατάσταση.
Ξανά καθαρτικό, νηστεία, μπάνια κάθε πέντε λεπτά. Κι ο ιδρώτας της, σπέρμα βγάζει.
Με τον καιρό, τα τηλεφωνήματα αραιώνουν. Το αγόρι της είναι ο μόνος που επιμένει. Κάποτε κουράζεται κι αυτός. Το κουδούνι της παύει, κανείς δεν προσπαθεί να παραβιάσει την κλειδαριά. Το σώμα της απόλυτα παραβιασμένο. Το μυαλό της τελεσίδικα άναυδο.
Κλείνεται και κλείνεται στο σπίτι. Περιορίζεται στο κρεβάτι της. Δεν σηκώνεται σχεδόν καθόλου. Έξάλλου έχει αδυνατίσει τόσο πολύ που δεν μπορεί να περπατήσει. Το σπίτι ρημάζει, γεμίζει σκόνη, στις γωνίες εμφανίζονται αράχνες. Δεν έχει το κουράγιο να κάνει τίποτα. Βυθίζεται στο γεγονός, το ζει σε συνεχείς, πολλαπλές επαναλήψεις, με αμέτρητες εκδοχές, με πιθανότητες που δεν της δόθηκαν. Κοιμάται μόνο με χάπια. Ξυπνάει με φριχτούς πόνους.
Ένα βράδυ δεν παίρνει υπνωτικά. Ισορροπώντας με κόπο, βήμα το βήμα, κρατώντας τοίχους, πόρτες, έπιπλα μην πέσει, φτάνει μέχρι την κουζίνα, παραμιλάει.
«Κάτι σάπιο μυρίζει εδώ μέσα».
Παίρνει το χασαπομάχαιρο. Πάει στον καθρέφτη του χολ. Γυμνή. Είναι πάντα γυμνή γιατί κάνει συνέχεια μπάνιο. Πριν προλάβει να στεγνώσει, ξαναπλένεται.
Χτυπάει το τηλέφωνο. Ακούει τη φωνή της να ανακοινώνει ότι λείπει ταξίδι, ότι δεν μπορούν να αφήσουν μήνυμα.
Κοιτιέται στον καθρέφτη. Βλέπει μια άγνωστη.
Χώνει το μαχαίρι στην κοιλιά της. Ξεπηδάει σπέρμα. Χύνεται στα πόδια της. Πατάει σε μια λίμνη σπέρματος. Μπόχα πολυκαιρισμένου σπέρματος. Στρίβει το μαχαίρι ξανά και ξανά, να αδειάσει από μέσα της το σπέρμα. Παρατηρεί τον καθρέφτη. Ταξίδι. Εγχείρηση. Σπέρμα. Ξανά και ξανά.
«Δεν φοβάμαι, δεν φοβάμαι, σκυλί Αγαρηνό είμαι...» λέει γαληνεμένη στην άγνωστη νεκρή απέναντί της.




Το πορτραίτο της Άννας

Η Άννα κατάκοιτη
πάνω σε μια νύχτα που απλωνόταν σαν τις φλοκάτες στη
                                                                          βροχή.
Το σπίτι μικρό, τόσο μικρό, που ούτε η σιωπή
έβρισκε μέρος να σταθεί.
Για κουρτίνες είχε το νυφικό της φόρεμα
και στα πολύφωτα κούρνιαζε σκόνη μαύρη σαν ρόγχος
ή σαν θηλιά δεμένη πρόχειρα.

Κάποτε είχε φυτρώσει ένα χταπόδι-δέντρο στο σαλόνι
και οι γείτονες μαζεύτηκαν με τα κουζινομάχαιρα να το
                                                               πελεκήσουν
κι ύστερα κάθησαν και τους κέρασε γλυκό.

Η Άννα κατάκοιτη
έριχνε στο ποτάμι των μαλλιών της ενθύμια και βρισιές,
για έναν άντρα που αγάπησε τετρακόσια χρόνια
−όσα τα χρόνια που έζησε με την αρρώστια−
με τα βλέφαρά της στο κομοδίνο
σ’ ένα ποτήρι δάκρυα.

Τη μέρα που τη θάψαμε, ο ήλιος είχε πρόσωπο συγκεκριμένο.
Ένας ήλιος γκρινιάρης, σακάτης και μοχθηρός,
ανεβοκατέβαινε από τον κόσμο των τυφλών
στον κόσμο των βαριεστημένων.


Τάνγκο Αντίντας

Αυτό το ποίημα είναι η μπάλα που απόκτησα μικρός
και στο πρώτο σουτ τρύπησε.
Έκτοτε μπήκε σε μια χρονοκάψουλα και ταξιδεύει ανά τους αιώνες.
Όμως ποιο ταξίδι, ποιους αιώνες;
Χρόνια έχει να βγει από το σπίτι του.
Κάποιες συμπτώσεις το έφεραν στις σελίδες μου, τις έσκισα
κι από τότε με αποκήρυξε.
(Να σου θυμίσω, στα πεζοδρόμια δώσαμε τα πιο μεγάλα ματς,
εκεί αγκαλιαστήκαμε.)
Μετά έπιασα δουλειά, ελαιοχρωματιστής, εισπράκτορας στα ΚΤΕΛ,
προπονητής τερματοφυλάκων.

Μα στο τηλέφωνο θα βρίσκεται πάντοτε η Μαρία.*

Αυτό το ποίημα λέει τα δικά του.
Ποτέ δεν θα πει τι θέλω εγώ.





                                                  * Από στίχο του Βασίλη Στεριάδη.
Κεντρικός συνοικισμός

Αν δεν δίναμε σημασία στα λόγια των ειδημόνων, καθότι
  καμία λέξη δεν μπορεί να εξηγηθεί,
κι αν στο επόμενο φανάρι ανοίγαμε τις πόρτες και βγαίναμε
  σε διαφορετική ζωή, η φύση θα έβρισκε πάλι τρόπο
να μας γεννήσει.

Μεγαλώνοντας ανατρέπεις πολλά δεδομένα, αυτό είναι γνωστό,
  και ξαφνικά τα μάτια δακρύζουν.
Μην αναρωτιέσαι λοιπόν γιατί τα σπίτια τρίβονται,
γιατί το χορτάρι φυτρώνει στις ταράτσες και γιατί
όσα ονειρεύτηκες δεν θα εκπληρωθούν.

Εδώ τελούνται μυστήρια. Ζωή γεμάτη πολυφαινόλες
  και άγρια δέντρα.

Είναι μαγεία να ανακαλύπτεις κατσαρόλες στα ερείπια.



Γενεαλογία, Μέρος Δεύτερο

Ο Μαξίμ Γκόρκι
                   γέρνει στον ώμο μου

−είναι η ώρα που τα καραβάνια αφήνουν
                                  την πόλη−

ο Γκόρκι
κλαίει σαν το παιδί για την αδικία
η μέρα είναι το τσακισμένο κοτσάνι ενός οπωροπώλη
ύστερα γίνεται λουκούμι τριαντάφυλλο
σβησμένη οθόνη

                             −θα συναντηθούμε άλλωστε
                             στη σιωπηλή πλευρά του δρόμου,
                             ήσυχοι και υποψιασμένοι−

ο Γκόρκι κλαίει
το παιδί κλαίει


η νύχτα πιο πίσω καθαρίζει το μήλο της.


Το κυπριακό περιοδικό για τις τέχνες, Straw Dogs magazine, ανεβαίνει στην Ελλάδα για παρουσιάσεις και σε τέσσερις πόλεις.

Ξεκίνημα την Δευτέρα 31 Μαρτίου και ώρα 21:00, όπου ανεβαίνουμε στις Σέρρες και στο Café Μπρίκι (Πεζόδρομος Κουντουριώτη). Οι δύο εκδότες, Γιώτα Παναγιώτου (μεταφράστρια) και Γιάννης Ζελιαναίος (ποιητής) θα μιλήσουν για το περιοδικό και τα 4 τεύχη που έχουν ήδη κυκλοφορήσει. Την παρουσίαση θα προλογίσει ο ζωγράφος Βασίλης Βαφειάδης

Τετάρτη 2 Απριλίου κατεβαίνουμε στο κέντρο της Θεσσαλονίκης και στο Café Γαζία (Καρόλου Ντηλ 22) όπου και πάλι οι δύο εκδότες του, Γιώτα Παναγιώτου (μεταφράστρια) και Γιάννης Ζελιαναίος (ποιητής) θα μιλήσουν για το περιοδικό. Η παρουσίαση θα ξεκινήσει στις 20:30.

Συνέχεια και μουσικό διάλλειμα την Δευτέρα 7 Απριλίου όπου ο Γιάννης Ζελιαναίος φιλοξενείται στο στούντιο του indieground radio και την εκπομπή «Η Προβοκατορία των Αισθήσεων» των Μάνο Μπούρα και Μιχάλη Λοράνδου. Διαλέγουμε μουσικές κι ανακρινόμαστε από τις 20:00 έως τις 22:00.
Συντονιστείτε διαδικτυακά στο http://www.indiegroundradio.com/



Την ακριβώς επόμενη μέρα Τρίτη 8 Απριλίου και ώρα 20:30 το περιοδικό ταξιδεύει στο Ναύπλιο και στον πολυχώρο circulo cooperativa. (Β. Κωνσταντίνου 6 & Κοκκίνου 17, Παλαιό Ναύπλιο). Εκεί θα μιλήσουν για το περιοδικό ο Θάνος Ανεστόπουλος (Διάφανα Κρίνα), ο ποιητής Αντρέας Τσιάκος κι ο εκδότης του Γιάννης Ζελιαναίος. Ο Θάνος Ανεστόπουλος θα απαγγείλει ποιήματα μέσα από τα 4 τεύχη που ήδη έχει κυκλοφορήσει το Straw Dogs magazine.

Τετάρτη 9 Απριλίου πάμε Πάτρα και στο μικροβιβλιοπωλείο Χαραμάδα (Τσαμαδού 39 / 1ος όροφος). Για το περιοδικό θα μιλήσουν ο εκδότης του Γιάννης Ζελιαναίος και ο ιδιοκτήτης - εκδότης της Χαραμάδας, Νεκτάριος Λαμπρόπουλος. Η παρουσίαση θα ξεκινήσει στις 18:30.

Πέμπτη 10 Απριλίου και στις 20:00 το περιοδικό παρουσιάζεται στα Εξάρχεια και στο βιβλιοπωλείο «Ο Φαρφουλάς», (Μαυρομιχάλη 18). Εκεί θα μιλήσουν ο μεταφραστής και ποιητής Νίκος Βουτυρόπουλος, ο εκδότης και ποιητής Γιάννης Ζελιαναίος, ενώ θα διαβαστεί κείμενο του ποιητή Κώστα Ρεούση για το Straw Dogs magazine.

Οι παρουσιάσεις θα κλείσουν μ’ ένα πάρτι την Παρασκευή 11 Απριλίου στο bar Ρινόκερως (Ασκληπιού 22). Το πάρτι οργανώνει το Βιβλιοπωλείο μετά μουσικής «Φοίβη» (Σόλωνος 99 / 5ος όροφος). Στα decks του Ρινόκερου και μετά τις 21:00 θα ανεβεί το Straw Dogs μαζί με τον μπασίστα των Penny Dreadful, Pano Bobola για ένα «δεν ξέρουμε που θα μας βγάλει» dj set!

Για περισσότερες λεπτομέρειες στο ιστολόγιο του περιοδικού όπου στην δεξιά πλευρά του μπορείτε να διαβάσετε τα περιεχόμενα και των τεσσάρων τευχών του.

Η σελίδα μας στο facebook είναι

Επικοινωνία: strawdogsmagazine@yahoo.com
  

  




Το Σύμπαν δεν είναι δική Μου Ιδέα

Το σύμπαν δεν είναι δική μου ιδέα

Η δική μου ιδέα για το Σύμπαν είναι ότι είναι δική μου ιδέα.
Η νύχτα δεν έρχεται από τα μάτια μου,
Η δική μου ιδέα για τη νύχτα είναι ότι έρχεται απ’ τα μάτια μου.

Ανεξάρτητα απ’ ό,τι πιστεύω και τις σκέψεις που κάνω
Η νύχτα έρχεται αμείλικτα

Και η λάμψη των άστρων υπάρχει σαν να ‘χε υπόσταση.

***

O Universo não é uma Idéia Minha

O universo não é uma idéia minha.
A minha idéia do Universo é que é uma idéia minha.
A noite não anoitece pelos meus olhos,
A minha idéia da noite é que anoitece por meus olhos.
Fora de eu pensar e de haver quaisquer pensamentos
A noite anoitece concretamente
E o fulgor das estrelas existe como se tivesse peso.





Η φιλία μου με τον συνάδελφο έμοιαζε ακλόνητη. Ως και την περιουσία του ήθελε να μου χαρίσει. Τι βόλτες στο γειτονικό βουνό Γκεντίκι, τι τραπεζώματα στα σπίτια του σε διάφορες πόλεις. Πάνω στον ενθουσιασμό μου λοιπόν, για το μεγαλύτερο φίλο μου, έγραψα ένα μικρό κριτικό σημείωμα για κάποιο αθηναϊκό λογοτεχνικό περιοδικό με το οποίο συνεργαζόμουν εκείνο τον καιρό, να υμνήσω την τελευταία του νουβέλα. Τι τόθελα; Μόλις δημοσιεύθηκε η κριτική, ο μεγάλος φίλος μού έκοψε και την καλημέρα, γιατί λέει έκανα το ατόπημα να αναφέρω την ηλικία του. Το θεώρησε απαράδεκτο, και μου ξαναμίλησε μόνο όταν ήταν ετοιμοθάνατος, σαν άφεση πριν τον τελευταίο ασπασμό.

Φίλος περιοδικάριος μου έλεγε στα νιάτα μου πως ο πιο εύκολος τρόπος να αποκτήσει κάποιος εχθρούς, είναι να ασχοληθεί με την κριτική. Τότε δεν τον πίστευα, αλλά με τα χρόνια αποδείχθηκε πως είχε απόλυτο δίκαιο: όταν γράφεις για τον άλλον ακόμη και θετικά να γράφεις, παραμονεύει πάντα το ενδεχόμενο της παρεξήγησης των λόγων σου και των προθέσεών σου. Αν θέλεις λοιπόν να αποκτήσεις εχθρούς νεαρέ μου λογοτέχνη ασχολήσου με την κριτική.

Ή μάλλον, σκέψου γιατί είναι αδύνατον να ασχοληθεί κανείς με την κριτική στην Ελλάδα: άντε κι έγραψες εναντίον κάποιου, όταν τον συναντήσεις μια και δυό φορές μετά στα συνήθη λογοτεχνικά στέκια την Τρίτη φορά θα ξαναγίνετε φίλοι, και θα γράψεις πάλι θετικά. Αυτή είναι η λογοτεχνική κριτική στην Ελλάδα: κολακείες και σκιαμαχίες.


Η Υπόσχεση 

Αυτό που με τραβάει
στον έρωτα και στο θάνατο
είναι αυτό που σε κάνει
να μελετάς το τραύμα
Το αγριεμένο πλήθος
σε μια στιγμή ησυχίας
κοιτά τα κουφάρια σφαγμένων
από σφαγή τιμωρίας
Η κυρία θεολογία θέλει
να γράψεις χίλιες φορές
'Κύριε ελέησον με'
Η κυρία ζωολογία θέλει
να κρεμαστείς σα σε σφαγείο
στη βιτρίνα ενός χασάπικου
και η μύγα να ρουφάει το αίμα
Κυρίες καλές
αιμοδιψείς και αιμοσταγείς
σαν άνθρωποι
Αυτό που με τραβάει
στον έρωτα και στο θάνατο
είναι η ελπίδα η δικιά σου
που την κρατώ στα χέρια
και την πνίγω


ΕΠΙΣΤΡΟΦΉ


Δεν κουράστηκες να με περιμένεις;
Εμένα, την αλήτισσα…
Σ’ όλους τους δρόμους
εσένα έψαχνα.
Στον ύπνο μου μ‘ εσένα μιλούσα…
ακούγοντας της ελιάς το ψιθύρισμα
και το τραγούδι
                   της θάλασσας…
Ελλάδα,
στο δικό σου μπουζούκι
την καρδιά μου ξέχασα,
                                    γι’ αυτό και γύρισα.



                                                     Καλοκαίρι, 2007 – Εσπάνια

                                                 ( Στο αεροπλάνο Μαδρίδ – Σόφια )




 Σ Τ Η   Θ Ε Σ Σ Α Λ Ο Ν Ι Κ Η  


Περνάω Εγνατία,
θα στρίψω – Βενιζέλου,
θα φτάσω – παραλία…
Και σκέψη κουβαλάω
βαριά και δυνατή:
Γιατί; Γιατί δεν πρόλαβα
στην καημένη μου ζωή
να μάθω και να είμαι,
να ζήσω ήσυχη;
Γιατί, γιατί, γιατί…
Ρωτώ και περπατώ
μια ολόκληρη ζωή…
Νομίζω ο Σωκράτης,
συνέχεια και πάντα,
με παρακολουθεί.

                                                

    Δεκ. 2007



        ΣΩΚΡΆΤΗΣ


Άσε με ήσυχη  Σωκράτη!
                                               Γι’ απάντηση δεν είμαι έτοιμη.
Το ξέρω πως το δηλητήριο
 ήτανε για τον άλλον.
 Άσε τον να ζήσει,
 να υποφέρει, όπως κι εγώ.
 Τα ερωτήματα με τρώνε.
 Αλλ’, όταν οι απαντήσεις λείπουν,
 γίνομαι ευτυχισμένη.
 Γιατί; Γιατί φοβάμαι
 να δώσω απαντήσεις;
 Ξημερώνει…και περιμένω
 το τραγούδι του κόκορα…
 Όταν θα είμαι έτοιμη,
 Σωκράτη θα σε φωνάξω!
 Γιατί χωρίς εσένα
 δεν θα τα καταφέρω.



   Χ   Χ   Χ


Θα χορεύω χασάπικο
                    ήρεμα,
για να μην διαταράσσω
                    τη μουσική σου,
η όποια αγγίζει
                  τη ψυχή μου.
Θα χορεύω σιγά,
                 για να ακούω
           την αναπνοή σου –
που με λιώνει
και γίνομαι σταγόνα.
Μήπως διψάς;
        Πάρε με!



          Γ Ι Α   ‘Σ Ε Ν Α

Θα φύγω κάποια μέρα
και μερικά πράγματα
           από ‘σένα θα πάρω:
ένα δάκρυ απ’τη δική σου θάλασσα
για να καθρεφτίζω
              της σκέψεις μου,
το ψιθύρισμα των φύλλων της ελιάς
να με αγκαλιάζει
             στις ήσυχες νύχτες,
τον ήχο του μπουζουκιού θα κλέψω
    για να σιγοτραγουδάω
               στις μελαγχολικές μέρες.
…Αλλά δεν ξέρω πώς να μεταφέρω
την απέραντη αγάπη του κόσμου;
Αυτή η πόλη είναι
              η σπίθα του Προμηθέα.
Αυτή η πόλη είναι
              η μαγεία των Θεών.
Για ‘σένα, Ελλάδα
              τραγούδι θα γράψω
και ξανά μια μέρα
              κοντά σου θα ‘ρθω!


                                                                                                      Οκτ.2001
                                                                                                    Αιγιο,  Πελοπόννησος 




   "ΚΆΛΕΣΜΑ"           

Και τ’ όνομά σου
είναι μαγικό!
Όταν σε φώναξα:
«Ελλάδο, Ελλάδο…»
σαν να μ’ απάντησες:
«Έλα ‘δω…έλα ‘δω…»
           …και ήρθα!







ΜΑΡΙΑ  ΦΙΛΙΠΠΟΒΑ – ΧΑΝΤΖΗ

  Γεννήθηκε  31  του  Μάη  το  1954  στη  Βουλγαρία .
Έχει  σπουδάσει  ρωσική  φιλολογία  στο  Ουζμπεκιστάν  και  δημοσιογραφία  στη  Βουλγαρία . Δούλεψε  σαν  καθηγήτρια , δημοσιογράφος , παιδαγωγός  στην  αστυνομία  με  προβληματικά  παιδιά κ.α.

Η  τελευταία  δουλειά  της  ήταν  στην  Κύπρο  σαν  συντάκτης  της  βουλγαρικής  εφημερίδας  "Μπούλγαρσκη  βέστνικ" .
   Έχει  εκδόσει  τέσσερα(4)  βιβλία  με  ποιήματα  στα  βουλγαρικά  και  έχει  εκδόσει  ένα(1)  βιβλίο  στα  ελληνικά  με  τίτλο  "Και  δεν  μ'  αφήνει  ο  Θεός" , που  εκδόθηκε  στην  Κύπρο  το  2009 . (έχει 25 στίχος αφιερωμένα για την Ελλάδα που δεν εκδόθηκαν ακόμα)

Έχει  μεταφρασμένα  ποιήματα  στα  ρωσικά , ουζμπέκικα , ισπανικά  και  γερμανικά . Επίσης  έχει  μεταφράσει  ρωσικά  και  ελληνικά  ποιήματα , παραμύθια  και  διηγήματα  στα  βουλγαρικά .
Συμμετείχε  σε  δύο(2)  παγκόσμια  ποιητικά  βιβλία(με  ποιητές  απ'  όλον  τον  κόσμο) , που  εκδόθηκαν  από  το  Αμερικανικό  Κέντρο  Πολιτισμού  στο  Ουζμπεκιστάν  με  τίτλους " FISH  and  SNAKE"-2009  και  " THE  LANGUAGE  OF  THE  BIRDS"(international  poetry  anthology)-2011 .

  Είναι  μέλος :
α)του  Συλλόγου  των  Συγγραφέων  στη  Φιλιππούπολη

β)της  Ε.Λ.Β.Ε.(Ένωσης  Λογοτεχνών  Βορείου  Ελλάδος)  στη  Θεσσαλονίκη .

  Τα  τελευταία  χρόνια  ταξίδευε  στην  Ευρώπη  και Αμερική για  να  κάνει  τη  συγγραφική  της  δουλειά .



Πατ Πάρκερ

ΓΕΝΝΗΜΑ ΔΙΚΟ ΜΟΥ

τοῦτο νῦν ὀστοῦν ἐκ τῶν ὀστέων μου καὶ σὰρξ ἐκ τῆς σαρκός μου̇  αὕτη κληθήσεται γυνή, ὅτι ἐκ τοῦ ἀνδρὸς αὐτῆς ἐλήφθη αὕτη·
Γένεση 2, 23

από κοιλότητες οστών
    στροβιλίστηκα
        από οπές αέρα
εγώ, η γυναίκα
    κομμάτι του άνδρα
        βγαλμένη από τη μήτρα του ύπνου
εγώ, η γυναίκα που έρχεται
πριν από το προπατορικό.

να σκέφτεσαι μετά
να πιστεύεις πρώτα
    ένα λάθος
        σβησμένο από το πέρασμα των χρόνων.
εγώ, η γυναίκα, εγώ
δεν μπορώ πια να διεκδικώ
    μια μητέρα από σάρκα
    έναν πατέρα από μεδούλι
εγώ, η γυναίκα, οφείλω να είμαι
δικό μου γέννημα.

--------------------------------------------


Κνόφο

ΜΙΚΡΗ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ

όποιος πάνω του τα κάνει
την κάνει

όποιος φοβάται
αμύνεται

όποιος οργίζεται
μάχεται


ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΕΙΝΑΙ ΚΙ ΑΥΤΟ, ΑΝ ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΕΙΣ ΤΙ ΕΝΝΟΩ

χωρίς επαναστατική θεωρία
δεν υπάρχει επαναστατική πρακτική

χωρίς επαναστατική πρακτική
δεν υπάρχει επαναστατική θεωρία

ο καρλ μ. δεν το τήρησε
κι έβγαλε ρόζους στον κώλο

ο κνόφο κ. το τήρησε
και μπήκε στη στενή



ΘΑΡΘΕΙ ΚΑΙΡΟΣ

επειδή οι εξουσιαστές
έχουν ακόμα το πάνω χέρι

επειδή ο λαός
είναι ακόμα πλειοψηφία

θα ’ρθει καιρός

που η υποκουλτούρα
θ’ ασχοληθεί με την υπερδομή



------



ΤΕΦΛόΝ
Ποιητικό σκεύος και όχι μόνο 

Τεύχος 10
Χειμώνας-Άνοιξη 2014
                                      
                      
                      
Το δέκατο τεύχος-σκεύος κυκλοφορεί!

ΘέΜΑΤΑ

Pat Parker: Νταλίκα, ανώμαλη, περίεργη 
Με λόγο θαρραλέο, άμεσο, αφοπλιστικό, άλλοτε παιγνιώδη και άλλοτε καυστικό, η Πατ Πάρκερ αποτυπώνει στα ποιήματά της την εμπειρία του να είσαι αγωνιζόμενη μαύρη, εργάτρια, λεσβία, φεμινίστρια στην Αμερική του ’70-’80. Αποφεύγοντας να ιεραρχήσει τις διαφορετικές μορφές καταπίεσης που υφίσταται, αναδεικνύει την ταυτόχρονη άσκηση και την κοινή τους ρίζα, η οποία οφείλει να τρανταχτεί συθέμελα. Κείμενο: Kyoko Kishida, Μετάφραση: Kyoko Kishida, Mmaleficia

Knofo: Ποιήματα από την μπουζού
Ο Κνόφο άρχισε να γράφει το 1977, όταν φυλακίστηκε από το γερμανικό κράτος εξαιτίας της πολιτικής του δράσης. Τα μικρά, σαρκαστικά ποιήματά του αποτελούν συγκεκριμένη πολιτική μαρτυρία, οι αντιεξουσιαστικές σκέψεις του διαπερνούν τους τοίχους της φυλακής μεταφέροντας μηνύματα από τους φυλακισμένους για τους φυλακισμένους. Επιμέλεια-Μετάφραση: Jazra Khaleed, Κείμενο: Bert Papenfuß

Vicente Escolar Bautista: Ένας αστικός στοχασμός
Ο Καταλανός ποιητής στοχάζεται πάνω στη συστημική μηχανή που απομυζά και συνθλίβει τον σύγχρονο άνθρωπο και προβληματίζεται για τη ζωή στις μεγαλουπόλεις. Μέσω της γραφής του εκφράζει την ανάγκη για μια νέα μορφή κατοικίας και για νέες σχέσεις εργασίας ενάντια στη μοναξιά και την αποξένωση. Κείμενο-Μετάφραση: Κυριακή Χριστοφορίδη

Frank Lanzendörfer: Κυνηγημένο (ζώο)
Στο πλαίσιο της έρευνάς μας πάνω στην ανατολικογερμανική αντικουλτούρα, ακολουθούμε τον Φρανκ Λαντσεντέρφερ στην ανταρσία του ενάντια στον λόγο της εξουσίας και την κρατική μηχανή καταπίεσης. Τα κείμενά του έχουν να κάνουν με το αυθεντικό, το στιγμιαίο, συχνά ακόμα και με το αποσπασματικό, ο τρόπος γραφής του περικλείει το πείραμα, ακόμα και με το ίδιο το σώμα. Επιμέλεια-Μετάφραση: Jazra Khaleed, Κείμενο: Peter Böthig 

Lisa Suhair Majaj: Γεωγραφίες φωτός
Συνεχίζοντας την περιπλάνηση στη σύγχρονη αραβο-αμερικανική λογοτεχνία, μεταφερόμαστε στον ποιητικό τόπο της Λίζας Σουχάιρ Μαζάζ. Η ποιήτρια, μέσα από την αφηγηματική εξομολόγηση, το πάντρεμα ετερόκλητων στοιχείων και την ακτιβιστική θέαση της γραφής, συνθέτει μια προσωπική ανθρωπογεωγραφία όπου κυριαρχεί το φως. Κείμενο-Μετάφραση: Ράνια Καραχάλιου

Χωρίς διαβατήριο: Ολλανδόφωνη ιρακινή ποίηση
Μέσα από την ανθολόγηση ολλανδόφωνων ποιημάτων εννέα Ιρακινών ποιητών και ποιητριών, οι οποίοι κατέφυγαν στην Ολλανδία ως πρόσφυγες κατά τη δεκαετία του ’90, εξερευνούμε τους έμμετρους τρόπους επικοινωνίας των φυγάδων στη νέα τους γλώσσα και ερχόμαστε σε επαφή με μερικές δυνατές ποιητικές φωνές. Κείμενο-Μετάφραση: Νάντια Πούλου-Μπλέκερ

Ποιήματα & διηγήματα: Κωνσταντίνα Γεωργαντά, Νικολέττα Γιαννούτσου, Π.Ε. Δημητριάδης, γιώργος δομιανός, Κορίτσι Οξύ, Λεύκιος, Ρένος Μάρτης, Ou ming, Qooonn, Τάσος Σταυρουλάκης, Γιώργος Τσιόγγας, Στράτος Φυντανίδης.

Εξώφυλλο & εικονογραφήσεις: Νεκτάριος Παππάς

Κοπιάστε στα:
Βιβλοπωλείο Ναυτίλος, Χαριλάου Τρικούπη 28
Εναλλακτικό Βιβλιοπωλείο, 
Θεμιστοκλέους 37
Vinyl Microstore, Διδότου 34
Φαρφουλάς, 
Μαυρομιχάλη 18
Βιβλιοπωλείο Λεμόνι, Ηρακλειδών 22
Βιβλιοπωλείο Πλειάδες, 
Σπύρου Μερκούρη 62
Αρχείο 71, 
Καλλιδρομίου & Ζωσιμάδων
Αυτόνομο Στέκι, 
Ζωοδόχου Πηγής 95-97
Ελευθεριακή Κουλτούρα, 
Ερεσσού 52
Οι Εκδόσεις των Συναδέλφων, 
Ερεσσού 35
Μπερντές, Aράδου 55


Διανέμεται δωρεάν
Τα σημεία διανομής εκτός Αθηνών στο http://teflon.wordpress.com




Τον πρωτοείδα αρχές του ’80 σε μια ταινία όπου συμμετείχε, δεν θυμάμαι τον τίτλο της, δουλειά εικοσάρηδων φίλων μου. Ο ρόλος του ήταν η πραγματικότητά του, εκεί, σ’ ένα ταβερνείο των Εξαρχείων.
Το 1993 είχα μαθήτριά μου την Έλενα Γαλανοπούλου, ανιψιά του Θανάση Καστανιώτη. Βούτηξε ένα διήγημά μου και το έδειξε στον Κωστή. Της είπε να το καταθέσω στο διαγωνισμό του περιοδικού ‘Ρεύματα’ του Ντίνου Σιώτη. Δώδεκα νέοι συγγραφείς βραβευτήκαμε και δημοσιευτήκαμε από τις εκδόσεις Καστανιώτη. (Η Τέχνη του Γράφειν). Η Έλενα με ενημέρωσε ότι θέλει να με γνωρίσει και αν έχω να του δώσω να διαβάσει κείμενά μου. Διάβασε τα διηγήματά μου σε τρεις μέρες. Μου είπε τίμια ότι τα διηγήματα δεν πουλάνε και αν έχω μυθιστόρημα να του το δώσω. Σε έναν χρόνο είχα όντως μυθιστόρημα. Το διάβασε και πάλι με αστραπιαία ταχύτητα, έκανε κάποιες διορθώσεις με τη δωρική του συμπεριφορά, το έδωσε και στον Καστανιώτη που το απέρριψε. Ο ίδιος μου πρότεινε να το πάω στο Δελφίνι όπου και εκδόθηκε τελικά.
Έκτοτε ο Κωστής ήταν φίλος μου. Συναντιόμασταν σπάνια όμως ήταν δικός μου άνθρωπος. Στο δεύτερο μυθιστόρημά μου ήταν αυτός που, σε συνδυασμό με τον Βασίλη Βασιλικό, μου υπέδειξαν ότι το Παρίσι δεν το ήξερα όσο χρειαζόταν για το βιβλίο μου – κυρίως ο Κωστής που με έπεισε με δυο κουβέντες να πάω να μείνω στη Γαλλία για να κάνω σωστές διορθώσεις.
Στο τρίτο μου βιβλίο, με κοιτούσε με εκείνο το μισογελαστό, μισοαγριεμένο ύφος του και ρώτησε: «Καλά εσύ, πού ξέρεις έτσι την ψυχολογία του άντρα; Και πώς τολμάς να γράψεις τόσο ερωτικά;»
Ήταν και στα μετέπειτα βιβλία μου ο πρώτος μου αναγνώστης, μαζί με τον Κώστα Παπαγεωργίου αν και τότε δεν γνωρίζονταν μεταξύ τους. Όταν τον άκουσα να μου διαβάζει απ’ το βιβλίο μου ‘Η καλύτερη του κόσμου’, όταν μπήκε το δικό του ηχόχρωμα στις λέξεις μου, τα σχόλιά του, και το, «μην μου ξαναδώσεις τίποτα, θα σε διαβάζω αφού τα εκδίδεις» ήξερα ότι μου επέτρεπε να γράφω. Και όταν μου είπε ότι τα δύο τελευταία μου βιβλία δεν είμαι εγώ, επιβεβαίωσα πόσο με νοιαζόταν.
Στα είκοσι χρόνια που τον γνώριζα, τον συναντούσα σπάνια, όμως ήταν πάντα δίπλα μου. Μου μιλούσε για την οικογένειά του, για τη Ράνια του, για τον Θανάση τους. Σπανίως μιλούσε για τα ‘βιβλιαράκια’ του, όπως τα έλεγε.
Ο Κωστής ήταν ο άνθρωπος που με έσπρωξε στο γράψιμο. Ήταν ο άνθρωπος που μου έλεγε πάντα ότι η ζωή έχει μεγαλύτερη αξία απ’ τις σελίδες. Μου στάθηκε όσο κανείς στη μεγαλύτερη κρίση της ζωής μου.
Τον θυμάμαι να τον μαθαίνουμε κομπιούτερ με τη Μέρση. Τον θυμάμαι να παίζει πόκα σε μια αυλή. Τον θυμάμαι να γράφει. Τον θυμάμαι να βρίζει. Να ακούει σκυλάδικα. Να περπατάει απ’ το Μουσείο στον Εθνικό Κήπο τα πρωινά. Τον θυμάμαι και σε άλλα που δεν θα πω ποτέ και πουθενά.
Τελευταία του εικόνα: Στο σπίτι του, παραμονή της γιορτής του. Του δωρίζω ένα ουίσκι σε μεταλλικό κουτί, «εις ανάμνησιν παλαιότερων εποχών». Λέει γελώντας: «Θυμάσαι ακόμα ότι μ’ αρέσουν τα κουτιά;» Κάθεται οκλαδόν πάνω σε μια κουβέρτα που του έχει στρώσει η Ράνια στο αστραφτερό σαλόνι και μου δείχνει έγγραφα από την Ελληνική Βουλή. Κάθεται σαν το παιδί. Ευτυχισμένος.
Έτσι θα τον θυμάμαι και θα χαμογελάω κι ας κλαίω τώρα. Και θα του χρωστάω πάντα. Σ’ ευχαριστώ, Κωστή
ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA