Η Άννα Γρίβα γράφει στο fractal για τον "Άνθρωπο τανκ" (Θράκα, 2017) του Γιώργου Λίλλη

Ένα ανέκδοτο διήγημα του Κωνσταντίνου Γαλάνη

Απόσπασμα από το υπό έκδοση πεζογράφημα του Πέτρου Μπιρμπίλη, από τις εκδόσεις Θράκα (Κυκλοφορεί στις 16 του Οκτώβρη)

Ένα ανέκδοτο ποίημα της Μαρίας Θ. Αρχιμανδρίτη

Ο Κώστας Κουτρουμπάκης γράφει για τον "Κούκο" (Θράκα, 2016) της Πελαγίας Φυτοπούλου


Απόσπασμα από το βιβλίο του Remo Ceserani, Locchio della Medusa. Fotografia e letteratura, Bollati Boringhieri, Torino 2011.
Μετ. Ελένη Τσαντίλη, σελ. 200-3 (με την άδεια του συγγραφέα).



                                                   Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ, Μίλησε, μνήμη

Το βιβλίο του Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ, Μίλησε, μνήμη (1951),1 το οποίο θεωρείται από πολλούς μία από τις ωραιότερες αυτοβιογραφίες του εικοστού αιώνα, έχει ως κεντρικό θέμα τη μνήμη και το χρόνο, και παρ’ ότι οι φωτογραφίες άλλες φορές συνοδεύονται από εκτεταμένες λεζάντες, άλλες φορές μόνο περιγράφονται (όπως, στο βιβλίο, οι διαφάνειες που προβάλλονταν σε μια οθόνη) έχουν έναν καθόλου δευτερεύοντα ρόλο για τη δομή του βιβλίου και συμβάλλουν στο πυκνό δίκτυο σημαινομένων.2 Η παιδική ηλικία, η εφηβεία, η χρυσή εποχή της νεότητας, οι σκληρές εμπειρίες από την εξορία του μεγάλου ρωσοαμερικανού συγγραφέα περιγράφονται μέσα από εξαιρετικές σελίδες. Στα πρώτα κεφάλαια ξεχωρίζουν οι αναμνήσεις από τη ζωή στην αριστοκρατική οικογένεια, πολιτικά στρατευμένης και πνευματικά ανοιχτής και κοσμοπολίτικης: τα σπίτια στην Πετρούπολη και την εξοχή, οι οικοδιδάσκαλοι, η σχολική ζωή, τα ταξίδια στα πολυτελή παραθεριστικά κέντρα της Ευρώπης, οι πρώτοι έρωτες, οι πρώτες ποιητικές δοκιμές, τα μεγάλα πάθη για τις πεταλούδες και την εντομολογία. Ύστερα έρχονται οι αντιξοότητες κατά τη διάρκεια της Επανάστασης, η διαμονή στο εξωτερικό, στη Γαλλία, στην Πράγα, στο Βερολίνο, η οικογενειακή ζωή με τη σύζυγο Βέρα και τον γιο του Ντμίτρι, οι γαμήλιες δυσκολίες που αφηγείται με ειλικρίνεια στο δέκατο πέμπτο κεφάλαιο, το οποίο απευθύνεται, σχεδόν σαν να ήταν ένα γράμμα ή μια εξομολόγηση, στη σύζυγο, και τέλος, στο καταληκτικό κεφάλαιο, η βύθιση στο νέο κόσμο της Αμερικής.
                Το βιβλίο κατατάσσεται στην τομή ορισμένων μεγάλων αυτοβιογραφικών προτύπων της νεωτερικότητας: του Πάστερνακ στη Ρωσία και του Προυστ στη Γαλλία. Η πλούσια θεματικά και μεταφορικά πλοκή του επικεντρώνεται σε κάποια αγαπητά για εκείνον και αρκετά ιδιοσυγκρασιακά θέματα που καθίστανται επίσης δομικά στοιχεία της αφήγησης (το παιχνίδι σκακιού, η μεταμόρφωση των προνύμφων σε πεταλούδες), αλλά κυρίως πάνω στο μεγάλο (προυστιανό) θέμα του χρόνου και της μνήμης (και της πραγματικότητας και της ιστορίας):3

Ομολογώ πως δεν πιστεύω στον χρόνο. Μ’ αρέσει, μετά τη χρήση, να διπλώνω το μαγικό μου χαλί, να πέφτουν τα σχέδια της μιας πλευράς πάνω στα σχέδια της άλλης ‒κι ας σκοντάφτουν οι επισκέπτες. Και την ηδονικότερη απόλαυση αχρονίας τη δοκιμάζω όταν βρίσκομαι ανάμεσα στις σπάνιες πεταλούδες και στα φυτά τους. Αυτό λέγεται έκσταση και πίσω από την έκσταση είναι κάτι άλλο, δυσεξήγητο. Κάτι σαν στιγμιαίο κενό, όπου συνωθούνται όλα όσα αγαπώ. Μια αίσθηση με ήλιο και πέτρα. Ρίγη ευγνωμοσύνης προς τον οιονδήποτε υπεύθυνο ‒προς την αντιστικτική ιδιοφυΐα της ανθρώπινης μοίρας ή τα καλόγνωμα φαντάσματα που καλοπιάνουν τυχερούς θνητούς.4

Η μνήμη, ήδη από τον τίτλο, είναι προσωποποιημένη και παρομοιάζεται με ένα αρχείο εντομολόγου και τα γυάλινα ταμπλό του για τη συντήρηση των πεταλούδων˙ ή με ένα «φωτεινό δίσκο»* που εγγράφει τις εικόνες του παρελθόντος σαν μαγικός φανός˙ ή με τα ράφια (stacks) μιας βιβλιοθήκης. Είναι μια μνήμη απατηλή που πασχίζει να πλάσει και να αναδημιουργήσει το παρελθόν σύμφωνα με τις αφηγηματικές τεχνικές του μεγάλου μυθιστοριογράφου, όπως για παράδειγμα στις σελίδες για τους πρώτους του έρωτες.
Οι φωτογραφίες που συνοδεύουν την αφήγηση είναι παρμένες από τα οικογενειακά άλμπουμ, παρατίθενται σε σειρά, ανάλογα με τα διάφορα κεφάλαια και μερικές φορές συνοδεύονται από λεζάντες που «διαβάζουν» και ερμηνεύουν την σκηνή που παρουσιάζεται. Μεταξύ των κριτικών μερικοί θεωρούν αυτές τις λεζάντες ως μια ένδειξη έλλειψης εμπιστοσύνης στην επικοινωνιακή μορφή που προβάλλει η φωτογραφία, άλλος ανιχνεύει ειρωνικά στοιχεία και οι περισσότεροι πιστεύουν ότι αυτές δεν έχουν μεγάλη σημασία κι ότι αποτελούν μόνο ένα ρεαλιστικό και κοσμητικό στοιχείο σε σχέση με την εξαιρετική πυκνότητα της γραφής.
                Για τη φωτογραφία γίνεται αναφορά πολλές φορές ακόμη μέσα στο κείμενο αποδεικνύοντας το ενδιαφέρον του Ναμπόκοφ για όλα τα εργαλεία και τις μορφές της θέασης.5 Αναδεικνύονται αρκετά αντιφατικά στοιχεία της φωτογραφίας: καρφώνει στη μνήμη εικόνες και στιγμές που παγώνουν το γρήγορο πέρασμα της ζωής, επομένως μπορεί να επιστρέψει σε μια φωτογραφική εικόνα, να ξαναδεί αγαπημένα πρόσωπα ή τα κατοικίδια ζώα με τα οποία είχε συνδεθεί με σχέσεις στοργής, να ανασύρει την ειδάλλως ξεθωριασμένη ανάμνηση. Αυτές οι εικόνες διευκολύνουν στο να ανακαλύψει πρόσωπα και γεγονότα που διαφορετικά θα χάνονταν˙ μπορούν, αναλογικά, να ανασύρουν εικόνες που κανένας φωτογράφος δεν κατέγραψε, όπως αυτές της όμορφης χωριατοπούλας, της Πολένκα, που είχε γοητεύσει και φοβίσει τον δεκατριάχρονο συγγραφέα και είχε μείνει για καιρό στα όνειρα και τη μνήμη του. Αλλά, ίσως, με μια αναλογία ακόμη βαθύτερη, η «φωτογραφική» μνήμη βοήθησε στο να αποδώσει  τις ασαφείς και φευγαλέες εικόνες των τόσων άλλων κοριτσιών που γνώρισε στα εφηβικά χρόνια, συμπεριλαμβανομένης της τώρα πια λιγότερο σταθερής εικόνας της πρωταγωνίστριας του πρώτου του έρωτα:

Και δεν την είδα καθόλου μέσα στους επόμενους μήνες, καθώς με είχε απορροφήσει η αναζήτηση της εμπειρίας εκείνης που θεωρούσα ότι άρμοζε σ’ έναν καθωσπρέπει λογοτέχνη ‒littérateur, για την ακρίβεια. […] Κοιτάζω τώρα από τον πύργο του παρόντος και βλέπω τον εαυτό μου να είναι, την ίδια στιγμή, εκατοντάδες διαφορετικοί νεαροί που κυνηγούν όλοι την ίδια διαρκώς μεταλλασσόμενη κοπέλα, σε έρωτες που συμπίπτουν χρονικά ή αλληλοεπικαλύπτονται, άλλοι μαγευτικοί, άλλοι χυδαίοι, άλλοι περιπέτειες μιας νύχτας, άλλοι παρατεινόμενοι δεσμοί και απόκρυφοι, με πολύ ισχνά καλλιτεχνικά αποτελέσματα. Όχι μόνο άχρηστη μου είναι, τώρα που ανασυνθέτω το παρελθόν μου, η εν λόγω εμπειρία, μαζί με τις σκιές των τόσων γοητευτικών δεσποινίδων, αλλά παρενοχλεί συνάμα την εστίαση των φακών της μνήμης και, όσο κι αν προσπαθώ να τους ρυθμίσω και πάλι, αδυνατώ να θυμηθώ το πώς χωρίσαμε με την Ταμάρα.6

Ένα νέο στοιχείο κάνει την εμφάνισή του μαζί με την ανασύνθεση της εφηβικής ζωής και της αισθηματικής αγωγής: εκείνο της αισθητικής και καλλιτεχνικής παιδείας. Αυτό το νέο στοιχείο φαίνεται πως βρίσκει έναν προτιμότερο σύμμαχο απ’ ότι στη φωτογραφία με τις μεθόδους της εστίασης και της ανεστίαστης εικόνας, της στερέωσης και του ξεθωριάσματος,  σε στοιχεία πιο ευμετάβλητα, πιο σύμφωνα με τα καλλιτεχνικά και αφηγηματικά ιδεώδη (θέλουμε να τα θεωρήσουμε  «ρευστά» και «μεταμοντέρνα»;) του Ναμπόκοφ, όπως στα αποτελέσματα της μεγέθυνσης ή της σμίκρυνσης που προσφέρουν οι φακοί και τα μικροσκόπια, οι προβολές τρεμάμενων διαφανειών σε οθόνες ή λευκούς τοίχους, το γρήγορο πέρασμα των κινηματογραφικών εικόνων:

Τώρα που το ξανασκέφτομαι, πραγματικά πομπώδεις και παραφουσκωμένες φάνταζαν εκείνες οι μεμβρανοειδείς εικόνες καθώς προβάλλονταν στο υγρό λινό της οθόνης (υποτίθεται ότι η υγρασία τόνιζε τις λεπτομέρειές τους)˙ όμως, από την άλλη πλευρά, τι πανδαισία αποκάλυπταν οι γυάλινες διαφάνειες αν απλώς τις κρατούσες με τον δείκτη και τον αντίχειρα κόντρα στο φως ‒διάφανες μικρογραφίες, παράδεισοι τσέπης, μικροσκοπικοί φροντισμένοι κόσμοι ήμερων και φωτεινών τόνων! Αργότερα ανακάλυψα την ίδια ομορφιά, την ίδια σιωπηρή σαφήνεια, στο φεγγερό βάθος των μαγικών αχτίδων του μικροσκοπίου. Στο γυαλί της διαφάνειας, φτιαγμένο για τον σκοπό της προβολής, η σμίκρυνση του τοπίου πυροδοτούσε τη φαντασία μου˙ κάτω από το μικροσκόπιο το όργανο του εντόμου μεγεθύνεται με σκοπό τη ψυχρή διερεύνηση.7

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Η ιστορία των αυτοβιογραφικών γραπτών του Ναμπόκοφ είναι κάπως σύνθετη. Το βιβλίο εκδόθηκε πρώτη φορά το 1951 με τίτλο Conclusive Evidence. A Memoir (αμερικανική έκδοση) και Speak, Memory. A Memoir (αγγλική έκδοση). Τα κεφάλαια που το αποτελούσαν είχαν γραφτεί σταδιακά, ξεκινώντας από το πέμπτο, το οποίο είχε δημοσιευθεί στα γαλλικά το 1936, ενώ  τα υπόλοιπα είχαν κυκλοφορήσει σε διάφορα περιοδικά μεταξύ 1946 και 1950. Μια ρωσική εκδοχή με προσθήκες, αφαιρέσεις και αναθεωρήσεις βγήκε το 1954 με τίτλο Drugie Berega (Άλλη όχθη). Μια νέα «περιοδική» έκδοση βγήκε το 1966 στη Νέα Υόρκη με τίτλο Speak, Memory. An Autobiography Revisited. Ένα δέκατο έκτο κεφάλαιο που δεν περιλαμβανόταν στις πρώτες εκδόσεις, δημοσιεύθηκε το 1999 και συμπεριλήφθηκε σε μια νέα έκδοση από την Everymans Library, Speak, Memory. An Autobiography Revisited με επιμέλεια του Brian Boyd.
2. Μερικά από τα μυθιστορήματα του Ναμπόκοφ, όπως το The real life of Sebastian Knight (1941), έχουν μια ξεκάθαρη αυτοβιογραφική βάση. Είναι επίσης σημαντικές οι απόψεις, οι συνεντεύξεις, τα γράμματα που περιλαμβάνει στο Strong Opinions όπως και τα μαθήματα και τα δοκίμια λογοτεχνικής κριτικής.
3. Ο Ναμπόκοφ περιέγραψε την πραγματικότητα σαν «μια ατελείωτη ακολουθία βημάτων, βαθμών αντίληψης, διπλών πυθμένων, και ως εκ τούτου είναι ανεξάντλητη, απρόσιτη» και διακήρυξε προκλητικά: «Δεν πιστεύω ότι η “ιστορία” υπάρχει χωρίς τον ιστορικό», στο Strong Opinions, McGraw-Hill, New York 1974.
4. Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ, Μίλησε, μνήμη. Ανασκόπηση αυτοβιογραφίας, μετ. Γ. Βάρσος, σ. 174, Πατάκης, Αθήνα 2013.
5. Ένα από τα πρώτα του μυθιστορήματα, τοποθετημένο στο Βερολίνο και γραμμένο στα ρωσικά, τιτλοφορούταν στην αρχική έκδοση Kamera obskura (1932)˙ στην αγγλική μετάφραση που έγινε από τον ίδιο τον συγγραφέα, ως Laughter in the Dark.
6. ό.π. σ. 289.
7. ό.π. σ. 205-6.




* Αναφορά στην Εφεύρεση του Μορέλ του Αδόλφο Μπιόυ Κασάρες. (Σ.τ.Μ.)

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA