Παρουσίαση: Γιώργου Λίλλη, "Ο άνθρωπος τανκ", στις 25 Ιανουαρίου και ώρα 21:30 στο Polis Art Cafe, Πεσματζόγλου 5, Αίθριο Στοάς Βιβλίου, Αθήνα

Τα "Λίγα σύκα απ' τα γαϊδουράγκαθα" της Edna St. Vincent Millay στις κατακτήσεις του Κοσμά Βίδου για το 2017, στο τελευταίο ΒΗΜΑgazino του έτους.

Η Αγγελική Λάλου γράφει στο Fractal για το "Ντάλιτ" (Εκδ. Θράκα, 2017) της Εύας Σπαθάρα

Η Γιώτα Κωνσταντινίδη γράφει στο parallaximag.gr για τη "Βεγγέρα" της Μαργαρίτας Νταλακμάνη

"Όψεις της διαλεκτικής και του ονείρου στη σκέψη του Βάλτερ Μπένγιαμιν", του Φάνη Παπαγεωργίου

"Ο τελευταίος αριθμός" του Βάιου Κουτριντζέ, στην εφημερίδα "Ελευθερία"

"Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΗΣ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗΣ" του Κώστα Κουτρουμπάκη, Σύντομο κριτικό σημείωμα πάνω στους εισαγωγικούς στίχους του «Ελπήνορα» του Τάκη Σινόπουλου



Εσύ, εμένα θ’ ακούς.

Το γυμνάσιο το έβγαλα με σπρώξιμο. Δεν τα ’παιρ-
να τα γράμματα. Μετά πήγα στον ΟΑΕΔ να γίνω
τεχνίτης ηλεκτρονικών συσκευών και εγκαταστά-
σεων. Για το χαρτί πήγα. Μεγάλωσα μέσα στα μι-
κρόφωνα, τα καλώδια και τις κονσόλες. Ο πατέρας
μου έπαιζε συνθεσάιζερ στα πανηγύρια. Εγώ κα-
θόμουν στην κονσόλα, μέχρι που έπιασα το μικρό-
φωνο στα χέρια. Λες και ήμουν πικάπ. Τραγουδού-
σα από δημοτικά μέχρι Καζαντζίδη απέξω κι ανα-
κατωτά. Είχα και καλή φωνή. Έγινα το πρώτο
όνομα στα πανηγύρια του κάμπου. Γνώρισα μεγά-
λες δόξες. Η πρόταση για την «Πενιά», το μπου-
ζουκομάγαζο στο δρόμο Λάρισας-Νίκαιας, έπεσε
τη σωστή ώρα.
Ο πρώτος που σκέφτηκα ήταν ο Πέτρος.
– Μου είπε ο μάνατζερ σε καμιά ώρα να πάω
για πρόβα στο μαγαζί.
– Ποιος μάνατζερ, ρε μαλάκα; Ο Μήτσος απ’
το Ζάππειο είναι και μέχρι χτες έκανε πόρτα στο
σκυλάδικο… μπράβος… Άκου μάνατζερ!
– Μπράβος, ξεμπράβος, αυτός κάνει κουμάντο
εκεί μέσα.
– Γι’ αυτό ντύθηκες έτσι σαν ντιζέζ;
– Πες ό,τι θέλεις εσύ. Εγώ θα γίνω φίρμα, λέω
στο φιλαράκι μου τον Πέτρο και φεύγω για την
«Πενιά».
– Καλώς το παλικάρι.
– Γεια σου, Μήτσο.Ήρθα, όπως μου είπες.
– Μίμης, ξέχνα το Μήτσο. Έλα να σου συστή-
σω τα κορίτσια. Είναι συνάδελφοι, καλλιτέχνες.
Κορίτσια από δω ο Στράτος.
– Τι Στράτος, ρε Μήτσ… Μίμη. Σταμάτη με
λένε, λέει μέσα απ’ τα δόντια του ο Σταμάτης.
– Ηρέμησε, αγόρι μου. Εσύ εμένα θ’ ακούς και
θα πας μπροστά. Το ’πιασες;
– Ό,τι πεις.
– Ανέβα στην πίστα, να δούμε πως γράφεις στο
μάτι.
Πιάνω το μικρόφωνο και ξεχνάω το περιφρο-
νητικό ύφος των κοριτσιών. Κλείνω τα μάτια.
Φαντάζομαι το μαγαζί γεμάτο κόσμο. Καρφίτσα
δεν πέφτει. Ανάμεσα στους καπνούς βλέπω να με
κοιτάζουν με θαυμασμό. Γυναίκες και άντρες. Μέ-
χρι και τα χειροκροτήματα ακούω. «Μπράβο!
Μπράβο!» Ανοίγω τα μάτια μου. Τα κορίτσια δεν
με κοιτάζουν πια με μισό βλέμμα. Παίρνω μιαν
ανάσα.
– Φχαριστώ.
– Τις γυναίκες, αγόρι μου, πρέπει να τις παίρ-
νεις τον αέρα από την αρχή. Μην του δίνεις και
πολλή σημασία. Ένα βλέμμα κι άσ’ τες να τρέχουν
ξοπίσω σου.
– Μα είναι συνάδελφοι.
– Είναι γυναίκες. Μόλις μυρίστηκαν φωνή, ξέ-
χασαν και το λαμέ πουκάμισο και τις αλυσίδες στο
λαιμό και στο χέρι.
– Εγώ τα φόρεσα ειδικά για την περίσταση.
– Το μαγαζί είναι κυριλάτο. Δεν είναι σκυλάδι-
κο. Η πελατεία μας είναι της υψηλής κοινωνίας.
– Και τόσα αγροτικά απέξω κάθε βράδυ της
υψηλής κοινωνίας είναι;
– Ώπα! Ξεψαρώσαμε, Σταματάκη;
– Στράτο είπαμε, Μίμη, Στράτο!
– Τ’ αγροτικά αγόρι μου δεν είναι της υψηλής
κοινωνίας. Είναι της επιδότησης.
– Εγώ να τραγουδάω θέλω Μίμη. Όλα τ’ άλλα
ούτε με νοιάζουν.
– Έτσι σε θέλω. Άστα όλα πάνω μου. Εσύ να
μ’ ακούς μόνο.
– Θα με πάρετε δηλαδή;
– Το Σάββατο ανοίγουμε και θα είσαι η πρώτη
φίρμα. Θα γεμίσουν οι κολόνες αφίσες με τη μούρη
σου. Με μεγάλα γράμματα Στράτος Γεωργίου.
– Τι Γεωργίου λες ρε Μίμη, Μπαντούλας λέγο-
μαι.
– Δεν πιστεύω να θες να κάνεις καριέρα με τέ-
τοιο όνομα.
– Ρεζίλι θα γίνω στο χωριό. Θα με δουλεύουν
όλοι οι φίλοι μου.
– Σε λίγο καιρό, οι φίλοι σου θα κάνουν ουρά
γι’ αυτόγραφο, αγόρι μου.
– Λες;
– Όπως σε βλέπω και με βλέπεις.
– Θα μου πεις… Γιώργος ο πατέρας μου… από
’κει το ’βγαλες ρε συ;
– Άντε γεια σου. Λοιπόν, αύριο πάμε για περι-
ποίηση και μετά φωτογράφηση.
– Μια χαρά περιποιημένο δεν μ’ έχει η μάνα
μου;
– Ξέχνα τη μάνα σου και το χωριό, λέμε. Τώρα
άλλες γυναίκες θα σε περιποιούνται.
– Και τι θα μου κάνεις δηλαδή;
– Πρώτα πρώτα να κόψουμε τη χαίτη. Μετά
να κάνουμε μανικιούρ…
– Τι λες ρε; Αυτό το κάνουν οι γυναίκες.
– Μη φοβάσαι παλικάρι μου. Εσύ εμένα θ’
ακούς! Άντρα σε θέλουμε.
– Και τι το θέλω το… πώς το είπες.
– Οι φραγκάτες κυρίες θέλουν χειροφίλημα από
τρυφερά και περιποιημένα χέρια.
– Θα τραγουδάω ή θα προσκυνάω;
– Το χειροφίλημα θα είναι το ευχαριστώ για τα
καλάθια με τα λουλούδια που θα σου πετάνε στην
πίστα.
– Θες να γίνει καμιά παρεξήγηση με τους άν-
τρες τους και να ’χουμε άλλα;
– Και τους άντρες στα όπα όπα θα τους έχεις.
– Τι, κι αυτούς θα τους φιλάω το χέρι;
– Όχι ρε μάνα μου. Εσύ θες πολλά μαθήματα.
Στους συζύγους θ’ αφιερώνεις τα τραγούδια. Στις
κυρίες θα μοιράζεις λουλούδια, ματιές και χειρο-
φιλήματα.
– Κανονικός γλείφτης δηλαδή.
– Γαλαντόμος. Όσο πιο γενναιόδωρος θα είσαι
τόσο θα γεμίζουμε φράγκα.
– Εγώ ρε θέλω να τραγουδάω για τους μερακλή-
δες. Για τους νταλκαδιασμένους. Να ξεχνάνε τον
πόνο τους.
– Τραγουδιστής είσαι μάγκα μου, όχι αδερφή του
ελέους. Η τσέπη σου δεν θα γεμίσει με καψούρες.
– Μόνο η κονσομασιόν λείπει ρε Μήτσο, συγ-
γνώμη Μίμη.
– Καλομελέτα κι έρχεται. Εννοείται ότι θα πη-
γαίνεις και στα τραπέζια.
– Και τι θα κάνω στα τραπέζια τους, τι θα λέω
εγώ με τους κυριλάτους και τις κυρίες τους;
– Όσο λιγότερα λες τόσο καλύτερα. Θα το παί-
ζεις βαρύς και μυστήριος. Αυτοί θα μιλάνε κι εσύ
θα συμφωνείς. Και θα χαμογελάς. Μπουζούκια εί-
μαστε. Τραγούδια, ποτά… να περάσουν καλά έρ-
χονται. Λίγο παραμύθι και τους βάζεις στο λούκι
να σε κερνάνε. Αέρα θέλει η πουτανιά, Σταμάτη…
– Δύσκολη δουλειά να είσαι φίρμα.
– Εσύ εμένα θ’ ακούς, Σταμάτη…

– Στράτο είπαμε, Στράτο Γεωργίου.
ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA