Ο Πέτρος Μπιρμπίλης μιλά στην Athens Voice και στον Γιάννη Νένε, για το "Μπελ Ετουάλ" (Θράκα, 2017)

Μια “ηρωίδα” πλάι σε ανθρώπους αντιηρωικούς: Ένα κριτικό σημείωμα του Στάθη Ιντζέ για το "Γονυπετείς" της Τζούλιας Γκανάσου

Για την ποιητική συλλογή της Μαρίας Αγγελοπούλου "Η απουσιολόγος" (Θράκα, 2016), γράφει ο Χρήστος Αρμάντο Γκέζος

Ο Στέφανος Ξένος γράφει στο diavasame για τον "Άνθρωπο Τανκ" (Θράκα, 2017) του Γιώργου Λίλλη

Για το βιβλίο της Μαριάννας Κουμαριανού «Τόπος στη Γαλήνη» – γράφει η Ανθούλα Δανιήλ

Φάνης Παπαγεωργίου, Ποια γενιά; Σκέψεις για τη σχέση μεταξύ βιολογικής και δυνάμει καλλιτεχνικής γενιάς.

Δύο ανέκδοτα/αδημοσίευτα ποιήματα του Δημήτριου Δημητριάδη

Ο Παναγιώτης Βούζης γράφει στην εφημερίδα "Τα Νέα" για το "Χρονορυχείο" (Θράκα, 2017) της Στέλλας Δούμου

Του χρωστούσαν ένα σεβαστό ποσόν εννέα μήνες. Τον είχαν γκαστρώσει στις υποσχέσεις για εξόφληση, για συνέχιση της συνεργασίας, για προβλήματα της επιχείρησης.
Ειδικά αυτό το αφεντικό το είχε συμπαθήσει με μιαν υποψία οίκτου και συμπόνιας. Είχε παλέψει να στήσει την επιχείρησή του, μόνο που διέθετε το σπάνιο ταλέντο να κλοτσάει μόνος του την καρδάρα με το γάλα. Άνθρωπος αυτοκαταστροφικός απ’ αυτούς που ποτέ δεν θα έκανε παρέα, αν δεν δούλευε στο μαγαζί του. Προσπάθησε πολύ να τον βοηθήσει, αλλά ήταν ανίκανος να βάλει στόχους και να τους τηρήσει. Ο εργαζόμενος αποφάσισε να φύγει  απλήρωτος γιατί ντρεπόταν να τον έχει αφεντικό.
Τα λεφτά τα χρειαζόταν, όμως ήταν της άποψης πως όταν σου χρωστάνε, πρέπει να σε ξοφλήσουν χωρίς να εξηγείς τις ανάγκες σου. Γνώριζε ότι είχε προσφέρει πολύ περισσότερα απ’ όσα του ζήτησαν, όμως έτσι ήταν αυτός και δεν θα άλλαζε ποτέ. Η δουλειά του ήταν ιερή και έδινε την ψυχή του, ανεξαρτήτως χρημάτων. Θυμόταν πάντα την αδελφή του που έλεγε, «έτσι κι αλλιώς άμα πας μ’ έναν άντρα, όταν χωρίσεις θα σε πει πουτάνα, οπότε γιατί να μην το γλεντήσω σαν καλή πουτάνα όσο είμαστε μαζί;» Ναι, κι αυτός μια πουτάνα ήταν που δούλευε για το κέφι του και ήξερε ότι πάντα στο τέλος, θα έρχονταν και τα λεφτά.
Μέχρι που είδε ότι στη θέση του, έμπαιναν δύο άλλοι. Χαμογέλασε στη σκέψη ότι δεν έφτανε ένας να τον αντικαταστήσει.
Είδε και πανάκριβες διαφημίσεις. Το δούλεμα παρατραβούσε. Με τον καιρό κατάλαβε ότι αφού δεν ζητούσε τα λεφτά του, δεν θα τα έπαιρνε ποτέ. Και όταν έμαθε τους αντικαταστάτες του, βρήκε τη λύση. Θα τους ενημέρωνε, μισό για να μάθουν εκ των προτέρων με ποιον θα συνεργάζονταν και μισό γιατί απ’ όσο τους είχε ψυχολογήσει, θα χαφιέδιζαν για να κάνουν τα καλά παιδιά.
Και χαφιέδισαν. Ο εργοδότης ταράχτηκε, προσβλήθηκε, φοβήθηκε μην του έρθει το ΣΔΟΕ ή το ΙΚΑ. Δεν έκοβε νόμιμες αποδείξεις, ούτε ασφάλιζε τους εργαζομένους του, άρα κινδύνευε. Τώρα έπρεπε να διαλέξει: ή να πληρώσει τον πρώην ή να συνεχίσει τα παιχνίδια του. Μόνο που αυτή τη φορά, βλέποντας μπροστά του τον απτό κίνδυνο να τον κλείσουν, στην αρχή διαμαρτυρήθηκε χωρίς να καρφώσει τους χαφιέδες του και ύστερα υποσχέθηκε να εξοφλήσει. Φυσικά δεν το έκανε.
Ο πρώην εργαζόμενος έπλεξε κι άλλο τον ιστό του. Εξήγησε στους χαφιέδες ότι υπάρχουν κι άλλοι απλήρωτοι, ότι οι γραμματείς είναι ανασφάλιστοι κι άρχισε να μαζεύει τις ψεύτικες αποδείξεις των όσων αγόρασαν υπηρεσίες απ’ την επιχείρηση. Ψύχραιμα και μεθοδικά, κατέθεσε στους χαφιέδες το πρόβλημα σε όλες του τις διαστάσεις. Ο ένας αντέδρασε με σιωπή, ο άλλος με ενστάσεις. Ενημέρωσε κι έναν φίλο του εργοδότη που επιχειρηματικά επιβίωνε με τον ίδιο τρόπο: Στην πλάτη των άλλων.

Τελικά ο πρώην εργαζόμενος αποφάσισε να παίξει το τελευταίο του χαρτί. Ενημέρωσε τον εργοδότη ότι βαρέθηκε. Ο εργοδότης φοβήθηκε και σίγουρα σκέφτηκε ότι αν τον εξοφλήσει, θα σταματήσει το θέμα. Έβαλε τη γραμματέα του, την ανασφάλιστη, να ζητήσει τραπεζικό λογαριασμό. Πήρε επιτέλους τα οφειλόμενα. Οι χαφιέδες ξεκινούν δουλειά σύντομα. Ο εξοφλημένος τους ευχήθηκε καλή επιτυχία γελώντας. Και το εννοεί. Το γέλιο.
ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA