Ο Πέτρος Μπιρμπίλης μιλά στην Athens Voice και στον Γιάννη Νένε, για το "Μπελ Ετουάλ" (Θράκα, 2017)

Μια “ηρωίδα” πλάι σε ανθρώπους αντιηρωικούς: Ένα κριτικό σημείωμα του Στάθη Ιντζέ για το "Γονυπετείς" της Τζούλιας Γκανάσου

Για την ποιητική συλλογή της Μαρίας Αγγελοπούλου "Η απουσιολόγος" (Θράκα, 2016), γράφει ο Χρήστος Αρμάντο Γκέζος

Ο Στέφανος Ξένος γράφει στο diavasame για τον "Άνθρωπο Τανκ" (Θράκα, 2017) του Γιώργου Λίλλη

Για το βιβλίο της Μαριάννας Κουμαριανού «Τόπος στη Γαλήνη» – γράφει η Ανθούλα Δανιήλ

Φάνης Παπαγεωργίου, Ποια γενιά; Σκέψεις για τη σχέση μεταξύ βιολογικής και δυνάμει καλλιτεχνικής γενιάς.

Δύο ανέκδοτα/αδημοσίευτα ποιήματα του Δημήτριου Δημητριάδη

Ο Παναγιώτης Βούζης γράφει στην εφημερίδα "Τα Νέα" για το "Χρονορυχείο" (Θράκα, 2017) της Στέλλας Δούμου


Η θράκα σας εύχεται καλό καλοκαίρι.Θα είμαστε πάλι καθημερινά μαζί σας από την Δευτέρα 19 Αυγούστου.Συνεχίστε να μας στέλνετε συνεργασίες στο thracamagazine@gmail.com


«Το σύνθημά μας ποιο θα είναι;»
«Φασολάδα στη ζούλα».
«Το αντισύνθημα;»
«Ποιο αντισύνθημα; Παρασύνθημα το λένε».
«Αντισύνθημα! Άμα πούμε παρασύνθημα, θα μας καταλάβουν. Λέγε! Το αντισύνθημα!»
«Στη ζούλα… φασολάδα!»
«Θα μας καταλάβουν. Το ίδιο είναι».
«Καλά… το βρήκα. Η συμμορία των έντεκα εξορμά».
«Αφού είμαστε δύο».
«Για να μη μας καταλάβουν».
Φασολάδα στη ζούλα, λοιπόν. Σου έμεινε απ’ την πρώτη σου αγαπημένη στο δημοτικό, που την έλεγαν Σούλα κι εσύ προτιμούσες το ζούλα, γιατί
ήθελες να τη ζουλάς.
Κι αν δεν πιάσεις το σύνθημα θα σου ρίξω το παρασύνθημα και θα πέσεις τάβλα.
Μόνο μη με κοιτάς μ’ αυτά τα τεράστια μάτια σου, μετά σε βλέπω στον ύπνο μου, έντεκα εσύ με κυνηγάνε – το πρωί ξυπνάω χαμογελώντας ηλίθια στους καθρέφτες.
Κι όταν μου ανοίγεις την πόρτα, κάνε μερικά βήματα πίσω, έστω ένα, άσε μου λίγο χώρο στο μυαλό μου, να συνειδητοποιήσω ότι είμαστε μαζί, έτσι μελό, εμείς, μαζί. Τα εκκωφαντικά φιλιά σου αντιλαλούν μέσα μου, κατάντησα γιγάντιο ηχείο φιλιών.
«Φασολάδα στη Σούλα», σου λέω και μπαίνω.
«Φασολάδα στη ζούλα», με υποδέχεσαι.
Η συμμορία των έντεκα εξορμά. Αγκαλιαζόμαστε. Εμείς οι δύο. Οι άθλιοι του έρωτα.
Κάναμε συμμορία οι δυο μας; Αυτά τα συνωμοτικά γέλια, η παντελής έλλειψη τύψεων, συνιστά άραγε συμμορία; Σε βαθμό κακουργήματος; Κινδυνεύουμε; Θα μας συλλάβουν;
Γίναμε το τελευταίο παιχνίδι. Ο ίλιγγος, η άβυσσος.
Ορκίζομαι να σαπίσω με τη μυρωδιά σου πάνω μου, ορκίζεσαι να σκοτωθείς αν πεθάνω. Θα πεθάνω, να σκοτωθείς.
Και θα εμφανιστείς εσύ, οι έντεκα εσύ, και θα κλαις και θα λες το αντισύνθημα κι εγώ θα σε αφήνω να πλαντάζεις στο κλάμα και θα κρυφογελάω, γιατί δεν πέθανα βέβαια για να μη σκοτωθείς, πώς μπορώ άλλωστε αφού έχω τη μυρωδιά σου, φίλτρο να με φυλάει, απλώς δεν μ’ αρέσει το αντισύνθημα, απ’ την αρχή δεν μ’ άρεσε, παρασύνθημα είναι, τι πάει να πει αντισύνθημα, δεν είναι κουβέντα αυτή, σε πήγα πάσο από έρωτα, τώρα θέλω να τον κερδίσεις αυτόν τον έρωτα με το σπαθί σου.
Σου δίνω τον Ίμερο, τον Πόθο και την Πειθώ βοηθούς σου.
Μόνο μην κολλάς τη μούρη σου στη μύτη μου, αλληθωρίζω, σε χάνω. Σε βλέπω μισό και διογκωμένο, πρήστηκες, βλέπω τους πόρους σου, ένα μάτι γίγαντας με απειλεί, μη γελάς, έτσι μου ‘ρχεται να ρουφήξω το μάτι σου σαν αυγό, να σε δω τι θα κάνεις μονόφθαλμος, πειρατής να γίνεις, να με κλέψεις. Έχω φτερά εγώ, άμα θέλω, κάνω μια, έτσι, και πετάω, αλήθεια σου λέω, είμαι και πουλί, άμα θέλω, τώρα δεν θέλω, μη μου κολλάς, θα φωνάξω τη Σούλα να σου κάνει ζούλα, τη Σούλα που έγινε χοντροβαρέλα και σαλιαρίζει μαζί σου σέρνοντας τα παιδάκια της τα μυξιάρικα, να δεις τι θα πάθεις που παίζεις παιδικά παιχνίδια μαζί μου.
Κι άμα ακόμα δεν κατάλαβες, στο ξαναλέω. Εγώ δεν είμαι για συνθήματα, αντισυνθήματα και παρασυνθήματα.
Εγώ είμαι της Αφροδίτης. Η Ανάτ είμαι, η Φρέγια είμαι, η Ιτζαπαπαλότλ είμαι, η Ίσιδα είμαι, η Ινάνα είμαι, η Ιστάρ είμαι και, πολεμάω για εμάς κι αν δεν με πείσεις, θα σε κατασπαράξω να σε πενθήσω.

Υ.Γ. Η Κνίσα, κόρη κι αυτή της Αφροδίτης, γίνεται όστρακο για χάρη του Μποτιτσέλι κι ανοίγει στις 25 Αυγούστου.



Ένα μεσημέρι της Λευκωσίας του 2013 
σε τέσσερις στροφές, ένα έμβλημα, μια επωδό και είκοσι στίχους
μες στα «Νύχια του Κόκορα» του Γιώργου Καλοζώη


Όσοι δεν άντεξαν έναν
Ιούλιο
Έγραψαν ποιήματα πορτοφολάτα στης
Κλάψας το παγκάρι

Όσοι δεν άντεξαν έναν
Ιούλιο
Μπογιάτισαν τελάρα χρησιμοθηρικά στης
Έκθεσης το αγελαίο

Όσοι δεν άντεξαν έναν
Ιούλιο
Απαθανάτισαν δαγεροτυπίες υπερπραγματικά στης
Φρίκης το μυστικό

Όσοι δεν άντεξαν έναν
Ιούλιο
Εκφώνησαν λογύδρια κεφαλικά στης
Καταισχύνης το χρηματιστήριο

!*!

Όσοι άντεξαν έναν
Ιούλιο
Νεκρώθηκαν ψυχές ειλημμένα στης
Πατρίδας το έγκλημα





ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ


Μεταβάλλομαι διαρκώς
Στροβιλίζομαι στον γαλαξιακό οργασμό ενός βρέφους
Γελάω με τ' άστρα τ' ουρανού σου
Και φεύγω στο Διάστημα με τη μαγική μου σκούπα



ΑΣΠΡΟΜΑΥΡΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ


Ασπρόμαυρη φωτογραφία οι σκέψεις μου
Αιθεροβάμων άνεμος ερωτικός
Στα ψήγματα του χτες τον συνάντησα
Κύκλους να ζωγραφίζει με αόρατες ξυλομπογιές



ΓΙΑ ΕΝΑ ΑΓΟΡΙ


Ήμασταν σαν αποσμητικό για ευαίσθητες επιδερμίδες
Σαν Johnson baby shampoo
Τέλος
Χωρίς αλκοόλ
Χωρίς δάκρυα



ΜΙΛΑΣ


Μου λες πως τίποτα δεν είναι ακατόρθωτο
Πως μαζί μπορούμε να νικήσουμε τα πάντα
Πως τα χρόνια που θα περάσουν θα μας βρουν αγκαλιά
Κι εγώ δε σε καταλαβαίνω
Μιλάς για την αγάπη
Σαν να είναι κάτι σημαντικό 






Έκανε ζέστη, όταν ήρθε ο μάνατζερ.
Ο δρόμος βούλιαζε στο φως.
Η Αττική, κρεμασμένη στον αέρα
κι οι επιβάτες της, λικνιζόταν
σαν σε ένα γαλήνιο αεροπλάνο.
Μα εκείνος έβλεπε ευκαιρίες μπίζνες.
Μπαίνοντας στην Αθήνα τα πράγματα φαινόταν
σκεπασμένα από ασβέστη, σαν μια Πομπηία.
Ο μάνατζερ κρεμόταν από το Μπλακ Μπέρι
συνέχεια αστειευόταν με τον ομόλογό του
στο Μιλάνο: μονάχα το αεροδρόμιο είν' Ευρώπη.
Απέλυσε τον Αλκέτ σ' ένα τέταρτο.
Ο Αλκέτ είπε στη μητέρα του απολύθηκα
και επέμενε να μου κάνει το τραπέζι
και βγήκαμε στη ταράτσα γύρω στις δυο.
Η νύχτα της Αθήνας ήταν σα μια επιθυμία
κρυμμένη μέσα στο σώμα ενός εφήβου.






Κύριε Λαλιώτη,σας καλωσορίζω στο varelaki/notationes και ξεκινώ αμέσως.Παρακολουθείτε , φαντάζομαι, τις πολιτικές,κοινωνικές και οικονομικές εξελιξεις!Ζούμε λοιπόν σε ανισόρροπους καιρούς.Σε καιρούς δύσκολους για την Ελλάδα ως έθνος και για τους πολίτες της.Τα βλέμματα όλων είναι στραμμένα στην κρίση .Και δεν είναι λίγοι οι συμπολίτες μας που αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα επιβίωσης.Μέσα σε όλα αυτά ,μήπως οι Ποιητές και η Ποίησή τους περισσεύουν;Mήπως δεν είναι τούτη εποχή για Ποίηση και άλλα παρόμοια;

Είναι αστείο μια έκφραση εμφυλιοπολεμικής μνησικακίας όπως αυτή του Αναγνωστάκη να μας δεσμεύει τόσο, εκτός κι αν πάμε σε νέο εμφύλιο. Έχω πει σε ανύποπτο χρόνο ότι η ποίηση δεν εξαρτάται από αυτούς που τη γράφουν αλλά από αυτούς που την έχουν ανάγκη. Η ποίηση είναι η πολυτέλεια των κρίσεων κάθε είδους. Αν μας διαβάζει κανένας άνεργος θα το καταλάβει όπως το κατάλαβα κι εγώ όταν έμεινα άνεργος επί κλεπτοκρατίας.

Κάντε μου ένα σχόλιο για τη σύγχρονη λογοτεχνική πραγματικότητα.

Ρευστή και με μια καινούρια δυναμικότητα. Οι αθάνατοι διαχειριστές της δυστυχώς πεθαίνουν και παρασύρουν μαζί τους και τους κοινούς τόπους που σταθεροποίησε η εξουσιαστική τους παρουσία. Από την άλλη το αρχείο γίνεται ψηφιακό και ξεβολεύει. Αργόσυρτα όπως είθισται σε μια λογοτεχνία με ήθος δημοσίου υπαλλήλου υπάρχουν θρήνοι και απλωμένα ποδαράκια στα νέα ψιχουλάκια του Κράτους.

Πώς βλέπετε το μέλλον της Ποίησης στον τόπο μας;

Από την άποψη των γραφόντων λαμπρό από την άποψη των γραφομένων προβληματικό. Προσωπικά θεωρώ τον εαυτό μου τιμωρημένο μόνο να δει από μακριά τη Γη Χαναάν της ποίησης του μέλλοντος. ( Γελάκι)

Λογοτεχνία και Διαδίκτυο.Σχήμα οξύμωρο,αλλά....

Σχήμα νομοτελειακό. Με το ερώτημα κάτω από ποιούς όρους και με τι μορφή θα μας έλθει ο διανοούμενος του μέλλοντος που θα στηρίζεται μονάχα στο ψηφιακό αρχείο. Η έγνοια για μια διαδοχή του μαθησιακού και βιωματικού ήθους στο νέο αρχείο είναι πιο σημαντική από τα κλαψουρίσματα και τις προφητείες απωλείας.
Γι αυτό και δεν αναλαμβάνουν να την σκεφτούν οι τεμπέληδες της εύφορης κοιλάδας στη διασταύρωση υπουργείων παιδείας και πολιτισμού.

Συμφωνείτε με τη γνώμη ότι, στον τόπο μας, όσοι συγγραφείς προβάλλονται είναι υπερεκτιμημένοι, ενώ όσοι έχουν πραγματικά αξία μένουν άγνωστοι;


Για το πρώτο σίγουρα. Αλλά αυτό οφείλεται στα εξωλογοτεχνικά ταλέντα που έχουν οι υπερεκτιμημένοι. Η κουτοπονηριά όμως των δημοσιογράφων δεν τους αφήνει να κατισχύσουν και τους έχει σε αναμονή, αν όχι σε λεπτή περιφρόνηση. Παραγνωρισμένοι αληθινά είναι όλοι οι σοβαροί λογοτέχνες εν Ελλάδι ακόμα και όταν τους συμπεριλαμβάνει ο συρφετός εργαλειακού λόγου, λογοτεχνικά περιοδικά, σχολεία, φροντιστήρια, ΑΣΕΠ, φιλολογικές σχολές, μεταπτυχιακοί νταβατζήδες. Εκκαλύπτουν τη σημασία τους με ορεκτικές ποσότητες σκουπιδιών δήθεν αναλυτικού λόγου.


Αγαπημένοι σας συγγραφείς ,ποιητές και μεταφραστές παλαιότεροι /σύγχρονοι.
  
Ελληνικά έμαθα από τους μεταφραστές. Η ελληνική λογοτεχνία είναι ολίγον αποπνικτική εκτός των ακραίων εκφάνσεών της. Σκαρίμπας, Πεντζίκης, Χειμωνάς, Καχτίτσης, Κυριακίδης, Θεοφίλου, Μήτσορα, Καραπάνου, ο Νόλλας στα δύο πρώτα, Γιατρομανωλάκης, Ξεξάκης, Θεοδωρίδης,Παπαδημητρακόπουλος, Γονατάς, συμπληρώστε μόνοι σας τους ελλείποντες. Από το άκρο του ο καθένας οδηγούσε στο κέντρο των συγχρόνων ζυμώσεων του παγκόσμιου παιχνιδιού της μυθοπλασίας. Και με αξιώσεις συνομιλίας όχι επαρχιώτικου εξιμπισιονισμού.
Από ποιητές ο Ρίλκε και ο Ρίλκε και ο Ρίλκε. Αλλά στις τροπές που με συντάραξαν βάζω τον Εμπειρίκο, τον Γκίνσμπεργκ, τον Λουίς Θερνούδα. Ο καθένας μου πρόσφερε και μια κρίση αναθεώρησης των ως τότε γραφομένων μου. Ξέρετε οι ποιητές ή διαβάζουν την Ιλιάδα και γράφουν την Οδύσσεια, οι περισσότεροι, ή διαβάζουν την Οδύσσεια και γράφουν την Ιλιάδα. Εγώ ανήκω στους πρώτους, όποτε μπορείτε να εικάσετε πως διαβάζω την ποιητική γραμματεία.
Αυτή η μερική απάντηση ως συμβολή στο γεγονός πως δεν υπάρχει μια ολική απάντηση που να περιέχει ένα σύμπαν όταν το βλέπεις από την άκρη της ανάγνωσής σου.

Αγαπημένα σας βιβλία.

Η Αρκούδα του Φώκνερ, Το Κουτσό του Κορτάσαρ, Η Αφροδίτη του Πιερ Λουί, Η Επανάληψη του Κίρκεγκααρντ, Ο τελευταίος Αποχαιρετισμός του Ρέιμοντ Τσάντλερ, και όλα τα βιβλία τούβλα, από δυο τόμους κι επάνω. (γελάκι). Αυτές οι ερωτήσεις είναι για να ερεθίσουμε τη ματαιοδοξία... Το: Ο ρωμαίος η Ιουλιέτα και τα σκοτάδια του Γιαν Οτσενάσεκ, έπεσε ποτέ στην αντίληψή σας;
Το Άριελ από τις εκδόσεις Ατλαντίς; Το Μες στους καπνούς του Οπίου του Κλωντ Φαρέρ; Τα Έξεργα του Μανιάτη; Την επόμενη φορά να με ρωτήσετε για τα μισημένα μου βιβλία. Θα είναι πιο πρωτότυπο. ( γελάκι).

Πέρα από την Τέχνη του λόγου, ποιά άλλη τέχνη σας συγκινεί;

Η μουσική γιατί με κάνει δίπατο. Από το διάφραγμα και κάτω λαϊκά, από το διάφραγμα και πάνω η Κλασική Μουσική. Ο νεοελληνικός διχασμός για μένα είναι μουσικός και απολαμβάνω πάντα την προσπάθεια να τον συγκεράσω. Ωραία το έφτιαξα το παραμυθάκι ε;
Ακριβώς όπως στους περισσότερους, σινεμάς, θέατρο, χορός, ζωγραφική με μια συνεχή απροσπάθεια πια όξυνσης του γούστου.
Ο εγκυκλοπαιδισμός στο καρότο της γενιάς μου που λεγόταν Νόμπελ ήταν απαραίτητος... Τι θα λέγαμε στην τελετή της απονομής;
( γελάκι)


Παρακολουθείτε θέατρο;

Όποτε με σύρουν το απολαμβάνω, και μετά την παράσταση ψάχνω να πω ότι ως φοιτητής έπαιρνα κάθε Τρίτη το Βήμα και με τις οδηγίες του Γεωργουσόπουλου έβλεπα καμιά πενηνταριά παραστάσεις το χειμώνα και σερνόμουνα πίσω από τους θιάσους από χωρίον εις χωρίον το καλοκαίρι... Μια μέρα πήγα να δω την Βουνίσια Γλώσσα του Πίντερ και η παράσταση δεν έγινε λόγω ελλέιψεως θεατών. Έκτοτε από νομάδας έγινα σποράδας (Γελάκι)

Θεός;

Κατά βάθος σκέφτομαι πως δεν υπάρχει, αλλά όταν το λέω δεν πεθαίνω κι έτσι δεν μπορώ να το αποδείξω άμεσα. Και σε μια πολιτική κηδεία που πήγα παίζαν Μπετόβεν όποτε λέω τι πολιτική κηδεία με τέτοια μουσική είναι αυτή; Ακούω με προσοχή την εξόδιο ακολουθία κι όλο λέω να αποφασίσω αλλά το αναβάλλω. Τουλάχιστον ας υπάρχει ως κάτι για το οποίο είμαι μικρός να εκφέρω γνώμη. Εξ'άλλου η θρησκεία είναι αρρώστια και η Ορθοδοξία η θεραπεία της, που λέει και ο Ρωμανίδης. Το ότι γράφω ποιήματα θέλω δε θέλω σημαίνει, πάντως, πως υπάρχει.

H γνώμη σας για τα λογοτεχνικά βραβεία.
 
Εκ θεού είναι κι αυτά... Αν μου πείτε ποιος πήρε το Βραβείο της Ποιήσεως πριν τέσσερα χρόνια, θα σας θαυμάσω. Αυτό τα λέει όλα.

Γίνονται πολλές προσπάθειες τα τελευταία χρόνια για την υποστήριξη του ψηφιακού βιβλίου.

Γίνονται έντονες προσπάθειες για την καθυστέρηση της έλευσης του ψηφιακού βιβλίου. Αλλά αυτή η ιστορία τελειώνει τόσο που δεν χρειάζεται να μιλάμε γι αυτή. Των εχθρών τα φουσάτα περάσαν... και δώστου κλάμα οι κερδοσκόποι οι υπερτιμολογητές.


Yπάρχει από πολύ κόσμο μια αγανάκτηση απέναντι στους εκδοτικούς οίκους και τις πολιτικές τους.Είναι δικαιολογημένη η αγανάκτηση αυτή;

Υπάρχουν εναλλακτικές, αντί να χαλάμε σάλιο και φαιά ουσία, ας ξεβολευτούμε να τις αναζητήσουμε. Επ' αυτού οι εκδότες δείχνουν την άλλη πλευρά της σχιζοφρένειας που τους κατέχει. Είναι στυγνοί μικρομπακάληδες. Στο λογοτεχνικό περιοδικό δίνουν συνέντεξη ως άνθρωποι του πνεύματος και ενίοτε ως μεγάλοι ερασταί..

Υπάρχουν νέοι εμπνευσμένοι ποιητές σήμερα;Ποιά λόγια θα απευθύνατε σε έναν νέο ποιητή

Υπάρχουν δύο κατηγορίες βασικά. Οι ντόκτους που προβάλλει το Κέντρο βιβλίου, μέτρια ταλέντα στα όρια της λογοκλοπής με ισχυρές προσφύσεις σε μηχανισμούς εκδοτικής και πανεπιστημιακής εξουσίας και οι άλλοι, εγώ τους λέω ακαριαίους, που προσπαθούν με δυσκολία να διαχειριστούν τους ήπιους αποκλεισμούς από τους μηχανισμούς των πρώτων. Το ταλέντο πάει με το αναπάγγελτο και οι δυσκολίες των αληθινών ταλέντων θα είναι αρκετές, αν και όχι σε επίπεδο λογοκρισίας με τα νέα μέσα διάδοσης. Γι αυτό και η μόνη μου έγνοια είναι όταν συναντάω νέο ποιητή να τον ρωτάω πως βιοπορίζει. Από την απάντηση τα καταλαβαίνω σχεδόν όλα.

Πόσα βιβλία έχετε μεταφράσει;Yπάρχει κάποιο που επιθυμείτε διακαώς να μεταφράσετε και ευελπιστειτε στο μέλλον;

Αρκετά. Το μεταφραστικό μου πρόγραμμα ναυάγησε. Από την Αμαλιάδα καταγόμενος νταβατζήδες του λεξικού Μπαμπινιώτη δεν ανέχομαι. Προετοιμάζομαι τριάντα χρόνια για μια μετάφραση. Η ώρα της ήρθε, αλλά θα την τυπώσω και τότε θα μαθευτεί ποια είναι. Θέλω να τους αποδείξω ότι μπορείς να κάνεις τα πάντα χωρίς την διεφθαρμένη παρουσία καμιάς κρατικής βοήθειας. Να λασπώσω το βιβλίο στη μούρη τους. ( Γελάκι)

Ενδυμίων.Ποσα βιβλία έχει εκδώσει.Ειστε ανταγωνιστικός εκδότης;

Ο Ενδυμίων είναι εκδοτική παρέμβαση. Πολλοί στη αρχή πίστευαν ότι θα ενδώσω στην εξουσία του εκδότη. Απλά προσπαθώ να βγάζω βιβλία αξιοπρεπή, δηλαδή να με βρίζει αγαπητικά ο Καλιακάτσος όταν πέφτουν στα χέρια του, και με ενδιαφέρει ο σεβασμός της αξιοπρέπειας του γράφοντος καθώς και να τον δηλητηριάσω με το μεράκι των εκδόσεων. Το ότι αποκαλύπτει στις τιμολογήσεις του τη μεγάλη απάτη των εκδοτικών που εκδίδουν ποίηση, δεν ήταν στις προθέσεις μου. Ήταν όμως μια από τις κινήσεις που με έμαθε πως όταν ελέγχεις την τεχνολογία όλες οι επιχειρήσεις στην Ελλάδα είναι χάρτινες τίγρεις. Ό,τι κάνω εγώ τώρα στον Ενδυμίωνα θα αποτελεί απαραίτητη σκευή του ποιητή στην επόμενη δεκαετία. Έχει ακόμη λίπος η έκδοση της ποίησης στην Ελλάδα και κάποιο θα το μαζεύουν όπως είναι φυσικό. Πάντως με τα σχεδόν πενήντα βιβλία του Ενδυμίωνα έχω ξεθυμάνει το πάθος μου για να κάνω εξώφυλλα κι έχω ξενυχτήσει στεναχωρημένος για τα ορθογραφικά σε βιβλίο, εγώ ο δυσορθόγραφος.

Πιο από τα δικά σας ποιητικά βιβλία αγαπάτε περισσότερο;

Ξέρετε η δημοκρατία των εκδόσεων έως εμφανίσεως διαδικτύου μου έχει αφήσει και μερικά βιβλία ανέκδοτα.
Ένα από αυτά που λέγεται: Τρεις Φορές ο Κήπος είναι το αγαπημένο μου.


Tί θεση εχει στη ζωή σας ο Γιώργος Μίχος;

Υπήρξε Μπορχεσιανό παιχνίδι που σαν παγίδα έπιασε πολλούς.
Με οδήγησε σε συμβιβασμούς σε αίθουσες δικαστηρίων, τώρα ίσως να κατάλαβαν αυτοί που με πήγαν ότι στο μέλλον θα κατηγορηθούν για φασίστες, και στην απόρριψη μιας δηλητηριασμένης από μνησικακία λογοτεχνίας όπως εκφράστηκε από το εισαγγελικό στυλάκι ενός περιοδικού που μας άφησε χρόνους. Τα υπόλοιπα στα Γιώργου Μίχου Άπαντα. Το όνομα στην πτωχή μας επαρχιακή λογοτεχνία είναι το χρώμα του αστεριού που υποχρέωναν οι Ναζί να φέρουν όλοι οι μη Άρειοι.


Τί ονειρεύεστε;Tί ελπίζετε;

Όταν είσαι νέος σκέφτεσαι το θάνατο. Ώριμος αρχίζεις να σκέφτεσαι το πως. Γιατί πριν πεθάνεις θα γεράσεις και θα
φιλήσεις ίσως εκεί που έφτυνες.
Εύχομαι ένα θάνατο γρήγορο, κι ας μη γράψω εκείνο το ποίημα του καρκινοπαθούς με τα στάδια της Κούμπλερ Ρος, κι ελπίζω να μη ζήσω τον πατέρα που είδα να ακολουθεί το φέρετρο του παιδιού του.
Ένας θάνατος με κάποιο παράδειγμα Υποτακτικής της Ισπανικής στο στόμα θα ήταν πολύ σικ και θα μου πήγαινε γάντι. Θάνατος με λέξεις στο στόμα από τη γλώσσα της επιθυμίας μου, ποιητικό, ε;
Φοβάμαι ότι χωρίς ένοπλη σύγκρουση η κρίση αυτή δεν θα πάρει τέλος.

-
                                                 Αναδημοσίευση από το "varelaki"



ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΟ ΜΠΛΕ

Μουσικό-Ποιητική Βραδιά  στο EL VIAJE music bar

7 ποιητές διαβάζουν από τα έργα τους
Τραγούδι/κιθάρα: Lara Eidi

Παρασκευή 19 Ιουλίου 2013, 21:00
Διεύθυνση: Κολοκοτρώνη 45, Βύρωνας


Το EL VIAJE music bar σας προσκαλεί να ταξιδέψετε με
τα κείμενα Νέων Ποιητών και τη φωνή της Lara Eidi
σ’ ένα χώρο όπου επί χρόνια άνθρωποι της Τέχνης δίνουν το παρόν




Ποιήματα διαβάζουν οι:

 Δημήτρης Αθηνάκης
    Αγγέλα Γαβρίλη
        Ναταλία Κατσού
            Αλέξιος Μάινας
                Ανέστης Μελιδώνης
                    Πέννυ Μηλιά
                        Έλενος Χαβάτζας





Βιογραφικά σημειώματα:

Ο Δημήτρης Αθηνάκης γεννήθηκε το 1981 στη Δράμα. Σπούδασε Κοινωνική Θεολογία στην Αθήνα, Φιλοσοφία στη Θεσσαλονίκη και Φιλοσοφία της Επιστήμης στο Άμστερνταμ. Ζει στην Αθήνα και μεταφράζει, επιμελείται και γράφει (για) βιβλία. Συλλογές του: χωρίσεμεις (Κοινωνία των (δε)κάτων, 2009) και Δωμάτιο μικρών διακοπών (Κέδρος, 2012).

Η Αγγέλα Γαβρίλη είναι ιστορικός τέχνης και βιβλιοκριτικός. Το 2009 εκδόθηκε η πρώτη της ποιητική συλλογή ΑΡΚ (εκδ. Γαβριηλίδης), ενώ συμμετείχε σε δύο συλλογικές εκδόσεις της «Ομάδας Από Ποίηση» (Γαβριηλίδης, 2010 και 2012).  Μόλις εκδόθηκε και η δεύτερη προσωπική της συλλογή με τίτλο Iridium από τις εκδόσεις Momentum (2013).

H Ναταλία Κατσού γεννήθηκε στην Αθήνα, σπούδασε Νομικά και Θέατρο, ζει στο Λονδίνο και εργάζεται ως σκηνοθέτης θεάτρου. Ποιήματά της έχουν εκδοθεί σε ανθολογίες και περιοδικά. Μέρος της δουλειάς της έχει μεταφραστεί στα αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά και ισπανικά. Συλλογές της: Μαγωδός (Καστανιώτης, 2008) και Κοχλίας (Κέδρος, 2012).

Ο Αλέξιος Μάινας γεννήθηκε το 1976 στην Αθήνα. Σπούδασε Φιλοσοφία στη Βόννη. Μεταφράζει και παρουσιάζει ποιητές στο γερμανόφωνο χώρο. Επιμελήθηκε τη δίγλωσση έκδοση του Καβάφη για τις εκδ. Romiosini (Κολωνία 2009). Γράφει ποίηση κ’ διηγήματα και στις δύο γλώσσες. Πρώτη συλλογή: Το περιεχόμενο του υπόλοιπου (Γαβριηλίδης, 2011).

Ο Ανέστης Μελιδώνης γεννήθηκε το 1986 στην Αθήνα. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Αθηνών και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στη Φιλοσοφία. Στις εκδ. Γαβριηλίδης έχουν εκδοθεί οι ποιητικές συλλογές του Αστέρια από χαρτί (2010) και Επιστρέφω στο κύμα (2012). Συμμετείχε επίσης σε συλλογικά έργα και έχει μεταφράσει ποίηση του Πωλ Ελυάρ.

Η Πέννυ Μηλιά γεννήθηκε και ζει στην Αθήνα. Σπούδασε μετάφραση και ασχολήθηκε με το θέατρο και την μουσική. Έχει βραβευτεί από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών και την Ένωση Συγγραφέων-Λογοτεχνών Ευρώπης. Ποιήματά της συμπεριλαμβάνονται στις συλλογικές εκδόσεις Ομάδα Από Ποίηση και Υπέρ ονειρίας (Γαβριηλίδης, 2010 και 2012). 

Ο Έλενος Χαβάτζας γεννήθηκε το 1981 στην Αθήνα. Σπούδασε στο Π.Τ.Ε.Τ. του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στη Δημιουργική Γραφή στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας. Έχει εκδώσει την ποιητική συλλογή Ηλιοτρόπια με τις Πλάτες στον Τοίχο. Παράλληλα, πειραματίζεται με τη διάδραση λόγου και άλλων τεχνών.

~~..~~

Η Lara Eidi επηρεασμένη από το πολυπολιτισμικό περιβάλλον στο οποίο μεγάλωσε (Αθήνα, Λίβανο, Καναδά) κι εκτεθειμένη από νωρίς σε ακούσματα του Woodstock, της παραδοσιακής Αραβικής και της Ιρλανδέζικης μουσικής σκηνής, θα τραγουδήσει κομμάτια από το νέο προσωπικό της δίσκο και τραγούδια με κέλτικες, folk και indie επιρροές. www.reverbnation.com/laroushka , www.facebook.com/TheLaraCollective









Αφρός η εποχή
Έγραψαν και είπαν αρκετά οι Ποιητάδες
το χθες δίδαξε πολλά
Και ο άνεμος φεύγει
τι εποχή!
Ο καθένας κρύβεται
το λουλούδι δεν μυρίζει
η θάλασσά μου με περιμένει
το μαύρο των βουνών θα μας στοιχίσει.

Μην περιμένετε να ζήσετε στις εκπτώσεις.


ΙΔΑΝΙΚΟ ΖΕΥΓΑΡΙ


Με διαφορά χρόνου φοιτήσανε μαζί
Έκαναν από ένα αγόρι και ένα κορίτσι χώρια
Αγαπούν την ποίηση , τις ταινίες και τη μουσική
Μα πιο πολύ τη θάλασσα.
Τον  αρνήθηκε στην αρχή για να μπορέσει να τον βρει
Την βρήκε  για να μπορεί  να την χάνει  στο σκοτάδι
Ω, ιδανικό ζευγάρι παντρεύτηκε αυτός
Πήγε γαμήλιο ταξίδι αυτή!


Που σε κρατάει σε διαρκή υπερένταση. Που δεν σ’ αφήνει να ησυχάσεις λεπτό.
Χτυπάει το τηλέφωνο του γείτονα και κοιτάς το δικό σου φιλύποπτα.
Μιλάς ασταμάτητα, γελάς νευρικά, βουρκώνεις στα καλά καθούμενα, ακούς όλα τα ερωτικά τραγούδια, παρακολουθείς ζευγαράκια, τα πάντα κάτι σου θυμίζουν, έχουν κομμάτια της λαχτάρας σου.
Που σου προξενεί ταχυπαλμία, σου κόβει την όρεξη, τον ύπνο. Υπάρχεις σε αέναη αναμονή, σε συνεχείς αναβολές: Μια ώρα ακόμα, μια ώρα.
Το τηλέφωνο ξαναχτυπάει, ναι, είναι το δικό σου, μη δείξεις αγωνία, μην καταλάβει, απαντάς στο τρίτο χτύπημα, δήθεν κεφάτα, αλλά δεν είναι η φωνή που περιμένεις, εκνευρίζεσαι, κλείνεις βιαστικά. Άλλη μια ώρα, τα πάντα μπορεί να συμβούν την επόμενη στιγμή, τη μεθεπόμενη. Δουλεύεις πυρετικά να ξεχαστείς, διαβάζεις τυφλά, πλένεσαι μηχανικά, χαμογελάς ηλίθια.
Τσακώνεις το είδωλό σου στον καθρέφτη. Κοιτιέσαι εξεταστικά, μια μάσκα έντασης όλο μάτια, μπα, δεν σου πάει η λαχτάρα, σε αδυνατίζει, πλένεις τα δόντια σου ώσπου να ματώσουν τα ούλα σου, το τσιγάρο λιβανίζει στο νιπτήρα. Η οδοντόπαστα σου φέρνει εμετό, σκύβεις στη λεκάνη, δε βγάζεις τίποτα, μόνο πράσινα υγρά, δεν έχεις φάει τίποτα, πόσες μέρες; Δε θυμάσαι.
Το μυαλό σου τρέχει. Αναρωτιέσαι αν θα ‘ρθει απόψε, μάλλον όχι, αλλά αν έρθει; Τι θα κάνεις, τι θα πείτε, τι θα γίνει;
Τσαντίζεσαι με τον εαυτό σου, κάνεις σαν ανήλικο, όμως σε τρώει αυτό το ρημάδι το «αν», σε πιάνει ημικρανία απ’ το άγχος, ανάβεις τσιγάρο με τρεμάμενα χέρια, έχει γούστο να τρέμεις κι όταν -αν- συναντηθείτε, η ένταση γίνεται δύσπνοια, λιποθυμιά, κάτι σκίζεται μέσα σου, σε πιάνουν ρίγη κατακαλόκαιρο.
Πώς φιλάει; Μα, σε έχει φιλήσει ποτέ;  Αλτζχάιμερ.
Χτενίζεσαι με τα δάχτυλα τρέχοντας προς το ασανσέρ, κάπου ακούγεται χτύπος τηλεφώνου, φαντάσου τώρα που έφυγες, να σε ψάχνει, όμως ξέρει πού πας, στο λεωφορείο φοράς μαύρα γυαλιά ηλίου, μη φανεί η λαχτάρα που κρεμάστηκε στα μάτια σου, κάθεσαι, το σώμα σου ελατήριο έτοιμο να εκτιναχτεί, κατεβαίνεις σε λάθος στάση, περπατάς μηχανικά, δουλεύεις σαν ρομπότ έχοντας φτάσει με μισή ώρα καθυστέρηση, οι αισθήσεις σου σε συναγερμό, κάποιο τηλέφωνο μπορεί να χτυπάει κάπου, προσπαθείς να ηρεμήσεις.
Αν πάρει μια φορά, θα ξαναπάρει. Όποιος σηκώσει πρώτος το ακουστικό, δεν σταματάει, κολλάει το δάχτυλο, εσύ όμως όχι, εσύ δεν θα τηλεφωνήσεις, υποκρίνεσαι πως δεν θυμάσαι καν τον αριθμό κι ας είναι μια φωτεινή επιγραφή που αναβοσβήνει στο μυαλό σου.
Συνεχίζεις να δουλεύεις με πλαστή αφοσίωση –κι η λαχτάρα, λαχτάρα- το ξέρεις, θα συνεχίσει να υπάρχει ανεξάρτητα απ’ την οπτική επαφή, η λαχτάρα είναι ολόδική σου, είναι δημιούργημά σου, σε πλημμυρίζει άξαφνα σαν βήχας.
Το ίδιο άξαφνα θα χαθεί, μπορεί και την επόμενη ώρα, ή μέρα, στην αρχή δεν θα το καταλάβεις, τόσο απότομα θα σου φύγει, κάτι θα υποψιαστείς ακούγοντας τον εαυτό σου να ψελλίζει ανόητες δικαιολογίες ή ψέματα με βαρεμάρα όταν επιτέλους τηλεφωνήσει, αλλά αυτή τη στιγμή δεν σ’ ενδιαφέρει το μετά. Κλείνεις τα μάτια, ουρλιάζεις υποδόρια: Πάρε!
Στο βάθος το ξέρεις από πείρα: Όσο δεν τηλεφωνεί, όσο δεν έρχεται τόσο γιγαντώνει η λαχτάρα.






Το βλέμμα θα απαντήσει. Ποιος μπορεί εδώ να του θέσει όρια;

Σε αυτόν τον παραλοϊσμένο κόσμο την αλήθεια γι’ αυτόν μπορούν να κατακτήσουν
μόνο οι φτερούγες των πουλιών.
Η ανάληψη προς τα επάνω, η πτήση και η πτώση
να το μέτρο των πραγμάτων, της εμπειρίας
και της λογικής. Θα παρακαλέσω το ζωντανό
μαγικό χαλί  μου να προσγειωθεί να σ’ εκείνο το
γουρλομάτικο βουνό. Τι της είναι, μεγέθους
γηπέδου, βάρος
γλάρου με βολεμένο ένα κόκκο σκόνης
ανθρώπου; Η ανάσα
τα σπήλαια παγώνει, τις μπάλες φωτεινών κηλίδων
διώχνει
του ήλιου στις πύλες της ουράνιας κενότητας. Εκεί
τις χτυπάει η αόρατη παλάμη, που τις μετατρέπει
-ήδη από κάτω- στην άσφαλτο
σε φλόγες παγωμένου φωτός. Με ένα ιστό
αράχνης τυλίγει τις χαλκογραφίες των δέντρων,
υποχρεώνοντας τα παράθυρα ν’ αναστενάξουν.

Από τον ποιητικό της κύκλο «Πού να σταθώ, Λία;»
Μετάφραση από τα ρωσικά Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης ©


Взгляд ответит. Кто ему здесь установит пределы?

В этом взбесившемся мире правду о нем могут постичь
только крылья птицы.
Вознесение вверх, полет и падение
— вот мера вещей, опыта
и разума. Я попрошу мой живой
ковер-самолет сесть вон на ту
пучеглазую гору. Что ей, со стадион
размером, вес
чайки с примостившейся пылинкой
человека? Дыхание
каверн морозит, мячи бликов
загоняет
солнце в ворота поднебесной пустоты. Там
их отбивает незримая длань, превращая
— уже внизу — на асфальте
в пламя холодного света. Оно
паутиной опутывает офорты деревьев,
заставляет окна вздыхать.

                                                                                   





Πετούσα πάνω απ’ την πατρίδα
με τις αρτηρίες, τους κόμβους και τα κανάλια της.

Είχ’ ανυψωθεί ξαφνικά
μόνος καθώς περπατούσα
σ’ ένα δρομάκι στενό της Θεσσαλονίκης.

Στον αέρα καθιστός πορευόμουν
λες και με περιέβαλλε
κάποια αόρατη πτητική μηχανή.

Επειδή είναι όμορφα
να παρατηρείς την εναλλαγή του ανάγλυφου
από ύψος μικρό
μες στην ανατολική θαλάσσια αύρα,
προχώρησα αιωρούμενος παραλιακά
ως τον Βόλο.

Πάνω απ’ την αστική λεωφόρο
μου απέσπασε την προσοχή
μια παρουσία αλλόκοτη
σε μικρή απόσταση
από ’να δυστύχημα εντυπωσιακό εντελώς.

Χαμήλωσα λοιπόν με τη σκέψη
και διέκρινα την κόρη
κοντά στο αναποδογυρισμένο αμάξι
να κοιτάζει, χαρούμενη σχεδόν, το συμβάν.

Κόσμος, φωνές και τριγύρω κομμάτια.

Μες στην ταραχή
σηκώνει προς εμένα τα μάτια
και λέει:
«Μπορώ να έχω μια σταχτοθήκη;».

Χωρίς να σκεφτώ,
πιάνω μια πήλινη
αφημένη σε κοντινό μπαλκονάκι.

Δεν γνώριζα το κορίτσι εκείνο·
ήξερα όμως ότι δεν κάπνιζε.
Σε τι θα χρησίμευε το τασάκι;
Και γιατί να της το πάω αμέσως;
Πολύ περισσότερο που την κρίσιμη στιγμή
-πριν την επαφή με το σκεύος-
συνειδητοποίησα
πως αν άγγιζα ο,τιδήποτε ακουμπισμένο στη γη
θα τελείωνε η πτήση…

Χάνοντας ύψος αδέξια
με τα χέρια ανοιχτά
πρηνής βρέθηκα μπρος της.

Α, πατρίδα αερική
με τη χαρά φανερωμένη στο τραύμα,
γιατί πρέπει να καταλήγεις
στην αινιγματική, παραλογισμένη παρθένα;





Ο Χρήστος Γιαννακός γεννήθηκε το 1966 στην Αθήνα. Από τις εκδόσεις Μανδραγόρας κυκλοφορεί η δεύτερη ποιητική του συλλογή "Έτοιμος Κόσμος".


«Καλημέρα.. χρειάζομαι τις γνώσεις και την εμπειρία σου.. όταν θέλεις να κατοχυρώσεις τα πνευματικά δικαιώματα εκδίδοντας ένα βιβλίο πώς γίνεται;;» Αντιγράφω εδώ μία από τις πιο συχνές ερωτήσεις που δέχομαι από νέους που επιχειρούν να δημοσιεύσουν για πρώτη φορά. Προσπαθώ να κρύψω το ελαφρό μου μειδίαμα και τους απαντώ στερεότυπα πως «δεν υπάρχει ισχυρότερη κατοχύρωση από τη δημοσίευση».

Αρκετοί όμως δεν θεωρούν ικανοποιητική την απάντησή μου και επιμένουν: το σύμπαν επιμένει να κρυφοκοιτάζει τα γραπτά τους, ο ηλεκτρονικός τους υπολογιστής παρακολουθείται από άλλους επίδοξους συγγραφείς, κι ακόμη χειρότερα, τελευταία ανακάλυψαν πως κάποιος με μεγάλη επιτυχία τους έκλεψε τις λέξεις: τρένο, πουλιά, καφές, παξιμάδι, αεράκι, φούστα, παγκάκι, ποδηλάτης, αερόστατο και παγωτό χωνάκι. Οι παραπάνω λέξεις σε τυχαίους συνδυασμούς μεταξύ τους μπορούν να γίνουν: ποίημα, μικροκείμενο, διήγημα, νουβέλα, στίχοι για τραγούδια, σενάριο για ταινία μικρού ή μεγάλου μήκους, λιμπρέτο για όπερα, τηλεοπτική σειρά και μυθιστόρημα.

Έχω παρατηρήσει πως όσο πιο «μικρός» είναι ο δημιουργός, τόσο «μεγαλύτερος» είναι ο φόβος του, πως θα βρεθεί κάποιος καπάτσος να του κλέψει την έμπνευση. Στην Ελλάδα ο πρώτος που είχε ασχοληθεί με τα «πνευματικά δικαιώματα», χωρίς να βγάλει άκρη,  ήταν ο αείμνηστος Γεώργιος Κουμάντος.

Ποιος έχει το κόπυ-ράιτ της λέξης «σαγαπώ», παίδες; 
Το νέο ποιητικό βιβλίο του Θάνου Γώγου από τις εκδ. ΦΑΡΦΟΥΛΑΣ




xiv

Σαν παιδί
δοκίμαζε τον ουρανό
πετώντας τις προσευχές του
έξω απ’ τον κόσμο

Τώρα πια
χωρίς τετραγωνικές ρίζες
για το κεφάλι του
θέλει να ζήσει
σε κάθε σώμα.



Ο Θάνος Γώγος, με το δεύτερο βιβλίο του υπό τον τίτλο Μεταιχμιακή χαρά αποκρυσταλλώνει τη γραφή του εισάγοντάς μας ταυτόχρονα σ’ έναν κόσμο αγάπης και καταστροφής. Σ’ έναν κόσμο γεμάτο ριψοκίνδυνες σχέσεις και εικόνες. Απ’ τη μια μεριά αποδίδει τις εντάσεις της ψυχικής του καθημερινότητας (κάποιες απ’ αυτές ανήκουν σ’ όλους, κάποιες αποκλειστικά στον ίδιο) και απ’ την άλλη παρουσιάζει με λεπτότητα τις αδιαλείπτως εφιαλτικές στιγμές ενός κόσμου κι ενός παρόντος που χάνει ολοένα τον βηματισμό του ρέποντας προς μια ζαλισμένη κι απάνθρωπη κίνηση που προϊδεάζει ένα σκοτεινό μέλλον. Η γραφή του, προσωπική και αρκετά απαιτητική, σχοινοβατεί ανάμεσα στο τραγικό και στο χιούμορ, ανάμεσα στην αποσύνδεση και στην παρόρμηση, στην παραίτηση και στην αιχμηρή καταγγελία. Άλλοτε εκούσια, άλλοτε ακούσια οι στίχοι του μοιάζουν να μαχαιρώνουν κάθε έννοια συνηθισμένης οπτικής. Κατ’ ουσίαν, καταθέτει και καταγράφει τη δική του πορεία στο καθημερινό, όχι όμως με την εγωιστική ματιά που αδιαφορεί για τον συνάνθρωπο του αλλά αντιθέτως με μια φωνή που προειδοποιεί και καλεί σε κοινή εγρήγορση, αν όχι και κινητοποίηση. Ένα κάλεσμα για αναθεώρηση ή ακόμη και καταστροφή των σημερινών κοινωνικών συμβολαίων.









ΠΡΩΤΟΣ ΟΜΙΛΗΤΗΣ: πώς θα μεταβληθεί η έννοια του ωραίου και τα κριτήρια περί αυτού, εκτός, αλλά και εντός μας;  Μπορεί να υπάρξει καινούργια θεσμοθέτηση σήμερα, όταν από αρχαιοτάτων χρόνων έχει οικοδομηθεί  ένας Παρθενώνας, στηριζόμενος στους λιγοστούς βέβαια, αλλά ακόμη υπάρχοντες  κλασικούς κανόνες; Ξέρουμε όλοι, λόγου χάρη, την « χρυσή τομή» σύμφωνα με την οποία οι κίονές του έχουν τις πρέπουσες διαστάσεις και συμβαίνει επίσης να παρουσιάζουν μία ελάχιστη καμπυλότητα, που προσομοιάζει με την κλίση του ανθρώπινου σώματος.
Και δεν μιλάμε, βέβαια, για την αισθητική σύγκρουση που υπάρχει ανάμεσα σ’ έναν αρχαιοελληνικό αγώνα πάλης που εξελίσσεται σε περιφανή νίκη -παράλληλα με μια αξιοπρεπή ήττα- και στην επιθανάτια αγωνία ενός Ρωμαίου ξιφομάχου. (υπάρχει ανάλογη προβολή). Ούτε για την διαφορετικότητα που διακρίνουμε σε έναν πληθωρικό, αναγεννησιακό πίνακα ζωγραφικής σε σύγκριση με έναν αφαιρετικό Πικάσο. Μιλάμε για κοσμογονικές αλλαγές, που κάποιοι τις παρουσιάζουν με τέτοιο τρόπο ώστε να μοιάζουν αναπόφευκτες. Νομίζω ότι ο παρελθών χρόνος δείχνει ότι δεν  γίνεται να χάσουμε την ανθρωποκεντρικότητά  μας, το ανθρώπινο μέτρο.  ( Στην κυριολεξία το αναφέρω.) Ακόμα κι αν σχεδόν ολόκληροι γίνουμε τεχνητοί, όταν ακόμα κι ελάχιστα κύτταρά μας παραμείνουν ανθρώπινα, δε θα μπορέσουμε να ξεφύγουμε από τις ανθρώπινες παραμέτρους˙ από τις διαστάσεις της ανθρώπινης παλάμης και του ανθρώπινου ποδιού. Κάθε διαφορετική προσπάθεια θα την ονόμαζα βαρβαρισμό και κακοποίηση.
 Όπως, δηλαδή, πίστευαν οι αρχαίοι μας ότι Έλληνας είναι αυτός που μετέχει της Ελληνικής παιδείας, κάτι παρόμοιο θα πω κι εγώ: άνθρωπος είναι εκείνος που έχει διαβεί μέσα από την ανθρώπινη εξέλιξη και κουλτούρα.
Ή νομίζετε, πρόσθεσε χαμογελώντας, ότι μια γενική συνέλευση που θα αποφάσιζε ότι από δω και πέρα οι άνθρωποι θα ονομάζονταν νέοι άνθρωποι ή παρα-άνθρωποι  θα έλυνε και το  πρόβλημα.
Κι αν μου δίνατε, μάλιστα, περισσότερο χρόνο θα μπορούσα να σκεφτώ κι άλλες  ονοματολογικές εκδοχές…, περισσότερες και από τα προθέματα γύρω από τη λέξη Μακεδονία… είπε τελειώνοντας, μ’ ένα περιγελαστικό σπινθήρισμα στα μάτια.
  Μάλλον όμως δεν τού  έδιναν, γιατί πήρε βιαστικά το λόγο ο

ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΟΜΙΛΗΤΗΣ:
 όλα αυτά  σεβαστέ συνομιλητή,  έτσι τον προσφώνησε, πρέπει να ληφθούν σαφώς υπ’ όψιν. Βέβαια, δεν μπορεί να αγνοηθεί και το παρόν. Ας σκεφτούμε μήπως συγχέουμε την συντήρηση με την πρόοδο. Μήπως προσπαθούμε να δώσουμε την παντοδυναμία στο φόβο και στην επικρατούσα αισθητική του μέτριου, στο ένστικτο της αγέλης εναντίον των ανεξάρτητων φωνών και αντιλήψεων. Μήπως πριμοδοτούμε υπέρ της συντηρητικής νοοτροπίας στην πάλη της με τα βασικά ένστικτα της ζωής, η οποία, ζωή, επιδιώκει πάντα το καινούργιο.  Η  συμπεριφορά μας μου θυμίζει κάποιους που δηλώνουν με παντίους τρόπους ότι  επιθυμούν την ισότητα, ενώ μέσα τους  «πεθαίνουν» για  διάκριση. Και ας μην υποτιμούμε τον φόβο, τον παντοδύναμο φόβο, που έκανε τον άνθρωπο έξυπνο μαζί και προσεκτικό. Και που χρειάστηκε, ωστόσο, πολλές φορές, να τον υπερπηδήσουμε για να πάμε μπροστά. Σαν φωτιά το καινούργιο έκαψε πολλούς, το ομολογώ. Αλλά πού θα ήμασταν χωρίς αυτό; Ποιος θα επιθυμούσε σήμερα να ζει χωρίς το πολυμορφικό κρεβάτι του, τις ηλεκτρονικές συσκευές του, τα ταχύτατα ταξίδια του, τις τηλεπικοινωνίες; Εγώ δεν βλέπω να αντέχει κανένας εύκολα την απώλειά τους.  Ας σκεφτούμε και κάτι άλλο: το ωραίο στον άνθρωπο εμπεριέχει και τις έννοιες του καλού και του αγαθού. Και αγαθό σίγουρα είναι αυτό που μας ωφελεί- με οποιονδήποτε τρόπο. Και επειδή ο άνθρωπος είναι υλικό μέγεθος το οποίο εκφράζεται, βεβαίως, και ως πνεύμα, ήτοι ως ενέργεια, οδηγούμαστε στην κατεύθυνση  ότι πρέπει, ακόμα και το ωραίο να κρίνεται σα φυσικό μέγεθος. Και ως γνωστόν, τα φυσικά μεγέθη εμπεριέχουν και την παράμετρο του χρόνου. Δηλαδή, εδώ, και τη χρονική στιγμή που κρίνεται κάτι ως ωραίο αλλά και τη διάρκεια του χρόνου που κρίνεται  ως τέτοιο.    
Συμφωνώ όμως με την γνώμη ότι η αισθητική τού ωραίου συμφύεται με την αίσθηση της ανθρωπινότητας. Κι αυτό πρέπει να διασφαλιστεί. Κάθε άλλη εκδοχή θα προκαλέσει μεταξύ τών ανθρώπων ρίξεις και ψυχολογικές αναταράξεις  που θα είναι περισσότερο δυσάρεστες κι από έναν γενικευμένο πόλεμο. Επομένως, επιμένω στην άποψή μου: θεσμοθέτηση όσον αφορά τα επιστημονικά επιτεύγματα, αλλά  καμία συντήρηση στην αισθητική  θεώρηση της  εξελικτικής πορείας  της ζωής.   

 ΤΡΙΤΟΣ ΟΜΙΛΗΤΗΣ:
Φυσικά και επιθυμώ να στηρίζομαι στη βάση της ισότητας για να δημιουργήσω αυτό που δύναμαι, για να διακριθώ. Αλλά φρονώ ότι όλες οι αμφιβολίες, που με ορισμένες πρακτικές γίνονται θεωρίες και μας κρατάνε πίσω, βασίζονται στα αρχέγονα ένστικτά μας που μας έλκουν  σε πρωτογενή επίπεδα, στο κοπάδι. Μη ξεχνάμε το απλό: ό,τι δεν εξελίσσεται και περιχαρακώνεται στην  ιδιαιτερότητά του,  υποσκελίζεται από κάτι άλλο, πεθαίνει.
  Κάποιες στιγμές μου περνάει από το μυαλό ότι μια μερίδα μόνο των ανθρώπων είναι ο ανθρώπινος νους και οι άλλοι αποτελούν απλώς ένα «σώμα» που  είναι καλό να υπακούει.  Το δε «ωραίο» είναι ένα επιφαινόμενο, ένα ανθρώπινο δημιούργημα, που οφείλει κι αυτό να εξελιχθεί. Μας τρομάζει η συσσώρευση γνώσεων. Μοιάζει με μαγικό χέρι που σήκωσε τον άνθρωπο ψηλά κι από κει που βρέθηκε φοβάται ότι μια ενδεχόμενη πτώση του θα είναι όχι μόνο οδυνηρή, αλλά και καταστροφική.
(Αργά): Στο δικό μας χέρι όμως στηρίζεται για να μην αποβεί αυτοκτονική.  
   Ανέκαθεν ο άνθρωπος αποτελούσε ένα εκκεντρικό είδος ζωής. Και για να ανέλθει στην μέγιστη μεγαλοπρέπεια και δύναμή του πρέπει να τοποθετηθεί έξω από την τρέχουσα «πραγματολογία».
Αν αποκαλέσουμε βαρβαρότητα το καινοφανές, τότε ο Προμηθέας, με την ζωντανή φωτιά του, ήταν ο πρώτος βάρβαρος. Νέες αξίες, αυτό είναι κάθε φορά το ζητούμενο.  Όπως δεν υπήρξαν, μέχρι σήμερα, αιώνιοι θεοί, έτσι δεν υπάρχουν κι αιωνίως πανομοιότυπες αξίες. Χρηστικές και βιώσιμες είναι εκείνες που υπηρετούν τον σημερινό άνθρωπο. Και θα αποβούν τέτοιες, όχι γιατί το ένδυμά τους θα είναι προϊόν στυλίστα του εικοστού τέταρτου αιώνα, αλλά και «ολόγυμνες» όντας, θα είναι διαφορετικές.
  Και πριν ακόμα τελειώσει τη φράση του, έστρεψε το κεφάλι  και κοίταξε προς το πίσω μέρος της σκηνής, όπου ήταν ανεβασμένος.  Τότε άρχισαν να μπαίνουν με κοφτά, μικρά βήματα χορευτές, πρόθυμοι στο αδήλωτο κάλεσμά του.
Είχαν τα χέρια τους κολλημένα στα πλάγια του κορμιού, έτσι που να μη μπορείς να τα ξεχωρίσεις ανάμεσα στις πτυχώσεις των φορεμάτων τους, και παρατάχτηκαν σ’ ένα τριγωνικό κέντρο καθώς εκείνος υποχωρούσε, βήμα- βήμα, προς την πλαϊνή έξοδο της σκηνής. Τήρησαν ενός λεπτού σιγή, σαν για να προετοιμάσουν το ακροατήριο, και κατόπιν ξεκόλλησαν τα χέρια από τον κορμό και τα ύψωσαν δυνατά σαν σπαθιά που τρυπούν το αιθερικό σώμα του ουρανού, ενώ η σκεπή μαζεύονταν, σιγά-σιγά, και τ’ αστέρια άρχισαν να ξεχωρίζουν από τον γύρω τους αφώτιστο χώρο. Κοντάρια φύτρωσαν από το πάτωμα κι αυτοί ευθύς αναρριχήθηκαν επάνω τους. Κατέβασαν τα καπέλα στο πρόσωπο κι άλλαξε τελείως το σκηνικό: όλοι έμοιαζαν σε κάποιο ζώο κι από μερικούς πρόβαλαν ουρές. Τότε ήταν που πρόσεξε η Τζωρτζ ότι οι περισσότεροι αντί για παπούτσια τού χορού είχαν οπλές ή νύχια μεγάλα.  Ισορροπούσαν πάνω στα κοντάρια σε γεωμετρικούς σχηματισμούς και μια σέρνονταν στο έδαφος και την άλλη σηκώνονταν με ελαφράδα στον αέρα.
 Το θέαμα ήταν αληθινά συναρπαστικό, πλαισιωμένο από  μια καθαρή μουσική με κρουστές νότες-σαν σε αρχαίο θέατρο- και τελείωσε με τους χορευτές σε εμβρυική στάση να συστρέφονται στο κέντρο της σκηνής, δημιουργώντας έναν ανθρώπινο κοκκινόχρωμο τροχό. 
 Τότε μπήκε ανάμεσά τους μια μαυροντυμένη γυναίκα, λεπτότατη και πολύ ψηλή και, κρατώντας ένα φωτεινό ραβδί, τους ακούμπησε έναν-έναν και εκείνοι, αυτοστιγμεί, παρατάχτηκαν πάλι σε τριγωνικό σχήμα παίρνοντας την αρχική, ανθρώπινη όψη. Με κάποιο δισταγμό, εκείνη, ξεσκέπασε το πρόσωπό της, που ήταν πανέμορφο, και ξήλωσε τελετουργικά το φόρεμα στο στήθος της.  Φάνηκαν τότε οι μαστοί της, μεγαλοπρεπείς.
Αυτόματα  οι χορευτές γονάτισαν κι έψαλαν έναν ύμνο για την Θεά Μητέρα, που είναι τροφός και παιδαγωγός, και την ικέτευαν να αποδεχτεί τη λατρεία τους και ζητούσαν να τους ευλογήσει, κατά κάποιον τρόπο:
  Εσύ θεά μητέρα,
Μητέρα αξιοσέβαστη,
Μητέρα μεγαλόθυμη,
Μητέρα ανεξάντλητη,
Εσύ, ώ μήτερ γαιοκρατόρισσα,
Χαιρόμαστε που είμαστε παιδιά σου.
Εσύ που γεννήθηκες από μόνη σου,
Για πάντα μητέρα.
Δώσ’ ημίν την δυνατότητα να αγωνιζόμαστε για τον άρτον ημών τον επιούσιον,
Χάρισέ μας, ζωοδότρα, την κάθε μέρα που σιγοσβήνει, καθώς την διαδέχεται η καινούργια.
Φώτιζέ μας με το ανέσπερο φως σου, το γονιμοποιό.
Διεύρυνε το νου μας και κάνε τον όμοια  φεγγοβόλο με τον δικό σου.
Έσω  επιεικής, μητέρα, στις οφειλές ημών προς σε,
Συνέδραμε, μητέρα, στις οφειλές ημών προς αλλήλους,
Εξάλειψε  τις αβλεψίες ημών.
Δυνάμωσε, εντός μας, την αγάπη  για την ωραιότητα της ομορφιάς και την ανεμπόδιστη αναβάπτιση των ψυχών μας μέσα από τις κολυμβήθρες  των ωκεανών σου.
Δώσε μας την χάρη να ομνύουμε στο  όνομά σου, εσύ γαιοκρατόρισσα.
Αμήν – αμήν λέγομεν προς σε, αμήν –αμήν- αμήν.

  Λυγιόταν εκείνη ολόγυρά τους και μια έδειχνε να συγκατανεύει και  την άλλη να αρνιέται, μέχρις που έγειρε γλυκά αποκαμωμένη μπροστά στα πόδια τους, χωρίς σαφή απόκριση στο κάλεσμά τους.
  Σε δευτερόλεπτα η σκηνή άλλαξε και οι ομιλητές πήραν πάλι τις θέσεις τους.

  ΤΡΊΤΟΣ ΟΜΙΛΗΤΗΣ: Αν επιθυμεί, ας πάρει το λόγο ο Διογένης, είπε, ομολογώ ότι χρειάζομαι κάποιο χρόνο για να αποστασιοποιηθώ από το θέαμα που μας κατέκλυσε κι έκανε ένα βήμα πίσω.

  Ο ΠΡΩΤΟΣ ΟΜΙΛΗΤΗΣ χαμογελώντας πλατιά: κι εμένα με εντυπωσίασε, συνομολόγησε, αλλά άλλο τέχνη κι άλλο πραγματικότητα. Η τέχνη είναι ένα παιχνίδι που χρησιμοποιεί μια συμβολική γλώσσα, είναι  άσκηση της φαντασίας, χρήσιμη, δεν λέω, αλλά η πρόοδος μας δεν στηρίχτηκε σ’ αυτήν, παρά μόνο στην τεχνολογία και στις επιστήμες. Κι εξηγούμαι: ο ηλεκτρισμός έλυσε σχεδόν το πρόβλημα τού φωτισμού,( κι έδιωξε τις νεράιδες- θα έλεγαν κάποιοι άλλοι), η γέννηση της τραγωδίας, όμως, και η ενασχόλησή μας μ’ αυτήν- για αιώνες- απλώς ανακυκλώνουν τις προσωπικές μας αγωνίες. Παίζουν μαζί μας ένα ψυχολογικό παιχνίδι˙ μερικοί λένε ότι δεν μας έμαθαν τίποτα, γιατί επαναλαμβανόμαστε απελπιστικά πανομοιότυπα. Εγώ βέβαια νομίζω ότι το τραγικό είναι ένα δυναμωτικό της φαντασίας, μας μαθαίνει να αντέχουμε, να μη παραιτούμαστε. Είναι ποιοτικά χρήσιμο, λοιπόν, το «παιχνίδι»˙ δεν είναι, όμως, το αναγκαίο. Άσχετα που η «παράσταση της κεντρικής σκηνής» στη ζωή παίζεται από αυτούς που αντέχουν˙  αλλά αυτό δεν αφορά την  παρούσα στιγμή, βέβαια. Εκείνο που με καίει, εμένα και πολλούς άλλους, είναι η διατήρηση της ανθρωπινότητάς μου σε ό,τι την αφορά και σε ό,τι απορρέει από αυτήν, είτε λέγεται τέχνη- είτε επιστήμη. Και δεν νομίζω ότι οποιοδήποτε θέαμα, οποιοδήποτε «παιχνίδι», θα μπορούσε να μας συμβιβάσει με την απώλειά της.
Αυτά είπε και με αργά βήματα πήγε στο πίσω μέρος της σκηνής και κάθισε στην πολυθρόνα που βρίσκονταν εκεί.
 
 Η ΤΖΩΡΤΖ ένοιωσε έντονη δυσφορία καθώς παρακολούθησε τα δάχτυλα του αριστερού της χεριού να κάνουν έναν τρεμουλιαστό σπασμό, που τα τελευταία χρόνια σχεδόν τον είχε ξεχάσει. Προσπάθησε να του αντισταθεί, αλλά αυτός «δούλευε» ερήμην της.
  Με μια  απρόσμενα γενναία κίνηση βάδισε στο κέντρο της σκηνής και: αφήστε με να σας εξηγήσω  είπε.  Αυτό γίνεται από τότε που η μάνα  κι η γιαγιά μου μού  έδεναν τα χέρια μ’ ένα άσπρο σκοινί για να μην πειράζω τα αντικείμενα της δουλειάς τους,  να μην παίζω. Θέλω, προσπαθώντας  να σηκώσω όσο πιο ψηλά γίνεται το τρεμάμενο χέρι μου,  να  πω σε όλους σας ότι όταν μου έδεναν τα χέρια μού  κλείδωναν και το μυαλό, με καταδίκαζαν στην απραξία, στην σκοτεινή απώλεια του παιχνιδιού.  Θυμάμαι ότι προσπαθούσα να παίξω λίγο με τα μάτια, χωρίς την βοήθεια των χεριών, αλλά μου φαίνονταν πολύ δύσκολο σ’ εκείνη την άγουρη ηλικία. Μέχρι που ήρθε αυτό το τρέμουλο. Και ήταν σα να προσπαθούσα να σταματήσω φανταστικά τρενάκια που έτρεχαν στον κατήφορο, και το είδαν κι εκείνες και σταμάτησαν το δέσιμο. Το τρέμουλο όμως δείχνει να μη με λησμονά. (Σε οθόνη παρουσιάζεται συγχρόνως η Τζωρτζ στην αντίστοιχη σκηνή σαν παιδάκι)
Σφίγγει  δυνατά το αριστερό της χέρι με το δεξί και γυρίζει να κοιτάξει τον ΔΕΥΤΕΡΟ ΟΜΙΛΗΤΗ.
 Δοκίμασε εκείνος, τότε, σχεδόν χορευτικά, την στήριξη του κορμιού του στο ένα πόδι αρχικά κι ύστερα στο άλλο και με σιγουριά ξεκίνησε: αγαπητοί μου, είπε, εκείνο που μου κεντρίζει το μυαλό είναι ότι  έχουμε ξεπεράσει τον εαυτό μας. Τι εννοώ: όταν σαν ύπαρξη περικλείεσαι μέσα σ’ ένα ανθρώπινο σώμα, αναγκαστικά σκέπτεσαι σαν άνθρωπος. Εμείς, αυτή τη στιγμή, τουλάχιστον νοητικά, φαίνεται να υπεριπτάμεθα της υλικής μας υπόστασης και να την βλέπουμε από ψηλά. Και μάλιστα όχι μέσα από τα δικά μας  μάτια, αλλά  από το «άνοιγμα» ενός υπερ-μικροσκόπιου που παρατηρεί ένα-ένα τα γονίδιά μας. Δεν είμαστε, λοιπόν, ακριβώς άνθρωποι: είμαστε ένα σύνολο γονιδιακό. Ένας πάπυρος με κωδικά ιδεογράμματα που έχουμε την δυνατότητα να τον ερμηνεύσουμε και σύμφωνα με τη δική μας, κατακτημένη γνώση.
  Ο τωρινός κόσμος μας είναι αυτός που εξελίχθηκε και βάσει τυχαίων, αλλά δοκιμασμένων στο χρόνο επιλογών. Ο αυριανός θα γίνει περισσότερο «δικός μας». Θα εμπεριέχει την εμπειρία μας, την νοητική μας εξέλιξη, τον αισθητικό μας πλούτο. Ακόμα και τα «γραμμένα» στα κύτταρα εκείνων που εμείς, με τις σημερινές γνώσεις, υποτιμάμε, μάλλον ανόητα, σαν ανεπαρκείς. Γιατί κι αυτά, με τους κατάλληλους συνδυασμούς, μπορεί να κάνουν πράξη το καλύτερο, μπορεί μέσα σ' αυτούς να κρύβεται το “θαύμα”.  
  Συμφωνώ, συμφωνώ, είπε ο ΤΡΙΤΟΣ ΟΜΙΛΗΤΗΣ, μόνο που ο τόνος της φωνής του έδειχνε την πρόθεσή του να εφεσιβάλει τα λεχθέντα. Έτσι ακριβώς, έτσι ακριβώς είναι! είμαστε φορείς γονιδίων, τραινάκια που στα βαγονάκια τους μεταφέρουν το πεπρωμένο, τα γραμμένα της εξέλιξης. Είναι δυνατόν όμως να μεταβαλλόμαστε κυτταρικά και να μην αλλάξει ο τρόπος σκέψης μας και οι αξίες που υποστηρίζουμε; Και εξηγούμαι με κάποια πιθανά,  όσο και απίθανα παραδείγματα:
  μέχρι στιγμής ήταν ανεπίτρεπτος ο γάμος μεταξύ συγγενών, θεωρούνταν αιμομιξία, αποτρόπαιη πράξη. Κι αυτό έγινε αποτρεπτική συνείδηση στους ανθρώπους, όταν διαπίστωσαν ότι οι απόγονοι που προέκυπταν από τέτοιες ενώσεις νοσούσαν με μεγαλύτερη συχνότητα. Αν όμως σήμερα, αύριο, θα αποκτήσουμε την δυνατότητα να αφαιρούμε τα φέροντα τις νόσους γονίδια, σε πιο «δίκαιο» θα στηριχθεί ο δικαστής για να σταματήσει αυτόν που, ενδεχομένως, θα θελήσει να νυμφευτεί την κόρη του ή εκείνη που θα επιθυμήσει να ενωθεί με τον αδερφό της; Η αδυναμία μας να επεξεργαστούμε παρόμοιες καταστάσεις μπορεί να σημάνει την κατάργηση των συγγενικών σχέσεων, την από-ουσιαστικοποίηση της οικογένειας και των γονικών συναισθημάτων εγγύτητας και αυταπάρνησης που εμπεριέχουν. Κι αυτό θα είναι η απαρχή της πλήρους ανατροπής του κοινωνικού γίγνεσθαι. Και προχωρώ:
 Πώς θα αποκτήσω την ακουστική ικανότητα τού λαγού, χωρίς το αυτί μου να χάσει το σχήμα που έχει μέχρι τώρα, την υφή του τα,  γενικά και ειδικά, ανατομικά του στοιχεία; και ο εσωτερικός του κοχλίας πώς θα αναπτύξει και με ποιες μεταλλαγές μεγαλύτερη ακουστική ικανότητα, ώστε να συλλαμβάνει  υπόηχους και υπέρηχους που μέχρι σήμερα δεν γίνονται από εμάς αντιληπτοί; Εκτός από ανθρώπους, λοιπόν, θα έχουμε σαν στενότατους συγγενείς μας και κάποια ζώα;
-Θα επιτρέπουμε στο μέλλον τους υπερήλικες να ζουν, αν πιστέψουμε ότι στα γερασμένα σώματά τους τα γονίδια είναι απλώς «εγκλωβισμένα», αφού δεν μπορούν να αναβαπτιστούν, μέσα  στα αιδοία των γυναικών, και να δώσουν το δώρο της ζωής σε καινούργια σώματα; 
  Και, τελικά, αν μπορούμε, στο απώτερο μέλλον, να μεταβολίζουμε όπως τα βακτηρίδια, όχι μόνο οργανικές, αλλά και ανόργανες ύλες γιατί να νοιαστούμε για τον φυτικό και ζωικό κόσμο που μας περιβάλει;
 Εκείνο που νομίζω ότι είναι δέον να συμβεί είναι ότι οι αλλαγές πρέπει να γίνονται σταδιακά, έτσι που να μπορούμε να αντιμετωπίσουμε τα παρελκόμενα του καινούργιου. Τις καινούργιες αρρώστιες, τις καινούργιες ασχήμιες, τις νέες ομορφιές, τις καινουργιοφερμένες αξίες της ζωής. Πιθανόν να μάθουμε να σεβόμαστε και τον άνθρωπο, σαν ζωντανό υλικό μέγεθος-που επέδειξε μια θαυμαστή πνευματική πορεία- αλλά και τις δυνατότητες που μεταφέρει στο μέλλον.  Θα γεννηθεί από εμάς ένας άλλος Σωκράτης, ένας άλλος Ευρυπίδης που δεν θα υποφέρουν, δε θα   δακρύζουν για παρόμοιους με το παρελθόν λόγους  και μάλλον  θα επανα-καθορίσουν  το κώνειο σαν ένα απαρχαιωμένο και διόλου αποτελεσματικό μέσο αντιμετώπισης υπαρξιακών προβληματισμών. Ένα έχω να πω: τα μισά από όσα μέλλονται τα προσμένω με λαχτάρα και τα υπόλοιπα με φόβο, με δέος. Δηλώνω όμως παρών. Έτοιμος να συμμετάσχω στην βίωσή τους, στην  κρίση τους, στην οριοθέτησή τους, αποφεύγοντας τις προκαταλήψεις και τις ενοχές.
 Ο άνθρωπος, λοιπόν, θα συνεχίσει να πορεύεται την μια σε ομαλούς και την άλλη σε  επικίνδυνου ς, μα ελκτικούς πάντα  δρόμους.  

 ΠΡΩΤΟΣ ΟΜΙΛΗΤΗΣ:
Προαισθάνομαι ότι «θα ζούμε σε  μια κατάσταση πρωτόγονης αναισθησίας μόνοι στον παράδεισο». Ξεκινήσαμε από βακτήρια και γίναμε άνθρωποι˙ αυτό το μέλλον, λοιπόν,  μας επιφυλάσσεται: να ξαναγίνουμε κάτι σαν βακτήρια; Ζωικοί οργανισμοί που υπάρχουν για να αναπαράγονται και που θα αρχίσουν να ψάχνουν πάλι από την αρχή την ομορφιά μέσα στο χάος της ασχήμιας;
 Το κλάμα μου και το γέλιο μου είναι τα τελευταία που θα ήθελα να αποχωριστώ.  Η συναίσθηση τού πόνου και της χαράς με έκαναν άνθρωπο. Κι αυτό δεν νομίζω ότι χρειάζεται επεξηγήσεις.
   Αγαπητέ μου, είπε ο ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΟΜΙΛΗΤΗΣ, ας συλλογιστούμε λίγο την έννοια του άσχημου. Φαντάζομαι ότι το άσχημο, που φοβόμαστε, είναι αυτό που είναι άξιο να το αρνηθούμε, γιατί δεν έχουμε κανόνες  για να το κατατάξουμε, δεν μπορούμε δηλαδή να του δώσουμε  συγκεκριμένο νόημα. Είναι  κάτι καινούργιο, άνευ νοήματος ακόμα, α-σχη-μά-τι-στο. Νομίζω, βέβαια, ότι κάποιες φορές σημαίνει παρακμή, έλλειψη ισορροπίας και δηλώνει προκαταβολικά κάτι το απεχθές.  Συνάμα, όμως, το αιώνια δημιουργικό είναι συνδεδεμένο με τον πόνο και στο διηνεκές αναγκασμένο και να καταστρέψει και να αναγεννήσει. Την δε νοσταλγία για το παλιό την θεωρούμε συχνά πνευματικότητα, μπορεί και απλώς ρομαντισμό. Πρόοδο, ωστόσο, δεν θα μπορούσαμε να την ονομάσουμε…
    Ο Damien  Hirst, συνέχισε ο ΤΡΙΤΟΣ ΟΜΙΛΗΤΗΣ,  και στις οθόνες φάνηκαν τα έργα του, υπήρξε ένας καλλιτέχνης που ζωγράφισε και έπλασε αυτό που μέχρι τώρα προσπαθούσαμε να μείνει κρυφό˙ αυτό που μόλις πρόβαλε από την μήτρα που το γέννησε. Το αφτιασίδωτο και το θρασύ, ακόμα και το άσχημο. Έχουν όμως  τόση σαγήνη τα κλλιτεχνήματά  του τόσο μεγαλείο! Μοιάζουν να έχουν ελευθερωθεί από την βαθύτερη, την αδιάγνωστη   -ακόμα-  πραγματικότητα. Δημιουργήθηκαν πριν από δύο αιώνες κι όμως διατηρούν ένα ευρύ κοινό που τα θαυμάζει, γιατί  βλέπουν σ’ αυτά και την άλλη πλευρά τού ανθρώπου, την άγρια την κακοφωτισμένη μέχρι τώρα. Εκείνη πιθανόν, που σήμερα ζητά τα εαυτής. Θέλει να ψάξει για  έναν άλλο σταυρό, ένα άλλο δισκοπότηρο που δεν θα μας προσφέρουν αντί για αγίασμα χάπια και υπόθετα. Με την τέχνη του ερμηνεύει έναν αδιάγνωστο ακόμα κόσμο. Αντιστοιχεί στον επιστήμονα που ψάχνει τον μικρόκοσμο μέσα από την κβαντική φυσική.
Υπάρχουν  κι άλλοι, σαν τον Hirst,  που έβγαλαν το μη συνειδητό, και αυτό που κρύβεται από την  τρέχουσα λογική, μέσα από τις  σπηλιές τους και το άφησαν ελεύθερο να ζει μαζί με την διάχυτη παντού         «ενέργεια» μας.( προβάλλονται στους τοίχους της αίθουσας του κοινού σκηνές αιματοβαμμένες, αποκεφαλισμοί και σωθικά που χύνονται έξω απ’ τα σώματα, εξορύξεις  οφθαλμών που συνοδεύονται από τραγικές εκφράσεις προσώπων, σαν μάσκες αρχαίας τραγωδίας. -Το κοινό εκφράζει και ικανοποίηση και αποτροπιασμό).  Για την ενέργεια ομιλώ, που είναι φυσικό και πνευματικό  μέγεθος, και που αλλάζει συνεχώς μορφές και μια γίνεται κομμάτι της ζωής, την άλλη ανεμοστρόβιλος- τη μια ευλογία και την άλλη κατάρα.
 Κι όλα είναι  μαζί,  στην κοινή θέα, για να τα γνωρίσουμε καλύτερα, γιατί μέσα στις συνεχείς εναλλαγές τους υπάρχει ο   μεγάλος πλούτος, που είναι αόρατος πολλές φορές, αυτός που δρα σαν τα πολύτιμα μέταλλα που κρύβονται στα έγκατα της γης.  Και οι καλλιτέχνες αυτοί  δεν το έκαναν για να μας φοβίσουν, να μας φωτίσουν περισσότερο ήθελαν. Η δε τέχνη δεν είναι πάντα  μια πεταλούδα που μας συνεπαίρνει με τα χρώματα και το παιχνίδισμα των φτερών της. Συχνά λειτουργεί σαν αλογόμυγα που διεγείρει πρώτα το μυαλό μας, για να δημιουργήσει καινούργια πράγματα ή για επελευθερώσει από το παλιό κοίταγμα τον κόσμο μας.  
 Το μη όμορφο δεν σημαίνει απαραίτητα ότι είναι και βλαπτικό σήμερα. Παλιότερα ίσως η επιλογή της ομορφιάς να μας προφύλαγε από το επικίνδυνο και από το μη υγιές, τώρα όμως έχουμε κι άλλες μονάδες μέτρησης  γι’ αυτά. Και η πενικιλίνη από τη μούχλα βγήκε άλλωστε.
  Ας βρει επομένως και το ά-σχημο, αυτό που νομίζαμε εμείς άσχημο -μέχρι στιγμής- την αξία του.  Ο Σίλλερ είπε κάποτε ότι όσο απλώνονται τα όρια της επιστήμης τόσο στενεύουν τα όρια της τέχνης, αλλά η τέχνη που αναπτύχθηκε από την εποχή του κι εντεύθεν δείχνει ότι τίποτα δεν την σταματά. 

  Ας το διευρύνουμε λίγο, είπε ο ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΟΜΙΛΗΤΗΣ. Υπάρχουν  μερικοί που διατείνονται ότι η λογική  και η φαντασία, που  φιλικά ενωμένες δημιουργούν την τέχνη, υπάγονται σε ένα είδος «κολλητικής ευαισθησίας». Η οποία «μολύνει»  μόνον αυτούς που έχουν τις «πρίζες», τους υποδοχείς να την υποδεχθούν στο σώμα τους και στο μυαλό τους. 
  Μπορεί, όμως, αυτό, σαν γεγονός, να εκληφθεί από άλλους σαν  κάποια ασέβεια προς ό,τι φανταζόμαστε πως πρωτοστάτησε στην δημιουργία μας, κάτι σαν  δυσεβής ανταγωνισμός.  Ή δυνατόν να είναι μία ακόμα προσπάθεια για θρασεία αυτονόμηση. Και δεν μπορεί να αμφισβητηθεί, βέβαια, ότι είναι χαρά μεγάλη που εγώ ο άνθρωπος έκανα με την γνώση μου αναπαυτικότερο κάθισμα κι από το μαλακότερο  χορτάρι, πιο  άνετο και ασφαλές  σπίτι  από κάθε σπηλιά, τέχνη που απορρέει από την φαντασία μου και ταυτόχρονα δεν σταματά να την κεντρίζει. Ποιος είμαι λοιπόν; Ένας θνητός Θεός; Ένα δημιούργημα που συνεχώς τείνει προς την τελείωσή του; ή ένα λάθος της φύσης που ξέφυγε κι αυτό-εκπολιτίστηκε; Και το πιο σπουδαίο είναι ότι μπορώ να χαίρομαι με τα πάντα και να περιγελώ τα πάντα.
   Και η θλίψη  όταν με παρασέρνει στα βάθη της, σε χαράδρες και γκρεμούς πελώριους, μπορεί και με φέρνει συχνά κοντά  στην εκμηδένιση.  Κάποιες φορές, ύστερα, μου βάζει ένα μικρό φωτάκι από πάνω, που φέγγει αχνά, τρυφερά, και κάνει να αναβλύζει από μέσα μου το αντιφλογιστικό νεράκι της ελπίδας. Αυτή η ιερή θλίψη πόσο καλό κάνει στον άνθρωπο, πόσο τον εξαγνίζει!   Κι  άλλες φορές συμμαζεύει πρώτα την ενέργεια  μας σ' ένα σπυρί σιτάρι κι ύστερα   σπέρνει, όπου δη, τα μαλαματένια θραύσματα της αισθητικής της έκρηξης.  Γι’ αυτό ίσως  πρέπει   να την αφήνουμε να αγγίζει τα τρίσβαθα της ψυχής μας. Και  σαν ξανοίξουμε τα μάτια μας, βλέπουμε τον κόσμο με καθαρότητα και διαύγεια και απολαμβάνουμε την παράσταση της ζωής με ηρεμία και σεβασμό. Υπάρχει κανείς που δεν το ένοιωσε, δεν προχώρησε μέσα απ’ αυτό;  
  
ΠΡΩΤΟΣ ΟΜΙΛΗΤΗΣ: αγαπητέ μου  Ματθαίε, συμφωνώ με όσα κατέθεσες. Αλλά ο Στησίχορος δεν μίλησε για σύμπνοια με την ζωή και τους κανόνες που την εδραίωσαν ως τα τώρα, μιλά για μια καινούργια ζωή στην οποία το μέχρι σήμερα θεωρούμενο άσχημο και απευκταίο τείνει να θεσμοθετήσει νέους κανόνες και δεν συλλογίζεται ότι και η άσχημη  επιφάνεια, γιατί σ’ αυτήν φαντάζομαι αναφέρεται περισσότερο, απαιτεί ένα υποστηρικτικό υπόβαθρο, ένα υπόστρωμα,το έχετε σκεφτεί; Μπορεί αυτό να είναι ασφαλές όταν κρατά στην επιφάνεια ή δηλώνει σαν λειτουργία κάτι δίχως εμφανές νόημα, όπως προαναφέρατε για την αιτιολόγηση της ασχήμιας; Και έχει οτιδήποτε νόημα από μόνο του, χωρίς να του το δώσουμε εμείς;
   Τι νόημα έχει ο κόσμος όλος, χωρίς το μάτι του ανθρώπου να τον κοιτά;   Τι νόημα;   τι νόημα;  συνέχισε μονολογώντας.
   Είναι δυνατόν να υπάρχει ζωή άνευ νοήματος;
Χωρίς ένα  ευρύτερο, καθολικότερο, ωραίο νόημα,  και να μη συμμετέχουμε κι εμείς σ’ αυτό;  Είναι δυνατόν;
 Γιατί αποχτήσαμε τότε νου;
( γίνεται σιωπή για λίγο)
  -Μόνο, μόνο που δεν σκεφτήκαμε ότι εμείς οι ίδιοι, εμείς, εμείς  είμαστε το νόημα.  Μπορεί να μην είμαστε απλώς το έργο, αλλά και η δικαίωσή του μαζί…. 
  Αυτόματα όλοι γύρισαν και κοιτάχθηκαν, ψαχτήκανε,  αναμεταξύ τους με περίσκεψη.
 Αλαφιασμένη  η ΤΖΩΡΤΖ είχε σηκώσει, σαν από ένστικτο, το τηλέφωνο της, πριν καν λάβει ειδοποίηση,  και άφωνη άκουγε τον Κύριλλο που την ενημέρωνε ότι:  κάτι μεγάλο γίνονταν στο διάστημα και έπρεπε όλοι να προφυλαχθούν στις κρύπτες τους.
  Μίλα μου, Κύριλλε, μίλα μου! του είπε.  Ο ήλιος, είπε,  διαστέλλεται, όλο και μεγαλώνει, όλο και μεγαλώνει…όλο και μεγαλώνει … τα όρια των πλανητών χάνουν λίγο-λίγο την σαφήνειά τους κι εγώ, της είπε, εγώ… εγώ, παρ’ όλα αυτά,  είμαι ευτυχής που σου μιλώ, αισθάνομαι σα να γίνεται η ανάληψή μου στους ουρανούς!  μάλλον  κάτι πρωτόγνωρο συμβαίνει. Αντιλαμβάνομαι ότι    διευρύνομαι  ότι  διασπείρομαι…το συναίσθημα μου απλώνεται, γίνεται ωκεάνιο, δεν είμαι μακριά σου, είμαι δίπλα σου, είμαι  και δίπλα σου…. Ένας από όλους και η μητέρα Φύση μαζί με όλα…όλοι, όλα μαζί…
-Τα φαινόμενα, όμως,  είχαν τρέξει έως τη γη  ταχύτατα μέσα από τις οθόνες και η αίθουσα  κατακλύστηκε από το λυπημένο μουγκανητό όλων των ζωντανών που έσβηνε σιγά-σιγά.
 ( ο χορός ξαναμπαίνει αθόρυβα στη σκηνή και όλα τα μέλη του λικνίζονται λυπημένα μέσα  σ’ ένα χρυσοκίτρινο φως, ενώ η Μητέρα στέκεται παράμερα.)
Και η ΤΖΩΡΖ διαγιγνώσκει:
 Η φύση όλη σε μία μέθη γιατί όλα είναι  λαμπρά και μεθυσμένα. Κάπου,  ένα επέκεινα  ανθρώπινο κοινό,  είναι  ενθουσιασμένο μπορεί ακόμα και γενετήσια  ευχαριστημένο.   Και συνεπαρμένη συνεχίζει:  είναι η τέχνη της φύσης αυτή, η καθαρή, με Απολλώνια λάμψη κι όνειρο, μπορεί και με Διονυσιακή αναταραχή και μέθη, που θυμίζουν κατάσταση ζωικής ρώμης και ένα ξεχείλισμα ρέουσας  σωματικότητας  μέσα από τον κόσμο των εικόνων!
 Ένα απροσδόκητο, αλλά άκρως ελκυστικό, ένα πανώριο  τέλος!
  -Ή  μήπως ένα ακόμα  τέλος;
Απαγγέλει:   βλέπουμε τώρα στις οθόνες τα οργανικά μέρη  κάποιων όχι και τόσο μακρινών  ανθρώπων: τα νεύρα, τις αρτηρίες, τον μυελό των οστών και του εγκεφάλου, καθώς αναλύονταν στα εξ ων συνετέθησαν.  Μια αντιστροφή της δημιουργίας. Τα κύτταρα ένα, ένα σπάζουν τους δεσμούς τους με τα άλλα και μπαίνουν ήρεμα στο χρυσό φως˙  σαν οδηγημένα από ένα αόρατο σχέδιο μοιάζουν. Ακούγονται ανάκατες συλλαβές από τραγούδια και από ανθρώπινες σκέψεις, που ταξιδεύουν στον αέρα σαν άσπρα και μαύρα πουλιά που πετούν ζευγαρωτά, με φόντο εικόνες που είναι όμορφες και άσχημες μαζί, όπως κάθε τραγικό που ακολουθεί τον άνθρωπο…
  -Κι ύστερα μια μακριά, άχρωμη  σιωπή επικράτησε και στην οθόνη και στην αίθουσα.-

ΤΖΩΡΤΖ: Σιωπή.. Σιωπή…    Θα είναι, όμως, παντοτινή η σιωπή;
Αναρωτιέται, μέσα από το δικό μου στόμα,  εδώ, μπορεί και σε έναν πολύ μακρινό γαλαξία,  ένας Άνθρωπος, που νομίζει ότι ο χρόνος που του δόθηκε ήταν λίγος, ότι η συνομιλία μεταξύ των ανθρώπων έμεινε στη μέση…

   -Και η εικόνα  μιας γλυκιάς και παράδοξα  ήρεμης Τζωρτζ, με το φαρδύ- γαλάζιο φόρεμα, που όλο και φούσκωνε, όλο και μεγάλωνε μαζί μ’ αυτήν, αλλά περισσότερο απ’ αυτήν, γέμισε τη σκηνή και τις οθόνες.-        
       
ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA