Κατερίνα Μαλακατέ, Η απλή μέθοδος των τριών (διήγημα)

«Ποίηση στη σχάρα» του Πέτρου Γκολίτση: ο ποιητής και δοκιμιογράφος Κώστας Δεσποινιάδης

Μια κριτική προσέγγιση στο «Πέρασμα» του Κωνσταντίνου Τζαμιώτη, της Εύης Κουτρουμπάκη

«Sturm und Drang» του Γιώργου Λίλλη: Gottfried Benn, Ποιήματα

«7» του Ζαχαρία Στουφή: Καλοκαιρινός ποιητής

Η Θράκα θυμάται: Τάκης Παπατσώνης, Όνειρο στην άπνοια (Εκλογή Α', Ursa Minor, Β' 'Εκδοση, Ίκαρος 1988)
ΕΚΔΟΣΗ ΤΟΥ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟΥ “ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ"
Δεκαετία του 20 


ΑΡΙΣΤΟΣ ΚΑΜΠΑΝΗΣ
Κατάγεται ἀπὸ τὴ Σίφνο, ἐγγενήθηκε στὸν Αἳ Γιάννη τὸ Ρέντη (μεταξὺ Ἀθήνας καὶ Περαία) καὶ ζῇ στὴν Ἀθῆνα. Ἀπὸ τὸ 1900 ἐδημοσίευσε ποιήματα καὶ κριτικὲς σὲ περιοδικά. Ἐξέδωκε καὶ τὸ φιλολογικὸ περιοδικὸ «Πάν». Πολλὲς μεταφράσεις του ἀπὸ τὰ Ἰταλικά, Γαλλικὰ καὶ Ἀρχαία Ἑλληνικὰ ἐβγήκαν σὲ βιβλία. Τὰ ποιήματά του ἐβγήκαν σὲ τόμο μὲ τὸν τίτλο «Προσφορὰ στὸν Ἥφαιστο». Τώρα ὁ Καμπάνης εἶναι διευθυντὴς τῆς ἐφημερίδας «Πρωτεύουσα».

---
ΩΡΕΣ ΓΛΥΚΕΣ
---

Ὧρες γλυκὲς τῆς σιωπῆς στὸ ἀπόμερό το σπίτι
ποῦ δὲν τὸ φθάνει ὁ ἀντίλαλος τῆς ἄσχημης ζωῆς,
ἐρρέατε ὅπως τὸ νερὸ τῶν ποταμῶν καθάριες
καὶ τὴ σοφὴ γαλήνη σας δὲν τάραξε κανείς.

Τολίγο φῶς ὡς ἔπεφτε στὸ σπίτι μέσα ὡραῖο,
ἐφώτιζε τὴν ὄψι σου τὴν ἄρρωστη, ὢ ἐσύ,
ποῦ ἡ ἐμορφιά σου ἀμάραντη ν’ ἀνθίζῃ θέλω πάντα
καὶ νὰ προσφέρῃ πάντοτε μιὰ νέα ζωὴ κι ‘ αὐγή,

Ὧρες γλυκές, ἀτάραχες στὸ σιωπηλό το σπίτι,
στὸ ἡμίφως σας καὶ τὴν λεπτὴ ὀλίγη σας χαρά,
ξανανθισε ἡ ἀγάπη μου κι ἐσκόρπισε τὸ ἐγώ της
ὡσὰν τραγοῦδι κι ἄρωμα γύρω ἀπὸ μιὰ ὠμορφιὰ




 ----


    Εἶναι γενικὴ ἡ γνώμη πὼς κανένα λογοτεχνικὸ εἶδος δὲν εἶχε στὴν Ἑλλάδα τόση πρόοδο κατὰ τὰ
τελευταῖα χρόνια ὅσην ἡ λυρικὴ ποίηση. Πλῆθος νέοι ποιητὲς παρουσιάστηκαν μὲ ἀξιοσημείωτο ταλέντο κ ἔδωσαν νέο αἷμα στὴν ποίησή μας.
    Σ’ αὐτὴ τὴν Ἀνθολογία προσπαθήσαμε νὰ δώσουμε τὰ πιὸ χαρακτηριστικὰ δείγματα ἀπὸ τὴν ποίηση τῶν νέων μας ποιητῶν, δηλαδὴ ἐκείνων ποὺ πρωτοπαρουσιάστηκαν ἀπὸ τὸ 1900 ὡς τὸ 1920.
    Δὲ μποροῦμε νὰ ποῦμε πὼς οἱ πενήντα ποιητὲς τῆς Ἀνθολογίας αὐτῆς εἶναι οἱ μόνοι νέοι Ἕλληνες ποιητὲς τῶν εἴκοσι αὐτῶν χρόνων. Πιστεύουμε ὅμως πὼς εἶναι οἱ πιὸ χαραχτηριστικοί.
    Στὴν κατάταξη ἀκολουθήσαμε τὴ χρονολογικὴ σειρὰ τῆς πρώτης ἐμφάνιση κάθε ποιητή.




1. Στην ποίηση μπορούμε να μιλάμε για όλα. Όταν μιλάμε για τη λογοτεχνία, και ιδιαιτέρως για την ποίηση, είναι πάντα επικίνδυνο να αναφερόμαστε στην «υποχρέωση της για επικοινωνία». Σίγουρα, ή λογοτεχνία επικοινωνεί. Κι ένας συγγραφέας, ένας τεχνίτης του λόγου, έχει επαυξημένες δυνατότητες επικοινωνίας. Όμως, στη συγκεκριμένη περιοχή της σύγχρονης ποιήσεως εκείνο που μετράει είναι πλέον η ρήξη με τις συνηθισμένες πρακτικές του ομαδοποιημένου στυλ, που αυτοαναπαράγεται έτσι όπως καθορίζεται στο εσωτερικό μιας απολύτως κλειστής συντροφιάς. Το γεγονός πως αυτή η ομάδα αποτελεί εδώ και πολύ καιρό το μοναδικό κοινό της ποιήσεως, ένα κοινό από ποιητές ή επίδοξους ποιητές και μελετητές, έχει απαξιώσει το συγκεκριμένο λογοτεχνικό είδος.
Η αδυναμία, η ανεπαρκής επικοινωνία, η δυσκολία ή πιο καλά, η νοηματική σύγχυση στην πλειοψηφία της σημερινής ποιήσεως, προέρχεται από το γεγονός ότι εκείνη η μικρή συντροφιά των φιλαναγνωστών υποκρίνεται πως καταλαβαίνει, ή αποδέχεται πως δεν λέγεται τίποτα σχεδόν και πώς δεν υπάρχει τίποτα να καταλάβει.
Αυτό ακριβώς είναι το παράδοξο: η αφασία γίνεται αποδεκτή δογματικά ως σημαίνουσα, αφού η δυσκολία δεν δημιουργεί τριβές και δυσχερή προβλήματα επικοινωνίας, αλλά αντιθέτως τα εκμηδενίζει, τα υπερπηδά. Αποκλείοντας από την ποιητική γλώσσα μια ολόκληρη σειρά από τις γλωσσικές λειτουργίες που διευκόλυναν την κατανόηση και την επικοινωνία, η ποίηση δεν διατρέχει πλέον κανέναν κίνδυνο. Η ύπαρξη της γίνεται υποθετική, εικονική, εμβρυακή κι αμφισβητήσιμη. Ο κώδικας της απουσίας του νοήματος πλέον οριστικοποιήθηκε. Η απουσία της σημασίας σήμερα, όπως εδώ κι αρκετό καιρό, είναι ένας από τους κύριους παράγοντες που δημιουργούν μεταξύ υποτιθέμενων ποιητών και κριτικών ένα είδος συνενοχής και αλληλοσυγκάλυψης.
Η ποίηση δεν αντιμετωπίζει κανένα από τα θέματα πού βρίσκονται έξω από το χώρο της: δεν έρχεται αντιμέτωπη με καμία άλλη έκφραση τέχνης και πολιτιστικό χώρο. Η αξία της ποιητικής παραγωγής των τελευταίων είκοσι χρόνων (αναφέρομαι στους συγγραφείς που είναι μεταξύ τριάντα και πενήντα χρονών), είναι αρκετά περιορισμένη και παραμένει αδιάφορη από αυτήν ακριβώς την έλλειψη επιθυμίας και διάθεσης για επικοινωνία. Πρόκειται συνήθως για ψευτο-ποιητές (φο-ποιητές), πού επιχειρούν να γίνουν αποδεχτοί αποφεύγοντας απλώς να κάνουν κάτι που θα τους οδηγούσε στην απόρριψη.
Βεβαίως, στην ποίηση υπάρχουν περιοχές δύσκολες και σκοτεινές, γιατί η λογοτεχνία αποτελεί επίσης μία πρόκληση ενάντια στον επίσημο και καθιερωμένο λόγο. Πιστεύω όμως πως σήμερα το ποιητικίζον ιδίωμα έφτασε σε έσχατα όρια, καταγέλαστα όρια, και διαφαίνεται η επιστροφή, εάν μπορούμε να την επιτύχουμε, να μιλήσουμε μέσα από την ποίηση για όλα, χωρίς προκαταρκτικούς περιορισμούς. Εξάλλου, η καλύτερη ποίηση των προηγούμενων γενεών το είχε επιτύχει: από τον Pasolini και τον Caproni ώς τονSereni... Θα ήταν ευχής έργο να ξεκινούσαμε από το μηδέν, χωρίς να αποκλείουμε a priori καμιά μορφή ποιητικού λόγου και κανένα χώρο εμπειρίας.

2. Να ξαναδιαβάσουμε το μοντέρνο. Οι συζητήσεις για το μεταμοντέρνο δημιούργησαν μόνο σύγχυση και τίποτα περισσότερο. Ωστόσο, θα μπορούσε να πει κανείς, πως προϋπήρχαν σαφείς ενδείξεις ότι σ’ αυτό το δεύτερο ήμισυ του αιώνα γεννήθηκε κάτι καινούργιο και ότι κάτι συνέβη στο μοντέρνο: είτε ως θεωρητική άποψη, είτε ως μια σειρά έργων του, γνωρίζαμε ή πιστεύαμε πώς κατέχουμε σχεδόν τα πάντα γι’ αυτό. Το μοντέρνο δεν αποτελούσε πλέον μια τραυματική εμπειρία, είχε απορροφηθεί ή μεταβολιστεί από την ακαδημαϊκή κριτική, είχε γίνει κοινός τόπος, σύμβαση, κανόνας!…
Πιστεύω ωστόσο πως αντιθέτως, πέρα από πάμπολλες επιγραφές και θεωρητικοποιήσεις, το μοντέρνο παραμένει ακόμη ανοικτό πρόβλημα. Τα βιβλία είναι πάντα εκεί και περιμένουν να τα διαβάσουμε ή να τα ξαναδιαβάσουμε χωρίς προκαταλήψεις. Το μοντέρνο παραμένει ο ορίζοντας μας. Εάν το λησμονήσουμε, αν ξεχάσουμε πως ό κόσμος μας, ο δικός μας τρόπος ζωής και σκέψης, όλος μας ο πολιτισμός, προέρχεται από το δεύτερο ήμισυ του 1700 —είναι δηλαδή προϊόν του Διαφωτισμού και της βιομηχανικής επαναστάσεως— αν το ξεχάσουμε, τότε θα περιπέσουμε σε εκείνες τις κωμικές μεταμφιέσεις που μας παρακινούν να πιστέψουμε πως είμαστε σύγχρονοι με την κλασική Ελλάδα ή με τον Μεσαίωνα. Όλα αυτά που μπορούμε να καταλάβουμε και να αφομοιώσουμε από τους πολιτισμούς πριν από το μοντέρνο, προέρχονται από το μοντέρνο: η φιλολογία, η αίσθηση της Ιστορίας, η σχετικότητα των πολιτισμών, η απουσία της «πίστεως», η αναγκαιότητα κριτικού πνεύματος, η ανάγκη να παραθέσουμε τη μια δίπλα στην άλλη ετερογενείς πολιτιστικές παραδόσεις. Δεν μπορούμε να επιστρέψουμε στους προσωκρατικούς φιλοσόφους, δεν μπορούμε να οικειοποιηθούμε τη μυθική σκέψη, δεν μπορούμε να επαναφέρουμε στη ζωή μας τον Θωμά τον Ακινάτη ή τον μυστικισμό του. Είναι πράγματα που μας ενδιαφέρουν, αλλά αν πιστεύουμε πως μπορούμε να τα οικειοποιηθούμε άμεσα, λησμονώντας την κατάσταση που δημιούργησε το μοντέρνο, τότε καταλήγουμε στο «κιτς», την παρενδυμασία.
Η αγορά της τέχνης, η πολιτιστική βιομηχανία, η παραγωγή και το εμπόριο των περιεχομένων της συνειδήσεως, η παρουσία των μεγάλων κρατικών πολιτιστικών θεσμών, όπως το Σχολείο π.χ. και το Πανεπιστήμιο, είναι αυτά που καθορίζουν τη μορφή που έχουν οι σχέσεις μας με τους ξένους και διαφορετικούς πολιτισμούς.
Όπως είπα, πρέπει να απελευθερώσουμε το μοντέρνο από τον λαϊκισμό και τον σχολαστικισμό που τείνουν να αδρανοποιήσουν τη μοντέρνα πολιτιστική πρακτική: την αποδραματοποιούν και μας κάνουν να ξεχνάμε πως ένα μεγάλο μέρος της λογοτεχνίας και της φιλοσοφίας, τους τελευταίους δύο αιώνες, ήταν ένας αγώνας ενάντια στο κράτος και στην ελεύθερη αγορά, ενάντια στην έκπτωση της κουλτούρας σε απλό αντικείμενο συναλλαγών και μελέτης.

3. Πολιτιστικοί λειτουργοί. Το μοντέρνο δεν πρέπει να ταυτίζεται με τις πρωτοπορίες, με την ενστικτώδη απελευθέρωση της γενετήσιας ορμής και της φαντασίας, με τη διδακτική αισθητική σε επίπεδο νηπιαγωγείου. Οι μεγαλύτεροι σύγχρονοι συγγραφείς, σαν τον Kafka, τον Svevo, τον Ρroust, τον Εliot, τονCelin, τον Gadda και τον Μοntale, δεν είχαν καμία σχέση με τις κατασκευασμένες πρωτοπορίες, τα ομαδικά μανιφέστα. Είναι μεμονωμένοι, πηγαίνουν αντίθετα στο ρεύμα, εμπιστευόμενοι μόνον τις δικές τους δυνάμεις. Ριψοκινδυνεύουν τη χρεοκοπία ως ατομικές μονάδες. Δεν εντάσσονται σε ομάδες για να αισθανθούν προστατευμένοι, όπως οι υπερρεαλιστές, οι φουτουριστές και πάει λέγοντας.
Σήμερα αναρωτιόμαστε συχνά, γιατί οι διανοούμενοι έχουν χάσει το κύρος και την πνευματική τους βαρύτητα. Πιστεύω πως φταίει το γεγονός ότι έγιναν υπάλληλοι της κουλτούρας, λειτουργοί που λαδώνουν τα γρανάζια (ανύπαρκτα πολλές φορές), της πολιτιστικής μηχανής. Δεν επεξεργάζονται τις ιδέες και τις εικόνες του κόσμου, ριψοκινδυνεύοντας προσωπικώς να συγκρουστούν με την κοινωνία στην οποία ανήκουν. Τουλάχιστον, κάτι τέτοιο συμβαίνει πολύ σπάνια. “Ίσως γιατί ή πλειοψηφία των σημερινών διανοούμενων (αν και ο ορός διανοούμενοι θα έπρεπε να επαναπροσδιοριστεί), η κουλτούρα δεν βιώνεται ως κάτι το επιτακτικό. Στην Ιταλία έπειτα, οι διανοούμενοι είναι πολύ συχνά αριβίστες σε κοινωνικό επίπεδο, αλλά στο πνευματικό και πολιτιστικό επίπεδο είναι δειλοί-θα έλεγα- θρασύδειλοι: δεν τολμούν να διατυπώσουν οτιδήποτε, αν δεν ξέρουν ότι κάτι παρόμοιο έτυχε της γενικής αποδοχής κάπου αλλού. Το θάρρος είναι είδος εν ανεπάρκεια, και δεν υπάρχει συνοχή μεταξύ πνευματικής αναζητήσεως και καθημερινού βίου. Ποιος είδε αναμεταξύ μας κάποιον διανοούμενο να αλλάζει ζωή επειδή ανακάλυψε ξαφνικά κάτι καινούργιο; Κατ’ αυτόν τον τρόπο, δεν υφίσταται μόνον το «τέλος της ουτοπίας», αλλά επικρατεί απόλυτη εκεχειρία στις σχέσεις μεταξύ κουλτούρας και κοινωνίας, κι έπεται το μειωμένο κύρος των διανοούμενων, αφού το ενενήντα τοις εκατό της παραγωγής τους, αποτελεί απλώς την απάντηση τους στις επιταγές των θεσμών και της αγοράς, Σύμφωνα με κάποιες ερμηνείες το μεταμοντέρνο είναι ακριβώς αυτό: το τέλος της διαμάχης ανάμεσα στη Τέχνη και την Κοινωνία.

4. Προγραμματικός σκοταδισμός. Δεν πιστεύω πως οι αφορισμοί του Τ. W. Adorno έχουν τελείως «ξεπέσει». Ο Αντόρνο υπήρξε ένας από τους μεγάλους στοχαστές του αιώνα μας κι ένας εξαιρετικός κριτικός του κοινωνικού γίγνεσθαι. Στη θεωρία του της Αισθητικής, παρ’ όλες τις αντιφάσεις του, υπάρχει μια ερμηνεία της μοντέρνας τέχνης ως υπεράσπιση και διεκδίκηση του ακατάληπτου, του οτιδήποτε αποφεύγει την άμεση επικοινωνία, την «εμπορευματοποίηση» και τη συμμετοχή του στις εσωτερικές και κρυφές εμπειρίες μας, εμπειρίες που η κοινωνία, τις αποφεύγει ή επιχειρεί να τις συγκαλύψει και να τις εξουδετερώσει. Ο Αντόρνο υπερασπίζεται τη μοντέρνα τέχνη ενάντια στην υποκρισία και τον φιλισταϊσμό των αστών κι ενάντια στα αισιόδοξα φιλοσοφικά δόγματα του πανανθρώπινου ιδεώδους και της προόδου. Αυτό δεν σημαίνει όπως πιστεύουν πολλοί, ότι ο Άντόρνο είναι ένας υπερασπιστής των πρωτοποριών, που όπως είπα, είναι κάτι άλλο κι αποτελούν περιορισμένο φαινόμενο: στρατευμένο, διδακτικό και διατεταγμένο.
Πάντα προτιμώ να διακρίνω μεταξύ μοντέρνας τέχνης και πρωτοπορίας: γιατί εκτιμώ πως η πρωτοπορία είναι απλώς το προϊόν της αυτοάμυνας και της «συντεχνιακής» θα έλεγα οργάνωσης των καλλιτεχνών, οι όποιοι προωθούν και διαλαλούν το εμπόρευμα τους ως στερούμενου νοήματος από την κριτική και το κοινό. Στην πραγματικότητα, επιβάλουν ένα είδος εγγυημένης προερμηνείας για οτιδήποτε ήθελε γράψουν στο μέλλον.
Ό,τι έως το ήμισυ του 1800 από τις αστικές ιδεαλιστικές κι ανθρωπιστικές φιλοσοφίες θεωρούνταν «παγκοσμίως ανθρώπινο», σύμφωνα με τον Άντόρνο στον εικοστό αιώνα γίνεται ξένο κι αλλότριο για την πλειοψηφία των πολιτών, βυθίζεται στον ατομικισμό, γίνεται σκοτεινό, ακαταλαβίστικο, απαράδεκτο, κτηνώδες. Είναι τελικώς το ανθρώπινο, που το κοινωνικό Σύστημα απωθεί κι αρνείται, επικολλώντας του τον τίτλο του ασήμαντου.
Από αυτή τη σκοπιά, πολλά έργα της σύγχρονης τέχνης αποδείχτηκαν πράγματι «ακατάληπτα», όχι επειδή ήταν τέτοια η γλώσσα τους. αλλά γιατί το περιεχόμενο τους, ήταν κοινωνικώς μη αποδεκτό. Οι ποιητές με τη μεγαλύτερη γλωσσική διαύγεια στην Ιταλία, ο Saba και ο Ρenna π.χ., ήταν εκείνοι που παρέμειναν δύσπεπτοι για πολύ καιρό. Ήταν ακριβώς η σαφήνεια τους που αποδείχθηκε ακατάληπτη από τους κριτικούς, τους λόγιους. Το πρόβλημα λοιπόν, δεν είναι αυτό που έχει να κάνει με την ασάφεια ή τη γλωσσική ακρίβεια, αλλά με ό,τι ένας πολιτισμός κι ένα κοινό αποδέχονται ή απορρίπτουν, καταλαβαίνουν ή δεν καταλαβαίνουν. Το πρόβλημα της δυσκολίας γίνεται πρόβλημα μόνο μεταξύ λογοτεχνικού έργου και πολιτιστικού περιβάλλοντος. Σήμερα είναι ο προγραμματικός σκοταδισμός που κάνει αγαθές τις σχέσεις ανάμεσα στην ποίηση και στους αναγνώστες της.

5. Όχι, όχι o Ηeidegger. Δεν εκτιμώ καθόλου τον Χάιντεγκερ. Πιστεύω πως είναι ένας υπερεκτιμημένος συγγραφέας, ο όποιος συνέβαλε με τη γλώσσα του στη δημιουργία ενός φιλοσοφικού κιτς: σαν να σήκωνε κάθε τόσο ένα σημαιάκι με την ένδειξη: «προσοχή, φιλοσοφικός γκρεμνός». Μυθοποίησε τη σκέψη προσδίδοντας της θεϊκή λαμπρότητα, σαν κάτι το εντελώς εξαιρετικό κι απόκοσμο, αποκομμένο από την καθημερινή εμπειρία, κοινωνοί της οποίας είμαστε όλοι μας, επομένως κι από τη γλώσσα μέσα στην οποία συντελούνται οι καθημερινές μας εμπειρίες. Κι εδώ συναντάμε το ίδιο παράδοξο. Ενώ, ένας σκοτεινός πολλές φορές φιλόσοφος (επιδεικτικώς και περιττά σκοτεινός), όπως ό Χάιντεγκερ απολαμβάνει της γενικής επιδοκιμασίας, υπνωτίζει τη μισή υφήλιο και δημιουργεί' μια ολόκληρη σειρά επιγόνων και μιμητών, μία άλλη φιλόσοφος, την οποία διακρίνουν μια απαράμιλλη δύναμη, ευστοχία και διαύγεια όπως ηSimone Weil, αδυνατεί ακόμη και σήμερα να βρει το κοινό της. Ίσως, επειδή η σαφήνεια της υποχρεώνει σε μεγαλύτερο μόχθο, πιο βαθιά και πιο άμεσα, τον αναγνώστη.
Απλοποιώντας λοιπόν, τον συλλογισμό του, θα έλεγα πώς ό Χάιντεγκερ κυρίως, αφού κατέστησε τη γλώσσα ως κεντρικό σημείο αναφοράς της θεωρίας του, χρησιμοποιεί ελλιπώς τη γλώσσα μεταχειριζόμενος βαρβαρικό, θα έλεγα, ιδίωμα. Έξαλλου, δεν καταλαβαίνω γιατί πρέπει να θεωρούμε μεγάλο, έναν φιλόσοφο που περιόρισε το μοντέρνο σε απλό ζήτημα τεχνικής, χωρίς να κατονομάσει τα πολιτικά καθεστώτα, τον καπιταλισμό, τη διαίρεση των τάξεων, τις μεταμορφώσεις της κουλτούρας μέσα από την κοινωνική της χρήση κ.λπ. Δημιουργεί επιγόνους κι αρέσει πολύ στους φιλοσόφους, γιατί πιστεύω πως είναι ειδικός στην reductio ad unum. H σκέψη για εκείνον ήταν το αντίθετο της παρατηρήσεως. Ο Χάιντεγκερ κατάφερε να παρακολουθήσει τη γέννηση του ναζισμού, χωρίς να καταλάβει περί τίνος επρόκειτο…
Δεν θέλω να επιμείνω ούτε στο γεγονός πως ο ναζισμός κατ’ αρχάς τον ενθουσίασε: μπορεί να συμβεί σ’ έναν φιλόσοφο που απέχει της πολιτικής. Δεν κατάφερε ωστόσο, να μεταπειστεί αργότερα, ούτε να αναλύσει τα γεγονότα που σημάδεψαν έναν ολόκληρο αιώνα. Γεγονότα, καθόλου περιθωριακά, αλλά αντιθέτως αποκαλυπτικά για όσα φοβερά κυοφορούντο στα σπάργανα της σύγχρονης κοινωνίας (και της γερμανικής κουλτούρας). Ό Χάιντεγκερ αποτελεί το παράδειγμα κάποιας συγκεκριμένης κι ενταγμένης φιλοσοφίας που σκέφτεται μεν, αλλά δεν έχει μάτια να δει τι ακριβώς συμβαίνει. Το ίδιο έγινε και στη δεξιά και στην αριστερά. Η επονομαζόμενη ουσία των κοινωνικών φαινομένων δεν είναι καθόλου τόσο «διανοητική» κι αόρατη, όσο πιστεύουν οι φιλόσοφοι του συγκεκριμένου τύπου. Αντιθέτως, μπορούμε να την παρακολουθήσουμε: είναι σύνολα από εμπειρικές παρατηρήσεις, ανεπαίσθητα συμπτώματα που πολλοί συγγραφείς είχαν κατανοήσει και περιγράψει.
Θεωρείται γενικώς κι αορίστως, πως ο Χάιντεγκερ επανατοποθέτησε το ζήτημα περί της φύσεως της γλώσσας που δεν μπορεί να προσδιορισθεί μόνον ως εργαλείο της επικοινωνίας. Θέλω να υπογραμμίσω πως αυτή την ιδέα δεν την εφεύρε εκείνος, κι άπ’ τα πράγματα που με εξοργίζουν είναι το γεγονός πώς αποδίδουν στον Χάιντεγκερ διαπιστώσεις πού άνηκαν απολύτως σε κάποιους κριτικούς και συγγραφείς, οι οποίοι τις είχαν διατυπώσει τουλάχιστον από την εποχή του ρομαντισμού. Η επισκόπηση του Χάιντεγκερ πάνω στη γλώσσα και την ποίηση περιορίζεται στον Holderlin και τον Τrakl, δεν είναι ιδιαιτέρως πρωτότυπη, ούτε μπορεί να συλλάβει την τεράστια ποικιλία της σύγχρονης λογοτεχνίας, με τα πολυάριθμα γλωσσικά ιδιώματα. Όλη ανεξαιρέτως η σύγχρονη ποίηση, με τον Leopardi, τον Koleridge, τον Βaudelaire, κι άλλους πολλούς, είναι μια εμπράγματη κριτική της φαυλότητας της γλώσσας, της πτώχευσης της μέσα στον ορίζοντα της αστικής κοινωνίας. Μια παρόμοια κριτική προέρχεται κι από τους μυθιστοριογράφους (π.χ, από τον Flaubert). OΧάιντεγκερ καθορίζει όλα αυτά σε μια φιλοσοφική διατύπωση που εξ ορισμού περιορίζει και αποξηραίνει όλο τον πλούτο και τη ζωντάνια των αναφερόμενων λογοτεχνικών δοκιμών. Ενώ, αν ακολουθήσουμε τους συγγραφείς θα μας μάθουν πως να διατηρήσουμε την έννοια της πολυπλοκότητας και της διαφοροποίησης της γλώσσας.
Η λογοτεχνία επαυξάνει τον βαθμό προσοχής και παρατηρητικότητας όσον άφορα την ποικιλία των πραγματικών γεγονότων, των οποίων όλοι μας αντιλαμβανόμαστε μέσα από την προσωπική και κοινωνική εμπειρία και πρακτική: μόνον έτσι αντιλαμβανόμαστε που βρισκόμαστε και τί μπορούμε να πράξουμε, κάτι που δεν συμβαίνει συνήθως με τις θεωρητικές και φιλοσοφικές διατυπώσεις. Αυτό το παραδέχονται πλέον και οι φιλόσοφοι: ο Rorty π.χ. δηλώνει πως αν έπρεπε να διαλέξει ανάμεσα στον Dickens και τον Χάιντεγκερ, θα πέταγε αμέσως τον Χάιντεγκερ και θα κρατούσε τον Ντίκενς, οποίος —όπως όλοι μας γνωρίζουμε— είναι ένας συγγραφέας, φαινομενικά επιφανειακός κι ελάχιστα θεωρητικός, ανήμπορος να γοητεύσει τους φιλοσόφους, όπως και ο Χαίλντερλιν…

6. Γραφή και ανάγνωση: πρακτικές της μαγείας. Η προφορική γλώσσα είναι κάτι πολύτιμο, μπορεί να μη μας εντυπωσιάζει, αλλά μας είναι κοντινή και οικεία. Δεν απαιτεί ειδικό και πανάκριβο τεχνολογικό εξοπλισμό για να τη χρησιμοποιήσουμε. Αρκεί ένα χαρτί κι ένα στυλό, παντού μπορούμε να γράψουμε.
Η παράδοση της γραφής εξάλλου κατέχει μία ξεχωριστή θέση στον πολιτισμό μας, κι εγώ της αποδίδω, ίσως, κάποια περαιτέρω αξία λόγω της αυξανόμενης έκπτωσης της από την επικαιρότητα: τη θεωρώ ως σημείο αντίστασης προς τις παντοδύναμες και ποικίλες τεχνολογίες επικοινωνίας. Όμως, δεν της προσδίδω αξιολογική χροιά: η γραφή δεν αποτελεί από μόνη της αξιολογική σημασία, κι αντιθέτως πολύ συχνά πιάνω τον εαυτό μου να τα βάζει με τους λογοτέχνες που δεν αντιλαμβάνονται το στοίχημα επικοινωνίας που θέτει διαρκώς το παρόν στη γραφή.
Βεβαίως, με τη γραφή δεν μπορεί να ελπίσει κανείς πως θα έχει την ίδια άμεση επαφή με το κοινό του όπως ένας ροκ-στάρ, ή ένας σκηνοθέτης σαν τον Σπίλμπεργκ. Επειδή όμως, η ανάγνωση γίνεται ολοένα και περισσότερο μια μοναχική πρακτική, επίμονη, ατομιστική κι αντίθετη στο επικρατούν ρεύμα, είναι ακριβώς πολύ σημαντικό να μην πολλαπλασιάζουμε τον όγκο των γραπτών μηνυμάτων, αλλά να τον περιορίζουμε, με το να επιλέγουμε πιο αυστηρά: να μην τυπώνουμε οτιδήποτε, αλλά να τυπώνουμε μόνον πράγματα πού αξίζουν τον κόπο να διαβαστούν και να ξαναδιαβαστούν. Πρέπει να γίνουμε περισσότερο ικανοί στη σύνθεση, να κρατάμε αμείωτη την προσοχή, γιατί δεν επιτρέπεται να σκεπτόμαστε πως η γραφή από μόνη της μας εγγυάται το προνόμιο ενός πειθήνιου ακροατηρίου, το αντίθετο μάλιστα.
Η ποίηση εφευρέθηκε για να υπηρετήσει ακριβώς την ποιότητα, την ουσία, την πυκνότητα και την τεχνική αρτιότητα της γλώσσας. Δημιουργήθηκε σαν αξιομνημόνευτο μήνυμα, κάτι που πρέπει να το αποστηθίσουμε, να το ξαναδιαβάσουμε. Σήμερα όμως, τα περισσότερα ποιήματα, όχι μόνον δεν προκαλούν μια δεύτερη ανάγνωση, αλλά είναι και τελείως δυσανάγνωστα. Παραμένουν ασταθή και εφήμερα.
Η λογοτεχνία είναι εκείνο το πράγμα που μας συνδέει με μια μακροχρόνια παράδοση, με κάτι το αρχαϊκό. Υπάρχει, αν θέλετε, κάτι το μαγικό στην όλη υπόθεση, ένα είδος συμμετοχής δια της συνέργειας, γιατί ακόμη κι όταν δεν το σκέπτομαι, κάθε φορά που αρχίζω να γράφω ή να διαβάζω προσέχοντας κάθε μεμονωμένη λέξη ή φράση, κατά κάποιον τρόπο επικοινωνώ με όλους όσους έγραψαν και διάβασαν.
Είναι όπως όταν ξυπνώ π.χ. στις πέντε το πρωί, κι αισθάνομαι πως συντονίζομαι με όλους τους εργάτες πού σηκώνονται καθημερινώς τη συγκεκριμένη ώρα, έστω χωρίς να έχω άμεση οπτική επαφή μαζί τους. Εάν μάλιστα, γονάτιζα για να προσευχηθώ, που δεν το κάνω, θα επικοινωνούσα με όλους εκείνους που γονατίζουν και προσεύχονται ανά την υφήλιο και ανά τους αιώνας… Να, λοιπόν, που υπάρχουν πρακτικές που εξακολουθούν να μας βάζουν σε άμεση επικοινωνία με κάποια τμήματα του παγκόσμιου πολιτισμού, που διαφορετικά θα είχαν εξαφανισθεί και θα είχαν πεθάνει.
Ίσως, αυτή να είναι και η αιτία που γράφω κατά προτίμηση με το στυλό, ή το πολύ-πολύ με τη γραφομηχανή, δηλαδή με απαρχαιωμένες τεχνολογίες, εκείνες ακριβώς που ίσχυαν όταν έμαθα να γράφω. Κάποιους φυσικούς ορούς της γραφής προσπαθώ να τους διατηρήσω έτσι όπως μου παραδόθηκαν, γιατί είμαι ενδεχομένως προληπτικός: φοβάμαι πως οι νέες τεχνολογίες κλέβουν κι αφαιρούν από την πρακτική της γραφής και της ανάγνωσης κάτι από τη μαγική τους δύναμη…!

7. ‘Αλμανάκ, ανθολογίες. Πρέπει οπωσδήποτε να υπάρχει κάποιο αντικειμενικό κριτήριο που θα εμπόδιζε την τάση των σημερινών ποιητών για αυτοπαρηγορία μες στο μικρό τους γκέτο, όπου κανείς και τίποτα δεν μπορεί να τους αποθαρρύνει. Οι ποιητές, έκοψαν κι έραψαν στα μέτρα τους μια προστατευόμενη περιοχή, προσδοκούν τα ελάχιστα από τον εαυτό τους κι ευχαριστιούνται πολύ εύκολα, αν και είναι οξύθυμοι και ψωροπερήφανοι, ωστόσο, δεν διακατέχονται από πραγματικές φιλοδοξίες. Δεν έχουν πλέον τις υψηλές φιλοδοξίες που έτρεφαν’ ανέκαθεν οι ποιητές — που μπορεί να μην είχαν επιτυχία, αλλά εμπιστεύονταν τυφλά τη δύναμη και την αξία των στίχων τους: αυτή ακριβώς υπήρξε ανέκαθεν η γοητεία των ποιητών.
Τη σήμερον ήμερα, όλο το πολιτιστικό σύστημα αποτιμά το αντικείμενο βιβλίο περισσότερο ως εμπόρευμα, παρά ως αξία. Αυτό φαντάζει αναπόφευκτο, έχοντας επίγνωση της κοινωνίας στην οποία ζούμε. Η ποίηση όμως, διεξάγει μία ιδιαιτέρως δυσμενή μάχη, μέσα στην καθορισμένη αγορά. Από την άλλη, εξακολουθεί να υφίσταται ένας αφελής φετιχισμός του Ποιητή, χάριν του οποίου ακόμη κι ο εσωστρεφής και απομονωμένος δημιουργός στίχων, μοιάζει με υπνωτισμένο μπροστά στο ενδεχόμενο της δημοσιεύσεως κάποιου Βιβλίου.
Να βγάλεις βιβλίο από μεγάλο εκδότη ή από έναν μικρό, η διαφορά πλέον είναι μηδαμινή έως ανύπαρκτη, γιατί έτσι κι αλλιώς κανένας δεν θα σε διαβάσει, Οι αναγνώστες είναι το πολύ καμιά εκατοσταριά, αν όλα πάνε καλά: η κριτική έτσι κι αλλιώς δεν αντιδρά, δεν αντιδρά ούτε στη δημοσίευση μεγάλων και καταξιωμένων ποιητών. Πρέπει λοιπόν, για να ξαναβρούμε κάποια συχνότητα επικοινωνίας, περιορισμένη μεν αλλά πραγματική, να αποβάλουμε τον φετιχισμό του περιβλήματος που μας προσφέρει το βιβλίο, αφού τα βιβλία, των μεμονωμένων δημιουργών χάνονται, πνίγονται μέσα στη θάλασσα των δημοσιεύσεων.
Υπάρχει όμως, άλλος ένας λόγος: είναι στ’ αλήθεια ελάχιστα, πραγματικά μετρημένα στα δάκτυλα για όλον τον αιώνα, τα βιβλία της ποίησης πού πραγματικά αξίζουν σαν βιβλία. Ακόμη και οι σημαντικοί ποιητές διαβάζονται πολύ καλύτερα στις ανθολογίες: για φαντασθείτε τι γίνεται σήμερα, που οι περισσότεροι γεμίζουν με έρμα τα σκάφη τους, κι επαναλαμβάνονται συνεχώς, μόνο και μόνο για να φτάσουν στο ονειρεμένο τους βιβλίο. Θα ήταν χίλιες φορές προτιμότερο αν εφευρίσκαμε τα κατάλληλα εκδοτικά εργαλεία, όπως είναι τα αλμανάκ και οι περιοδικές ανθολογίες που θα συμπεριλάμβαναν το καλύτερο των σκόρπιων δημοσιεύσεων ενός ολόκληρου έτους…
Ανακεφαλαιώνοντας, αν ένας ποιητής στη διάρκεια της ζωής του έγραψε καμιά δεκαριά καλά ποιήματα μπορεί κι οφείλει να είναι ικανοποιημένος, μπορεί κάλλιστα να αποκαλείται ποιητής και σίγουρα είναι ποιητής. “Αν έχει όμως δημοσιεύσει δέκα άσχημα βιβλία που δεν διαβάζονται και δεν τα μνημονεύουμε, επειδή δεν περιέχουν ούτε ένα ποίημα της προκοπής, τότε πρόκειται για αδικαιολόγητη σπατάλη.

8. Πρώτα οι αναγνώστες και μετά οι κριτικοί. Σκέπτομαι πως η πρωταρχική πράξη, που είναι συνάμα και χρήσιμη, είναι να δώσουμε πάλι την εξουσία στους κριτικούς: να μας διαχωρίσουν τους πραγματικούς από τους ψεύτικους ποιητές. Μπορεί να θεωρείται μια αποτρόπαια πράξη, ανήθικη, σκληρή κι υπεροπτική: μια πληθωρική ωστόσο συντεχνία, που υποθάλπει τον συνωστισμό στις τάξεις της, χάριν των πολυπληθών που αυταπατώνται πως υπηρετούν την Ποίηση γράφοντας αποκαρδιωτικά στιχάκια, είναι ό,τι χειρότερο μπορούμε να προσφέρουμε στην τέχνη της.
Οι περισσότεροι από αυτούς παρηγορούνται με την ιδέα πως η Ποίηση είναι δύσκολη και πως η αλήθεια έτσι κι αλλιώς είναι πάντα χαμένη: είναι σαν να ενστερνιζόμαστε την άποψη πώς, αφού πολλοί μεγάλοι συγγραφείς ήταν νευρωτικοί και υστερικοί, κάθε νευρωτικός ή υστερικός είναι ποιητής. Κάποιος είναι ποιητής ή συγγραφέας χάρις στην εξαιρετική ενάργεια της γλώσσας του, χάρις στο «πνεύμα» και την αρτιότητα των γραπτών του, όχι για κάποιον άλλον ιδιαίτερο λόγο.
Η διάκριση, είναι αυτό που πρέπει να κάνει στοιχειωδώς ένα κοινό πραγματικών αναγνωστών: εντάξει, οι αναγνώστες αυτοί είναι εκ των πραγμάτων λιγοστοί, ας έχουν όμως την αίσθηση της Ποιήσεως, κι ας είναι απαιτητικοί. Κανένας κριτικός δεν μπορεί να πραγματώσει κάτι που δεν το έχουν ήδη εφαρμόσει οι αναγνώστες: για να παραμείνει ζωντανό λογοτεχνικό είδος απαιτείται κάποιο δραστήριο κοινό, όσο μικρό κι αν είναι, αρκεί να είναι πραγματικό.
Οι πραγματικοί αναγνώστες της ποίησης έχουν ζωηρές αντιδράσεις, αιματώδεις. Κάτι τέτοιο όμως, δεν συμβαίνει, γιατί επιβιώνει μια μορφή αυτοπαρηγορίας, επειδή όποιος διαβάζει άσχημα ποιήματα χωρίς να διαμαρτύρεται, γράφει κι αυτός άσχημα ποιήματα κι έτσι δεν υπάρχει διέξοδος. Αυτόν που γράφει ποιήματα τον μεταχειριζόμαστε σαν να ήταν παιδί» και δεν επιτρέπεται να τον αποπάρουμε, δεν πρέπει να του αποκαλύψουμε την αλήθεια, ίσως γιατί σήμερα επικρατεί μεγάλη σύγχυση όσον άφορα το «ταλέντο»: έχει εγγραφεί στη δημοκρατική μας συνείδηση η άμεση αναγνώριση πως όλοι μας διαθέτουμε «ολίγον ταλέντο», και πως μερικοί από εμάς μπορούν να το αναπτύξουν περαιτέρω καταβάλλοντας μια μικρή προσπάθεια. Οι ποιητικές ομάδες και συντροφιές κατέληξαν να γίνουν παιδικοί σταθμοί, οπού όλοι πρέπει να τύχουν ενθαρρύνσεως, κι ο καθένας να παροτρυνθεί με το επιφώνημα «είσαι πολύ καλός».
Το γεγονός είναι πως σε ορισμένες τέχνες όπως η ποίηση, η ζωγραφική κι ίσως το θέατρο, η κατάσταση είναι αυτή που είναι, γιατί αποτελούν τέχνες που έπαψαν πλέον να μας ενδιαφέρουν, έγιναν ασήμαντες, αδιάφορες, που τις αφήνουμε να φυτοζωούν. Αν η ποίηση μας ενδιέφερε όσο η κλασική μουσική, ή αν θέλετε το ροκ, θα υπήρχε αδιαμφισβήτητα το αντίστοιχο κοινό που θα ήξερε πολύ καλά τις προτιμήσεις του και τις απορρίψεις του, που θα διέκρινε αυτοστιγμεί τα καλά από τα κακόγουστα προϊόντα.
Αυτό που μας ενδιαφέρει δεν είναι η ποίηση, αλλά κάποιο άρωμα, ένας παραπλήσιος τίτλος: μας ενδιαφέρει να πάρουμε μέρος, δεν έχει σημασία πως, σε μια διαδικασία που διατηρεί κάποια παρωχημένη γοητεία, μας προσδίδει ταυτότητα, έστω και παραποιημένη τις περισσότερες φορές, μας χαρίζει την ελάχιστη κοινωνική υπόσταση ενός πολιτιστικού status symbol. Κατ’ αυτό τον τρόπο η ποιότητα της γραφής μας περνάει σε δεύτερο πλάνο, γίνεται ασήμαντη. Να λοιπόν, γιατί η ποίηση έγινε ασήμαντη, και παραμένει κενό γράμμα…


-


Ο Alfonso Βerardinelli γεννήθηκε στη Ρώμη το 1943. Διδάσκει σύγχρονη Λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο της Βενετίας κι από το 1985 εκδίδει μαζί με τονPiergiorgio Bellocchio το περιοδικό Diario. Έχει δημοσιεύσει μία ποιητική συλλογή (Lezione allaperto, Μοndadori, 1979), αλλά κυρίως συλλογές δοκιμίων και βιβλία λογοτεχνικής κριτικής, με ιδιαίτερη προσήλωση στην κριτική της σύγχρονης ιταλικής ποίησης. (Il critico senza mestiere, Il Saggiatore, 1983,L’ esteta e il politico, Εinaudi, 1986, Tra il libro e la vita, Bollati Boringhieri,1994).
Μαζί με τον Franco Cordelli επιμελήθηκε την ανθολογία των νέων Ιταλών ποιητών (της αντίστοιχης με τη δική μας γενιά του ‘70), με τον τίτλο «Το κοινό της ποίησης» (Il pubblico della poesiaLerici, 1975). Το δοκίμιο που παρουσιάζουμε στους αναγνώστες μας, δημοσιεύθηκε στο αλμανάκ Ροesia’94, Castelvecchi,1995.



εύπεπτοι  βιολογικοί  έρωτες


βιολογικοί έρωτες  χωνεύονται μέσα μου,
είναι ακριβοί
πιο ακριβοί από τους άλλους τους συμβατικούς.
χαίρουν της εκτίμησης των καταναλωτών,
εξαπλώνονται ραγδαία
στα μικρομάγαζα της κρίσης,
στη λαϊκή και στα σαλόνια.
μαγειρεύονται κι αυτοί με το συνήθη τρόπο,
μα θέλουν περισσότερο μέχρι να χυλώσουν : πιο πολύ ρεύμα -
τρώγονται όμως με το περίβλημα.
τίποτα δεν πετάς,
τίποτα δεν κρατάς,
αποβάλλονται άπαξ ολικά
και εξαιτίας της περιοδικότητας της πείνας.

ποιός είπε
δεν θα πληρώσεις ακριβά
την επιτηδευμένη διαφορά;




κρύο μπουφέ


η εκδίκηση
είναι ένα πιάτο που τρώγεται κρύο,
είχες πει σε άλλη περίσταση.
μα δεν το καταλάβαινα,
παρά μόνο αφού έφυγες.

ύστερα από δέκα χρόνια,
όπως παίρνεις και κλαις στο τηλέφωνο
για ό,τι δεν πέτυχες,
ξέρω
πως η λεγάμενη είναι ένα κρύο πιάτο
που τρώει
πιο πολύ
αυτόν που το γεύεται.
 



διόπτρα


το πέρασμα δεν είναι δίοδος
ούτε δι - έξοδος,
ίσως
διέλευση –

οι επί σκοπόν
μετρούν
διερχόμενους
εις τους αιώνες
των αιώνων σιωπής.

(το πέρασμα δεν είναι άφιξη
 ούτε κατάληξη
, ίσως
αναμονή –

οι επι -μένοντες
μετρούν
δευτερόλεπτα
εις τους αιώνες
των αιώνων απουσίας )

οι ζαριές,οι δεσμοί:
όλα ρίχνονται ή τέμνονται
μόνο από αποφασισμένους –

έτσι κι αλλιώς΄

ο ιστοριογράφος
περι –γράφει
καταγράφοντας:

ο πληροφοριοδότης
 είναι αναμεταδότης
 και ο προ –δότης
 χρηματίζεται.




πειραχτήρι


κάποια στιγμή πριν να πεθάνω
πρέπει να εξομολογηθώ τις αμαρτίες μου
τις μικρές.
έφυγαν τα χρόνια με τις μεγάλες
και δεν πρόλαβα.
ήταν βροχή λιακάδα πάλι βροχή
πολλοί άνθρωποι μού είπαν «καλημέρα»,
λίγοι το πίστευαν.

λέω να ομολογήσω τις αμαρτίες μου - τις μικρές –
πάω ν΄αρχίσω και ξεφεύγω πάλι
 όπως όλα τα χρόνια διέφευγα
απ΄τις μικρότητες
με μια τάση στα μεγάλα εγκλήματα
στις μεγάλες αγάπες
και απώλειες
με μια ροπή
στη σιωπή.

καλά σου λέω:
"πάω να ομολογήσω τις αμαρτίες μου",
αλλά ξεφεύγω,
ελίσσομαι
και αν δε μου γελάς
(δε μου γελάς )
δε θα καθίσω φρόνιμος
και θα γελά
(γελά)
όλη η κόλαση μαζί μας.




κι αν βυθιστούν πόθοι και κόσμος ένα ποίημα θα κολυμπάει
e. e. cummings

Στα χέρια μου, η πρώτη ποιητική συλλογή της Αθανασίας Γιασουμή. Όσοι γνωρίζουν τη νεαρή ποιήτρια από την Κύπρο, περιμένουν καιρό ένα δικό της εκδοτικό εγχείρημα. Ώσπου ήρθε η ώρα μιας ολιγοσέλιδης αλλά προσεγμένης έκδοσης από την “Bookstars – Free Publishing”. 26 ιδιαίτερες ποιητικές απόπειρες, μοιρασμένες σε τρεις ενότητες που κάθε μία φέρει κάτι από τον τίτλο: «Τα πρώτα ερωτικά και εφτά μικρές εναποθέσεις».

Στην εξομολόγηση του πρώτου κιόλας ποιήματος, αναρωτιέται κανείς τι ωθεί μια γυναίκα του σήμερα να επικαλείται θεότητες άλλων εποχών, αφιερώνοντάς τες μάλιστα στίχους της. Στίχοι που μιλούν για εραστές-καρτ ποστάλ και αγνοούμενες ποιότητες ανθρώπων που προσμετρούνται άλλοτε ως αριθμητικές μονάδες κι άλλοτε ως πλήθη που ενοικούν εντός τους. Μιλούν για ψυχές θερμοκηπίων μέσα σε φιλεύσπλαχνα σύμπαντα, για όσους πέθαναν χωρίς ποτέ να το μάθουν και για ‘κείνους που απώλεσαν την ιδιότητα του ανθρώπου, κρατώντας φιλάρεσκα στα χέρια τα τεφτέρια των ισολογισμών τους. Συγκροτημένη μελαγχολία, καλοδιαχειριζόμενη οργή, ανάσες ενθουσιασμού.

Η ποίηση της Γιασουμή απαιτεί απόσταση από τις εγγενείς μας εντάσεις και διάθεση σιωπής. Με μια πρώτη ανάγνωση, η συλλογή μοιάζει να ακροβατεί μεταξύ έρωτα και υπαρξιακής ταυτοποίησης, βρίσκοντας εν τέλει ισορροπία στην αίσθηση του συν-υπάρχειν. Όσο το βλέμμα περιεργάζεται τους στίχους, αναγνωρίζει ότι οι λέξεις συγκλίνουν σχεδόν πάντα σε κάτι ερωτικό, σαν αντίδραση σε καιρούς ανέραστους. Για ‘κείνη, τα πλέον ζωτικά ξεκινούν και τελειώνουν στον έρωτα. Συχνά, διαπιστώνει, ερμηνεύει ή υποψιάζεται τη δολοφονία των ομορφότερων στιγμών απ’ τα ίδια μας τα χέρια. Ποίηση για ‘κείνη σημαίνει να ποιείς πρωτίστως τα εντός σου. Σημαίνει να στέκεις μπροστά στους στίχους σαν σε θεία δίκη, μεταδίδοντας κάτι από το προαιώνιο χάρισμα που σου διατέθηκε. Το εγώ της ποίησης ως αυτοβιογραφία και ως εξομολόγηση. Ως κοινωνική ευθύνη και ως αποτύπωση ενός τέλματος. Εγώ και ο διάολος των άλλων. Εγώ, ο κανένας. Μου δίνω όνομα και κρίνομαι αυτομάτως ένοχος.

Η ποίησή της συμβολική, απευθύνεται σε δεύτερο ή τρίτο πρόσωπο σαν μια συζήτηση που δεν ολοκληρώθηκε ποτέ. Λόγος γεμάτος ωσμώσεις αναγνωστικών εμπειριών και βιωμάτων αφιερωμένων στην παρατήρηση. Και η ποιήτρια καταφέρνει να εισδύει σε όσα, όπως λέει, ήδη γνωρίζουμε, χωρίς λογοτεχνικά τερτίπια και περισσεύματα. Άλλοτε πάλι, νιώθει παιδί που ‘χωσε βιαστικά στην τσέπη τον χάρτη του κρυμμένου θησαυρού, μη το δουν οι μεγάλοι και το μαλώσουν. Παραμύθια των άλλων χωρίς ίχνος αλήθειας και αλήθειες που δυσκολεύουν τη ζωή. Αλήθειες και ψέματα, μια συνεχής περιπλάνηση σ’ ανθρώπους-τόπους-θάλασσες. Κάθε περιπλάνηση και μια εποχή: Μεγαλόνησος, Κόρινθος, Πάτρα, Αθήνα. Εναλλαγές που αδειάζουν και γεμίζουν τον μέσα χώρο με ανεπαίσθητα επιφωνήματα. Κι η ποίηση, πατρίδα και ξενιτιά. Κι ο εν Ελλάδι ποιητής ένας ακόμη ξενιτεμένος στην ίδια του τη χώρα. Μέχρι να εμφανιστεί ξανά ο Ωρίων ανάμεσα σε διάττοντες αστέρες. Μέχρι ν’ αναγορευθούν οι αγκαλιές «έργα κοινής ωφελείας» ή να εκπέσουν γεμάτες φίδια σ’ έναν κόσμο που δεν του πρέπει τόση αγάπη.

«Δεν είναι πια καιρός» αναρωτιέται ο Rilke στις ελεγείες  του «να ελευθερωθούμε από ‘κείνο που αγαπάμε, ενώ ακόμη το αγαπάμε, κι αναρριγώντας να το ξεπεράσουμε;» Αγάπες και αλήθειες σαν θρεπτικές τροφές που ‘χουν στο εσωτερικό τους σκληρά κουκούτσια τις αναμνήσεις. Πεινάς, τρέφεσαι, φτύνεις τα κουκούτσια και συνεχίζεις. Τα ναι τα μεν και τα αλλά του έρωτα. Εναποθέσεις κατεργασμένης κι ακατέργαστης ύλης. Χώμα στην επιφάνεια, ημιπολύτιμοι λίθοι στα πιο κάτω και στο βάθος πολύτιμα ορυκτά και διαμάντια. «Τάχα κι οι ποιητές υπήρξαν άνθρωποι»: απορία ή αμφισβήτηση; Κι η ποίηση ένα προστατευτικό πανωφόρι κάθε που ο καιρός δυσκολεύει… Καλό ταξίδι στ’ ανοιχτά, αγαπητή μου ποιήτρια!



Γιώργος Σαράτσης
   


 (Από την συλλογή: «Αντίστιξη των άστρων». 1997)



ΕΙΣΟΔΟΣ

Ω! υπέροχο αβέβαιο,
διαπραγματεύτηκα μαζί σου
την καθημερινότητα μου,
κι έχασα.

Γι’ αυτό και επέζησα,
με βουερές ,λευκές πραγματικότητες, παντού.




ΑΥΤΟΓΝΩΣΙΑ

Είδα τη μοίρα μου σ’ έναν καπνό.
Στο θάνατο κάποιου άστρου.
Στη φωτεινή στιγμή των μετεώρων.

Έτη φωτός που διάβηκα σ’ ένα σταχτοδοχείο.




ΕΠΙΤΥΜΒΙΟ

Και στην κρεμάστρα τρεις γενιές,
η μια πάνω στην άλλη να στενάζουν.
Φορεμένες λαχτάρες, τριμμένες αλήθειες.

Έτσι τελειώνει, έτσι αρχίζει κάθε εποχή.

Ό, τι απομένει, δεν είναι παρά,
η ποίηση του μέλλοντος μας.




ΑΠΟ ΤΟ ΒΑΘΟΣ
                 Πόσες φορές θ’ ανηφορίσω μέσα μου τα βουνά

Ήταν θυμάμαι Φεβρουάριος,
έπεφτε χιόνι θορυβώδες, τόσο που
οι πεθαμένοι γύριζαν πλευρό.
Τα περασμένα έπαιρναν τη θέση τους
                στα μελλούμενα.
Ενώ εσύ,
πότε μες στα σκοτάδια σου,
πότε κάτω απ' τον ήλιο.

Κι ήταν πάντα χειμώνας των χεριών!

Ο Ιάσωνας, ο Πρωτεσίλαος
ο Αλέξανδρος και οι άλλοι-
κοιμούνται μες στα παραμύθια.
Δικαιωμένοι τάχα;

Πόσες φορές θα διαβώ τον Ελλήσποντο,
για να με πουν παιδί και άντρα και πατέρα;





Ο ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΑΝΔΡΟΜΑΧΗΣ

Ήταν τόσο λευκή η ψυχή μου,
τόσο διάφανη που,
η νύχτα την κατέλυσε

Πάνω απ’ τα τείχη έβλεπα να ‘ρχεται η οργή,
το τελικό της μοίρας μου το βέλος.
Και οι φωνές και τα αίματα και
των θεών οι άγνωστες βουλές.
Ολόγυρα στα τείχη να!
                                 Ο Αχιλλέας!
Και πίσω του, ωιμέ, το σκοτωμένο μέλλον.
Τι να ‘κανα;

Έσφιγγα στο στήθος το παιδί μου∙ το άρπαξαν.
Έσφιγγα την καρδιά, τα χείλη∙ μου τα μάτωσαν.
Δεν ήμουν πια η Ανδρομάχη-

Φόβος κρυφός και περηφάνια βασιλική, με άλωσαν.
Έμεινα τόσο μόνη!

Για τι να πρωτοκλάψω τώρα, η σκλάβα;
Καταραμένη δούρεια φυλή.

Τώρα στις στάχτες μέσα, στη σιωπή
ψάχνω κάτι που να μην το άγγιζε η φωτιά.
Κάποιο υπόλειμμα ζωής, μια ξεχασμένη λάμψη.

Λίγες εξάλλου οι μέρες
                           που μ’ απόμειναν
                                                 εδώ, στη Φθία.   




ΠΥΔΝΑ

Ο τόπος μοιάζει με πεσμένο ουρανό εδώ.
Άστρα τα σπίτια.
Σύννεφα οι λιγοστές ελιές.
Η θάλασσα  και οι άνθρωποι
                      ωραία πεφταστέρια

Περνούν οι αιώνες,
οι στρατιές, τα αυτοκίνητα-
Περσέα!  Κάσσανδρε!
Θνητοί κι αθάνατοι των ερειπίων
πείτε μου:
                Οι λύπες πως περνούν;




ΛΕΥΚΑΔΙΑ

Οι ανθισμένες μηλιές,
μειδιάματα θαρρείς του Κάτω Κόσμου.
Μιλημένο το ακατόρθωτο σήμερα.

Από δω τάφοι, από κει καταρράκτες .
Ωραίοι νεκροί πλάι μας,
ορθοί, να υποδείχνουν τα φτερά.
Το δρόμο που δεν πήραμε ακόμη.

Πώς αλλιώς να μιλιόταν ο θάνατος;

Των Ανθεμίων τα χρώματα και οι φωνές.
Και ο Ερμής πριν δικάσει το Αύριο,
μέσα στους οπωρώνες.

«Σεράντα μήλα κόκκινα πούλιμ’
                       Σ’ έναν μαντήλ’ δεμένα…».






ΣΤΑΣΗ ΣΤΟ ΡΙΟ

Τα περασμένα∙ “περασμένα” , λες.
Αλλά είναι και η θάλασσα, πώς να την αποτρέψεις!
Είναι το Αντίρριο, οι αντικρινή σιωπές,
                                                  πριν από τα Βουνά.

Είχαν όλα ένα χρώμα μεταμέλειας το πρωί.
Έκοβαν τον Ιούλιο σε τρίγωνα και κύκλους.
Κάτι παλιά ναυλωμένα φορτηγά,
                                  έπαιρναν την ψυχή σου και
-διασχίζοντας Κορινθιακό και δισταγμούς-
την ξεφορτώνανε σε άγνωστα λιμάνια.

Είχες χτικιάσει πια εκεί.
Ανάμεσα σε δυο στεριές και πέντε θάλασσες -έλεγες:
“Καλύτερα το απρόοπτο, μια νέα εκδοχή...”

Τα περασμένα,  δεν περνούν ποτέ,
γίνονται άπειρα, πολύχρωμα πετράδια.
Μ’ αυτά πετροβολούνε τα παιδιά
                                το λιόγερμα
που φτάνει θριαμβικά.

Τι μέρα Κύριε κι αυτή, εδώ στο Ρίο!




ΩΔΗ ΣΕ ΕΝΑ ΨΥΓΕΙΟ

Α! ιδιωτική πολική νύχτα,
δίχως όνειρα και δίχως ουρανό.
Νύχτα αμμωνίας και φρέον
Νύχτα λευκή.

Πλάστηκες μόνο και μόνο
για να υπενθυμίζεις τον θάνατο.
Το νικημένο δήθεν χρόνο.
Τι λόγια να βρω για να σε τραγουδήσω!

Ω κατακόρυφο ομιχλώδες τοπίο,
τον εύρωστο άνεμο και τ’ ανθισμένο κλαδί,
την ευλογία της κλώσας εσύ,
ποτέ δε θα γνωρίσεις.

Στέκεις εκεί στη γωνιά σου,
                                ακρωτηριασμένο θηρίο,
στόμα δίχως δόντια που αδιά-
                                κοπα καταβροχθίζει ηλεκτρόνια.
Συντηρητή εσύ της αγωνίας μας.

Κάθε φορά που ανοίγω την πόρτα σου
βλέπω τη ματαιότητά μου.
Ω, μνήμη του μηδενός!
Μνήμα του ζώου που σφάχτηκε στα σκοτεινά.
Κουτί των οραμάτων μιας κότας,
πλάι στα παγωμένα αυγά της.

Δεν είσαι παρά,
συνονθύλευμα μετάλλου και μυαλού.
Συμπιεσμένο ως τη σιωπή τραγούδι είσαι.
Οδυνηρή λευκότητα του μαύρου!




ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΟΝ VINCENT VAN GOGH

1
Οι λεπτές αποχρώσεις του απείρου.
Ο ήλιος,
              τα πινέλα,
                             το περίστροφο.
Μ’ ακολουθούν σαν μια πολύχρωμη σκιά,
τριάντα τόσα χρόνια.
Από τη Νάουσα στην Άρλ,
 από το Αιγάλεω στην Ωβέρ,
από την εφηβεία στην πατρότητα και
 από κει στ' αστέρια.
Στ’ αστέρια που ζωγράφισες εσύ
μες στα σκοτάδια σου,
                     ω, εξαίσιε δάσκαλε της ερημίας!

Μ' ακολουθούνε βήμα-βήμα,
το Βορινάζ, τα κοράκια,
οι απελπισμένες σου επιστολές,
κι εκείνο το Κίτρινο Σπίτι στην άκρη της νύχτας σου!
Στου ξυραφιού την κόψη.

Πώς να χωρέσουν όλα μες στο μπλε!
Πώς, τόσες και τόσες σκέψεις για την ομορφιά;
Συγκεχυμένα σχήματα.
Πυρπολημένες σημασίες.

Έβαλες το καπέλο σου μια Κυριακή
και πήρες το δρόμο, τον πιο σύντομο
                             αυτόν που παίρνουνε οι Φήμες.




2

Αφού όλα τα γεφύρια είχαν γκρεμιστεί,
αφού το χρέος σου απέναντι στα όνειρα,
το είχες επιτελέσει, τι απέμενε;
Ο κερδισμένος θάνατος.
Ο θάνατος του χρόνου.
Ως ύστατο φως, από την κάνη άφησες
                                        να πεταχτεί η ψυχή σου.
Έτσι απαλλάχθηκες  -μια για πάντα-
απ’ τους πονοκεφάλους, τα κρωξίματα.
τους άγονους έρωτες.
                                Θα ‘ρθουν τα χρώματα;
Θα φτάσει εγκαίρως ο Τεό;
Θα. Θα. Θα.
«Θάνατος σε όλες τις εκκρεμότητες του βίου», είπες.
Με έναν πυροβολισμό.

Ω, άγιο ρήγμα του μυαλού!

Οι μέρες που ακολούθησαν έκτοτε,
είναι έτσι όπως τις χρωμάτισες εσύ Βικέντιε.
Έτσι όπως δεν μπόρεσε να τις χρωματίσει …ο Θεός.

Είναι οι μέρες που έρχονται άξαφνα,
                            απ’ της ψυχής τα ηλιοτρόπια βάθη.




ALBERT CAMUS

(Ο Επαναστατημένος Σύντροφο μας)

Κάθε εποχή έχει τα δέντρα της,
τα δικά της τσεκούρια.
Κάθε χειμώνας κλείνεται σε μιαν άνοιξη.
Στ’ ανεπίδοτα γράμματα, ναι.
                                 Και η φυγή μας;
Φαίνεται πως είναι ο άλλος ερχομός.
Ο τελικός.
Όμως η δική σου αιφνίδια φυγή, ακόμα με πληγώνει.

«Albert! Albert! »
Τα μεσημέρια του Οράν, του Παρισιού οι νύχτες,
και οι δικές μας Καρυάτιδες ώρες,
σε καλούν.  Δεν θα ’ρθεις;

Οι δρόμοι που άνοιξες εσύ,
                        οι δρόμοι αυτοί σε πήραν.
Φίδια του πεπρωμένου.
Παγερά ποτάμια, που εκβάλλουν στο σπίτι μου.

Κάθε πορεία προς τα εμπρός, έχει τον θάνατό της, λέω.
«Έχει το αντίδοτο του θανάτου», φωνάζεις εσύ!

Ποια εποχή αλήθεια ξημερώνει;

Σε όλους τους τροχαίους θανάτους∙ είσαι παρών.
Στις σημαίες που ξεδιπλώνονται πάλι. Είσαι παρών.
Στις γεμάτες ποίηση αμφιβολίες μας, Albert
θα είσαι πάντοτε παρών.

Μοναδική, ακραία παρουσία μες στο μέλλον.




Πέντε ασκήσεις αναπνοής
(με τον τρόπο του χαϊκού)

1
Όλος ο κόσμος,
δεκαεφτά συλλαβές.
Τραγούδα- Μπορείς;
    2
                                   Στέκω μπροστά σου.
                                     Τρεμάμενος γίγαντας.
                             Μαργαρίτα μου.
3
Πλάι στην πένα,
οι πέντε μαλωμένοι.
Τα δάχτυλα μου.
     4
                                  Πέφτουν σαν λόγια,
                                       στην πράσινη Έδεσσα,
                            οι καταρράκτες.

5
Αχ! χορταράκι,
το μπόι σου κάποτε,
θα με περάσει.

----


Εργοβιογραφικό σημείωμα

Ο Χρήστος Τουμανίδης, γεννήθηκε το Μάιο του Ι952, στη Λιθαριά της Πέλλας. Μετά το διάστημα 1962-1965 που έζησε στη Νάουσα Ημαθίας, εγκαταστάθηκε στην Αθηνά (1965), όπου ζει και εργάζεται. Ασκεί το  άχαρο επάγγελμα του Δικαστικού Επιμελητή. Στο μαγικό χώρο της ποίησης μπήκε, δειλά-δειλά, από τα δεκαπέντε του χρόνια. Σταθμός στη ζωή και την περαιτέρω πορεία του στην ποίηση, υπήρξε η γνωριμία του με τον  Γιάννη Ρίτσο (1974), κοντά στον οποίο μαθήτευσε στα μυστικά της ποιητικής δημιουργίας.
Στα γράμματα εμφανίζεται το 1978, με την συλλογή του Αστάθμητα.
Ανήκει στη λεγόμενη «Γενιά του ‘70».
  

Έχει εκδώσει τα παρακάτω έργα:

1.    Αστάθμητα, 1978
2.    Απόπειρες, 1981
3.    Η ώρα του λιμανιού, 1987
4.    Αντίστιξη των άστρων, 1997
5.     Κεριά θυέλλης, 2005
6.    Η γέφυρα των στίχων,2009, δίγλωσσο (μαζί με τον αλβανό ποιητή Miianov Kallupi)
7.    Σαν κομπολόι Λιθαριάς (μικρό ανθολόγιο), 2010.
8.    Ελεγείες της Ανατολής, 2013
                             
                                ***

9       Ανθολογία Ελληνικού Χαϊκού, Δελφοί, 199
10   Λύρα του Πόντου, Ανθολογία (ποιητές ποντιακής καταγωγής), 2003
                                 ***
11  Ποιητικά τετράδια, επιλογή στα Ρωσικά,                                                                   1998 ( μετάφραση: Ευγενία Κριτσέφσκαγια)
12  Stundernas Mytologi, Provoles, 1999, (επιλογή μετάφραση στα σουηδικά. Μετάφραση: Κώστας Κουκούλης)
13   Αntologjia e Haikut grek (Ανθολογία Ελληνικού Χαϊκού, στα αλβανικά),  Egnatia, 2005, Elbasan

14   Στα αλβανικά επίσης, μεταφράστηκε και εκδόθηκε η συλλογή του Κεριά θυέλλης, Dunie Qirijsh, Meaur, 2006, Tirane

15  Hije qe ecin (Η σκιά που προχωράει- Επιλογή από την ποίηση μου, στα Αλβανικά),Egnatia,Τίρανα, 2009

                                                      ****

Για την ποίηση του, μεταξύ άλλων, έχουν γράψει οι:
Τάσος Λειβαδίτης, Νίκος Σπάνιας, Γιώργος Μαρκόπουλος, Φώντας Κονδύλης, Αγγελική Κώττη, Αργυρώ Μαντόγλου, Γιάννης Μπασκόζος,  Ευγενία Κριτσέφσκαγια, Μilianov Callupi, Beatrice Ballici. 
ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA