Πώς μιλάμε για την καινούργια Ελληνική ποίηση (video)

Για τη συλλογή διηγημάτων «Όμορφοι έρωτες» του Ιάκωβου Ανυφαντάκη, (εκδ. Πατάκης), γράφει η Ειρήνη Σταματοπούλου

Φώτης Μανίκας, Ποιήματα (1η εμφάνιση)

«Ποίηση στη σχάρα» του Πέτρου Γκολίτση:«Από τις αφετηρίες στην ολοκλήρωση του μοντερνισμού: ο Νάνος Βαλαωρίτης»

ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΑ


Τις νύχτες δεν κυκλοφορώ στο σπίτι
Κουκουλώνομαι και κάνω πως κοιμάμαι
Δεν πάω καν στην τουαλέτα
– Έχω μια πάπια κάτω απ’ το κρεβάτι –
Μετά τις δώδεκα κυκλοφορούν φαντάσματα
Στο χολ κυρίως, μα συχνάζουν στο σαλόνι
Θαρρώ και στην κουζίνα σουλατσάρουν κάπου-κάπου
Ένα χταπόδι που καπνίζει αναμνήσεις
Ο πειρατής που καρτερά να με ναυτολογήσει
Ο rocker που περιγελά την ντροπαλότητά μου
Της Αφρικής ένα τουμπανιασμένο βρέφος
Ο άστεγος που ούτε σημασία του ’χα δώσει
Αλλά κυρίως το φάντασμα της εφηβείας μου
Που αραχνιασμένο κι άσχημο σέρνει τις αλυσίδες



ΠΩΛΗΤΗΡΙΟ


Πωλείται ελπίς
Με το κιλό ή το τεμάχιο
Ή μάλλον ξεπωλείται
Να βάλεις στην προθήκη
Μου φαίνεται πιο δραματικό
Λιγάκι πιο χυδαίο
Και πιο νωρίς θα κλείναμε
Αγαπητέ συνέταιρε
Αυτό το μαγαζάκι
Που ροκάνισε στα ρολά του
Τα καλύτερά μας χρόνια
Μιαν ώρα αρχύτερα ν’ ανακαλύπταμε
Έναν καινούργιο βίο επιτέλους
Μια νέα χρυσοπηγή


         
     
    Πόσοι ασήμαντοι συγγραφείς έζησαν μέσα στην αυταπάτη. Μεταξύ μας δεν είχαν καθόλου ταλέντο. Έγραφαν συνέχεια βιβλία που κανείς δεν τα διάβαζε. Τα χάριζαν σε φίλους τους. Αυτοί τα βαστούσαν για λίγο καιρό από υποχρέωση. Μετά με τρόπο τα πετούσαν στα σκουπίδια.
     Κι εγώ είχα μεγάλο πάθος με το γράψιμο. Έγραφα σπουδαία βαθυστόχαστα ποιήματα. Τα πεζά μου ήταν μικρά διαμάντια.
     Με επαινούσαν συνέχεια κάτι συμφεροντολόγοι κριτικοί. Μου λέγαν: γράφε, εσύ πολύ αξίζεις. Ευχαριστιόμουν κι όλο τους τραπέζωνα σε ακριβές ταβέρνες. Κέρναγα χωρίς να σκέφτομαι τα λεφτά. Ήμουν σπάταλος κι ανέμελος. Μου άρεσαν πολύ και τα όμορφα ποτά. Μου άρεσαν και τα αμαρτωλά κορίτσια.
     Αχ πόσο τις λάτρευα αυτές τις ωραίες κοπέλες. Χαρούμενος τις πλήρωνα. Μετά το γράψιμο έτρεχα να τις ανταμώσω.
     Είχα πάρει μια γερή κληρονομιά. Τα λεφτά μου φτάναν για όλα μου τα γλέντια. Χρηματοδοτούσα τις εκδόσεις μου. Είχα τα κορίτσια μου και μια κάβα με ακριβά σπάνια κρασιά. Όλα ήταν δικά μου.

     Έτσι περνούσαν γρήγορα τα χρόνια. Βιαζόμουν. Ήθελα να γίνω αθάνατος. Δούλευα πολύ για να ολοκληρώσω τα έργα μου. Οι κριτικοί πάντα με επαινούσαν στην ταβέρνα. Αλλά με τις κοπέλες άρχισα να γίνομαι λίγο σφιχτός.
     Και μου λέγαν οι γόησσες οι γκρινιάρες: καλά εσύ που ανοίγεις τόσο ακριβά μπουκάλια και εκδίδεις τέτοια πολυτελή βιβλία γιατί είσαι τώρα τόσο σπάγκος μαζί μας;
     Τις άκουγα μεθυσμένος. Χαμογελούσα. Κι έπινα ακόμα ένα ποτήρι.

     Ώσπου  μια μέρα έμαθα ότι πεθαίνω. Έτσι ξαφνικά…
Τελειώνει η ζωή μου…Κι αυτές τι θα απογίνουν οι καημένες;
     Το ξέρω θα στεναχωρηθούν που θα με χάσουν. Αλλά γρήγορα θα βρουν παρηγοριά σε άλλες αγκαλιές.
     Και τα βιβλία μου; Αχ δε θα τυπώνονται πια. Θα εξαφανιστώ. Το κοινό θα με ξεχάσει για πάντα.
     Τουλάχιστον εσείς κουφάλες κριτικοί θα έρχεστε στον τάφο μου καμιά φορά; Θα κάνετε σπονδές; Τόσες φορές σας έχω τραπεζώσει. Θα χύνετε λίγο κρασί για μένα; Θυμηθείτε τα παλιά μας γλέντια.
     Αχάριστοι εγώ πίστεψα στα λόγια σας. Γέμιζα ψευδαισθήσεις. Από τη συμπεριφορά σας σουρωμένος πάω στον Άδη.




Idle

Η νούμερο ένα αγαπημένη μου συνήθεια είναι
να κοιτάζω φωτογραφίες ανθρώπων.

Ντυμένοι  στιλάτα/προκλητικά/χρωματιστά
κώμη λαμπερή/καλοχτενισμένη/επιμελώς ατημέλητη
-όψη ταιριαστή στην ψυχή; (εναγώνια αναρωτιέμαι).

Ανυπόφορη η σκέψη
πως το μυστικό της ευτυχίας έχει
προ πολλού
από όλους
βρεθεί.

(κρίνεται σαφές  από τα συμφραζόμενα
πως οι  ευφορικοί εικονιζόμενοι είναι εμφανώς
υπό την επήρειά της)

Χαμόγελα αυθόρμητα/βεβιασμένα/ντροπαλά
χαμόγελα παντοδύναμα
-πόσα πολλά χαμόγελα!

Άνθρωποι μαζί (μοιάζουν αγαπημένοι)
κορίτσια/αγόρια/νέοι/γέροι
-τόσο όμορφοι/λαμπεροί/ακαταμάχητοι!

Αφόρητη η σκέψη
ότι οι άνθρωποι χαίρονται με μανία,
ενώ εγώ
δεν ξέρω
πως.

Η νούμερο ένα αγαπημένη μου συνήθεια είναι
να παρατηρώ τη χαρά των ανθρώπων
όπως αυτή αποτυπώνεται σε γυαλιστερές οθόνες

(μονάχα, γιατί) η αμέσως επόμενη αγαπημένη μου συνήθεια είναι
να ψάχνω σημάδια καθησυχαστικά/ελπιδοφόρα/καλόβολα πως
όλοι τους επιδίδονται σαφώς
σε παιχνίδι εξαπάτησης
των παρευρισκομένων.


σελ:68
εκδόσεις Ενδυμίων



Προσομοίωση


δεν προσποιούμαι
δε φοβάμαι
οι άγκυρές μου σε μια ξέρα ριζωμένες
σε παγερό κρεβάτι χειρουργείται
η ψυχή μου και η αναισθησιολόγος
ανήσυχη
χρόνος μηδέν ξανά
σμήνη αποδημητικών
των άλλων οι ζωές
ο πόνος ποντικός που βγαίνει απ’ τ’ αλεύρι
πυρ και μανία να ιριδίσει το φουρνάρικο
της νοσοκόμας η μορφή σκουραίνει ολοένα
αγγέλου μοιάζει σκοτεινού που κάνει χρέη θανάτου
φριχτό των φίλων το φιλί
ήσυχος ύπνος




Μέρες δίσεκτες


χωρίς διάθεση για παιχνίδια
τις αποκριές θα ντυθώ μεταξοσκώληξ
να' χω μια σοβαρή πιθανότητα 
να πετάξω



Ανάνηψη


ρίγησα δέος με τον Κάλβο
μια νύχτα στο Λιβόρνο
ήμουν το σφάγιον
ένοιωσα το βλέμμα του
το παγερό χαμόγελο
τον ήχο του καθαρτηρίου
φωνές-να τον προλάβουμε έλεγαν-
φωτάκια αναβόσβηναν
με λύσσα ενός πνιγμένου
στης Γόρτυνας το δίστρατο
είπα να πάω στα μέρη μου
μήπως και ξαποστάσω 
να ξαναπάρω τα βουνά
την άβολη χαρά μου να γιορτάσω 
μια επιβίωση ακόμα ξεκινά .

Ραδιοφωνική ανακοίνωση 16 Οκτωβρίου 2013
«Όπως αποφασίστηκε σε σημερινή συνεδρίαση του Περιφερειακού Συμβουλίου, ρίψεις εμβολίου από μονοκινητήρια αεροσκάφη θα πραγματοποιηθούν στις περιφερειακές ενότητες της Βέροιας».
Ραδιοφωνική ανακοίνωση 16 Οκτωβρίου 2013
«Αποφασίστηκε ερήμην των κυνηγών της περιοχής, να ξεκινήσουν οι ρίψεις αντιλυσσικών εμβολίων την 16η Οκτωβρίου, ημέρα Τετάρτη που τυγχάνει να είναι η επέτειος της απελευθέρωσης της Βέροιας και ως εκ τούτου αργία.
Αντιλαμβάνεται και ο πλέον αδαής πως τη συγκεκριμένη μέρα και τη συγκεκριμένη εποχή, το πιο πιθανό είναι να βρίσκονται στο βουνό ΟΛΟΙ οι κυνηγοί της Βέροιας μιας και εκτός από το λαγό, τον αγριόχοιρο και την πετροπέρδικα, αυτές τις μέρες βρίσκονται σε πλήρη εξέλιξη τα περάσματα φάσας και τσίχλας.
Με βάση τα παραπάνω, συνιστούμε σε όλους τους κυνηγούς της περιοχής που θα βρεθούν στο βουνό από τις 16 -18 Οκτωβρίου που θα γίνουν οι ρίψεις των εμβολίων από αέρος, αλλά και για διάστημα μίας εβδομάδας μετά από αυτούς, να μελετήσουν προσεκτικά τις οδηγίες που δίνονται τόσο για τους ίδιους όσο και για τα σκυλιά τους, όπως αυτές που αναφέρονται στο ανακοινωθέν.
Θυμίζουμε πως δεν πρέπει να αγγίζετε τα εμβόλια εφόσον τα εντοπίσετε και πως απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή στην επαφή με το σκύλο σας, ο οποίος αν δαγκώσει εν αγνοία μας κάποιο εμβόλιο, είναι πιθανό να φέρει στο σάλιο του ζωντανό τον ιό της λύσσας.
Θεωρούμε απαράδεκτο το να στηρίζεται το αρμόδιο Υπουργείο σε μεγάλο βαθμό για την αντιμετώπιση της λύσσας στους κυνηγούς και να μας απαξιώνει από την άλλη πλευρά με το χειρότερο τρόπο, δηλαδή τη μη έγκαιρη ενημέρωση και τη μη συμμετοχή των κυνηγών και άλλων φορέων σε τοπικό επίπεδο, στις διαδικασίες λήψης των σχετικών αποφάσεων που αφορούν στον τόπο τους, γεγονός που θα αποτελέσει κατά τη γνώμη μας και μία από τις βασικές αιτίες σε ενδεχόμενη αποτυχία του προγράμματος».
Φαντάζομαι τους λαγούς, τους αγριόχοιρους, τις πετροπέρδικες, τις φάσες, τις τσίχλες, τα κυνηγόσκυλα, τις αλεπούδες και τα λοιπά ζώα να χλαπακιάζουν αντιλυσσικά εμβόλια. Ψέματα. Τα φαντάζομαι να χτυπάνε ενέσεις το ένα στο άλλο. Οι αλεπούδες να λένε, «επιτέλους θα δαγκώνω κότες χωρίς να τις κολλάω λύσσα», οι σκύλοι να απαντούν «εγώ τώρα αν δαγκώσω το αφεντικό μου, θα τον κολλήσω;» οι λαγοί να ξύνουν τις αυτούκλες τους απορημένοι που δεν τους πέταξαν ιατρικά γάντια, βαμβάκι και οινόπνευμα, οι αγριόχοιροι να μουγκρίζουν «μη φάτε τίποτα, πριν φάμε εμείς» κι όλα τα πτηνά να κακαριζοτιτιβίζουν κουτσουλώντας ζώα και κυνηγούς.
Ύστερα η φαντασία μου γκαζώνει και βλέπω τα προαναφερόμενα ζώα και πτηνά μαζί με πολλά άλλα που τα ονόματά τους μου διαφεύγουν, να φτιάχνουν αναρχικές ομάδες εναντίον των ανθρώπων, να ξεμπουκάρουν από δάση, σπίτια, κοτέτσια, στάβλους, περιστεριώνες, αιθέρες και να μας επιτίθενται όχι με αντιλυσσικά εμβόλια (αφού η δική μας λύσσα είναι άνοση), αλλά με τα νύχια τους, τα μουσούδια τους, τα φτερά τους, όλες τις ζωώδεις δυνάμεις τους, να καταστρέφουν τις πολιτείες μας, τις βιβλιοθήκες μας, τις αντένες μας, τους πολιτισμούς μας με μια ιαχή θριάμβου.
«Αέρα, καθάρματα, σας σιχαθήκαμε, ήρθε η ώρα των ζώων!»
Και αμέσως βλέπω την υδρόγειο πιο ήσυχη, χωρίς παιδικά παπουτσάκια στον πάτο της θάλασσας.



ΕΚΔΟΣΗ ΤΟΥ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟΥ “ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ"
Δεκαετία του 20 


Ν. ΧΑΝΤΖΑΡΑΣ
Κατάγεται ἀπὸ τὴν Ὕδρα καὶ ζῇ στὸν Πειραιά, ὅπου εἶναι δημοσιογράφος. Ἔχει δημοσιεύση ποιήματα καὶ μελέτες σὲ περιοδικὰ καὶ ἐφημερίδες.


--

ΜΙΚΡΑ ΕΙΔΥΛΛΙΑ

--


4

Πειὰ ἡ φλογέρα σου δὲ θὰ ἠχολήση
Τὴν καρδιὰ μᾶς γλυκὰ νὰ τὴ μεθύση ;

Τὸ τραγοῦδι σύ, καστανὲ τσοπάνη,
Ποιὰ νεράιδα κακιὰ τόχει μαράνει ;

Ἂν ἦταν ἔτσι γλήγορα νὰ σβύση,
Πειο καλὰ νὰ μὴν τόχαμε γροικήσει.






 ----


    Εἶναι γενικὴ ἡ γνώμη πὼς κανένα λογοτεχνικὸ εἶδος δὲν εἶχε στὴν Ἑλλάδα τόση πρόοδο κατὰ τὰ
τελευταῖα χρόνια ὅσην ἡ λυρικὴ ποίηση. Πλῆθος νέοι ποιητὲς παρουσιάστηκαν μὲ ἀξιοσημείωτο ταλέντο κ ἔδωσαν νέο αἷμα στὴν ποίησή μας.
    Σ’ αὐτὴ τὴν Ἀνθολογία προσπαθήσαμε νὰ δώσουμε τὰ πιὸ χαρακτηριστικὰ δείγματα ἀπὸ τὴν ποίηση τῶν νέων μας ποιητῶν, δηλαδὴ ἐκείνων ποὺ πρωτοπαρουσιάστηκαν ἀπὸ τὸ 1900 ὡς τὸ 1920.
    Δὲ μποροῦμε νὰ ποῦμε πὼς οἱ πενήντα ποιητὲς τῆς Ἀνθολογίας αὐτῆς εἶναι οἱ μόνοι νέοι Ἕλληνες ποιητὲς τῶν εἴκοσι αὐτῶν χρόνων. Πιστεύουμε ὅμως πὼς εἶναι οἱ πιὸ χαραχτηριστικοί.
    Στὴν κατάταξη ἀκολουθήσαμε τὴ χρονολογικὴ σειρὰ τῆς πρώτης ἐμφάνιση κάθε ποιητή.







ο Ποιητικός Πυρήνας

σας προσκαλεί
στην παρουσίαση του πρώτου τεύχους
του λογοτεχνικού περιοδικού

θράκα

το Σάββατο 25 Ιανουαρίου και ώρα 19:00
στον όροφο του cafe McOza
(Μητροπόλεως 40 Βέροια)
 στα πλαίσια των εκδηλώσεων
για τα 10 χρόνια λειτουργίας του


JULES SUPERVIELLE
(1884-1960)


Ας είμαστε μόνοι μια στιγμή
Μέσα σ’ ένα κόσμο τυφλών
Εκατομμύρια βλέφαρα
Τριγύρω μας κλειστά



PIERRE REVERDY
(1889-1960)


ΣΚΕΨΕΙΣ ΠΑΝΩ ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ

Η ποίηση είναι αποκλειστικά των ποιητών που γρα-
φουν για τους εαυτούς τους  και για κάποιους προικι-
σμένους με μια αίσθηση που άλλοι άνθρωποι δεν έχουν

*

Ποιητή που λες να βρίσκεται ο σπόρος που ψάχνεις;
Δεν έχεις καμιά τύχη να τον  βρεις. Εσύ είσαι ο σπόρος
του εαυτού σου και οι σπόροι των άλλων δεν είναι για
 σένα ;

*

Η τέχνη και η ποίηση δεν είναι εδώ παρά για να δα-
νείσουν στη φύση αυτό που εκείνη δεν μπορεί να φτιάξει
μόνη της.



PAUL ELUARD
(1985-1952)


Στην Ισπανία

Εάν στην Ισπανία υπάρχει ένα ματωμένο δέντρο
Είναι το δέντρο της ελευθερίας

Εάν στην Ισπανία υπάρχει ένα στόμα φλύαρο
Μιλά για ελευθερία

Εάν στην Ισπανία υπάρχει ένα ποτήρι με δυνατό κρασί
Είναι για να το πίνει ο λαός της



TRISTAN TZARA
 (1896-1963)


ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΝΤΑΝΤΑ

Το τραγούδι ενός ντανταϊστή
που είχε το νταντά μες στην καρδιά
κούραζε πολύ το μοτέρ του
που είχε νταντά μες στην καρδιά

το ασανσέρ κουβαλούσε ένα βασιλιά
βαρύ εύθραυστο φθινόπωρο
έκοψε το μεγάλο του δεξί μπράτσο
και το ‘στειλε στον πάπα στη Ρώμη

γι' αυτό το λόγο
το ασανσέρ
δεν είχε πια νταντά μες στην καρδιά

να φάτε σοκολάτα
πλύνετε τον εγκέφαλό σας
νταντά
νταντά
πιείτε και νεράκι



ROBERT DESNOS
(1900-1945)


ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΠΟΙΗΜΑ

Σ’ έχω τόσο πολύ ονειρευτεί
Έχω τόσο πολύ βαδίσει, τόσο πολύ μιλήσει,
Τόσο πολύ αγαπήσει τη σκιά σου,
Που δεν μου μένει πια τίποτε από σένα.
Μου μένει να είμαι η σκιά μες στις σκιές
Να είμαι εκατό φορές πιο σκιά κι απ’ τη σκιά
Να είμαι η σκιά που θα έρθει και θα ξαναρθεί
μέσα στην ηλιοφώτιστη ζωή σου




Πρίν κάποια χρόνια, είχα γράψει σε μια ιδιωτική ψυχιατρική κλινική, (όχι για να σοκάρω, αλλά για να περάσω πιο ευχάριστα την απραξία με κάνενα hipnocedon) και αυτό γιατί έπληττα ότι «Ο θέος είναι ο πολυέλαιος και ο Χρίστος είναι το λαμπατέρ». Το έκανα ασυνείδητα... Μόνο σε κυριλέ εκκλησίες υπάρχουν πολυέλαιοι, και αυτές παλιές,  και οι πολυέλαιοι με χοντρό κρύσταλλο που κάνει ανταύγες. Στις νεοαναγειρόμενες εκκλησίες δεν ξέρω δεν έχω πάει. Τα λαμπατέρ τα χρησιμοποίουν στα σαλόνια και εγώ στο τελευταίο σαλόνι που πήγα είναι το σαλόνι – χώρος υποδοχής – ενός ψυχίατρου. Λαμπατέρ υπήρχε αλλά δεν ήταν αναμμένο. Αρά εκεί Χριστός δεν υπάρχει, όπως δεν υπήρχε για χρόνια ηλεκτρικό στην Λέρο. Οι εκκλησίες πρέπει να κατεδαφιστούν και στην θέση τους να χτιστούν αραβικού ρυθμού οπιοποτεία με πολυελαίους που να έχουν αντί για λάμπες θέσεις για κεράκια – ύστατη απεικόνιση της ευλάβειας, άχρηστα οπιοποτεία όσο και οι εκκλησίες και τα σαλόνια ψυχιάτρων με λαμπατέρ που δεν λειτουργούν. Στο δωμάτιο που είναι το γραφείοσπιτό μου, δεν παίζει ούτε θεός – ούτε Χριστός, γιατί δεν έχω ούτε πολυέλαιο –ούτε λαμπατέρ, έχω μόνο σποτάκια και αυτά με οικονομικές λάμπες που αχνοφέγγουν. Άρα δεν θα πρέπει το γραφειόσπιτο μου, ένα δωμάτιο όλο και όλο με τζάκι, αλλά χωρίς τουαλέτα –για τσίσα και χοντρά, πάω δίπλα-  να γίνει οπιοποτείο, για λόγους ετερόκλητους μεταξύ τους. Στον τοίχο έχω τον μεγάλο αυνανιστή του Νταλί γιατί μου υπενθυμίζει ότι το να μαλακίζομαι είναι προτέρημα που το έχουν χάσει οι οπιομανείς γιατί δεν τους σηκώνετε. Αρά κανένας τελειωμένος δεν θα μαστουρωθεί στο γραφειόσπιτό μου, γιατί δεν έχει ούτε θεό –ούτε Χριστό, γιατί δεν έχει ούτε πολυέλαιο- ούτε λαμπατέρ, και οι οπιομανείς τους επικαλούνται,  υπάρχει ο μεγάλος αυνανιστής και αυτοί  έχουν τραύμα που δεν καυλώνουνε και επιπλέον το φως από τα σποτάκια δεν επαρκεί για να να κάψουν ομοιόμορφα το όπιο. Στο γραφείοσπιτό μου όμως έχω πίπα όπιου όπως και ένα σελιδοδείκτη από αυθεντικό πάπυρο – δώρο μιας φίλης από ταξίδι της στην Αλεξάνδρεια, που μου το ταχυδρόμησε μαζί με μια κάρτα με φωτογραφία και τυπωμένο χειρόγραφο του Καβάφη. Ούτε τα εγχειρίδια ψυχιατρικής – ούτε ο λόγος του θεού,  έχουν τυπωθεί σε πάπυρο, γιατί το φως από τους πολυελαίους και τα λαμπατέρ ο πάπυρος καταστρέφεται, και δεν θα υπήρχαν εκκλησίες με πολυελαίους και σαλόνια ψυχιάτρων με λαμπατέρ., άλλωστε αυτοί που είχαν πάπυρο πίστευαν στην Ρα.  Επίσης  ούτε το χειρόγραφο από τα Κεριά του Καβάφη είναι χειρόγραφο – εφόσον τυπώθηκε-, ούτε η φωτογραφία του Κ. Π είναι φωτογραφία –είναι απλώς αντίγραφο φωτογραφίας- άλλα μπορείς να δεις τον Καβάφη και το γραφικό του χαρακτήρα.
Τώρα εσείς θα μου πείτε ότι όλα αυτά είναι χυδαία και τρελά, όμοια με τις καυλωτικές ακατανόητες ιστορίες που διάβασε και μαλακιζότανε ο πατέρας μου, στο λαϊκό πορνοπεριοδικό Ακούμπα με...    


Παλιά δεν πήγαινε σε κηδείες. Ήταν μικρή, δεν ήξερε τι σημαίνει θάνατος. Την πρώτη φορά που παρέστη ήταν σε μια ομαδική. Οι γονείς και τα παιδιά που ξεκλήρισε κάποιος Σαμουράι υπηρέτης. Έπαθε τέτοιο σοκ που ορκίστηκε ότι δεν θα ξαναπάει. Ακόμα δεν ήξερε.
Ύστερα από χρόνια αναγκάστηκε να ξαναπάει. Στην αρχή παρατηρούσε ψύχραιμη τα τεκταινόμενα. Μέτρησε δεκαεφτά κηδείες σ’ ένα εξάμηνο. «Η επόμενη κηδεία που θα πάω θα είναι η δική μου, σε άλλων δεν ξαναπατάω» είπε στη φίλη της.
Μπαρούφες. Πήγε σε πολλές. Έχασε το μέτρημα. Κι ενώ πριν παρατηρούσε, τώρα συμμετείχε, κλαίγοντας γοερά ακόμα και σε κηδείες όπου πήγαινε χάριν ευγενείας προς τους ζωντανούς. Έκλαιγε ασύστολα μπροστά σε συγγενείς που την κοιτούσαν παραξενεμένοι. Σε κάποια, η χήρα την πλησίασε και της έριξε ένα χαστούκι, σίγουρη ότι νταλαβεριζόταν με τον νεκρό. Το κλάμα κόπηκε μαχαίρι, έφυγε ντροπιασμένη απ’ το νεκροταφείο, πήγε σπίτι της και ξαναείδε την ταινία ‘Οι εντιμότατοι φίλοι μου’ όπου όλοι μαζί οι ρεμπεσκέδες κλαίνε πάνω απ’ τον τάφο μιας άγνωστης για να τρελάνουν τον άντρα της. Κι όπως γελούσε, αναρωτήθηκε γιατί συμμετείχε σε κηδείες αγνώστων και σπάραζε μπροστά σε τάφους. Ακόμα δεν ήξερε. Δεν ήθελε να ξέρει. Μόνο που αγόρασε αδιάβροχη μάσκαρα και σκληρό μολύβι ματιών, λέγοντας στην πωλήτρια, «θέλω να κλαίω χωρίς να μουτζουρώνομαι».
Κι ύστερα η ζωή της πλημμύρισε φαντάσματα. Και το κλείδωσε το εντός της νεκροταφείο με λουκέτο κι αλυσίδα που τέλειωνε στον αστράγαλό της. Κι αποφάσισε να κλαίει όπου γουστάρει, να γελάει όπως γουστάρει, να αγκαλιάζει τους ζωντανούς της ξέροντας ότι θα τους χάσει όποτε γουστάρουν, ξέροντας ότι δεν θα προλάβει ποτέ να πει όσα σκέφτηκε, να κάνει όσα ήθελε μαζί τους, να τους χαρεί όσο τους αγάπησε. Με μάσκαρα αδιάβροχη.
Και τότε ο Θάνατος έγινε φίλος. Όχι καρδιακός, βέβαια, όχι, αλλά φίλος. Μερικές φορές περπατούσαν μαζί κάτω απ’ τον ήλιο. Άλλοτε τη συντρόφευε στις άυπνες βόλτες της. Καμιά φορά έμπαινε στο σπίτι της και τον έβλεπε να κάθεται στην πολυθρόνα της, να ρουφάει γουλιές απ’ τον καφέ της. Μια φορά τον πέτυχε να παίζει με το σκυλί της. Ήταν πολύ χαρούμενοι και οι δύο. Ο Θάνατος γάβγιζε κεφάτα, μόνο που δεν είχε ουρά να κουνήσει. Του έβαλε να φάει στο πιατάκι του σκυλιού. Τον είδε να πέφτει στα τέσσερα πεινασμένος. Σκέφτηκε πόσο μόνος του ήταν κι αυτός. Του χάιδεψε την πλάτη, έπιασε την καμπούρα του, ένιωσε τον πόνο του. Κοιτάχτηκαν με ευγνωμοσύνη. Χωρίς χαμόγελα. Ο Θάνατος δεν έχει δόντια, ούτε χείλη, ούτε γλώσσα. Ούτε καν πρόσωπο. Αλλά έχει μάτια.
Τώρα που ξέρει, φοράει συχνά μαύρα. Κάνει πρόβες πένθους. Βάζει τυφλές γριές να της τραγουδάνε για άσβηστους έρωτες. Παινεύει ρωσίδες για την ελληνική μαγειρική τους. Επισκευάζει καναπέδες. Θαυμάζει γερασμένα αγόρια. Αγοράζει ρούχα για παιδάκια. Γελάει με κορίτσια που αντί να καρφώνουν καμπαράδες, καρφώνουν δάχτυλα. Ποτίζει ξένους κήπους. Παζαρεύει σε πρακτορεία για μακρινούς προορισμούς. Ερωτεύεται, χωρίζει, ξαναερωτεύεται, φτιάχνει μουρλές φιλίες, βλέπει όνειρα που τα λέει στόχους.
Ο Θάνατος  σε μια γωνία της κορνίζας ενός πίνακα με λουλούδια, την παρατηρεί μισοκλείνοντας τα μάτια. Ένα βράδυ του βάφει με αδιάβροχη μάσκαρα τα ξασπρισμένα βλέφαρα. Ω, τσιτσόρνια.


Οι άγγελοι είναι δύστροποι.
Λαθρεπιβάτες είναι επουράνιων μετοικήσεων, μικρών θαλάμων
στη δίνη του αέρα, αρμενίζουν στον ούριο άνεμο της ομιλίας.
Άγγελοι από αραμίθιο :κόκκινες μπάλες μπιλιάρδου που πλέουν στ΄ανοικτά.
Τα πυρίμαχά τους φτερά μοιάζουν ψιθύρισμα ζητωκραυγών, όταν βουίζουν.
Οι άγγελοι είναι η απόλυτη εσωτερικότητα. Τρομερά τρυφεροί.
Τρομερά.
Τρυφεροί σαν τις ορέξεις μιας γυναίκας συγκρατημένες από μια φουρκέτα.
Σαν κάποιον νέο άντρα με μορφή αναστεναγμού
που πνέει κατά μήκος μιας ακτής μέχρι να σβήσει στο βάθος.
Σαν τις κεραίες πεταλούδας ωχρής (μπροστά στον ανοικτό φούρνο
μικροκυμάτων).
Οι άγγελοι έχουν ονόματα χρωμάτων.
Χρώματα από τα εργοστάσια μιας πρότερης ένθερμης πίστης.
Νεύματα στοιχείων !
Tα φτερά και η κίνηση των φτερών αναμεταδίδονται χωριστά.
Καθημερινά ένα δισεκατομμύριο εικόνες.
Ποιό χρώμα έχει ποιό χρώμα ποιό χρώμα;
Κόκκινο ή κόκκινο. Ο Μαρκ Τσούκερμπεργκ αποφασίζει !
Οι άγγελοι είναι πανκ με πίρσινγκ στα μάτια
ξαπλωμένοι μπροστά στις πύλες του facebook
με σκυλιά που αλυχτούν.
Μα είναι εδώ το Τώρα τώρα για μια στιγμή επιτέλους αιώνιο;




----



Ο Γκέρχαρντ Φάλκνερ γεννήθηκε το 1951 και ζει ως ποιητής, συγγραφέας, δραματουργός, δοκιμιογράφος και μεταφραστής στο Βερολίνο και στη Βαυαρία. Είναι ένας από τους σημαντικότερους Γερμανούς ποιητές.Το 2008 ο Φάλκνερ έλαβε το βραβείο Kranischstein και το βραβείο August Graf von Platen, ενώ το 2010 η Νυρεμβέργη τού απένειμε το Βραβείο της Πόλης. Το 2009 τιμήθηκε με το βραβείο Peter Huchel.


Στο βιβλίο που έλαβα σήμερα (αυτή η ευτυχία της αλληλογραφίας με ακολουθεί και στη Λάρισα), ο αγαπητός ποιητής έχει διορθώσει με μαύρο μαρκαδοράκι τα τυπογραφικά λάθη, και όχι μόνον αλλά με ένθετο σημείωμα ζητάει και συγγνώμη για τον «δαίμονα του τυπογραφείου». Θα έλεγα πως πρώτον, δεν διορθώνουμε το τυπωμένο κείμενο (οι διορθώσεις βγάζουν…μάτια, χώρια που πολλά από αυτά που βλέπει ο δημιουργός, δεν τα βλέπει ο αναγνώστης, με αποτέλεσμα να δει με αυτόν τον τρόπο κι ο ανυποψίαστος τα λάθη μας), και δεύτερον, δεν επικαλούμαστε τον δαίμονα ποτέ (αν δεν έχουμε προσευχηθεί πρώτα στον άγγελο, που είναι ο επιμελητής των εκδόσεων).
Γνωρίζω φίλους συγγραφείς που έπεσαν να αρρωστήσουν επειδή το βιβλίο τους δεν έτυχε καλής φροντίδας από τον επιμελητή, ή επειδή ο εκδότης δεν επιμελήθηκε στοιχειωδώς το κείμενό τους. Προσωπικά, δεν μ’ ενδιέφεραν ποτέ οι αβλεψίες στα βιβλία μου.
Οι τεχνίτες που υφαίνουν τα πανάκριβα χαλιά μπουχάρα, επειδή δεν τους επιτρέπεται να κάνουν ούτε ένα λάθος από τους αγοραστές στη Δύση, κάνουν πάντα δυο-τρεις στραβοβελονιές από την ανάποδη, γιατί δεν τους επιτρέπεται από τον Αλλάχ να βγάλουν ένα τέλειο έργο. Τα ανθρώπινα χέρια δεν μπορούν να φτάσουν την τελειότητα. Το τέλειο των ανθρώπων αποτελεί ύβρη για τον Ύψιστο.
Μην προσπαθείτε λοιπόν, να διορθώσετε τα λάθη σας, γιατί το μόνο που επιτυγχάνετε είναι να τα καταστείσετε εμφανή. 



εκδόσεις Vakxikon.gr



Το εξαφανισμένο παιδί



Ένα-δύο-τρία φόρα πήραν, βούτηξαν με τη λαχτάρα στο στόμα και τ’ αλάτι της θάλασσας στον ουρανίσκο.

Κοντά τους πήγα να τρέξω, μα χάρτινα τα πόδια και

διαλύθηκα.

Φώναξα «παίξτε με κι εμένα, παίξτε με!» όμως απέμεινα με τη λαχτάρα στο στόμα και τ’ αλάτι των δακρύων στον ουρανίσκο.

Όλα ήταν στη θέση τους: το γαλάζιο, τα βραχάκια· ακόμα και των φυκιών
το ιριδίζον, απαράλλαχτο το χρώμα.

Μα η αναπνοή, η αναπνοή μου, η πιo βαθιά φουρτούνα
κι εγώ, ανυπόστατη αγορίστικη ιδέα,

το τίποτα.



Ανάδελτα



Χιλιόμετρα χρυσής άμμου
βάθος μαύρων νερών,
επιφάνεια.

Σώμα μεταβλητό
εγώ
στο χώρο
ψυχή μου,

αμετάβλητη.



Διάλογος



«Σου αρέσει να σε πιάνω;»
«Μου αρέσει.»
«Σου αρέσει όμως περισσότερο ν’ αγγίζεσαι μονάχη και να λυπάσαι. Το έχω καταλάβει. Είναι όμως, ευχαρίστηση ή ο αυνανισμός της θλίψης;»
«Είναι η ευχαρίστησή μου μέσα σε μια οδύνη. Πιάσε με όμως, πιάσε με, μου αρέσει όταν με πιάνεις», είπε η ξανθιά κοπέλα.
«Ξάπλωσε το κεφάλι σου και θα σε πιάσω», κι έγειρε στα πόδια της άλλης.
«Η ικανοποίηση τώρα πια υποκρύπτει τη θλίψη διότι στην κάθε πράξη καταφθάνει το τέλος, στην κάθε κουβέντα, στο φιλί, στην κάθε σεξουαλική ορμή. Στην πρώτη ζωή η ευχαρίστηση ερχόταν στα κρυφά, και το μυστικό εκείνο δεν είχε τέλος. Και δεν είχε τέλος διότι ήταν μυστικό. Στη δεύτερη ζωή, όλα φανερώθηκαν. Τα στήθη μπροστά στα μάτια σου, τα στήθη στα περιοδικά. Στήθη, παντού στήθη. Η ευχαρίστηση έπαψε να είναι πια κρυφή. Είχε τέλος.»
Κι έμπλεξε τα χέρια στα χρυσά μαλλιά της, με μια παρηγοριά να στάζει από τις άκρες των δακτύλων. Τη φίλησε.
«Σου άρεσε;»
«Μου άρεσε.»
«Μην το πεις.»
«Δεν θα το πω.»
«Να μην το καταλάβει κανένας.»
Τράβηξε το κεφάλι της κοπέλας από τα πόδια της. Σηκώθηκε και στάθηκε στο παράθυρο. Έξω υπήρχε μια παιδική χαρά. «Τα κορίτσια ακόμα παίζουν, τα αγόρια ακόμα παίζουν. Τι όμορφα φορέματα που φορούν τα κορίτσια, τι όμορφα τα εφηβικά αγορίστικα μπράτσα. Πόσο ανεπαίσθητα γερνά ο άνθρωπος και πόσο η κάθε του στιγμή βαδίζει προς το τέλος. Πόσο γρήγορα συμβαίνει· μα και από την άλλη, μοιάζει τίποτα να μην προχωρά, να μη μεγαλώνει. Μήτε οι άνθρωποι, μήτε οι συνήθειές τους. 
Κι αν σου έλεγα τώρα πως είμαι αυτό το κορίτσι εκεί πέρα και πως φορώ αυτό το όμορφο φόρεμα; Τι θα έλεγες;»
Έγειρε την κουρτίνα. Το φως λιγόστεψε. Άφησε το φόρεμά της να πέσει στο πάτωμα. Προχώρησε και κάθισε στον καναπέ. Αγγίχτηκε κι έμοιαζε σαν πρώτη φορά. Η άλλη γυναίκα απουσίαζε. Έμεινε μόνη. Αυτή και οι παιδικές φωνές πίσω από την κουρτίνα.

Ακούραστος πολέμιος των δικτατοριών

Την τελευταία του πνοή άφησε σε ηλικία 83 ετών ο αργεντινός ποιητής Χουάν Χελμάν, ο οποίος είχε τιμηθεί με το βραβείο Θερβάντες το 2007, αλλά και το βραβείο Ρέινα Σοφία ιβηρο-αμερικανικής ποίησης το 2005.

Ο Χελμάν πέθανε στο Μεξικό όπου είχε εγκατασταθεί τα τελευταία 20 χρόνια, τελευταίο σταθμό της μακράς εξορίας του μετά το πραξικόπημα του 1976 στην Αργεντινή.

Η εφημερίδα Milenio του Μεξικού, στην οποία ο ποιητής διατηρούσε στήλη, ανακοίνωσε ότι ο Χελμάν πέθανε στο σπίτι του αλλά δεν διευκρίνισε τα αίτια του θανάτου του.

Ακούραστος πολέμιος των δικτατοριών της Λατινικής Αμερικής, θεωρείται ένας από τους σπουδαιότερους ισπανόφωνους ποιητές.

Η ζωή του σημαδεύτηκε από τη δολοφονία του γιου του Μαρσέλο στη διάρκεια της στρατιωτικής δικτατορίας στην Αργεντινή (1976-1983) και την εξαφάνιση της νύφης του Μαρία Κλαούντια Γκαρσία.

Το λογοτεχνικό του έργο που περιλαμβάνει τις συλλογές Βιολί και άλλα θέματα και Γκοτάν.




Τι είμαι τέλος πάντων

Τι είμαι τέλος πάντων παρά ένα παιδί, ευχαριστημένο με τον ήχο του ίδιου μου του 
ονόματος;
Επαναλαμβάνοντας το ξανά και ξανά’
Στέκομαι παράμερα να ακούσω- ποτέ δεν με κουράζει.

Σε σένα το όνομά σου ομοίως’
Νόμισες πως δεν υπάρχουν παρά δυο ή τρεις προφορές στον ήχο του ονόματός σου;



Σε σένα

Άγνωστε/η, αν περνώντας με συναντήσεις και θελήσεις να μου μιλήσεις,
γιατί να μη μου μιλήσεις;
Και εγώ γιατί να μη σου μιλήσω;



Όλα είναι αλήθεια

Α εγώ, άνθρωπος χαλαρής πίστης επί μακρόν
Στεκόμενος σε απόσταση, αρνούμενος τα μέρη επί μακρόν,
Μονάχα ενήμερος σήμερα για τη συμπαγή όλως διαχέουσα αλήθεια,
Ανακαλύπτοντας σήμερα πως δεν υπάρχει ψέμα ή μορφή ψέματος,
Και δεν μπορεί να υπάρξει, αλλά μεγαλώνει τόσο αφεύκτως πάνω στον εαυτό του όσο κι η αλήθεια επάνω στον εαυτό της,
Ή όπως κάνει κάθε νόμος της γης ή κάθε φυσική παραγωγή της γης.
(αυτό είναι περίεργο και ίσως να μη γίνει άμεσα αντιληπτό, αλλά πρέπει να γίνει αντιληπτό,
Νιώθω μέσα μου πως αναπαριστώ τα ψεύδη εξίσου με τα υπόλοιπα,
Και πως το σύμπαν κάνει το ίδιο.)

Πού έχει αποτύχει μια τέλεια επιστροφή αδιάφορη για ψέματα ή για αλήθεια;
Στο έδαφος ή στο νερό ή στη φωτιά; Ή στο πνεύμα του ανθρώπου; Ή στο κρέας και στο αίμα;

Διαλογιζόμενος ανάμεσα σε ψεύτες και υποχωρώντας αυστηρώς μες στον εαυτό μου,
Βλέπω πως στο κάτω-κάτω δεν υπάρχουν ούτε ψεύτες ούτε ψέματα,
Και πως τίποτε δεν αποτυχαίνει στην τέλεια επιστροφή του, και πως αυτά που καλούνται ψέματα είναι τέλειες επιστροφές,
Και πως κάθε πράγμα ακριβώς αναπαριστά τον εαυτό του και ό, τι έχει προηγηθεί, και πως η αλήθεια τα περιλαμβάνει όλα, κι είναι συμπαγής όσο συμπαγής είναι ο χώρος,
Και πως δεν υπάρχει ψεγάδι ή κενό στο σωρό της αλήθειας- αλλά πως όλα είναι αληθινά χωρίς εξαίρεση’
Και ως εκ τούτου θα πάω να γιορτάσω ό, τι βλέπω ή είμαι,
Και θα τραγουδήσω και θα γελάσω και δε θα αρνηθώ τίποτα.



Ο ποιητής Θανάσης Βενέτης έφυγε από τη ζωή, την Κυριακή, ύστερα από πολύμηνη νοσηλεία, σε ηλικία 78 ετών.

Γεννημένος το 1936 στο Δομοκό Φθιώτιδας, ο Θανάσης Βενέτης μεγάλωσε στη Λαμία. Πτυχιούχος της Νομικής Σχολής και του Παντείου Πανεπιστημίου ασχολήθηκε με την ποίηση και τη λογοτεχνική κριτική. Υπήρξε μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων, της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών και της Εταιρείας Γραμμάτων και Τεχνών Πειραιά.

Στη λογοτεχνία εμφανίστηκε με την ποιητική συλλογή «Με φτιαγμένα ζάρια» (1976).
Ακολούθησαν: «Παρίσταται» (1981), «Αραχναία νήματα» (1984), «Τα προσωπεία» (1985), «Κυρίως με φως» (1989), «Φωτεινός πίνακας» (1989), «Σύνεργα απατεώνος» (1993), «VOL 43%» (1994), «Ωσεί παρών» (1997), «Αναψηλάφηση μέλλοντος» (2001). Η ποιητική παραγωγή του συγκεντρώθηκε στη συλλογή «Τα προσφιλή, 1976-2001» (2003).Τελευταία συλλογή του ήταν τα ποιήματα «Στην ενέδρα του θαύματος» (2008).

Ποίησή του έχει δημοσιευτεί στα περιοδικά η Λέξη, Νέα Εστία, Γράμματα και Τέχνες, Ελίτροχος, Εμβόλιμο, Νέα Πορεία, Πόρφυρας κ.ά.. Πολλά ποιήματά του, επίσης, έχουν συμπεριληφθεί σε ανθολογίες και έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά.

Το 1984, ο Θανάσης Βενέτης τιμήθηκε με το πρώτο βραβείο της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών για την ποιητική συλλογή «Αραχναία Νήματα». 

Το τελευταίο αντίο στον Θανάση Βενέτη, από συγγενείς και φίλους, θα δοθεί αύριο, Τρίτη 14 Ιανουαρίου, στις 12.30 μ.μ. στο Α’ νεκροταφείο.


πηγές:
www.in.gr
Newsroom ΔΟΛ, με πληροφορίες από ΑΠΕ-ΜΠΕ


Το να είσαι εδώ πολύ είναι

Οι μούσες σού υφάνανε με τα πυκνά μαλλιά τους
ένα δίχτυ να το απλώσεις στο χρυσό φώς
στη μουσική του τη μυστική φωνή του
ανοίγει το εδώ με το πέραν
αίσθηση του τωρινού σε αρχαία πέτρα
τον ερημωμένο από τά πυρηνικά τάφο
ενώνει με τους τάφους εκεί αναπαυμένα
η καρδιά προσδοκά στέκει τανύπτερη
είναι μια τεταμένη χορδή μια ψυχή
διαρκές φτερούγισμα πάνω από τα νερά του δέλτα
εφήμερο είδος, τι αγωνιάς;

Στο λίκνο όπου ανάθαλλε έκαιγε στις φλέβες νέος πυρετός
στένεψε ετότε βλέμμα ρυθμός στο δεινό της αντίφασης 
στο αβέβαιο χαλί ολίσθησε η αμφιθυμία
Η ζωή ποτέ δεν χάνει το θάνατο από τα μάτια της
κάθε μέρα τον δοκιμάζει 
Παραξενεύει η ματιά μπροστά στα νωπά μνήματα 
και πάλι ορθώνεσαι
σε μια εικόνα πάνω γυρεύεις να αναπαυτείς
του αγγείου το ράγισμα ακολουθείς δελεασμένος
νυχτερίδα στη θέση αγγέλου ψαύεις 
Το επίμονα καρτερείν είναι για δυνατούς λύτες

Το άγγελμα που κλήτευες στα βάθη ζητάς
να χωρέσει το αίσθημά σου τη μουσική
στις φτερούγες από πέτρα

Ανεβαίνουν γεννιές την κλίμακα
η κληματίδα δένει τσαμπί ηλιοφόρο

Βέβαιη ύπαρξη δυνάμεις 
με κρυφή ενέργεια μυούνε στο νόημά σου γή
αθώρητα, εράσμιες φωνές μέσα στη φωνή μας
εμάς που είμαστε ομολογία ξενότητας
εγκώμιο χαρισάμενο στο σκαιό καμπύλο γραμμών μοιραίων
σημαίνει να πιαστείς από βάθη από ύψη 
τα αλίκτυπα πλάτη τις λαγόνες τους

Τα αποτυπώματά μας στο κατώφλι γνωρίζει το σπίτι 
και μάς δέχεται, ειδάλλως εντός μας θα το νιώθαμε;
Σαν χέρι μας αγκαλιάζει κι όταν το βλέμμα
στρέφουμε έξω, είμαστε εμείς σπίτι που βλέπει
στην προσδοκία ,στο απέραντο πετάει η ματιά
η φύση εκδέχεται το σχήμα μας, σφραγισμένη την εικόνα μας

Σαν να στάθηκε στα πόδια του εκεινά 
ο τρίποδας με το αίνιγμα του είναι 
το διαγραμμένο ίχνος του «ου φονεύσεις»
αχνοφαίνεται κάτω από τις ερπύστριες
η τεχνική με την τεθωρακισμένη της θωριά
χλευάζει τον αποσυρμένο στα δύσβατα
οίκος των αίνων βαθύς των θρήνων λυγμός,
συναλγούν ξεναγούν περιάγουν το άλγος,
το ανερχόμενο αίσθημα περιθάλπει τα πεσμένα
στο ταραγμένο της αγωνίας ψυχομαχητό.
Η μοίρα μας ως όφειλε μίτο έχει δέσει στον αφαλό της γης. 

(Είναι μια πτώση εντός του έργου. Πένθιμη αίγλη
στο πιο μαύρο φώς
η κλονισμένη δύναμη Τέχνη και Θάνατος στην ίδια 
μεμβράνη του Ερεβώδους 
Δεν έχουμε τη ζωή έχουμε την κίνηση της ψυχής
κι έχουμε από τη μορφή θανάτου ένα άλλο αίνιγμα.
Λυμένο όσο το αίνιγμα της τέχνης.
_____________

Τη στιγμή που οι μούσες λύνουν τα μαλλιά τους 
αναρριχάται ο στίχος φρυγμένος στον πόνο.) 

Απέραντη τώρα είναι η αγκάλη της απουσίας 
η Κυριακή μαζεύει λιανά χαμόκλαδα στο απόβραδο
πικρό δάκρυ γλιστρά στην τρυφερή καμπύλη της παρειάς
όπως στάλα βροχής στην επιφάνεια εικόνας
όλο το πρόσωπο χυμένη ομορφιά

Τη στιγμή που έμαθε να φτιάχνει κοφτερή λεπίδα
έμαθε και πώς να την ακονίζει
την τελευταία κίνηση της χαρίζει
να αποτελειωθεί

Από φοβερή αθέατη σχισμή το πέλαγος
τινάζει ψηλά σαγηνεμένο το φεγγάρι
σκιρτά κλαδί στο μεταφυσικό αεράκι
του απείρου οι συγκλονισμοί


4.12.’13
ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA