Η Άννα Γρίβα γράφει στο fractal για τον "Άνθρωπο τανκ" (Θράκα, 2017) του Γιώργου Λίλλη

Ένα ανέκδοτο διήγημα του Κωνσταντίνου Γαλάνη

Απόσπασμα από το υπό έκδοση πεζογράφημα του Πέτρου Μπιρμπίλη, από τις εκδόσεις Θράκα (Κυκλοφορεί στις 16 του Οκτώβρη)

Ένα ανέκδοτο ποίημα της Μαρίας Θ. Αρχιμανδρίτη

Ο Κώστας Κουτρουμπάκης γράφει για τον "Κούκο" (Θράκα, 2016) της Πελαγίας Φυτοπούλου


Ποιητής celebrity

Εκεί που ξεφύλλιζα επετειακό τεύχος ιστορικού λογοτεχνικού περιοδικού, έπεσα πάνω σε μια διαφήμιση, μεγάλων διαστάσεων, για την οποία το χώρο είχε μισθώσει «πολυβραβευμένος» –αν κρίνουμε από το εκτενές βιογραφικό του- ποιητής. Ένθεν κι ένθεν του ποιητικού βιβλίου της διαφήμισης, υπήρχαν κολακευτικά σχόλια τού ηλεκτρονικού τύπου, την γνησιότητα των οποίων θα αμφισβητούσε κάποιος εάν είχε διαβάσει άρθρο γνωστού περιοδικού, για τις τακτικές που ακολουθεί ο  συγκεκριμένος ποιητής.

Πού θέλω να καταλήξω. Ας έρθουμε στη θέση του μέσου αναγνώστη λογοτεχνικών βιβλίων. Του αναγνώστη δηλαδή για τον οποίον η ποίηση αρχίζει και σταματά κάπου μεταξύ  Ελύτη και Σεφέρη, τους οποίους μάλιστα γνωρίζει μέσα από τις συνθέσεις του Μίκη Θεοδωράκη, άντε και κάποιων αποφθευγμάτων που ανακυκλώνονται στο facebook . Αυτός ο άνθρωπος – ο μέσος αναγνώστης λογοτεχνίας – αν υποθέσουμε ότι πέφτει πάνω στην συγκεκριμένη διαφήμιση, πώς θα αντιδράσει;
α) «Επιτέλους, να και ένα ποιητικό βιβλίο μετά το «Άξιον Εστί» και τα «Άπαντα του Καβάφη»;
β) «Who cares?»;

Θέλω να πω, ότι ο ποιητής –οποιουδήποτε μεγέθους πέραν ενός ατάλαντου-  που εις γνώσην του άρχισε να δημοσιεύει και να εκδίδει ποιητικά βιβλία, για τα οποία στην καλύτερη περίπτωση, στην αρχή θα νοιάζονταν μόνο κάποιοι συγγενείς και φίλοι, δεν είναι δυνατόν να έχει την αίσθηση ότι το αναγνωστικό κοινό περιμένει μια διαφήμισή του για να τρέξει στον βιβλιοπώλη και να αναζητήσει το διαφημιζόμενο βιβλίο αναφωνώντας με στόμφο τα σχόλια του ηλεκτρονικού τύπου που το συνοδεύουν. Γιατί η ποίηση είναι ήσσονος σημασίας για το ευρύ κοινό. Τα έχουμε ξαναπεί. Και όταν ο ποιητής είναι ο ίδιος wannabe-ποιητής και υιοθετεί πρακτικές ενός celebrity, η αποτυχία του εγχειρήματος της διαφήμισης – και γενικότερα της ποίησής του- είναι δεδομένη. Έτσι, αμέσως, φανερώνονται τα κίνητρά του που σε καμιά περίπτωση δεν είναι υγιή.

Από την άλλη, γιατί κάποιος που γράφει ποίηση με μεράκι και σεβασμό στην ποιητική παράδοση, να θέλει εναγωνίως να αναγνωριστεί, καταφεύγοντας μάλιστα σε κινήσεις εντυπωσιασμού όπως η σύνταξη ενός βιογραφικού που βρίθει από δήθεν διακρίσεις, δήθεν βραβεύσεις, εικονικούς τίτλους διδακτορικών, μια υποτιθέμενη παγκόσμια αναγνώριση, προεδρίες σε ανύπαρκτους οργανισμούς κλπ;

Εάν η ποίηση κινδυνεύει από «ποιητές» που αν δεν έγραφαν, θα αποζητούσαν την αναγνώριση με τις ίδιες πρακτικές σε άλλους χώρους όπως π.χ. η μουσική (γεμάτη η μουσική σκηνή από δαύτους), η πολιτική (…), η υποκριτική -για να απαριθμήσω κάποιες από τις εναλλακτικές του επίδοξου υποψηφίου πάσης διακρίσεως- είναι στην κρίση του αναγνώστη του κειμένου αυτού.

 ---------------------------------------------------------------------
"και να καθαρίσουμε τους κακομούτσουνος": τίτλος βιβλίου του Μπορίς Βιάν, όπως αυτός έχει αποδωθεί στα ελληνικά

Αδελφοποίηση του Μουσείου Καζαντζάκη με το Σπίτι-Μουσείο Σβάιτσερ

Με το Σπίτι-Μουσείο του μεγάλου ανθρωπιστή Άλμπερτ Σβάιτσερ (Albert Schweitzer) θα αδελφοποιηθεί το Μουσείο Νίκου Καζαντζάκη, ύστερα από πρωτοβουλία της Διεθνούς Εταιρίας Φίλων Νίκου Καζαντζάκη. Είναι το πέμπτο στη σειρά μουσείο με το οποίο προχωρά σε αδελφοποίηση το Μουσείο Καζαντζάκη μετά από εκείνα του Juan Ramón Jiménez στο Moguer της Ισπανίας, του Paul Valéry στη Sète της Γαλλίας, του Buhoslav Martinû στην Polička της Τσεχίας και του Lu Xun στο Shaoxing της Κίνας. Η τελετή της αδελφοποίησης θα πραγματοποιηθεί στις 29 Σεπτεμβρίου 2013, στο Σπίτι-Μουσείο του Άλμπερτ Σβάιτσερ, στο Gunsbach της Αλσατίας. Στην τελετή, θα παραβρεθεί ο Πρόεδρος του Μουσείου κ. Στέλιος Ματζαπετάκης για να υπογράψει το συμφωνητικό συνεργασίας, καθώς και η Διευθύντρια του Μουσείου κ. Βαρβάρα Τσάκα, ενώ για τις σχέσεις των δύο αντρών θα μιλήσουν η κ. Yvette Renoux-Herbert, παλαιά συνεργάτιδα του Καζαντζάκη στην ΟΥΝΕΣΚΟ και ο κ. Γιώργος Στασινάκης, Πρόεδρος της Διεθνούς Εταιρείας Φίλων Νίκου Καζαντζάκη. Σημαντική βοήθεια στην οργάνωση της εκδήλωσης προσφέρει ο Σύλλογος Αλσατία-Κρήτη και ιδιαίτερα ο Πρόεδρος και Ιδρυτής του, αλλά και γνωστός για την ιδιαίτερη αγάπη του για την Κρήτη, κ. Ζαν Κλωντ Σβέντεμαν (Jean Claude Schwendemann).

Οι σχέσεις Καζαντζάκη-Σβάιτσερ
Ο Άλμπερτ Σβάιτσερ (1875-1965) ήταν Αλσατός θεολόγoς, μουσικός, φιλόσοφος και γιατρός. Ακολούθησε φιλοσοφικά τον Νίτσε και τον Τολστόι, ενώ η φιλοσοφία του συγκρίθηκε με αυτήν του Αγίου Φραγκίσκου της Ασίζης. Το 1953 τού απονεμήθηκε το βραβείο Νομπέλ Ειρήνης για την ίδρυση Νοσοκομείου στη Γκαμπόν της Αφρικής, ενώ το όνομά του έμεινε στην ιστορία για το σπουδαίο ανθρωπιστικό του έργο.
Με τον Καζαντζάκη γνωρίστηκαν στο Gunsbach της Αλσατίας, το 1955, και από τότε συνδέθηκαν με στενή φιλία. Ο Σβάιτσερ, μάλιστα, ήταν ένας από τους τελευταίους φίλους που τον επισκέφθηκαν στην κλινική του Φράιμπουργκ, τον Οκτώβριο του '57, όπου άφησε και την τελευταία του πνοή.
Η γνωριμία τους επιβεβαίωσε στον Καζαντζάκη πως ο βίος του Αγίου Φραγκίσκου δεν ήταν παραμύθι και πως μπορεί ακόμα κι ο άνθρωπος να κατεβάσει το θαύμα πάνω στη γη. Γι΄αυτό και το μυθιστόρημά του Ο Φτωχούλης του Θεού, είναι αφιερωμένο στον Dr. Albert Schweitzer, τον «Άγιο Φραγκίσκο του καιρού μας».


  


Η γιαγιά μου δεν ήθελε να πάει στην Αυστραλία ή στην Αμερική, άντε στη Γερμανία, όπως οι περισσότεροι Έλληνες της δεκαετίας του πενήντα. Η γιαγιά μου ήθελε να πάει να πεθάνει. Την άκουγα και νόμιζα ότι είναι κι αυτή μια χώρα.
Όταν αρχίσαμε τη γεωγραφία στο δημοτικό, η δασκάλα με ρώτησε σε ποια χώρα θέλω να πάω κι απάντησα, Ναπεθάνω και κάλεσε πανικόβλητη τη μάνα μου και της δήλωσε ότι έχω ψυχολογικά προβλήματα.
Η μαμά ήταν με τη γιαγιά. Την  κοιτούσε φουρκισμένη κι εκείνη χαμήλωσε το κεφάλι και τα άλλα παιδιά, που την έβλεπαν πλάτη, είπαν, «η γιαγιά σου κλαίει», αλλά εγώ ήξερα ότι γελούσε.
Η γιαγιά μου άργησε πολύ να πάει στη χώρα Ναπεθάνω. Δεν έμπαινε στο χάρτη κι έτσι πρόλαβα και μεγάλωσα. Η γιαγιά μου από πριν γεννηθώ έπιασε την κοιλιά της κόρης της, που δεν ήξερε ότι με έψηνε, την κοίταξε βαθιά στα μάτια, της τσίμπησε τα μάγουλα και τα βυζιά -όπως τόνιζαν κι οι δυο- και της είπε: «Είσαι γκαστρωμένη, το ξέρεις; Κορίτσι!»
Άναψε καντήλι και πήγε και ζήτησε τον δεκαεννιάχρονο πατέρα μου, τραβώντας τον απ’ τo αυτί στο σπίτι της. Τότε η γιαγιά μου ήταν τριάντα έξι, χήρα με τρία κορίτσια και τους πάντρεψε επειγόντως για να ‘χει ένα στόμα λιγότερο να ταΐζει.
Ύστερα πηγαινοερχόταν σπίτι μας,  να παρακολουθεί το νεαρό ζευγάρι και προπαντός, εμένα. Καθόταν ώρες κολλημένη στην κοιλιά της κόρης της και μου μιλούσε. Άκουγα ιστορίες της γενιάς της, της φυλής της, της χώρας της. Μου μιλούσε σ’ όλες τις γλώσσες που ήξερε και δεν ήξερε. Κι είχαν όλες τον τόνο της αγάπης της. Άμα εδέησα να βγω στον κόσμο, την αναγνώρισα απ’ τη φωνή. Με κρεμούσε σ’ ένα πανί που έδενε διαγώνια απ’ την πλάτη της στο αριστερό στήθος, για ν’ ακούω την καρδιά της. Έκανα τα πρώτα μου βήματα, δεμένη απ’ το κορδόνι της ρόμπας της. Δεν ήταν ακριβώς δικιά της εκείνη η ρόμπα, η γιαγιά ήταν πάμπτωχη. Μια ρόμπα ολόμαλλη, κανελί καρό, με μεταξωτά φυτίλια στα μανίκια και μεταξωτό χοντρό κορδόνι για ζώνη. Δώρο μιας πλούσιας κυρίας που της έκανε μπουγάδα κάθε Τετάρτη και Σάββατο.
Με έπαιρνε κι εμένα στην πλούσια κυρία. Έμενε ολομόναχη στο Κολωνάκι σ’ ένα ρετιρέ μ’ έξι δωμάτια, τρία μπάνια και δύο δωμάτια υπηρεσίας, με τις αμέτρητες γάτες της και το τυφλό σκυλί της. Κυκλοφορούσα σιωπηλή απ’ το ένα δωμάτιο στο άλλο, φορώντας τα τακούνια της και τα γυαλιά πρεσβυωπίας της που τα έκαναν όλα πρησμένα και τουρλωτά, με τη βεντάλια της στο χέρι και τη μεταξωτή της εσάρπα στους ώμους. Το τυφλό σκυλί της μ’ ακολουθούσε προσεκτικά, μην κουτουλήσει στα έπιπλα. Οι γάτες της μας παρατηρούσαν με τα τιγρίσια μάτια τους, αραχτές στους βελούδινους καναπέδες.
Παντού με συνόδευε ένας παράξενος ήχος, ένα αέναο φλαπ-φλαπ-φλαπ αντιλαλούσε στα σαλόνια, στα δωμάτια υπηρεσίας, στις κρεβατοκάμαρες, στα μπάνια, στα μπαλκόνια, μα κυρίως, καθρεφτιζόταν στους καθρέφτες.
Το ξεθωριασμένο φάντασμα έλεγα μέσα μου και το χαιρετούσα και κοιταζόμασταν και δίπλα μου φρενάριζε ο τυφλός σκύλος σαν να αφουγκραζόταν κι αυτός την παρουσία του.
Ποτέ δεν ρώτησα για τον ήχο. Χρόνια αφότου η γιαγιά μου πήγε στη χώρα Ναπεθάνω, άκουσα ξάφνου το φλαπ-φλαπ-φλαπ, περνώντας από μια αυλή στην καρδιά της Αθήνας. Το ξεθωριασμένο φάντασμα χαμογελούσε στους καθρέφτες της μνήμης μου.
Κάποια στιγμή τόλμησα να κοιτάξω πάνω απ’ το φράχτη και είδα τον ήχο με τα μάτια μου: Σεντόνια βρεγμένα που τα χτυπούσε ο αέρας.





ΝΟΥΘΕΣΙΕΣ


1.
Γίνε ολόκληρος ένα βέλος
μπηγμένο στο πεπρωμένο.

2.
Τρέψε το έξωθεν αδιέξοδο σε κατ’ επιλογήν οδόφραγμα·
και γλίστρα χέλι μου, μες τη λάσπη όλο γλίστρα.

3.
Ατένιζε τη φωτιά
ώσπου το βλέμμα σου να σπινθηρίσει.

4.
Να γειτνιάζεις με τ’ ανώφελο
να εγκαθίστασαι στ’ ανέφελο – κράσπεδον.
Παράξενα ξένος και σιωπηλός ο σταθμός του μετρό. Άδειος. Άφωνος. Οι συρμοί κάθε τέταρτο και οι ανθρώπινες μυρουδιές πουθενά. Μόνο εκείνη ανέβαινε τις κυλιόμενες σκάλες.
Έστεκε το σκούρο δέρμα της σαν κέρινο, ημιλιπόθυμο άγαλμα, ενώ τα λεπτά κόκκαλά της διαγράφονταν σαν κλαράκια από εξωτικά μέρη φυτρωμένα. Τα μαλλιά της ολόμαυρα, μαζεμένα χαμηλά, άφηναν να φανεί το πρόσωπό της με τα χλωμά μάτια. Πόσο αντίθεση έκαναν με το χρώμα της! Η πλάτη της ακάλυπτη. Φορούσε ένα γαλάζιο με μικρά λουλουδάκια φόρεμα μέχρι το γόνατο. Τα δυο ψιλά ραντάκια του έστεκαν στους ώμους ξέπνοα όπως και η ανάσα της.

Κάθισε στο πεζούλι δίπλα στην έξοδο. Ακούμπησε στο βρώμικο πάτωμα του σταθμού ένα πλαστικό ποτηράκι. Δυο κέρματα αφέθηκαν βιαστικά από έναν περαστικό. Δεν τον κοίταξε. Το κεφάλι της κατεβασμένο, όλο είχε μπει σε κείνο το ποτήρι. Χαμένα τα μάτια της στο πάτο έψαχναν να βρουν ίχνη από την πορτοκαλάδα.

Είχε στύψει τους χυμούς από το μυρωδάτο ώριμο φρούτο, είχε προσθέσει τη δροσιά από δυο διάφανα παγάκια, μέχρι και χαρτοπετσέτα να σκουπιστεί ύστερα του είχε προσφέρει, μέχρι και για το καλαμάκι είχε φροντίσει.
Πλαστικό ήταν, σαν αυτά που χρησιμοποιούμε όλοι μα έλαμπε από καθαριότητα και φροντίδα. Σπαστό ήταν, λύγαγε εύκολα για να ταιριάζει με τη διάθεση της εποχής του. 
Κι όταν έχυσε μέσα τον φρεσκοστιμένο χυμό δεν λογάριασε τίποτε παρά μόνο να ήταν ζουμερός, γλυκός και δροσιστικός.

Κάθισα σε μια γωνιά και την παρατηρούσα ώρα. Ακόμη κοίταγε βαθιά στο ποτήρι. Τα κέρματα στη θέση τους. Ακούνητα όπως και όλο το σώμα της. Σκυμμένο πάντα εκεί να ψάχνει για έστω λίγες σταγόνες από την πορτοκαλάδα που είχε φτιάξει. Λίγες σταγόνες που θα μπορούσαν να της απαντήσουν… 
«Μα τι έγκλημα είχε κάνει; Μια δροσερή πορτοκαλάδα του είχε προσφέρει σε ένα ποτήρι με καθαρό καλαμάκι. Πλαστικό μεν αλλά ήταν το μοναδικό που είχε...»

Κάποια στιγμή σαν να ξύπνησε η κοπέλα με το γαλάζιο φόρεμα από λήθαργο.
Σηκώθηκε, πήρε το δρόμο της επιστροφής.

Ευτυχώς το μετρό είχε αρχίσει να μυρίζει μακό μπλουζάκια, σανδάλια δερμάτινα, βαλίτσες, καπέλα ψάθινα, βιβλία που με ανοιχτές τις σελίδες καλούσαν το νου, τσιγάρα που έβγαζαν καπνό. Ανάσαιναν όλα ξανά. Τα παγκάκια απόκτησαν το ανθρώπινο βάρος τους, ενώ ο χώρος είχε βρει λίγο από το πολύβουο, γνώριμο ρυθμό του.

Στην πλάτη εκείνης, ανάμεσα στα ραντάκια του υφάσματος, ξεχώρισα μια μικρή τομή από χέρι χειρουργικό. Καρφωμένο έστεκε τώρα ένα πλαστικό, σπαστό καλαμάκι. 


Αντί για πορτοκαλάδα κάποιος είχε ρουφήξει το αίμα της
.

Διάλεξη για τη ζωή και το έργο του προσωκρατικού φιλοσόφου Ηράκλειτου διοργανώνει ο Φιλοσοφικός Όμιλος Θεσσαλίας «Η Μήτις» το Σάββατο 12 Οκτωβρίου στις 7.30 το απόγευμα στην Αίθουσα Συνεδριάσεων του Δημαρχείου Ελασσόνας με εισηγητή τον Γιώργο Σαράτση.
Ο Ηράκλειτος γεννήθηκε στην πόλη της Εφέσου το 544 προ χριστιανικής χρονολόγησης και πέθανε κατάμονος και απογοητευμένος από τον κόσμο το 484.  Αν για τον Θαλή αρχή του κόσμου είναι το νερό και για τον Αναξιμένη ο αέρας, ο Ηράκλειτος βρίσκει την δική του αρχή στο αιώνιο και άναρχο Πυρ. Αναγνωρίστηκε μαζί με τον Δημόκριτο ως πρωτεργάτης των φυσικών επιστημών. Υπήρξε πρόδρομος του επικουρισμού και αναγνωρίστηκε ως ο πατέρας του διαλεκτικού υλισμού, καθώς θεωρούσε ότι ο κόσμος είναι μοναδικός, αγέννητος και αιώνιος
.


Επιτύμβιο

Ο Βλαδίμηρος Σολοβιόφ
Κείτεται ενταύθα.
Φιλόσοφος ήταν αρχικά.
Σκελετός έγινε στη συνέχεια.
Αγαπητός σε ορισμένους
Εχθρός σε άλλους·
Σαν, όμως, ερωτεύτηκε σφόδρα
Μόνος έπεσε στη χαράδρα
Και την ψυχή του έχασε
Δίχως καν στο σώμα ν’ αναφερθούμε:
Εκείνη την πήρε ο διάβολος
Το δε κορμί το ‘φάγαν τα σκυλιά.
Διαβάτη! Διδάξου απ’ το παράδειγμα αυτό,
Πόσο θανάσιμος ο έρωτας μπορεί να γίνει κι η πίστη πόσο χρήσιμη.


Μετάφραση από τα ρωσικά Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης ©


ЭПИТАФИЯ

Владимир Соловьев
Лежит на месте этом.
Сперва был философ.
А ныне стал скелетом.
Иным любезен быв,
Он многим был и враг;
Но, без ума любив,
Сам ввергнулся в овраг
Он душу потерял,
Не говоря о теле:
Ее диавол взял,
Его ж собаки съели.
Прохожий! Научись из этого примера,
Сколь пагубна любовь и сколь полезна вера.




Βία μην ταξιδέψετε




Όταν πεθάνω
Να σταματήσει ο πόλεμος
Η βία των αγγέλων
Χαρίτωνες αντιβιώσεων

Τρώγοντας κορόμηλα, μετάλλια σε όλους

Αν  αποκοιμηθώ
Χαμογελώντας τα μωρά
Η ποίηση, να συνεχίσει η αύρα της
Δόξα εις  αναγνώστες

Η γνώση  να γεννά όχι η μάνα

Όταν πεθάνω
Γιατί να κλάψετε
Παραισθησιογόνα νανουρίσματα
Κηδεύοντας  ωχρά  ειρήνη

Ότι βία γεννά, μη  γεννηθείτε ακόμα




Λωτός




Είπε «διαιρώ το μηδέν»
Και εσκορπίσθη στο στερέωμα
Λωτός ανθίζοντας για αρετή
Για αντοχές χρυσάνθεμο
Αφήνοντας αναπνοές στα ίχνη
Το άπειρο μηδέν στα χείλη



  
Χιλιετηρίδα θυμάται αιώνες



  
Μ’ ένα νεώτερο χορό ο Σειλινός
Τα πρωινά συγγενεύει
Οδούς ρυθμών και αριθμών

Τον Όλγανο φουσκώνει
Το τρένο κουβαλά προς Έδεσσα
Το κλίμα αλλάζει

Κάθε στιγμή η άλλη που έρχεται
Η άλλη
Κάθε στιγμή που φεύγει

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA