Τα "Λίγα σύκα απ' τα γαϊδουράγκαθα" της Edna St. Vincent Millay στις κατακτήσεις του Κοσμά Βίδου για το 2017, στο τελευταίο ΒΗΜΑgazino του έτους.

Η Αγγελική Λάλου γράφει στο Fractal για το "Ντάλιτ" (Εκδ. Θράκα, 2017) της Εύας Σπαθάρα

Η Γιώτα Κωνσταντινίδη γράφει στο parallaximag.gr για τη "Βεγγέρα" της Μαργαρίτας Νταλακμάνη

"Όψεις της διαλεκτικής και του ονείρου στη σκέψη του Βάλτερ Μπένγιαμιν", του Φάνη Παπαγεωργίου

"Ο τελευταίος αριθμός" του Βάιου Κουτριντζέ, στην εφημερίδα "Ελευθερία"

"Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΗΣ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗΣ" του Κώστα Κουτρουμπάκη, Σύντομο κριτικό σημείωμα πάνω στους εισαγωγικούς στίχους του «Ελπήνορα» του Τάκη Σινόπουλου
         
     
    Πόσοι ασήμαντοι συγγραφείς έζησαν μέσα στην αυταπάτη. Μεταξύ μας δεν είχαν καθόλου ταλέντο. Έγραφαν συνέχεια βιβλία που κανείς δεν τα διάβαζε. Τα χάριζαν σε φίλους τους. Αυτοί τα βαστούσαν για λίγο καιρό από υποχρέωση. Μετά με τρόπο τα πετούσαν στα σκουπίδια.
     Κι εγώ είχα μεγάλο πάθος με το γράψιμο. Έγραφα σπουδαία βαθυστόχαστα ποιήματα. Τα πεζά μου ήταν μικρά διαμάντια.
     Με επαινούσαν συνέχεια κάτι συμφεροντολόγοι κριτικοί. Μου λέγαν: γράφε, εσύ πολύ αξίζεις. Ευχαριστιόμουν κι όλο τους τραπέζωνα σε ακριβές ταβέρνες. Κέρναγα χωρίς να σκέφτομαι τα λεφτά. Ήμουν σπάταλος κι ανέμελος. Μου άρεσαν πολύ και τα όμορφα ποτά. Μου άρεσαν και τα αμαρτωλά κορίτσια.
     Αχ πόσο τις λάτρευα αυτές τις ωραίες κοπέλες. Χαρούμενος τις πλήρωνα. Μετά το γράψιμο έτρεχα να τις ανταμώσω.
     Είχα πάρει μια γερή κληρονομιά. Τα λεφτά μου φτάναν για όλα μου τα γλέντια. Χρηματοδοτούσα τις εκδόσεις μου. Είχα τα κορίτσια μου και μια κάβα με ακριβά σπάνια κρασιά. Όλα ήταν δικά μου.

     Έτσι περνούσαν γρήγορα τα χρόνια. Βιαζόμουν. Ήθελα να γίνω αθάνατος. Δούλευα πολύ για να ολοκληρώσω τα έργα μου. Οι κριτικοί πάντα με επαινούσαν στην ταβέρνα. Αλλά με τις κοπέλες άρχισα να γίνομαι λίγο σφιχτός.
     Και μου λέγαν οι γόησσες οι γκρινιάρες: καλά εσύ που ανοίγεις τόσο ακριβά μπουκάλια και εκδίδεις τέτοια πολυτελή βιβλία γιατί είσαι τώρα τόσο σπάγκος μαζί μας;
     Τις άκουγα μεθυσμένος. Χαμογελούσα. Κι έπινα ακόμα ένα ποτήρι.

     Ώσπου  μια μέρα έμαθα ότι πεθαίνω. Έτσι ξαφνικά…
Τελειώνει η ζωή μου…Κι αυτές τι θα απογίνουν οι καημένες;
     Το ξέρω θα στεναχωρηθούν που θα με χάσουν. Αλλά γρήγορα θα βρουν παρηγοριά σε άλλες αγκαλιές.
     Και τα βιβλία μου; Αχ δε θα τυπώνονται πια. Θα εξαφανιστώ. Το κοινό θα με ξεχάσει για πάντα.
     Τουλάχιστον εσείς κουφάλες κριτικοί θα έρχεστε στον τάφο μου καμιά φορά; Θα κάνετε σπονδές; Τόσες φορές σας έχω τραπεζώσει. Θα χύνετε λίγο κρασί για μένα; Θυμηθείτε τα παλιά μας γλέντια.
     Αχάριστοι εγώ πίστεψα στα λόγια σας. Γέμιζα ψευδαισθήσεις. Από τη συμπεριφορά σας σουρωμένος πάω στον Άδη.


ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA