Ο Πέτρος Μπιρμπίλης μιλά στην Athens Voice και στον Γιάννη Νένε, για το "Μπελ Ετουάλ" (Θράκα, 2017)

Μια “ηρωίδα” πλάι σε ανθρώπους αντιηρωικούς: Ένα κριτικό σημείωμα του Στάθη Ιντζέ για το "Γονυπετείς" της Τζούλιας Γκανάσου

Για την ποιητική συλλογή της Μαρίας Αγγελοπούλου "Η απουσιολόγος" (Θράκα, 2016), γράφει ο Χρήστος Αρμάντο Γκέζος

Ο Στέφανος Ξένος γράφει στο diavasame για τον "Άνθρωπο Τανκ" (Θράκα, 2017) του Γιώργου Λίλλη

Για το βιβλίο της Μαριάννας Κουμαριανού «Τόπος στη Γαλήνη» – γράφει η Ανθούλα Δανιήλ

Φάνης Παπαγεωργίου, Ποια γενιά; Σκέψεις για τη σχέση μεταξύ βιολογικής και δυνάμει καλλιτεχνικής γενιάς.

Δύο ανέκδοτα/αδημοσίευτα ποιήματα του Δημήτριου Δημητριάδη

Ο Παναγιώτης Βούζης γράφει στην εφημερίδα "Τα Νέα" για το "Χρονορυχείο" (Θράκα, 2017) της Στέλλας Δούμου
Είχε οπωσδήποτε την ιδιότητα του οργανικού διανοούμενου, ήταν δοκιμιογράφος, κριτικός λογοτεχνίας, μεταφράστρια, μια γυναίκα που παράλληλα με τον Μανόλη Αναγνωστάκη πορεύτηκε σε καιρούς και σε δρόμους δύσκολους, αναζητώντας μέσα σ' αυτούς τους δρόμους τα ιδανικά της Αριστεράς «που είδε τον κόσμο σαν έργο τέχνης, με τελειωμένα κι αθάνατα φτερά». Στάθηκε πάντα βράχος δίπλα στη διαδρομή του συντρόφου της ζωής της, όχι σε δεύτερο ρόλο, όχι συμπληρωματικά, αλλά με αυτοτέλεια και δικό της λόγο. Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1930 με καταγωγή από την Κρήτη και τη Μικρά Ασία. Σπούδασε Νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, αλλά δεν άσκησε ποτέ τη δικηγορία. Εργάστηκε ως βιβλιοπώλης στη Θεσσαλονίκη. Υπήρξε υπεύθυνη για την παρουσίαση κειμένων λογοτεχνίας και θεωρίας της λογοτεχνίας στο περιοδικό «Κριτική», ένα περιοδικό που άνοιξε νέους δρόμους σε καιρούς που ο διαφορετικός λόγος ήταν κατακριτέος στο χώρο της Αριστεράς και το πρώτο της κείμενο αφορούσε την ποίηση μιας άλλης μεγάλης Ελληνίδας, της Ελένης Βακαλό. Συνεργάστηκε με τα περιοδικά «Ενδοχώρα», «Νέα Πορεία» και «Χρονικό», ενώ συμμετείχε στην έκδοση του βιβλίου «Δεκαοκτώ κείμενα», μια τομή στην εκδοτική ιστορία της χώρας, στα χρόνια της δικτατορίας. Το 1996 τιμήθηκε για το σύνολο του έργου της με το Μεγάλο Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας. Την Παρασκευή, 3 Ιανουαρίου 2014, θα αποχαιρετίσουμε τη Νόρα Αναγνωστάκη, στις 2.30 μ.μ. απο το Νεκροταφείο του Κόκκινου Μύλου. Ο γιος της Ανέστης, που έχει επιδοθεί στο χώρο του βιβλίου, από μια άλλη υπεύθυνη θέση, από εκείνην του επιμελητή κειμένων, θα έχει να θυμάται πολλά και από τη Νόρα και από τον Μανόλη Αναγνωστάκη. Οπως όλοι όσοι τους γνωρίσαμε.

Σαν χαιρετισμό, αναδημοσιεύουμε ένα απόσπασμα από το κείμενο που είχε γράψει στα «Δεκαοκτώ κείμενα», την έκδοση που στέγασα τους πιο προικισμένους ανθρώπους των γραμμάτων στα χρόνια της δικτατορίας. Ενα απόσπασμα που δείχνει πολλά από τον τρόπο που σκεφτόταν και δρούσε η Νόρα Αναγνωστάκη σε όλη της ζωή: «Τώρα, για πρώτη φορά, βλέπω επιτέλους έναν παλμό ζωής στα λόγια μου, μέσα στην αξιοθρήνητη ειλικρίνειά μου. Παρατηρώ ότι χρησιμοποιώ λέξεις που τις σέβομαι, τις φοβάμαι, και δεν τις βάζω εύκολα στο στόμα μου ούτε όταν μιλώ: ανθρωπιά, ευσυνειδησία, ειλικρίνεια. Ο,τι ακριβώς ήθελα να είχα, αλλά δεν ξέρω αν μου δίνεται το δικαίωμα να το ισχυριστώ. Απ' αυτήν την απολογία βγαίνει ότι η ζυγαριά που κρατούσα είχε από τη μια μεριά το πάθος και το φόβο κι από την άλλη την απεγνωσμένη θέληση του χρέους. Ισως αυτή η προσπάθεια ισοζυγίσματος απέτυχε από καθαρά προσωπική μου ανεπάρκεια. Πέρασα μεγάλες φουρτούνες για να φτάσω σ' αυτή την ισοπεδωμένη έκφραση, σ' αυτό το φτωχό, κουτσουρεμένο, χιλιοψαλιδισμένο, γεμάτο από κενά σιωπής, κείμενο, το δυσκολότερο που έχω γράψει. Σκέφτομαι πως τα έργα του χρέους, όπως και τα έργα της φθοράς, ωριμάζουν αργά και είναι έργα ολόκληρης ζωής».
Στο καλό, Νόρα Αναγνωστάκη.

από

kathimerini.gr 
ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA