Η Θράκα σας προσκαλεί στην παρουσίαση του "Μπελ Ετουάλ" του Πέτρου Μπιρμπίλη

Ο Παναγιώτης Βούζης γράφει στην εφημερίδα "Τα Νέα" για το "Χρονορυχείο" (Θράκα, 2017) της Στέλλας Δούμου

Ο Δήμος Χλωπτσιούδης γράφει στο tvxs.gr για το "Gadium" (Θράκα, 2017) του Στάθη Ιντζέ

Ο Κώστας Κουτρουμπάκης γράφει για τον "Κούκο" (Θράκα, 2016) της Πελαγίας Φυτοπούλου



Εσύ, εμένα θ’ ακούς.

Το γυμνάσιο το έβγαλα με σπρώξιμο. Δεν τα ’παιρ-
να τα γράμματα. Μετά πήγα στον ΟΑΕΔ να γίνω
τεχνίτης ηλεκτρονικών συσκευών και εγκαταστά-
σεων. Για το χαρτί πήγα. Μεγάλωσα μέσα στα μι-
κρόφωνα, τα καλώδια και τις κονσόλες. Ο πατέρας
μου έπαιζε συνθεσάιζερ στα πανηγύρια. Εγώ κα-
θόμουν στην κονσόλα, μέχρι που έπιασα το μικρό-
φωνο στα χέρια. Λες και ήμουν πικάπ. Τραγουδού-
σα από δημοτικά μέχρι Καζαντζίδη απέξω κι ανα-
κατωτά. Είχα και καλή φωνή. Έγινα το πρώτο
όνομα στα πανηγύρια του κάμπου. Γνώρισα μεγά-
λες δόξες. Η πρόταση για την «Πενιά», το μπου-
ζουκομάγαζο στο δρόμο Λάρισας-Νίκαιας, έπεσε
τη σωστή ώρα.
Ο πρώτος που σκέφτηκα ήταν ο Πέτρος.
– Μου είπε ο μάνατζερ σε καμιά ώρα να πάω
για πρόβα στο μαγαζί.
– Ποιος μάνατζερ, ρε μαλάκα; Ο Μήτσος απ’
το Ζάππειο είναι και μέχρι χτες έκανε πόρτα στο
σκυλάδικο… μπράβος… Άκου μάνατζερ!
– Μπράβος, ξεμπράβος, αυτός κάνει κουμάντο
εκεί μέσα.
– Γι’ αυτό ντύθηκες έτσι σαν ντιζέζ;
– Πες ό,τι θέλεις εσύ. Εγώ θα γίνω φίρμα, λέω
στο φιλαράκι μου τον Πέτρο και φεύγω για την
«Πενιά».
– Καλώς το παλικάρι.
– Γεια σου, Μήτσο.Ήρθα, όπως μου είπες.
– Μίμης, ξέχνα το Μήτσο. Έλα να σου συστή-
σω τα κορίτσια. Είναι συνάδελφοι, καλλιτέχνες.
Κορίτσια από δω ο Στράτος.
– Τι Στράτος, ρε Μήτσ… Μίμη. Σταμάτη με
λένε, λέει μέσα απ’ τα δόντια του ο Σταμάτης.
– Ηρέμησε, αγόρι μου. Εσύ εμένα θ’ ακούς και
θα πας μπροστά. Το ’πιασες;
– Ό,τι πεις.
– Ανέβα στην πίστα, να δούμε πως γράφεις στο
μάτι.
Πιάνω το μικρόφωνο και ξεχνάω το περιφρο-
νητικό ύφος των κοριτσιών. Κλείνω τα μάτια.
Φαντάζομαι το μαγαζί γεμάτο κόσμο. Καρφίτσα
δεν πέφτει. Ανάμεσα στους καπνούς βλέπω να με
κοιτάζουν με θαυμασμό. Γυναίκες και άντρες. Μέ-
χρι και τα χειροκροτήματα ακούω. «Μπράβο!
Μπράβο!» Ανοίγω τα μάτια μου. Τα κορίτσια δεν
με κοιτάζουν πια με μισό βλέμμα. Παίρνω μιαν
ανάσα.
– Φχαριστώ.
– Τις γυναίκες, αγόρι μου, πρέπει να τις παίρ-
νεις τον αέρα από την αρχή. Μην του δίνεις και
πολλή σημασία. Ένα βλέμμα κι άσ’ τες να τρέχουν
ξοπίσω σου.
– Μα είναι συνάδελφοι.
– Είναι γυναίκες. Μόλις μυρίστηκαν φωνή, ξέ-
χασαν και το λαμέ πουκάμισο και τις αλυσίδες στο
λαιμό και στο χέρι.
– Εγώ τα φόρεσα ειδικά για την περίσταση.
– Το μαγαζί είναι κυριλάτο. Δεν είναι σκυλάδι-
κο. Η πελατεία μας είναι της υψηλής κοινωνίας.
– Και τόσα αγροτικά απέξω κάθε βράδυ της
υψηλής κοινωνίας είναι;
– Ώπα! Ξεψαρώσαμε, Σταματάκη;
– Στράτο είπαμε, Μίμη, Στράτο!
– Τ’ αγροτικά αγόρι μου δεν είναι της υψηλής
κοινωνίας. Είναι της επιδότησης.
– Εγώ να τραγουδάω θέλω Μίμη. Όλα τ’ άλλα
ούτε με νοιάζουν.
– Έτσι σε θέλω. Άστα όλα πάνω μου. Εσύ να
μ’ ακούς μόνο.
– Θα με πάρετε δηλαδή;
– Το Σάββατο ανοίγουμε και θα είσαι η πρώτη
φίρμα. Θα γεμίσουν οι κολόνες αφίσες με τη μούρη
σου. Με μεγάλα γράμματα Στράτος Γεωργίου.
– Τι Γεωργίου λες ρε Μίμη, Μπαντούλας λέγο-
μαι.
– Δεν πιστεύω να θες να κάνεις καριέρα με τέ-
τοιο όνομα.
– Ρεζίλι θα γίνω στο χωριό. Θα με δουλεύουν
όλοι οι φίλοι μου.
– Σε λίγο καιρό, οι φίλοι σου θα κάνουν ουρά
γι’ αυτόγραφο, αγόρι μου.
– Λες;
– Όπως σε βλέπω και με βλέπεις.
– Θα μου πεις… Γιώργος ο πατέρας μου… από
’κει το ’βγαλες ρε συ;
– Άντε γεια σου. Λοιπόν, αύριο πάμε για περι-
ποίηση και μετά φωτογράφηση.
– Μια χαρά περιποιημένο δεν μ’ έχει η μάνα
μου;
– Ξέχνα τη μάνα σου και το χωριό, λέμε. Τώρα
άλλες γυναίκες θα σε περιποιούνται.
– Και τι θα μου κάνεις δηλαδή;
– Πρώτα πρώτα να κόψουμε τη χαίτη. Μετά
να κάνουμε μανικιούρ…
– Τι λες ρε; Αυτό το κάνουν οι γυναίκες.
– Μη φοβάσαι παλικάρι μου. Εσύ εμένα θ’
ακούς! Άντρα σε θέλουμε.
– Και τι το θέλω το… πώς το είπες.
– Οι φραγκάτες κυρίες θέλουν χειροφίλημα από
τρυφερά και περιποιημένα χέρια.
– Θα τραγουδάω ή θα προσκυνάω;
– Το χειροφίλημα θα είναι το ευχαριστώ για τα
καλάθια με τα λουλούδια που θα σου πετάνε στην
πίστα.
– Θες να γίνει καμιά παρεξήγηση με τους άν-
τρες τους και να ’χουμε άλλα;
– Και τους άντρες στα όπα όπα θα τους έχεις.
– Τι, κι αυτούς θα τους φιλάω το χέρι;
– Όχι ρε μάνα μου. Εσύ θες πολλά μαθήματα.
Στους συζύγους θ’ αφιερώνεις τα τραγούδια. Στις
κυρίες θα μοιράζεις λουλούδια, ματιές και χειρο-
φιλήματα.
– Κανονικός γλείφτης δηλαδή.
– Γαλαντόμος. Όσο πιο γενναιόδωρος θα είσαι
τόσο θα γεμίζουμε φράγκα.
– Εγώ ρε θέλω να τραγουδάω για τους μερακλή-
δες. Για τους νταλκαδιασμένους. Να ξεχνάνε τον
πόνο τους.
– Τραγουδιστής είσαι μάγκα μου, όχι αδερφή του
ελέους. Η τσέπη σου δεν θα γεμίσει με καψούρες.
– Μόνο η κονσομασιόν λείπει ρε Μήτσο, συγ-
γνώμη Μίμη.
– Καλομελέτα κι έρχεται. Εννοείται ότι θα πη-
γαίνεις και στα τραπέζια.
– Και τι θα κάνω στα τραπέζια τους, τι θα λέω
εγώ με τους κυριλάτους και τις κυρίες τους;
– Όσο λιγότερα λες τόσο καλύτερα. Θα το παί-
ζεις βαρύς και μυστήριος. Αυτοί θα μιλάνε κι εσύ
θα συμφωνείς. Και θα χαμογελάς. Μπουζούκια εί-
μαστε. Τραγούδια, ποτά… να περάσουν καλά έρ-
χονται. Λίγο παραμύθι και τους βάζεις στο λούκι
να σε κερνάνε. Αέρα θέλει η πουτανιά, Σταμάτη…
– Δύσκολη δουλειά να είσαι φίρμα.
– Εσύ εμένα θ’ ακούς, Σταμάτη…

– Στράτο είπαμε, Στράτο Γεωργίου.
ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA