Πώς μιλάμε για την καινούργια Ελληνική ποίηση (video)

Για τη συλλογή διηγημάτων «Όμορφοι έρωτες» του Ιάκωβου Ανυφαντάκη, (εκδ. Πατάκης), γράφει η Ειρήνη Σταματοπούλου

Φώτης Μανίκας, Ποιήματα (1η εμφάνιση)

«Ποίηση στη σχάρα» του Πέτρου Γκολίτση:«Από τις αφετηρίες στην ολοκλήρωση του μοντερνισμού: ο Νάνος Βαλαωρίτης»


Αναχώρηση: Να το σκάσεις απ’ το παρελθόν ή το μέλλον, δεν έχει σημασία, αρκεί να αποκλείσεις το παρόν.
Άφιξη: Επιλεγμένη μόνο για να διαγράψει την αναχώρηση.
Πάρτο απόφαση. Τίποτα δεν οδηγεί στην Ιθάκη.
***
Αεροδρόμια: αμέτρητες ηλεκτρονικές πόρτες που ξέρουν προκαταβολικά αν έρχεσαι ή φεύγεις, αν μπαίνεις ή βγαίνεις, σου χαμογελάνε ύπουλα με τα μηχανικά τους μάτια. Ο μόνος τρόπος να τις μπερδέψεις είναι να γίνεις ακροβάτης με μισό σώμα μέσα και μισό έξω. Τις τρελαίνεις. Κολλάνε με τα ηλίθια ξεδοντιάρικα στόματά τους να χάσκουν.
***
Ο καφές που μένει στην κούπα πάνω από μια μέρα κάνει κρούστα μούχλας. Αν καταφέρεις να πείσεις τον ντελβέ να μείνει νωπός, ίσως να καταφέρεις να ξεφορτωθείς παρελθόν και μέλλον.
Κάθεσαι, δένεσαι και σου προσφέρουν καφέ με χαμόγελα. Ενεργοποιούν αναπόφευκτες μνήμες που σε σαρκάζουν. 
Σύντομα η διάθεσή σου αλλάζει, η πτήση σε επηρεάζει, ξεχνάς τα ιδρωμένα χέρια σου, το ταξίδι είναι πάντα ταξίδι.
Καλύτερα να ξεχάσεις τον προορισμό σου. Να αγνοήσεις τα μυριάδες χέρια, ναι, μυριάδες, αφού ποτέ δεν ξέρεις πόσα όντως έκαναν κίνηση χαιρετισμού. Ξέχνα τις αγκαλιές της αναχώρησης, ξέχνα τις αγκαλιές που ανοίγουν να σε υποδεχτούν στην άφιξη. Λησμόνα όσους έμειναν απαθείς ή όσους σε απέρριψαν. Πρόσεχε όμως! Η στύση ή η εγκυμοσύνη απαγορεύονται στον έλεγχο – θεωρούνται υπέρβαρο. Η συγκίνηση, τα δάκρυα, η ναυτία επιτρέπονται, σχεδόν επιβάλλονται. Ειδικά η ναυτία. Και στην αναχώρηση και στην άφιξη. Αγνόησε τον πόνο πριν την αναχώρηση. Αγνόησε τον πόνο μετά την άφιξη.
Πριν. Μετά. Δύο λέξεις καθορίζουν τις ανάγκες σου.
***
Οι πτήσεις προξενούν μια παράλογη αλληλουχία υπερσυντέλικων. Επιβιβάζεσαι και σκέφτεσαι τι άφησες πίσω, στο αεροπλάνο την ίδια την πτήση ως πιθανή πτώση δίχως επουράνια άνοδο, στην άφιξη τις κράμπες, παίρνεις ταξί για το σπίτι και σου λείπει το άλλο σπίτι, δίνεις και παίρνεις αγκαλιές καλωσορίσματα που θυμίζουν τις αποχαιρετιστήριες αγκαλιές. Αυτό το μπλέξιμο παρελθόντων και παρόντων αυτό το μπέρδεμα προσώπων και γεγονότων συνεχίζεται επί μέρες. Όσο πιο συχνά ταξιδεύεις τόσο χειρότερη η αίσθηση της ασυνάρτητης ακολουθίας.
Πού είναι το σπίτι σου; Πού είναι η ψυχή σου; Πού είναι το σώμα σου;
Η βαλίτσα έχει να αφηγηθεί περισσότερα απ’ τον ιδιοκτήτη της.
Μόλις πιάσεις το όριο των 2.000 ωρών πτήσης, σε στήνουν στον τοίχο και σε εκτελούν. Αντί για σφαίρες, αιμορραγείς από ψιθύρους που λένε, ‘γεια σου, στο καλό, πρόσεχε, θα μου λείψεις, ξέχνα με, καλωσήρθες, σου έλειψα;’ κι αντίλαλοι από πνιχτά κλάματα από ανείδωτα μάτια από ανείπωτα χείλη. Βομβαρδισμός από εφιαλτικούς, λατρεμένους, αλλόκοτους μα οικείους ήχους.
Κλείνεις τα μάτια και προχωράς. Προς μια έξοδο ή μια είσοδο, τι σημασία έχει. Αρκεί που είσαι εδώ: στο αεροδρόμιο.
Πανικοβάλλεσαι κι αδιαφορείς για όλους και όλα, τρέχεις μανιακά να προλάβεις τον νέο προορισμό.
Άλλο ένα ταξίδι έγινε. Βάλε το κλειδί στην κλειδαριά. Έφτασες. Μη ρωτάς πού. Κατά βάθος δεν σε νοιάζει. Αρκεί ότι βγήκες απτο αεροδρόμιο σώος. Τα όρνεα, οι αρπυίες της μνήμης έμειναν πίσω. Αυτή τη φορά τη γλίτωσες.
Ξαπλώνεις στο κρεβάτι σου. Εξάντληση. Φθορά.
***
Χωρίς να το καταλάβεις, αρπάζεις το κινητό.
«Πότε είναι η επόμενη πτήση για…»


ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA