«Ποίηση στη σχάρα» του Πέτρου Γκολίτση: ο ποιητής και δοκιμιογράφος Κώστας Δεσποινιάδης

Μια κριτική προσέγγιση στο «Πέρασμα» του Κωνσταντίνου Τζαμιώτη, της Εύης Κουτρουμπάκη

«Sturm und Drang» του Γιώργου Λίλλη: Gottfried Benn, Ποιήματα

«7» του Ζαχαρία Στουφή: Καλοκαιρινός ποιητής
Ο Θάνος Γώγος γεννήθηκε στη Λάρισα το 1985.
Είναι συνεκδότης του λογοτεχνικού περιοδικού θράκα.Ποιήματα και διηγήματά του έχουν δημοσιευτεί σε λογοτεχνικά περιοδικά και στο διαδίκτυο. Το 2013 κυκλοφόρησε η πρώτη του ποιητική συλλογή "Μεταιχμιακή Χαρά" από τις εκδόσεις Φαρφουλάς. 


*

(άμετροι φίλοι )



Υπάρχουν πια
οι λίγες στιγμές
για τη τέχνη

Να πυρπολήσουμε τα κτήρια στη Σταδίου
Να διακομιστούμε ερωτευμένοι στα ψυχιατρεία
Να υποσχεθούμε πως οι άνθρωποι θα μασουλάνε υπέροχα.




*



Πως πέρασες Αύγουστε
Χειμώνα;

"Υπέροχα!
Ήταν ένας παράδεισος πουλιών 
και άλλων δίσεκτων απολαύσεων!"


                                                                    Βασιλιάς



Ο Λευκός βασιλιάς του χειμώνα
κρυστάλλινος απεβίωσε εχτές βράδυ
στους 19 βαθμούς κελσίου.

Σύσσωμες οι εποχές με τον τρίτο ήλιο
κατέφθασαν να παραλάβουν το σώμα του
για την ετήσια ανακατασκευή.

Στην θανάσιμη ακολουθία
και στα επιμέρους τμήματα
του ολονύκτιου θρήνου
απλώθηκε από τον θρόνο του
μέχρι τον δρόμο
μία θλίψη εκθαμβωτικού αυλικού μεγαλείου. 

Για άλλη μια φορά, όλες οι κυρίες
οι οποίες αποτέλεσαν την ζωή του
αρκέστηκαν στο κονιάκ στα κόκκινα χείλη
και στην εξής δήλωση:

Και η πορεία του ήταν παράθυρο.
Και το γέλιο του ήταν παράθυρο.
Και οι αγάπες του εμείς ήμασταν.



 *



Μερικές φορές συμβαίνει τα κορίτσια να χαλαρώνουν
Στις μηχανές και στις αντένες  όπου αναζητούν την ταχύτητα
Διασχίζοντας άλλα κορίτσια

                                                      κορδέλες

Σε  μυϊκή τάση των τροχοφόρων
Με έλατα μαλλιά και φούστες δίχως νόημα
Μέσα σ’ αγόρια
Μερικές φορές συμβαίνει τα κορίτσια να χαλαρώνουν.





Το τραγούδι του περιπλανώμενου Aengus

Πήγα έξω στο δάσος με τις φουντουκιές
Γιατί είχα μες στο κεφάλι μια φωτιά
Κι έκοψα και ξεφλούδισα μια φουντουκένια ράβδο
Και δόλωσα ένα μούρο στην πετονιά’
Κι όταν πετούσαν οι άσπρες νυχτοπεταλούδες,
Και τα σαν νυχτοπεταλούδες άστρα σβήναν,
Έριξα το μούρο σ’ έναν ποταμό
Κι έπιασα μια αργυρή μικρή πέστροφα.

Όταν την ξάπλωσα στο έδαφος
Πήγα να ανάψω τη φωτιά
Αλλά κάτι θρόισε στο έδαφος
Και κάποιος με κάλεσε με τ’ όνομά μου:
Είχε μεταμορφωθεί σε κορίτσι φεγγοβόλο, 
Με μήλων άνθηση στα μαλλιά,
Που με φώναξε με τ’ όνομα μου κι έφυγε
Και χάθηκε μες στον λαμπυρίζοντα αέρα.

Παρότι είμαι γέρος με περιπλανήσεις
Σε κούφιες πατρίδες και λοφώδεις πατρίδες,
Θα ανακαλύψω πού έχει πάει,
Και θα της φιλήσω τα χείλη και θα της κρατήσω τα χέρια’
Και θα περπατήσω μέσα σε ψηλό πιτσιλωτό γρασίδι,
Και θα κόψω, ώσπου να περάσουν οι καιροί,
Τα ασημένια μήλα του φεγγαριού,
Του ήλιου τα μήλα τα χρυσά.
















Ο Πέτρος Γκολίτσης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1978. Σπούδασε οικονομικά σε προπτυχιακό και μεταπτυχιακό επίπεδο στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου (Birkbeck College). Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές "Η μνήμη του χαρτιού" (εκδ. Σαιξπηρικόν, 2009) και "Το τριβείο του χρόνου" (εκδ. Μανδραγόρας, 2013). Ολοκληρώνει επίσης δύο μονογραφίες πάνω στην ποίηση, μια για τον Γιάννη Δάλλα με τίτλο "Όροι και όρια της ποιητικής του Γιάννη Δάλλα: Το αίτημα που ωρίμασε'' και μια για τον Τάσο Φάλκο. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί και εκδοθεί στα ρουμανικά, στα σερβικά και στα αγγλικά. Ποιήματα και δοκίμια του έχουν δημοσιευτεί σε έντυπα και ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά. Κατέχει, απ’ το Μάρτιο του 2013, την κύρια στήλη κριτικής ποίησης στο περιοδικό "Ένεκεν". Παράλληλα ασχολείται με τη ζωγραφική. Έχει πραγματοποιήσει δύο ατομικές εκθέσεις ζωγραφικής στη Θεσσαλονίκη και έχει συμμετάσχει σε περισσότερες από 20 ομαδικές στην Ελλάδα και στη Σερβία.




*

Βαλίτσα
περιφέρομαι
σ’ άδεια αεροδρόμια
σε μαύρες ταινίες
που τρίζουν
σκουριά.
Χορτάριασαν
τα απομεινάρια των ανθρώπων
οι ίδιοι οι άνθρωποι
χόρτα ξερά
παραμερίζονται
σφυρίζει αίμα ο αγέρας.
Ένα αεροπλάνο παράμερα
βήχει – ετοιμοθάνατο – άχυρο.


*

Πάλλεται ο ήλιος
καρδιά σε σώμα έφηβου.
Η σάρκα σαπίζει
φύλλα πεσμένα, γυρνούν στα δέντρα
σαν σκουλαρίκια διαμαντένια
κρέμονται
από τις άκρες τετράγωνων στίχων
απολιθωμένων
που δεν θα λαξευθούν ποτέ.
Χόρτα – ξερά –
ήδη φυτρώνουν στα έργα μας.

*

ΟΡΙΖΟΝΤΑΣ

Το δέρμα σου αποπνέει πια
πέρα από θάνατο
και ναφθαλίνη.
Κομμάτια ξέχωρα γκρίζα της λάσπης
όμοια ο ουρανός
με μια κίνηση ανεπαίσθητη
τα ξεκολλάς αργά
– εφόσον θέλεις.
Στο βάθος
τον ορίζοντα
σαν μια κλωστή
εύκολα τον αποξηλώνεις
τραβάς γλυκά
από τα αριστερά προς τα δεξιά
και αποκαλύπτεται
η ίδια απαράλλαχτη εικόνα.
Σαν εφιάλτης.
Βρέχει ο ουρανός λευκά σεντόνια.
Τα χέρια σου
ποδήλατα παρατημένα.


*

το μάτι κρεμάστηκε
μα δεν ανέβηκε
πάνω στο άλογο
το άλογο έφυγε
το μάτι διαλύεται
μαζί με τη σκόνη
του καλπασμού




----



Ποιήματα από το Ποιείν και το Παράθυρο 
Ο Πάκο ντε Λουθία γεννήθηκε στις 21 Δεκεμβρίου 1947 στην Ανδαλουσία
Ο ισπανός μετρ του φλαμένκο Πάκο ντε Λουθία πέθανε στο Μεξικό σε ηλικία 66 ετών, ανακοίνωσε η δημοτική αρχή της γενέτειράς του, της πόλης Αλχεθίρας στη νότια Ισπανία.

Σύμφωνα με την ανακοίνωση της δημοτικής αρχής, ο δεξιοτέχνης κιθαρίστας και συνθέτης πέθανε από έμφραγμα του μυοκαρδίου.

Ο Πάκο ντε Λουθία γεννήθηκε στις 21 Δεκεμβρίου 1947 στην Ανδαλουσία για να γίνει ένας καινοτόμος κιθαρίστας και συνθέτης διεθνούς εμβέλειας.

Eκσυγχρόνισε το φλαμένκο συνδέοντάς το με την τζαζ, αντλώντας την έμπνευσή του από ποκίλους μουσικούς ορίζοντες.

πηγή: Newsroom ΔΟΛ, με πληροφορίες από ΑΠΕ-ΜΠΕ 



Ο Νίκος Βαραλής γεννήθηκε και κατοικεί στο Βόλο. Σπούδασε στην Ιταλία Σημειωτική και στην Ελλάδα Σκηνοθεσία Κινηματογράφου και Ελληνικό Πολιτισμό στο ΕΑΠ. Εργάζεται επί σειρά ετών στο ραδιόφωνο ως δημοσιογράφος και είναι τώρα διευθυντής του ραδιοφώνου της Ι.Μ. Δημητριάδος. Εξέδωσε για πρώτη φορά το 1987
Εργα του
«Φυλακας και οι τρεις δοκιμές», Ενδυμίων εκδόσεις, Αθήνα, 1987
«Τρις επί τύμβου», Καστανιώτης, Αθήνα, 1995
«Μαξιμος … η ουδέποτε εκπίπτει» υπό έκδοση



ΠΑΡΑ ΘΙΝ ΑΛΟΣ

Κοίτα, είχα μια δεξαμενή
δέντρα πολλά και δίαιτα αρμόζουσα.
Και ήρθε ένα φεγγάρι πλεούμενο
και στις Μηλιές έτρωγε σύμφωνα.
Μιλούσα στην κιθάρα με άσπρο καθαρώτατο Ιονίου.
Κι ωφέλεια η υγρασία του Μαγιού,
πεζούλια λιονταρίσια, μες στον ύπνο.

Κατεβήκαμε μετά στο λιμάνι
κι είδα τους επιζώντες περιμένοντας
κι αργούσε να φανεί το πλοίο.
Κι άγγελος επάνω στους ιστούς
το καλοκαίρι φορτωμένο με κόμπους λεύκας
δίψαγε. Περπάταγε επάνω στα νερά..
Περίμενα μαζί τους την αυγή των ποντικών.
Ένας πατούσε λίρες στην όχθη του μεσημεριού,
ψιθύριζε εξισώσεις. Το βουνό περνούσε μέσα του
ανενόχλητο.
Άλλος με συμβουλές στους νεαρούς επυλίδες
για την πορεία του τσιμέντου, ως ανερχόμενη εσπέρα
μέσα στο φέγγος.
Και ο κύριος νομάρχης, αναμένοντας την άφιξη
των ποντοπόρων.

Την άλλη μέρα φύσηξε φλεβίτιδα και βάκιλους
ήρθε το πλοίο και ο άγγελος μαστίγωσε τα κύματα
κόκκινο χαλί στον κύριο νομάρχη.
Μου βγήκε ο Αρχίλοχος και εσάστισα
την παρατάω την ασπίδα. Θα ακουστώ.
Κι άλλη δεν έχει. Δεν έχει άλλη.
Μήτε και λεύκα, ούτε δεξαμενή,
ούτε και δρόμοι υγρασίας,
ούτε αναμονή του πρωινού
ούτε μπαζάρ χριστουγεννιάτικα της Κυριακής
με άρρωστες γούνες, ζωγραφισμένα μέτωπα.. ούτε….

Κοιμήθηκε μια μέρα, που στο ρόδι φύσαγε θάλασσα
πριν κοιμηθεί υπήρξε Οδυσσεύς, μια μέρα….





-----

Από ποιείν

Η Χρύσα Αλεξίου γεννήθηκε στο Συκούριο (Λάρισα) το 1963. Είναι υπάλληλος του Υπουργείου Οικονομικών κι έχει εκδόσει τρία βιβλία (2 ποιητικές συλλογές κι ένα θεατρικό μονόλογο).




  *

Πώς να σηκώσω αυτό
το βάρος-
όλη τη γή
πάνω στο στήθος
να κρέμεται.
Η εικόνα μιας ζωής
σε πάλη,
καταγραφή
της ωραιότητας.
Μιας αγωνίας
να τρέξουμε
τον κόσμο μας
ωσάν αθάνατοι ….
Έτσι προχώρησε
το θαύμα
με τολμηρούς
να αστειεύονται
στη λύπη …


*


πάρε από πάνω μου αυτά 
τα μάτια
έχω κι εγώ
γκρεμό
στον έδωσα με χάδι
τώρα που όλα σίγησαν
να με θυμάσαι θέλω
γυμνή
όπως ζω
μαχαίρι στον αέρα


*


δεν θυμάμαι
τα χέρια σου
καθόλου
κάτι σαξόφωνα βραχνά
περίεργα σονάτα
τρυπούσαν
το κορμί
όλες οι κραυγές
είχαν σχέση
με το φεγγάρι
όλες
άχνιζαν δίπλα μου


*


το θαύμα
έγινε
πέτυχαν οι συρραφές
χώρεσε το κεφάλι
στο κρανίο
τέσσερα χέρια
κρέμονται
κάτω απ΄το κρεβάτι
ελεύθερα





---


ποιήματα από Ποιειν, Στάχτες και Θράκα 
Τέσσερις ηθοποιοί έρχονται επί σκηνής να αφηγηθούν αυτές τις  ιστορίες ως ένα ντοκιμαντέρ που καταγράφει την ερωτική συμπεριφορά των σύγχρονων ανθρώπων. Αλλάζουν ρόλους σε ένα ανελέητο γαϊτανάκι μεταμορφώσεων, γίνονται οι ήρωες του έργου για λίγο, τραγουδούν για τον έρωτα, χορεύουν περιπαθώς, τσατάρουν στο διαδίκτυο, εκδικούνται, απαιτούν, απατούν, βασανίζουν, βασανίζονται, αντιστέκονται, παρασύρονται, αφήνονται, αλλά τελικά πάντα μένουν μόνοι με τη γλυκόπικρη γεύση του ανεκπλήρωτου και την υποσχετικότητα ή το φόβο μιας επόμενης αρχής.
«Όταν όμως πιστεύεις στον έρωτα, σίγουρα θα υπάρξει κάποιος που θα σε ερωτευτεί...»




INFO
ΓΑΙΤΑΝΑΚΙ του Α. Σνίτσλερ σε σκηνοθεσία Αγγελικής Καρυστινού
Διάρκεια παραστάσεων: 5, 6, 12, 13, 19, 26, 27 Μαρτίου 2014
Ημέρες παραστάσεων: Τετάρτη & Πέμπτη
Ώρα παραστάσεων: 21:00
*Η παράσταση είναι ακατάλληλη κάτω των 16 ετών.
Τιμή Εισιτηρίου: 10€ Κανονικό & 5€ Φοιτητικό, Μαθητικό, Ανέργων
Kέντρο Τέχνης και Πολιτισμού ΒΕΤΟΝ7: Πύδνας 7, (στάση Μετρό “Κεραμεικός”) Βοτανικός
Τηλέφωνο κρατήσεων: 210-7512625



Η Κατερίνα Αγυιώτη γεννήθηκε το 1976. Κατάγεται από το Βόλο και την Παραμυθιά. Σπούδασε Θεολογία κι έπειτα Ψυχολογία στο Α.Π.Θ. Πρόσφατες συνεργασίες της έχουν δημοσιευτεί στα διαδικτυακά περιοδικά Ποιείν, Bibliotheque και Θράκα.


Μίλοραντ


Ξαφνικά
Ήμουν πριγκήπισσα στα παράθυρα του Πάβιτς
Στα πίσω δωμάτια
Η ευθεία φωνή
Διάβαζε ρυθμικά τη συνταγή
Για κορσέδες με τριαντάφυλλα



Φοβάμαι


Φοβάμαι το έρημο ποίημα
Ότι κάποια στιγμή
Θα με αφορά



Τέλος,


Υπάρχουν μόνο μικροί έρωτες
Σα μυρμηγκάκια που σηκώνουν
Τριάντα φορές το βάρος τους



             *


υπάρχει σωστή δόση στην αγάπη –
το υπόλοιπο το κάνουμε σπαθιά /
κεράσια / χλιαρά πουλιά / φύλλα
στα μάτια / γιασεμί.



                         *


με αγάπησαν, δεν έχω παράπονο /
περνούσαν παρθένες με χλωμά
πρόσωπα / από το παράθυρό μας



                        *


 κοιτάξτε, έβρεχε / μέσα μου
 άνθιζαν δύο μελαγχολίες / ένας
παλιός Σλάβος με απαλά δάχτυλα



                        *


Μου έφτιαχνε πατρίδες για τα τραύματα.






-----


Ποιήματα από το Ποιείν, την Bibliotheque, και την Θράκα 






Στις 26/02/14 στην Λάρισα στον πολυχώρο πολιτισμού Stage θα λάβει χώρα η παρουσίαση της φιλοσοφικής μελέτης του Ιορδάνη Κουμασίδη « Η ΕΛΕΓΕΙΑ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ » βασισμένη στην ομότιτλη ταινία του Jean-Luc Godard. Στην παρουσίαση θα μιλήσουν ο Ιορδάνης Κουμασίδης, ο Νίκος Αρτινός και ο Αντώνης Ψάλτης. Μέτα την παρουσίαση θα προβληθεί η ταινία « Η ΕΛΕΓΕΙΑ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ » του Jean-Luc Godard. Χορηγοί επικοινωνίας της εκδήλωσης είναι η ομάδα προβολών «smoking and drinking cinema» και το λογοτεχνικό περιοδικό «ΘΡΑΚΑ». Χορηγός οργάνωσης της εκδήλωσης είναι το βιβλίο «Παπασωτηρίου». 





Ο Ιορδάνης Κουμασίδης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1979. Είναι υποψήφιος διδάκτορας φιλοσοφίας στο Α.Π.Θ. Έχει δημοσιεύσει τέσσερα βιβλία, ενώ τρία κείμενά του έχουν ανεβεί σε θεατρικές σκηνές της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης. Εργάζεται ως επιμελητής εκδόσεων και διδάσκει στο Πρόγραμμα Δια Βίου Εκπαίδευσης Δημιουργικής Γραφής του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας. Κριτικογραφεί στα περιοδικά «The Book's Journal» και «Νέα Εστία» και στην εφημερίδα «Μακεδονία».






Μια γριά στην εγγονή της:
«Παιδί μου για μένα,  υπάρχουν δύο τύποι ανθρώπων: Ο μελοδραματικός που λέει, είμαι αξιολύπητος, λυπηθείτε με γι’ αυτό αγαπήστε με. Ο τίμιος που κρατάει το κεφάλι ψηλά και εννοεί, εκτιμήστε με γι’ αυτό αγαπήστε με. Εγώ έκανα αγώνα στη ζωή μου, να ξεπεράσω την ομορφιά μου, να σπουδάσω, να δουλέψω σαν σκυλί, να ορμάω πάντα μπρος, να αγωνίζομαι για να με εκτιμάνε κι όποιος γουστάρει να μ’ αγαπάει όπως είμαι, όχι όπως θα γίνω για χάρη του.
Εσύ κάνεις ακριβώς το αντίθετο: Εκλιπαρείς ελεημοσύνη, έγκριση και τρέμεις μήπως ψυλλιαστούν τι φελλός είσαι. Δεν εξελίσσεσαι. Μεμψιμοιρείς τη γαμημένη τη ζωή σου όμως δεν την αλλάζεις με τίποτα, γιατί κατά βάθος τη γουστάρεις. Γιατί μόνο έτσι μπορείς να κάνεις τους άλλους να σε λυπούνται. Και καμιά φορά πετυχαίνεις. Όμως δε σε εκτιμούν. Κάποια στιγμή βαριούνται και φεύγουν και ξαναμένεις μόνη σου και ξανά θεωρείς τον εαυτό σου αδικημένο.
Εγώ δεν επιτρέπω να με λυπηθούν ούτε να με θεωρήσω αδικημένη. Παλεύω με νύχια και με δόντια κι όταν ακόμα με αδικούν, ψάχνω να βρω το λάθος μου, όχι σε τι έφταιξαν οι άλλοι. Αναλαμβάνω τις ευθύνες μου, ενώ εσύ τις ξεφορτώνεις στους άλλους, δε φταις ποτέ, η πουτάνα η ζωή φταίει, σε αδίκησαν κι επαναλαμβάνεις τα ίδια λάθη συνεχώς. Γιατί κατά βάθος, κι ας μην το παραδέχεσαι, γουστάρεις να σε λυπούνται, γουστάρεις όσα σου συμβαίνουν, γουστάρεις να κυλάς σαν βάρκα χωρίς κουπιά στο ποτάμι της ζωής, γουστάρεις να είσαι το ‘καημένο’ ώστε να μην αναλάβεις ευθύνες. Γιατί οι ευθύνες είναι δύσκολη υπόθεση, σε φέρνουν αντιμέτωπο με τον εαυτό σου, τις αντοχές σου, το πείσμα σου, τους στόχους σου, το μέλλον σου. Εσύ εγκλωβίζεσαι στο παρελθόν. Ο μπαμπάς σου που δε σ’ αγάπησε κι η μαμά σου που δεν σε νοιάστηκε. Ωραία και μελοδραματικά όλ’ αυτά, όμως απ’ τα δεκαοχτώ και μετά η ζωή είναι δική σου και τώρα είσαι τριάντα-έξι. Ακόμα οι γονείς σου φταίνε; Και δε θα τους συγχωρέσεις ποτέ; Ούτε θα τους κατανοήσεις; Τι φαντάστηκες; Ότι υπάρχει σχολείο γονέων και σωστής ανατροφής παιδιών κι οι δικοί σου έκαναν κοπάνα; Απλώς αυτά λες στον εαυτό σου και τους άλλους για να βολεύεσαι στη γκρίνια, τη μιζέρια και την αδράνεια. Και τελικά λέγε-λέγε τα ‘χεις πιστέψει. Όμως αν έλεγες κάθε μέρα στον εαυτό σου ότι μπορείς να πετύχεις τα πάντα, θα το είχες κάνει. Και μην ισχυριστείς ότι κάνεις λίγα γιατί είσαι τελειομανής και αν έκανες πολλά δεν θα ήταν τέλεια, γιατί αφενός δεν έχεις παρουσιάσει τίποτα τέλειο και αφετέρου αυτή είναι η δικαιολογία των τεμπέληδων, των μεμψίμοιρων, των πανικόβλητων για να μένουν στην αδράνεια.
Γιατί η πράξη σημαίνει αλλαγή, σημαίνει σύγκρουση με τον εαυτό σου, σκέψη ώστε να διαλέξεις τι κρατάς και τι αφήνεις, να πάρεις αποφάσεις κι ύστερα να διαπιστώσεις αν ήταν σωστές ή λάθος. Άρα το τέλειο δεν υπάρχει, είναι δικαιολογία ν’ αποφύγεις τη ζωή. Και τελικά θα γεράσεις και ίσως τότε καταλάβεις ότι δεν έζησες αλλά δεν έφταιξε κανείς, εσύ έφταιξες γιατί δεν τόλμησες να ζήσεις. Και ίσως να μην σου άξιζε ούτε αυτό που έχεις τώρα. Άντε παιδί μου φύγε, κουράστηκα να σε βλέπω να σέρνεσαι».



ΕΚΔΟΣΗ ΤΟΥ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟΥ “ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ"
Δεκαετία του 20 




ΠΕΤΡΟΥΛΑ ΨHΛΟΡΕΙΤΗ
Ἐγεννήθηκε στὸ Ἡράκλειό της Κρήτης καὶ ζῇ στὴν Ἀθῆνα .Ἔχει γράψει διηγήματα, δράματα, μυθιστορήματα, διδακτικὰ βιβλία καὶ ποιήματα. Τὰ ποιήματά της εἶναι σκορπισμένα σὲ περιδικά.Τὸ οἰκογενειακό της ὄνομα εἶναι Γαλάτεια Καζαντζάκη, τὸ γένος Ἀλεξίου

----

ΣΤΕΙΡΑ

---


Ἐσένα τὴν αὐλή σου δὲ γιομίζουν
τὰ γέλοιά των παιδιῶν σου καὶ τὰ χάδια
ποῦ ἡ μάνα δίνει στ ἀκριβό της τὰ’ ἄδεια
τὰ στήθια τὰ δικά σου δὲν γνωρίζουν.

Σπόροι νέας ἀκμῆς ἀπ’ τὰ σκοτάδια
τὰ’ ἀνύπαρκτου μέσα σου δὲν καρπίζουν
τὰ λαγόνια σου δὲν σοῦ τὰ τριγυρίζουν
τῆς Γέννας ἔγνοιες. Τὰ γλυκὰ σημάδια

ποῦ τὸ φιλὶ τ’ ἀντρός σου ἀποζητάει,
δὲ τὰ δώσεις. Ἔτσι, κι ἂν ἐγίνεις
ὁ στῦλος τοῦ σπητιοῦ του δὲ βηλογάει

τὸ ριζικό το δέντρο νὰ πλατύνεις
τῆς γενιᾶς τοῦ τετράψηλα νὰ πάει
καὶ ξένη ἀπὸ τὸ αἷμα νὰ μείνεις…






---


  Εἶναι γενικὴ ἡ γνώμη πὼς κανένα λογοτεχνικὸ εἶδος δὲν εἶχε στὴν Ἑλλάδα τόση πρόοδο κατὰ τὰ
τελευταῖα χρόνια ὅσην ἡ λυρικὴ ποίηση. Πλῆθος νέοι ποιητὲς παρουσιάστηκαν μὲ ἀξιοσημείωτο ταλέντο κ ἔδωσαν νέο αἷμα στὴν ποίησή μας.
    Σ’ αὐτὴ τὴν Ἀνθολογία προσπαθήσαμε νὰ δώσουμε τὰ πιὸ χαρακτηριστικὰ δείγματα ἀπὸ τὴν ποίηση τῶν νέων μας ποιητῶν, δηλαδὴ ἐκείνων ποὺ πρωτοπαρουσιάστηκαν ἀπὸ τὸ 1900 ὡς τὸ 1920.
    Δὲ μποροῦμε νὰ ποῦμε πὼς οἱ πενήντα ποιητὲς τῆς Ἀνθολογίας αὐτῆς εἶναι οἱ μόνοι νέοι Ἕλληνες ποιητὲς τῶν εἴκοσι αὐτῶν χρόνων. Πιστεύουμε ὅμως πὼς εἶναι οἱ πιὸ χαραχτηριστικοί.
    Στὴν κατάταξη ἀκολουθήσαμε τὴ χρονολογικὴ σειρὰ τῆς πρώτης ἐμφάνιση κάθε ποιητή.





ΠΡΟΧΕΙΡΑ
(στις κόρες μου)


27


Αν επιμένεις να υπάρξεις
κάνε το οπωσδήποτε με Ύπαρξη.
Δεν θα σου συνιστούσα άλλο τρόπο.
Άλλωστε σου είναι δύσκολο να συλλάβεις
την λεπτή ειρωνεία της βροχής
όταν μιλά για την ευσπλαχνία
της πτώσης.



22.


[Σκοτεινή ύλη]

Βαρύ το σκοτάδι
στη ζυγαριά του Κόσμου.
Και εσύ πασχίζεις
πότε με έναν Θεό
πότε με ένα "σ' αγαπώ"
να κλέψεις
δυο-τρία γραμμάρια ύπαρξης
στο ζύγι.


26


Απ’ όλα τα πλάσματα του ουρανού
επιλέγω τα μυρμήγκια
με τα σάβανα φτερά τους
και την πτήση ξόδι
να υπενθυμίζουν
ότι η νομοτέλεια του θανάτου
είναι να φορεθεί
σαν κοντομάνικη βροχή


30

Tόσα έξοδα
στις λαχειοφόρους των θεών
και ούτε μια ανεμώνη
στον λήγοντα.


74.


Το σώμα σου γεωμετρεί τα υπαρκτά.
Το άθροισμα πέντε γωνιών
-γόνατο, γνάθος, αγκώνας, μύτη, ώμος-
ισούται!
Μόνον Ισούται



63

[φωνήεν]

Μάθε να κλίνεις σωστά τα σύννεφα σε –ύω ή –πτω
και να γνωρίζεις αν η βροχή παίρνει αύξηση στον αόριστο Ιονίου.
Όταν θα ερωτηθείς για την ορθογραφία του Κόσμου
να ξέρεις πότε είναι βραχύ και πότε μακρό
το Φωνήεν.

Θα ήταν μεγάλη αβλεψία από μέρους σου
να διάγεις την ανυπαρξία
με λάθος τόνο.


43


Εμείς
στην άκρη των αστεριών
στους έσχατους γκρεμούς του Τίποτα
εκεί που αφρίζει μανιασμένο το κενό:
Καινούργιος χρόνος φτιάχνεται
ασταμάτητα.

Μ’ ακούς;
Από τo άδειο σπουργίτι κερδίζουμε έδαφος
τόσο δίκαια θνητοί,
τόσο άδικα αιώνιοι.


44


Ένα ποίημα δεν μπορεί να σώσει τον Κόσμο.
Μπορεί μόνο να σώσει τον εαυτό του.
Και αυτό ισοδυναμεί με σωτηρία του Κόσμου.






Βιογραφικό


Ο Παναγιώτης Τριτάρης γεννήθηκε το 1968 στα Λεχαινά Ηλείας. Ασχολήθηκε μεταξύ άλλων με την δημοσιογραφία, μέχρι που η δημοσιογραφία έπαψε να ασχολείται μαζί του. Δεν έχει δημοσιεύσει πουθενά για λόγους που αφορούν τον ίδιο και την ποίηση. Ίσως λιγότερο την τελευταία. 
 iv

και ο ίδιος ο συνθέτης, Γ. Ε., άλλη μια παραλλαγή του θέματος


Έχει εκδώσει ποίηση, πεζά, μικρά δοκίμια για τη μουσική και γαστρονομικά κείμενα ενώ παράλληλα έχει διατελέσει μουσικός παραγωγός αξιόλογου προγράμματος του δημόσιου ραδιοφώνου, και εξακολουθεί. Έχει τιμηθεί με κρατικά βραβεία και διακρίσεις ακαδημιών, και εξακολουθεί. Έχει υπάρξει δάσκαλος, έχει υμνήσει δασκάλους, και εξακολουθεί. Έχει ταξιδέψει αρθρογραφώντας, έχει αρθρογραφήσει ταξιδεύοντας, και εξακολουθεί. 

Διατηρεί στην κατοχή του ένα αξιοσημείωτα ευμεγέθες ενυδρείο που δεσπόζει στον τοίχο του σαλονιού κάτω από τη σκάλα. Εκτρέφει εκεί έναν πληθυσμό από εκατό ιππόκαμπους, ενενήντα εννέα αρσενικούς και έναν θηλυκό. Φροντίζει να υποθάλπει σταθερά τον αριθμό και την αναλογία τους. Γνωρίζει το μηχανισμό και τους ρυθμό αναπαραγωγής των ιδιότυπων θαλάσσιων ενοίκων του μικρογραφημένου βυθού του, που επισήμως αποκαλούνται χορδωτά συγναθόμορφα ακτινοπτερύγια. Διακρίνει τις ενδείξεις προχωρημένων σταδίων κυοφορίας στη σωματική τους διάπλαση. 

Ξεσκίζει τις κοιλιές των ετοιμόγεννων αρσενικών με ένα νυστέρι κάθε χρόνο στην επέτειο των γενεθλίων του γιου του.

Έχει πενθήσει, και εξακολουθεί.







Τα κείμενα του «Θα φύγεις νύχτα» είναι γεννήματα μιας συζήτησης, μιας τυχαίας συνάντησης, μιας βόλτας, ενός καθημερινού γεγονότος, μιας συνηθισμένης μέρας, μιας καλοφτιαγμένης ρουτίνας. Είναι αποσπάσματα της καθημερινής πλήξης με σκέψεις που εμβαθύνουν στο πως και το γιατί τους. Είναι η σκιαγράφηση μιας ζωής που ανήκει στους περισσότερους, έστω κι αν το παραδέχονται μονό στο ταβάνι του δωματίου ξαπλωμένοι άυπνοι στο κρεβάτι. Είναι οι συνομιλίες σαν κι αυτές που κάνει κάποιος μόνο με τον εαυτό του και που μόνο λογοκριμένες μπορούν να βγουν προς τους φίλους και τις παρέες. Είναι τα εσωτερικά αδιέξοδα κι η κατά μέτωπο επίθεση απ’ την οποία είτε θα επιζήσει ο τοίχος της πλήξης είτε θα σπάσει και θα γεννηθεί η έξοδος προς τη ζωή και την ελευθερία. Είτε η αναμονή για μια υποσχόμενη ζωή είτε η ακέραιη γεύση της ζωής. Είναι μια κραυγή πως ο βασιλιάς είναι γυμνός ανάμεσα στο βουβό πλήθος που συναινεί στην διαιώνιση της πλήξης μέσα στο πανέμορφο διάφανο φόρεμά της. 

Ο Αλέκος Βασιλάτος γράφει πως στη ζωή κάποιου υπάρχουν 3 βήματα: Πρώτον, η αποκαθήλωση των στόχων, δεύτερον η αποδόμηση των κινήτρων και τρίτον οι σκέψεις φιλόστοργου θανάτου. Κατά τη διάρκεια αυτής της διαδρομής, στο «Θα φύγεις νύχτα» αποτυπώνεται η καταστροφή των υπόλοιπων προορισμών στο κυνήγι της συνύπαρξης. Είναι η κινηματογράφηση ενός ταξιδιού που είμαστε πρωταγωνιστές, το οποίο περνά πάλι από τρία σημεία-σταθμούς. Αυτά αποτελούν και τα τρία κεφάλαια του βιβλίου.

Πρώτον, το “Δεύτερο Πρόσωπο” που ξεκινάει με την φυγή από τα κόμπλεξ της παιδικής ηλικίας και την ανακάλυψη του εαυτού μακριά από όλα όσα το διαμόρφωσαν. Αναζητά την επιστροφή σ’ έναν άδειο πίνακα. Την αφετηρία στην οποία γυρνάει ο καθένας για να κατανοήσει από την αρχή το δεύτερο πρόσωπο του εαυτού του προκειμένου να καθρεφτίσει το δεύτερο πρόσωπο με το οποίο θα συνυπάρξει. Εσωτερικό και εξωτερικό δεύτερο πρόσωπο μοιάζουν σαν δυο όψεις του ίδιου νομίσματος το όποιο δεν πρόκειται να βγάλει νικητή κανέναν καθώς πέφτει στο κενό. Βγάζει νικητές και τους δυο όσο μένει στον αέρα. Κι ας υπάρχουν οι νόμοι της βαρύτητας που θα το παραδώσουν αργά ή γρήγορα στην νομοτέλεια της πτώσης. Είναι το ξημέρωμα μιας Πέμπτης που σηκώνεσαι να φύγεις κι η πόρτα που ξαφνικά κλείνει. Κι ύστερα η ανάλωση στην ψυχανάλυση των ανθρώπινων σχέσεων που κρέμονται από μια διάφανη κλωστή, από ένα γιατί κι από ένα δεν ξέρω. Δίνει τροφή στην τρελά που υπήρχε και θα υπάρχει πάντα μέσα μας, ώσπου ένας αναπάντεχος διακόπτης να την θέσει σε λειτουργία. Το “Δεύτερο Πρόσωπο” συμβαδίζει στον περίπατο του απογεύματος μιας βροχερής Κυριακής. Κι αναδιπλώνεται πάλι τη Δευτέρα για να περπατήσεις ξανά μονότονα στο λαβύρινθο της ζωής κάτω από τα σύννεφα. Ακροβατούμε στα βήματα μιας περιφερομένης απουσίας και στα τακούνια ενός έρωτα μια όμορφη νύχτα του Αυγούστου. Τα βράδια επιστρέφουμε σ’ ένα όνειρο που από χρόνια σταμάτησε τις πρεμιέρες λόγω τεχνικής βλάβης. Λόγω συμβιβασμού. Λόγω παραίτησης. Λόγω μη αντοχής. Διχοτομούμε τον εαυτό μας σε μια έλευση και σε μια αναχώρηση, δίχως να γνωρίζουμε την απόλαυση της διαδρομής ανάμεσά τους. Έρχεται και φεύγει. Αρχίζει και τελειώνει μόνο με τρανταγμούς κατά την απογείωση και την προσγείωση. Ανάμεσα σ’ αυτά τα δυο κοιμόμαστε τον βαθύτερο ύπνο. Τα παραπάνω, όλα στιγμιότυπα μιας ζωής που ζούμε χωρίς να παρατηρούμε. Ο καλλιτέχνης ως πρόσωπο που δρα αλλά και ως θεατής στοχάζεται πάνω τους και φέρνει κύκλους γύρω από το νόημα. Που ίσως όμως και να μην υπάρχει.

Το “Δεύτερο Πρόσωπο”, έπειτα, εξελίσσεται στην “Συνύπαρξη”. Υπάρχουμε μαζί. Όπως αναφέρει ο Χρήστος Γιανναράς: «Ζωὴ σημαίνει νὰ παραιτεῖσαι ἀπὸ τὴν ἀπαίτηση τῆς ζωῆς γιὰ χάρη τῆς ζωῆς τοῦ Ἄλλου. Νὰ ζεῖς, στὸ μέτρο ποὺ δίνεσαι γιὰ νὰ δεχθεῖς τὴν αὐτοπροσφορὰ τοῦ Ἄλλου. Ὄχι νὰ ὑπάρχεις, καὶ ἐπιπλέον νὰ ἀγαπᾶς. Ἀλλὰ νὰ ὑπάρχεις μόνο ἐπειδὴ ἀγαπᾶς, καὶ στὸ μέτρο ποὺ ἀγαπᾶς.» Η “Συνύπαρξη” ανοίγει το δρόμο για τη λύση του μυστήριου της ζωής μέσω της συντροφιάς που παλιότερα αρνηθήκαμε ως κάτι το υποτιμητικό προς τις δυνάμεις μας. Κάτι που υψώσαμε αδιαπέραστα τείχη ώστε να μη μας αλώσει. Μην τυχόν και βρει το τρωτό σημείο της ευαισθησίας και πατήσει εκεί πάνω για να μας διαλύσει. Μια φευγαλέα καλημέρα, αδιάφοροι περαστικοί, επισκιασμένοι από τον φόβο μην τυχόν και πάρει κάποιος χαμπάρι ότι τους λείπει η συντρόφια και τους εκμεταλλευτεί. Στο κεφάλαιο αυτό αποτυπώνονται τα στιγμιότυπα της συνύπαρξης. Καθημερινές εικόνες που περνούν ανεπαίσθητα κι ανεπίστρεπτα στο κυνήγι της συνύπαρξης. Θρυμματίζει την χίμαιρα και την πλήξη δίνοντας ζωή σε οτιδήποτε. Το αυτοάνοσο νόσημα της ζωής, η ρωσική ρουλέτα των στιγμών μας, η αναμονή στο ακουστικό του ξιπασμένου ερώτα, το τέλμα κάθε ξενέρωτου σαββατόβραδου, το γέμισμα του φεγγαριού πίσω απ’ την κλειστή κουρτίνα, το βρεγμένο απ’ τα χείλη τσιγάρο, η απόγνωση των λέξεων… Όλα σιωπές και κομμάτια της κατακρεουργημένης συντροφιάς που ξαφνικά αποκτά νόημα.

Η συνύπαρξη αρχίζει και τελειώνει πρωτίστως με τον ερώτα και μοιάζει με θάλασσα που μπορεί να σε πνίξει στη δίνη της. Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος γράφει:

Ἡ θάλασσα εἶναι σὰν τὸν ἔρωτα:
μπαίνεις καὶ δὲν ξέρεις ἂν θὰ βγεῖς.
Πόσοι δὲν ἔφαγαν τὰ νιάτα τους –
μοιραῖες βουτιές, θανατερὲς καταδύσεις,
γράμπες, πηγάδια, βράχια ἀθέατα,
ρουφῆχτρες, καρχαρίες, μέδουσες.
Ἀλίμονο ἂν κόψουμε τὰ μπάνια
Μόνο καὶ μόνο γιατί πνίγηκαν πεντέξι.
Ἀλίμονο ἂν προδώσουμε τὴ θάλασσα
Γιατὶ ἔχει τρόπους νὰ μᾶς καταπίνει.
Ἡ θάλασσα εἶναι σὰν τὸν ἔρωτα:
χίλιοι τὴ χαίρονται – ἕνας τὴν πληρώνει.


Η πληρότητα της συνύπαρξης οδηγείται ύστερα στην κενότητα της μοναχικότητας. Η ηδονή με αναστροφή των φωνηέντων μετατρέπεται σε οδύνη. «Δὲν ὑπάρχει ὀδύνη καὶ πίκρα πιὸ βασανιστικὴ ἀπὸ τὴν ἀντιμαχία ἀνθρώπων ποὺ πίστεψαν πὼς ἦταν ἀμοιβαῖα καὶ ὁλοκληρωτικὰ ἐρωτευμένοι». Και κάθε έρωτας οδηγείται νομοτελειακά στον σπαραγμό και την πτώση του. Πρώτη και τελευταία πατρίδα είναι η μοναξιά κι η ανάμνηση του ταξιδιού. Στο τρίτο κεφάλαιο του βιβλίου με τίτλο “Πορτρέτα Aναμνησεων” ο συγγραφέας γράφει επειδή δεν θέλει να πάσχει από την εμπειρία του, αλλά κι επειδή δεν του αρκεί η εμπειρία του, θέλοντας ν’ αρχίσει ξανά το υπέροχο ταξίδι της ζωής. Η ανάμνηση παίρνει μαζί της ένα μεταμεσονύκτιο τσιγάρο στη βεράντα, ένα τυχαίο χαμόγελο και μια σκοτωμένη αθωότητα, τα κόκκινα απ’ το κλάμα μάτια απέναντι σου στον τερματικό σταθμό, μια πανέμορφη μούσα στην ακρογιαλιά και τα φυλαγμένα λόγια στη τσέπη για μια καταλληλότερη στιγμή που ποτέ δεν έρχεται. Σε όλα αυτά διαχέεται σαν λερό φως το πάντα άγνωστο «γιατί» του κόσμου. Οι εικόνες παραμένουν αειθαλείς στη μνήμη και περιγράφονται νοσταλγικά σαν κομμάτια του παζλ μιας πεπερασμένης ευτυχίας. Τα λεωφορεία στους σταθμούς πάντα θα φεύγουν και θα έρχονται. Οι άνθρωποι απ’ τη ζωή πάντα θα φεύγουν και θα έρχονται. Η απαθανάτιση της στιγμής μέσα σ’ ένα κείμενο η μέσα σε μια φωτογραφία δεν είναι τίποτα άλλο απ’ την τάση να επιστρέφουμε σ’ ένα γνώριμο ευχάριστο μέρος, σε μια πλαστή βόλτα που θέλουμε να διαρκέσει για πάντα, να μην πέσει γρήγορα ο ήλιος, να μην απλωθεί το κρύο και γυρίσουμε πρόωρα σπίτι. Έτσι υπάρχουμε∙ σαν μοναχικότητες σε επανάληψη που απλά περνάμε σαν ποτάμι, σαν θάλασσα, σαν αέρας. Και σαν πληγωμένο παιδί που το έπιασαν στον ύπνο. «Μη χαθούμε…» και νεκρά τηλέφωνα . Η κουρτίνα κλείνει κι ο προβολέας της σκηνής σβήνει. Αυτό ήταν. «Έρχομαι από το πεθαίνω, όχι από το έχω γεννηθεί. Με το έχω γεννηθεί πάω». Και τέλος, αν καταλάβετε ποτέ τι στο διάολο παίζει εκεί έξω ρίξτε ένα σήμα και προς τα δω…


Αποχαιρέτησαν σοβαρά τις κοπέλες,
Βαδίζοντας φίλησαν τη μητέρα,
Και φορώντας καινούρια στολή
Σα στρατιωτάκια πήγαν να παίξουν.
Δεν έχει κακούς, μήτε καλούς, μήτε μεσαίους . . .
Ο καθένας στο πόστο του,
Όπου δεν έχει πρώτους, ούτε και τελευταίους . . .
Όλοι αυτοί αποκοιμήθηκαν εκεί.


1943
Τασκένδη



Важно с девочками простились,
На ходу целовали мать,
Во все новое нарядились,
Как в солдатики шли играть.
Ни плохих, ни хороших, ни средних...
Все они по своим местам,
Где ни первых нет, ни последних...
Все они опочили там.

1943
 Ташкент

Μετάφραση από τα ρωσικά Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης ©

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA