02/04: Οι εκδόσεις Θράκα σας προσκαλούν στην παρουσίαση της νέα ποιητικής συλλογής της Στέλλας Δούμου

02/04: Οι εκδόσεις Θράκα σας προσκαλούν στην παρουσίαση της νέα ποιητικής συλλογής της Στέλλας Δούμου

Η Βάγια Κάλφα γράφει στο περιοδικό "Φρέαρ" για την πρώτη ποιητική συλλογή της Αντωνίνης Σμυρίλλη "Βλέπω ακόμα παιδικά" (Θράκα, 2017)

«Sturm und Drang» του Γιώργου Λίλλη: Hans Magnus Enzensberger, Ποιήματα

Ο Πάνος Σαράκης γράφει για τον "Κούκο" (Θράκα, 2016) της Πελαγίας Φυτοπούλου, στην Εφημερίδα των Συντακτών

“Αυγά Μαύρα” στο θέατρο Άρατος, γράφει ο Γιώργος Σαράτσης

«Σήματα καπνού»: Νάνα Παπαδάκη, Encore - Γυναίκες της Οδύσσειας (Μελάνι, 2016)
φωτογραφία του JIM JONSON
ΤΡΟΧΟΝΟΜΟΣ ΕΠΙΠΛΩΝ
Της Μπελίκας-Αντωνίας Κουμπαρέλη


«Κυρία μου, σας έχω δυσάρεστα νέα. Πρέπει να βγάλουμε έναν τραπεζίτη, έναν φρονιμίτη κι έναν κυνόδοντα. Θα βάλουμε γέφυρα».
Την έπιασαν γέλια. Ο άντρας μου είναι τραπεζίτης, ο γιος μου το παίζει φρόνιμος για να μου τα τρώνε, η μάνα μου είναι σκυλί που τρώει τα σωθικά μου κι εγώ κατάντησα τροχονόμος επίπλων. Α, και γέφυρα είμαι, ενώνω τα σκατά με τα απόσκατα, σκέφτηκε όμως το ανεξέλεγκτο γέλιο δεν την άφησε.
Ο οδοντογιατρός, ένα όμορφο παλικάρι, την κοιτούσε έτοιμος να σκάσει κι αυτός στα γέλια. Δεν του είχε ξανατύχει τέτοια πελάτισσα, να γελάει προκαταβάλλοντας όσα της ζήτησε για τις εξαγωγές χωρίς παζάρι, να τον κοιτάζει με τόσο λαμπερά μάτια, κατενθουσιασμένη που θα χάσει τρία δόντια και θα φορέσει γέφυρα. «Λέω να πάτε σπίτι, να ξεκουραστείτε και να βρεθούμε σε τέσσερις μέρες γιατί θα χρειαστούμε ώρες και δεν έχω κενό νωρίτερα» της είπε χαμογελώντας.
Έκανε τα έξι χιλιόμετρα ως το σπίτι της με τα πόδια. Την ώρα που μπήκε μέσα, θυμήθηκε ότι ξέχασε το αυτοκίνητό της στο οδοντιατρείο. Αγνόησε γελώντας τις ερωτήσεις του άντρα της, τη γκρίνια της μάνας της, τις απαιτήσεις του γιου της. Γελούσε με τον άντρα της που την κεράτωνε, με τη μάνα της που παρίστανε την άρρωστη για να χειρίζεται τους πάντες, με τη σαπίλα στο στόμα της, με την ξεφτίλα της ζωής της. Οι δικοί της άναυδοι. Οι αρχικές ερωτήσεις του ενός προς τον άλλον για την κατάστασή της, αντικαταστάθηκαν από γέλια. Τους παρέσυρε και τους κοιτούσε γελώντας ακόμα πιο δυνατά. Ακόμα και τη νύχτα γελούσε στον ύπνο της. Τη δεύτερη μέρα και νύχτα γέλιου, ανησύχησαν. Ο άντρας της πήγε στη γκόμενα να παραπονεθεί, η μάνα της στη γειτόνισσα, ο γιος της στην καφετέρια. Την τρίτη μέρα γέλιου νευρίασαν. Μόνο το σκυλί της χοροπηδούσε γύρω της ενθουσιασμένο. Το βράδυ έγιναν έξαλλοι γιατί δεν τους άφηνε να κοιμηθούν. Έπεσαν βρισιές, κατάρες. Ξάπλωσε στον καναπέ με το σκυλί αγκαλιά. Έφτιαξε στο μισοσκόταδο το σακ βουαγιάζ που είχε για το γυμναστήριο. Πέταξε μέσα και το διαβατήριό της.
Το πρωί τους κοίταξε όλους γελώντας, κάθισε γελώντας να την ξεδοντιάσει ο γιατρός κι έφυγε τουμπανιασμένη και γελαστή. Μόνο που τώρα το γέλιο της δεν ακουγόταν προς τα έξω. Ωστόσο εκείνη και το άκουγε και το ένιωθε να ταρακουνάει το άδειο στόμα της, την άδεια κοιλιά της.
Πέταξε το κινητό και όλα της τα κλειδιά στον πρώτο σκουπιδοντενεκέ που βρήκε. Συνέχισε να περπατάει στην άγνωστη γειτονιά του οδοντογιατρού, χαζεύοντας με τουριστικό ενδιαφέρον. Μπήκε σε μια τράπεζα κι άδειασε τον λογαριασμό της. Δέκα χιλιάδες ευρώ. Τα πήρε γελώντας. Μέχρι πριν μια βδομάδα ήταν τριάντα, όλο της το εφάπαξ. Τελικά ο άντρας της ήταν και κλέφτης. Δεν έπρεπε να τον βάλει συνδικαιούχο. Γέλασε στη σκέψη ότι ο γιος της δεν θα είχε λεφτά για σπουδές σ’ ένα κολέγιο του κώλου καθώς δεν πάτησε στις πανελλαδικές. Κομμένο και το χαρτζιλίκι στη μάνα της. Πόσο έφταιξα, σκέφτηκε ξεραμένη στα γέλια. Φρενάρισε στη βιτρίνα ενός ταξιδιωτικού πρακτορείου. Μπήκε, έδειξε στην υπάλληλο τη μπροσούρα για έναν μακρινό προορισμό.
«Θα βγάλετε βίζα στον αεροδρόμιο» της είπε η κοπέλα μπερδεμένη με το γέλιο της.

Έλενα Λυμπεροπούλου, Άτιτλο

Μέσα στον κίνδυνο να σ’ ανακαλύψουν… ανάβεις ένα τσιγάρο. Τα μάτια πόρτες, άλλου κόσμου, ανοιγοκλείνεις με φυσικότητα . Κάθεσαι σε κύκλο στα τραπέζια, ακούς να στα εξηγούν όλα. Για ανθρώπους, για ζώα, για το στερέωμα. Άλλο ένα τσιγάρο μέσα στον κίνδυνο πως θα σε καταλάβουν.

Υπάρχεις μες το σπίτι σου, στους φίλους, στα παιδιά σου, πάντα με κίνδυνο πως θα σε καταλάβουν, τις δουλειές σου κάνεις, κάθεσαι και συ στον καναπέ κοιτώντας κάτω, μη και σε καταλάβουν, ανάβεις τσιγάρο.

Μια μέρα λύνεις τη βάρκα απ' το κρεβάτι σου, ξυπολιέσαι τα βαρίδια, κρατάς τα μάτια ανοιχτά εκεί που φοβόσουν, αφήνεις την πόρτα ανοιχτή για να το σκάσει η γάτα, ανάβεις τσιγάρο, κολλάς με μανό όσα δάχτυλα έκοψες, γδύνεσαι τα σκοτεινά σου ρούχα, ντύνεσαι άσπρη νύχτα ξέξασπρη, πετάς ανάμεσα σ ‘όλους που σε βλέπουν , χωρίς κανένα κίνδυνο πια, να σε καταλάβουν.


Σάντρο Πέννα «Ο σκονισμένος ποδηλάτης, ποιήματα 1928-1976», ανθολόγηση-μετάφραση-σημείωμα Ερρίκος Σοφράς, Εκδόσεις Το Ροδακιό, σελ. 142

Η ποίηση του Σάντρο Πέννα έχει την ομορφιά ενός φυσικού φαινομένου. Δεν προκύπτει, συμβαίνει. Δεν ανέχεται κανενός είδους «ετικέτα»: σχολής, είδους, προέλευσης. Συμβαίνει απλώς, με τη χάρη που προσδίδει στα μάτια μας μια λεπτομέρεια μορφής σκαλισμένη στο μάρμαρο της βόρειας ζωφόρου του Παρθενώνος. Φτάνει ένα ανοιγοκλείσιμο της ίριδας για να την ερωτευθούμε. Το βλέμμα στην ποίηση του Πέννα αναδεικνύεται ως τον κύριο ήρωα των ποιημάτων του. Όπως επισημαίνει εύστοχα ο Ερρίκος Σοφράς στην εισαγωγή του, με το βλέμμα του «προσπαθεί να συλλάβει…πρόσωπα ταπεινά και αγνώριμα, που όμως δεν θα τα δούμε ποτέ ολόκληρα, μισοειδωμένα μόνο, θαμπά φωτισμένα». Ένα μυστικό βλέμμα που κάνει έναν από τους πρωτεργάτες της Ιταλικής πρωτοπορίας του εξήντα, να παραδεχθεί την ήττα κάθε προγραμματικής ποιητικής και να γράψει για τον Πέννα πως μας πείθει απόλυτα για το «ακαθόριστο υλικό» με το οποίο είναι φτιαγμένη η ποίηση, κι ακόμα πως η ποίηση αυτοκαθορίζεται από το εκάστοτε δυνατό ποιητικό υποκείμενο. Ένα βλέμμα που δεν έχει το όμοιό του στην Ιταλική ποίηση του περασμένου αιώνα, χωρίς προγόνους και χωρίς επιγόνους. Ποίηση ως χάρη, το απόλυτο χάρισμα.

Τα ποιήματα που φαίνονται εύκολης και απλής διεκπεραίωσης, (όλοι εμείς που ασχολούμαστε χρόνια με τη μετάφραση, το γνωρίζουμε), είναι τα πιο δύσκολα να μεταφερθούν σε μια άλλη γλώσσα: λες και η εύθραυστη επιφάνειά τους συνθλίβεται με το πρώτο άγγιγμα των δακτύλων. Πριν καν τα πιάσουμε, απομένουμε με ένα άδειο κέλυφος στα χέρια μας. Στο τέλος της δεκαετίας του εβδομήντα καταπιάστηκα με τη μετάφραση των Ιταλών ποιητών Βιτόριο Σερένι, Ουμπέρτο Σάμπα και του Σάντρο Πέννα, υπό την άγρυπνη (κάθιδρη, θα έλεγα, επειδή τις δουλεύαμε τα καλοκαίρια στη Ρώμη) παρακολούθηση του Κώστα Μαυρουδή. Μας πείραξε τότε, γιατί ο μακαρίτης ο Ντακρέτας μετέφραζε εν αγνοία μας, επίσης Σάντρο Πέννα για την «οδό Πανός», κι οι μεταφράσεις βγήκαν σχεδόν ταυτόχρονα. Ήταν και στο πνεύμα της εποχής, ο μεταφραστής να οικειοποιείται ως προσωπική του κατάκτηση τον μεταφραζόμενο. Αμαρτίες της νεότητας. Με τον καιρό μάθαμε όλοι μας, ευτυχώς, πως η μετάφραση αποτελεί την πιο ταπεινή απ’ όλες τις τέχνες γιατί είναι εξ’ ορισμού πεπερασμένη. Τριάντα χρόνια ακριβώς μετά από την πλακέτα του «μικρού Δέντρου», τα ποιήματα του Σάντρο Πέννα, αποδεικνύοντας για άλλη μια φορά τη χάρη που τα περιβάλλει, κυκλοφόρησαν και πάλι στα Ελληνικά από το «Ροδακιό».

Ο Ερρίκος Σοφράς μετάφρασε 81 (από τα 450) ποιήματα του Πέννα, καταφέρνοντας να διασώσει την ανάλαφρη μουσικότητα των στίχων του, τις κρυφές ρίμες και την παρήχηση, που αποτελεί-αν θέλετε- και το υδατογράφημα όλης της Ιταλικής ποίησης. Δεν είναι τυχαίο, πως ο Πέννα μαθήτευσε δίπλα στους μεγάλους «μουσικούς» Μοντάλε και Σάμπα:

«Το αγγελούδι μου το βρήκα
στο ύποπτο το σινεμά.
Είχε στο χέρι ένα τσιγάρο,
μια λάμψη μέσα στη ματιά» (σελ.39)

Μεταφραστής σε περίοδο χάρητος ο Ερρίκος Σοφράς, μας παραδίδει μια μετάφραση που θα μας συντροφεύει τα επόμενα τριάντα χρόνια, διατηρώντας ανέπαφη και παρθενική την αγνή ποίηση του Σάντρο Πέννα.


Σωτήρης Παστάκας

(δημοσιεύθηκε στην ΠΟΙΗΤΙΚΗ που κυκλοφορεί, τεύχος 11, καλοκαίρι 2013)
Βασίλης Κυριαζάκης, Τρία ποιήματα 

Πίστη στο χάος

Η επιστήμη που μελετά
την κίνηση του χώρου και του χρόνου
εντός σωμάτων που δεν καταλαμβάνουν
ούτε χώρο ούτε χρόνο

Μονάδα μέτρησης το π
το κεφαλαίο π
ίσως ποίηση
ίσως ποίημα
μα πάνω απ’ όλα
πίστη

Πίστη στο χάος
 

 ***

Μικρή 

είχα μια σκυλίτσα τη Μιράντα
   
δεν ζευγάρωσε ποτέ όταν μεγάλωσε γέρασε έκλεψε έναν αρκούδο μου τον είχε για παιδί της όλη μέρα τον έσερνε στα δόντια της τον έγλειφε τον βύζαινε τον γαμούσε τον αποχωριζότανε μόνο τις νύχτες κει που κοιμόμουν ακούγα αλαφιασμένη τη Μιράντα να κλαίει γιατί ξεχνούσε πού είχε κρύψει το παιδί της μέχρι που κατάλαβα σηκώθηκα μια νύχτα τον πήρα της τον έδωσα της είπα
   
πάρ’τον μωρή παρ’τον και βγάλε τον σκασμό
                                                   τότε η Μιράντα ησύχαζε

***

Lexi

Αγαπητέ Μαγιακόφσκι,
αγαπητέ Πάστερνακ,
Πρόκειται για την κόρη μου.
Ακούστε μερικές απ’τις δηλώσεις της.
Λέει: Προτιμώ τη φυγή απ’τη φούγκα.
          Απ’ τη σύνθεση την αποσύνθεση.
          Τη μανία απ’την αρμονία. 
          Απ’την αντίστιξη τη στίξη,.!
                                   (κόμμα, τελεία, θαυμαστικό)
Γιατί,
          είμαι ένα τέταρτο          άνθρωπος,
          μισή     παύση
και 
ολόκληρη
το σμαραγδένιο σκαθάρι των Ινδιών.
Ζωγράφισε μου πως είναι το σμαραγδένιο σκαθάρι της λέω και παίρνει το μπλοκ και τις ξυλομπογιές και τα ακουμπάει στο τραπέζι της κουζίνας και σκύβει πάνω τους και μπροστά της τα πλαστικά φρούτα και η πιο νεκρή φύση της μάνας της και βγάζει  το χαρτάκι από το πόδι του τραπεζιού και τώρα γέρνει και κάνει τον εαυτό της μ’ένα πράσινο φουστάνι κι ένα χέρι που τρέμει να ακουμπήσει το ο,τιδήποτε.
Αγαπητέ Μαγιακόφσκι,
αγαπητέ Πάστερνακ.
Το πρωί -και ίσως αυτό είναι το πιο σημαντικό- από το γάλα της ξεπήδησαν λιβελούλες που πέταξαν στα μαλλιά της και γλιστρώντας ως τις άκρες τους έπλεκαν μικρές πυκνές κοτσίδες.
Είδα το πρόσωπο της
μετά από πολύ καιρό.
Δεν θυμάμαι πόσο.
Και τότε με ρώτησε τι είναι η ποίηση
και τα ανισόπτερα έπεσαν νεκρά
σαν να τα ψέκασαν με DDT.
Δι-αίθυλο
Δι-χλωρό
Τρι-χλωροαιθάνιο
Αγαπητέ Μαγιακόφσκι,
αγαπητέ Πάστερνακ.
Νομίζω είναι έτοιμη.
    Μετά τιμής διατελών,
        Περιμένω απάντηση.


Πού πάω μ' αυτά τα παπούτσια;

Το λεωφορείο, βροχή
Κόσμος πολύς στη στάση
Αέρας και μια εξαθλίωση
Να κρέμεται απ' τις τσέπες τραγικά
Τα κουμπιά σε κάθετη πορεία
Και οι γυναίκες με τα  αυλακωμένα πρόσωπα.
Κόρνες αυτοκινήτων
Οι σκύλοι χαμένοι, τα ρολά
Οπως πάντα κατεβασμένα
Δεν περίμενα τίποτα, δεν
 
Εβρισκα τίποτα όσο κι αν
Εψαχνα με τα μάτια
διαρκώς στο δρόμο.
Τα τακούνια μου μόνο, στα λασπόνερα.



***

Η θλίψη μου είναι μια γυναίκα

Η θλίψη μου είναι μια όμορφη γυναίκα.
Φοράει ψηλά τακούνια και άρωμα DKNY.

Επίσης θεωρώ ότι είναι αφάνταστα έξυπνη.

Το μόνο ελάττωμά της: στεναχωριέται πολύ εύκολα.

***



Η μελαγχολία του κλειστού δωματίου

Ασύλληπτο το εύρος της.
Αρχικά κατέλαβε μια μικρή περιοχή
Λίγο πιο πάνω απ’ το στήθος.
Ελαφρύς πόνος – όχι τίποτα ιδιαίτερο.
Έφτανε να στρέψω κάπου αλλού την προσοχή
Για να ξεχάσω ότι υπάρχει.
Μετά απλώθηκε στα χέρια. Οτιδήποτε
Άγγιζα μεταβαλλόταν σε αντικείμενο
Πόνου. Αποτέλεσμα, έπαψα να
Αγγίζω. Δεν έφτιαχνα φαγητό δεν
Άνοιγα παράθυρα και άφηνα
Τα πράγματα να σέρνονται
Απειλητικά μέσα στο σπίτι.
Προχώρησε στα πόδια κι έτσι έπαψα
Να περπατάω
Ξάπλωσα στο κρεβάτι και περίμενα.
Μα το χειρότερο ήταν πως με τα
Πολλά έφτασε μέχρι την πιο ψηλή
Κορυφή, τη σκέπη του μυαλού.
Άρχισε να την τραντάζει βάναυσα και
Έτσι εκείνη μην έχοντας άλλη επιλογή
Κατέρρευσε να της αφήσει χώρο.

***


Αιφνιδιασμός


Το έργο τέχνης θα σε περιμένει στη γωνία
με μια σφαίρα πίσω απ’ το μάτι του
τότε θα είναι επικίνδυνο
να το κοιτάξεις, γιατί
ξέρεις καλά πως επάνω του κρέμεται
η γύμνια σου, η απαρχή της καταδίκης
ολόκληρου του κόσμου
κι ένα μικρό σαπισμένο
καραβάκι
που θα μπορούσε να το λένε
Έρωτα.
  

***

Η γυναίκα γυαλί

Μπαμπά, μαμά, με φτιάξατε
Από γυαλί.
Δεν μεριμνήσατε για ένα
Πιο ανθεκτικό υλικό. Μ΄αφήσατε
Στην τύχη μου
Και όλο τρέμετε για μένα
Μήπως σπάσω.
Και πιο πολύ, γιατί στο βάθος
Ξέρετε
Πως τα κομμάτια μου θα κόψουν
Το λαιμό σας.



ARTHUR RIMBAUD
Από τις Ιlluminations 

ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΚΑΤΑΚΛΥΣΜΟ 


Μόλις η ιδέα του Κατακλυσμού ξανακάθισε,

Ένας λαγός σταμάτησε μέσα στα χόρτα και στις καμπανούλες που κουνιόντουσαν και είπε μια προσευχή στο ουράνιο τόξο μέσα απ’ της αράχνης τον ιστό.

Ω! οι πολύτιμοι λίθοι που κρύβονται,- τα λουλούδια που κιόλας κοιτάζουν.

Στο μεγάλο βρώμικο δρόμο οι πάγκοι με το κρέας στήθηκαν και τραβήξαμε τις βάρκες προς τη θάλασσα στημένη εκεί ψηλά όπως στις λιθογραφίες.

Το αίμα κύλησε, στο σπίτι του Κυανοπώγωνα, -στα σφαγεία, - μέσα στα τσίρκα, όπου η σφραγίδα του Θεού χλόμιασε τα παράθυρα. Κύλησαν το αίμα και το γάλα.

Οι κάστορες έκτισαν. Τα ποτήρια του καφέ άχνιζαν μέσα στα μικρά καφενεία.

Μες στο μεγάλο σπίτι από γυαλί ακόμα μουσκεμένο τα παιδιά με τα πένθιμα κοίταξαν τις υπέροχες εικόνες.

Μια πόρτα χτύπησε, -και πάνω στην πλατεία του μικρού χωριού, το παιδί γύρισε τα χέρια του, και αντιλήφθηκε τους
ανεμοδείκτες και τα κοκόρια των καμπαναριών από παντού κάτω από την εκκωφαντική βροχή.

Η Κυρία *** τοποθέτησε ένα πιάνο μέσα στις Άλπεις. Η λειτουργία και οι πρώτες μεταλήψεις γιορτάστηκαν στις εκατό χιλιάδες άγιες τράπεζες της μητροπόλεως.

Tα καραβάνια έφυγαν και το ξενοδοχείο Splendide χτίστηκε μέσα στο χάος των πάγων και της νύχτας του πόλου.

Από τότε το φεγγάρι άκουγε τα τσακάλια να σκούζουν απ’ τις ερήμους του θυμαριού,- και τα ποιμενικά ποιήματα φορώντας τσόκαρα να γκρινιάζουν μέσα στο φρουτόκηπο. Μετά, μέσα στο βιολετί δρυμό με τα μπουμπούκια, ο Εύχαρις μου είπε ότι ήταν η άνοιξη.

Κουφοί, λιμνούλα,- Αφρέ κύλησε πάνω στο γεφύρι και πάνω από τα δάση,- σεντόνια μαύρα και όργανα,- αστραπές και κεραυνέ,-ανεβείτε και κυλήστε,- Νερά και θλίψεις ανεβείτε και ζωντανέψτε τους Κατακλυσμούς.

Γιατί από τότε που έχουν εξαφανιστεί,- ω! οι πολύχρωμες κρυμμένες πέτρες, και τα λουλούδια ανοιχτά!- είναι μια πλήξη και η Βασίλισσα, η Μάγισσα που ανάβει τα κάρβουνά της μέσα στο πήλινο τσουκάλι, ποτέ δε θα θελήσει να μας διηγηθεί αυτό που εκείνη γνωρίζει και που εμείς το αγνοούμε.

(μτφρ. Κώστας Ριτσώνης) 




Η ΩΡΑΙΑ ΚΟΙΜΩΜΕΝΗ



Από μικρή
παράδερνα
της αϋπνίας άθυρμα/
κι άλλοτε θήραμα
στου εφιάλτη τη σφενδόνα
και συνεχώς
σε ζήλευα
«Ωραία κοιμωμένη»

Ξεκούραστη/
Άλαλη /
Πολέμια της
αγρύπνιας/
μα προπαντός
Ανέμελη/
στης άγνοιας
τα χαρακώματα στημένη
φρουρούσες
(δίχως μικρό πετάρισμα
έστω του ενός βλεφάρου)
το κλέος σου
ερμητικά κλεισμένη
σε εικονοστάσι διάφανο


Πώς 
δε μεγάλωνες;
(Δεν σ’ έθρεφε ο ύπνος;)
Ποια μάγια προσκυνούσες;
Με τίνος χέρια
χρόνια ολοστρόγγυλα εκατό
στα νάματα της νιότης
τα Βουτούσες
τα ξέπλενες στην ομορφιά;

Πως τα κατάφερες
κι ανύχτωτα λαμπύριζαν
της «μοναξιάς»
τα χιονισμένα χρόνια;

Μα τώρα ξέρω/
(ξύπνησα κι εγώ) 
πόσο σε  βόλευε/
ακύμαντος
νωχελικός
ο ύπνος της αναμονής

στα όνειρά σου  ή στ' αλήθεια
(ποιος νοιάζεται εξάλλου)
δεχόσουν τα  φιλιά
των αγοριών
βεγγαλικά που τύφλωναν
μ’  αθόρυβα
σαν τη βουνίσια  πέτρα 


Μετά από χρόνια εκατό
μούδιασε  το κορμάκι σου/
έρωτα χορτασμένο
και είπες να ξυπνήσεις

ή
μήπως
τον ατελεύτητο ύπνο
έπαψε 
εκείνο το φιλί;
(μ’  αλήθεια ζυμωμένο
έμοιαζε με φαρμάκι) 

Στα χείλη σου ακόμη
η γεύση
της υποταγής/
γαλήνη/
και αφανισμός 
μές στον ωκεανό
απύθμενης  παραμυθίας ....



ΤΩΝ ΕΡΩΔΙΩΝ ΣΤΙΓΜΕΣ
 


Με το ένα πόδι στης Αφρικής
την όαση και τ΄ άλλο
στην ούγια του  Στρυμόνα/
Ανήλικοι αυτοεξόριστοι άγγελοι
των παγετώνων αρνητές
της βίας αναλφάβητοι
 
Τολμήσανε
Υγρή ζωή
Αχειροποίητη Κοινωνία
αρχέγονους  βηματισμούς
στης  περηφάνιας τα ρηχά νερά/
Αλυσοδέσαν  στον λαιμό τους
όλες τις  λύπες τ΄ ουρανού
και κάθε κρίκος
της ομορφιάς καινούργιος τοκετός/
Ζαφείρια και διαμάντια
στων καλαμιών  τα δάχτυλα
τα λιγοστά  αυγά τους
 
Στο ράμφος τους
παίρνει ανάσα/
ξαποσταίνει/
Ο  άνεμος
που συλλαβίζει τα περιγράμματα
του έρωτα
Αστήριχτα /
Άπνοα/
Ρευστά
 
Τις νύχτες παίζουν ζάρια
με  κουκουβάγιες άυπνες
βατράχια νυσταγμένα
που δεν κατάφεραν
πρίγκιπες σε καθρέφτες
ν’ αντικρύσουν/
Μαδούν σε συγχορδία  
της ματαιότητας τις μαργαρίτες
 
Αχ! Πόσο  συμπονώ τους φωτογράφους
που χάθηκαν στις λιμνοθάλασσες/  
Αγκαλιασμένοι
με τη σαθρή ψευδαίσθηση
πως
Των ΕΡΩΔΙΩΝ  Στιγμές
με ακριβό φακό
θα οικειοποιηθούν
 


ΧΙΟΝΑΤΗ
 


Το ξέρω πως το βασιλόπουλο
Ήταν απλά μια «λύσις»
Στη χιονισμένη
Του παραμυθιού αμμουδιά
Για να κοιμούνται ήσυχα
Τα κοριτσάκια
 
Κι εσύ
Αιώνες τώρα
Ρεμβαστικά ησυχάζεις
Στο διαφανές σου φέρετρο
Για να μπορούνε
Του δάσους τα πουλιά
Το μυστικό τους δείπνο
Ν’ αναπαρασταίνουν
Κάθε πανσέληνο
Πάνω στα εφτά καυτά
Φιλιά που αναβοσβήνουν
Στο λαιμό σου
 
Τις άλλες /
Της σκληρής παραμυθίας νύχτες
Ξέρω πως δε λυγίζεις
Κρατάς μέσα στα
Χέρια σου σφιχτά
Και τις πιέζεις  στα μαλακά πλευρά σου
Δεκατέσσερις  μικρές γροθιές
Που πάλλονται /
Χτύποι
καρδιάς αφάγωτης
 
Μάθε  πως δε  γελάστηκα
Ήξερα ανέκαθεν
Πως αν το ήθελες
Μπορούσες να το φτύσεις
Εκείνο το δηλητηριασμένο μήλο…
 



ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA