Η ΘΡΑΚΑ θα βρίσκεται στη 14η Διεθνή Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης

Η ΘΡΑΚΑ θα βρίσκεται στη 14η Διεθνή Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης

«7» του Ζαχαρία Στουφή: Η αυτοκτονία στο έργο του Ούγου Φώσκολου

«Sturm und Drang» του Γιώργου Λίλλη: Volker Braun, Ποιήματα

“Ακριβώς το τέλος του κόσμου” (Juste la fin du monde), γράφει ο Γιώργος Σαράτσης

«Σήματα καπνού»: Ramiro Quintana, Οι εργάτες του κρύου (Σαιξπηρικόν, 2017)


Δύσκολος ύμνος


Ας είναι
Κρότος
Του ανέμου και της
Περόνης.

Μηχανική υποστήριξη:
Ξηλώνω
Μετρώντας,
το νήμα
Της στάθμης.

Όχι.
Να εγκαταλείπεσαι
Σ’ ανώνυμα κράσπεδα,
Στρατόπεδα
Ξημερώματα
Νύχτας
που πέρασε στα χαμένα.

Πράξεις και σκέψεις
Που δεν αφήνουν
Αναμνήσεις.

Ακατοίκητο όνειρο
Η κάθε πόλη.
Το μόνο,
να ξέρεις
Καλά
Ποια Λάθη
Να κάνεις.


Βαρκελώνη


Στα χνώτα του ταύρου
Λάμπει εκείνο του Βελάσκεζ
Το Μαύρο
Ίδια πατρίδα σε γλώσσα ξένη
Τα στήθη σου
Στάζουν αντηλιακό
Στο σαρκοβόρο ήλιο.




Από την συλλογή :Εν σαρκί περιπολών θεός

Υπό έκδοση από τις εκδόσεις Πανοπτικόν
                       
                                                                             σελ 96
                                                          ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ


                               ΥΠΕΡΒΟΛΗ


          Μόλις κατάλαβε 
          ότι τον ήθελε
          έσπασε με κρότο
          αυξάνοντας
          υπερβολικά
          την επιφάνεια
          του σώματος
          που έπρεπε 
          να αγαπηθεί 


                                ΚΑΘΑΡΣΗ


          Ένα όνειρο
          μια ηδονή
          λίγο παρελθόν
          ένα άγριο ζώο
          βγαίνουν από μέσα μου
          μαζί με τα ζεστά
          πρωινά μου ούρα


                                 ΦΟΒΙΑ


          Εξαιτίας του φόβου του
          μήπως κατηγορηθεί
          για συναισθηματική απροσεξία
          άνοιγε συστηματικά τα σώματα 
          και αφού πετούσε μέσα τους
          μια καλοσύνη άφθονα τίποτα
          δεν παρέλειπε στο τέλος
          να τους κλείνει απαλά 
          το καπάκι


                               ΜΑΤΑΙΟΔΟΞΙΑ


          Ποτέ δεν έπαψα
          με θαυμασμό
          να κοιτώ τα οριζόντια
          να κοιτώ τα κάθετα
          συρματοπλέγματα
          της ματαιοδοξίας
          που δεν μπορούν
          να συγκρατήσουν
          την επέλαση της ζωής



Thanos Gogos
II

Esta noche que se juzga la exfoliación de nuestros valores
Nuestros sueños más locos
Son solo ojos
Con una mano cerrada

Piensa:

Una ventana de hojas
Una Concha
Y algo recto
:
 
Fuera hay corazones que forman pulmones
Y escarban tu rostro en mi rostro
Trombocitos de color del movimiento
Cantan el hilo dental
Habiendo perdido algo para todos



Thanos Gogos nació en Grecia en 1985. Ha publicado dos poemários en griego. Sus poemas se publican por primera vez traducidos en castellano. Además de autor es editor de la revista griega Θράκα.

De: "
Μεταιχμιακή Χαρά", Ediciones Farfoylas, 2013
Traducción: Státhis Intzés

***

 

Απόψε που κρίνεται η απολέπιση των αξιών μας
Τα πιο τρελά μας χρώματα
Είναι μόνο μάτια
Με ένα χέρι κλειστό

Στοχάσου:
Ένα παράθυρο από φύλλα

Όστρακο
Και κάτι ευθύ:

Υπάρχουν έξω καρδιές που σχηματίζουν πνευμόνια
Και σκαλίζουν το πρόσωπό σου στο πρόσωπό μου
Αιμοπετάλια στο χρώμα της κίνησης
Τραγουδούν το νήμα της οδοντοστοιχίας
Έχοντας απολέσει κάτι για τον καθένα.

Θυμάμαι τα μάτια σου θλιμμένα
να με κοιτούν,
Μάνα μου,
ένα ¨γιατί¨ εκπέμπανε αχνά,
αυτά τα μάτια που δώσανε
το φως
και αντίκρισα όλη την οικουμένη,
Μάνα μου,
είδα τα χείλη σου σφιγμένα,
αυτό το στόμα που έδωσε
το λόγο
και μίλησα τη γλώσσα των πουλιών,
Μάνα μου,
είδα τα χέρια σου ροζιασμένα,
αυτά τα χέρια που έσκαψαν
τη γη
και έφαγα ψωμί,
Μάνα όλης της γης,
είδα την ψυχή σου μαύρη,
αυτή την ψυχή που έδωσε αγάπη
που δεν ανταποδόθηκε.
Μάνα μου …
     



Βιογραφικό σημείωμα: Ο Γρηγόρης Σακαλής γεννήθηκε και ζει στο Στενήμαχο Νάουσας. Σπούδασε Νομικά στο ΑΠΘ. Έχει εκδώσει τις συλλογές «Κίβδηλος Καιρός» το 2008 και «Θαμμένος στην Άμμο» το 2010, από τις εκδόσεις Πλανόδιον. Έχει συμμετάσχει σε ανθολογία των εκδόσεων Ενδυμίων το 2012.

Τριάντα χρόνια γάμου, δύο παιδιά, καριέρες, σπίτια, σόγια. Στην αρχή γιόρταζαν μαζί γενέθλια κι ας μην ήταν την ίδια μέρα. Το έκαναν από αγάπη. Μετά το έκαναν από βαρεμάρα. Πιο μετά το έκοψαν, είχαν τα γενέθλια των παιδιών τους. Μια υποψία ερωτηματικού κάτι σαν αγωνία αιωρήθηκε ανάμεσά τους όταν τα παιδιά τους ζήτησαν να γιορτάσουν την επέτειό τους.
Εκείνος έπιασε στην κιθάρα το τραγούδι «χάθηκα γιατί δεν είχα τα φτερά γιατί είχα εσένα Κατινιώ» κι όταν έφτασε στο στίχο «και θα ‘μαι πάντα μόνος», όλοι οι αρσενικοί της παρέας ανταποκρίθηκαν με μουτρωμένη μελαγχολία και ξεθυμασμένη πολιτική συνειδητότητα. Εκείνη ανταπέδωσε με το «κόψε τη σάπια την κλωστή που χρόνια μας ενώνει και πλάι σου και μοναχή ήμουνα πάντα μόνη» και οι γυναίκες έριξαν ομαδική κορώνα στο «οι άντρες δεν κλαίνε, ω, ω, ω, δεν κλαίνε».
Τα τραγούδια έδιναν κι έπαιρναν, χόρεψαν, ήπιαν, γλέντησαν. Στο τέλος της βραδιάς οι φίλοι έφυγαν ευχόμενοι, «να τα χιλιάσετε» και τα παιδιά ζήτησαν χαρτζιλίκι για να βγουν με την παρέα τους.
Έμειναν μόνοι να μαζέψουν το σαλόνι, να πλύνουν τα πιάτα. Έκαναν τις δουλειές αμίλητοι, σε αρμονική συνεργασία, ψιλομεθυσμένοι και γεμάτοι σκέψεις.
«Αύριο είναι η παρέλαση», του είπε.
«Σαν αύριο γνωριστήκαμε».
«Έχεις γκόμενα;»
Η ερώτηση τον πέτυχε με το κεφάλι χωμένο στο ντουλάπι να τακτοποιεί τα ποτήρια. Προς στιγμήν σκέφτηκε να πει ‘όχι’ αλλά το «ναι» βγήκε ανεξέλεγκτα λυτρωτικό.
«Την αγαπάς;»
«Όχι».
«Τότε;»
«Περνάω την ώρα μου».
Δεν το ξανασυζήτησαν. Ξάπλωσαν για ύπνο με την τηλεόραση απέναντί τους να παίζει κι αυτοί βυθισμένοι στις σκέψεις τους να μην καταλαβαίνουν τι βλέπουν.
Χτύπησε το κινητό του, το κοίταξε και δεν απάντησε. Η γυναίκα του άπλωσε το χέρι της κι έπιασε το δικό του.
«Τι θα κάνουμε όταν φύγουν τα παιδιά απ’ το σπίτι;» τον ρώτησε κοιτώντας την οθόνη που έπαιζε κάποια ταινία.
Δεν της απάντησε, μόνο της έσφιξε το χέρι πιο δυνατά.
Άφησαν την τηλεόραση να παίζει, γύρισαν πλάγια κι αγκαλιάστηκαν σκαμνάκι όπως πάντα. Το πόδι της πάνω στο γοφό του, το χέρι της στην κοιλιά του, το δικό του στο μπράτσο της. Κοιμήθηκαν.
Το πρωί σηκώθηκε πρώτη, ξύπνησε τα παιδιά, τα έστειλε στη μάνα της. Άνοιξε το σεντούκι, έβγαλε τη σχολική της ποδιά, που ευτυχώς της χωρούσε ακόμα, πέρασε το άσπρο γιακαδάκι, φόρεσε τις παλιές της ελβιέλες με άσπρες κάλτσες, έδεσε τα μαλλιά της αλογοουρά. Έβγαλε και το δικό του κοστούμι, με τη γραβάτα και το λευκό πουκάμισο. Λογικά δεν του χωρούσε, όμως το άφησε στην πολυθρόνα απέναντι απ’ το κρεβάτι τους, δίπλα στην τηλεόραση. Την κοίταξε εκνευρισμένη. Την τσούλησε με το τραπεζάκι της έξω απ’ την κρεβατοκάμαρα, στο γραφείο τους.
Μπήκε στην κουζίνα, έφτιαξε καφέδες, έβαλε σε δύο πιατάκια γλυκό του κουταλιού και τον περίμενε. Εμφανίστηκε αγουροξυπνημένος με τα ρούχα της τελευταίας σχολικής τους παρέλασης που όντως δεν του χωρούσαν πια. Την κοιτούσε ξαφνιασμένος κι έτοιμος να σκάσει στα γέλια. Όμως μόλις την είδε, η ηδονή στο βλέμμα του της ομολόγησε ότι δεν είχαν χαθεί όλα. «Όταν φύγουν τα παιδιά, κάθε μέρα θα είναι παρέλαση» μουρμούρισε γονατίζοντας μπροστά της ενώ σήκωνε την ποδιά της.




κόγχη ή σκιά
το άπειρο
που μερικοί το λένε πείρα·
με κεραυνούς οι ποιητές
μπορούν τα γηρατειά τους

λευκά φουστάνια
και τουρμπάνια
δεκαοχτὼ, την Κυριακὴ
που στάζει κοραλένια
τριαντάρισα

γυμνά κορμιά 
χέρια που απαντώνται
με την όπισθεν



Βιογραφικό: Φρανκφούρτη 1992. Κάτι καλοκαίρια στην Ελλάδα. Σπουδές μηχανικού και ποίηση ενίοτε τα βράδια.


 Εκδόσεις : ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΩΝ ΦΙΛΩΝ
σελ 112



Στην οδό Εγνατίας
είν' ένα μαγαζί
απέξω ένα κορίτσι λέει
ελάτε ν' ακούσετε τις μελωδίες

Κορίτσι που πουλάς τους δίσκους
βάλε τα βάσανά μου στο πικάπ
ν' ακούσουν οι πελάτες σου
ρεμπέτικα τραγούδια


*


Δράμι δράμι
οι στίχοι στάζουν
σαν πολύτιμο βούτυρο
πάνω στο ψωμί της μοναξιάς


*


Όταν κάνουμε έρωτα
δεν ιδρώνουμε καθόλου
κι ας μας περισσεύει 
λίπος

Δεν μας περισσεύει πάθος
για να γίνει λάδι 
στα κορμιά μας


*


Χάνεται από κοντά μου
η αθωότητα των παιδιών
μόλις διαβαίνουν το κατώφλι
του σπιτιού της μητέρας τους

καθώς ανεβαίνουν τη σκάλα
όλο φωνές
σβήνουν σιγά σιγά τα νάζια
της κόρης μου
και τα πείσματα του γυιου μου

θα τα πάρεις την επόμενη βδομάδα
μου φωνάζει από ψηλά.


*


Ο πλούσιος ποιητής 
δεν μπορεί να γράψει για τα βάσανα
που έχουν οι ξένοι μετανάστες
στην Ελλάδα

στα νιάτα του όλο έγραφε 
για τους Έλληνες που δούλευαν στη Γερμανία
Τώρα που τα κονόμησε
δεν τον αγγίζει εύκολα ο πόνος


Η γιαγιά μου ήταν υπηρέτρια. Για τριάντα πέντε χρόνια δούλευε σ’ αυτό εδώ το κτήριο. Ήταν παλιό αρχοντικό, έπειτα το νοίκιασε ο Δήμος για εκθεσιακό χώρο και όπως βλέπεις τώρα, έγινε trendy restaurant. 

Ο  παππούς μου ήταν οδηγός τους. Σκοτώθηκε  στα Τέμπη  σε τροχαίο,  σ’ ένα ταξίδι με μια απ’ τις κυρίες τους στη Θεσσαλονίκη. Βούιξε ο τόπος τότε, ότι ήταν εραστής της. Υπήρξε κούκλος ο παππούς μου, είχε αφήσει εποχή η γοητεία του, έμοιαζε στον Χάρισον Φόρντ. 

Αυτή σώθηκε η “καριόλα”.   Έτσι την αποκαλούσε η γιαγιά μου από πίσω, όταν δεν άκουγε κανείς.  Μπροστά της βέβαια, “κυρία και κυρία” και “μάλιστα κυρά μου”,  μηχανικά πετάγονταν οι λέξεις από τα σφιγμένα χείλη στο χαμηλωμένο της πρόσωπο  καθώς έκανε κι  έναν γρήγορο έλεγχο για κανένα ξεχασμένο λεκέ στο πάτωμα. Η γιαγιά ήξερε για τη σχέση τους βέβαια,  μη σου πω ότι αυτή τον έσπρωξε στην αγκαλιά της, μπας και την κατάφερνε να του ανοίξει εκείνη την ταβέρνα που ονειρευότανε… Αλλά που; Αυτός την ερωτεύτηκε τρελά, την κυρία. Που τον έχανες που τον έβρισκες πίσω απ’ τον μεταξένιο ποδόγυρό της έτρεχε, τη φιλντισένια της λευκότητα  ονειρευόταν, την ευωδιά απ’ τα υπέροχα μαλλιά της είχε στα πνευμόνια του. Το γέλιο της κρατούσε φυλαχτό στο μαξιλάρι του.  Έσκαγε απ’ τη ζήλεια της η μεγαλύτερη αδερφή, που ήταν και κακομούτσουνη και κακιά και απ’ ότι έχω ακούσει από διάφορα κουτσομπολιά πέθανε παρθένα. Έσκαγε κι η γιαγιά μου κι όλο τσιγκλούσε τη μεγάλη, με ψεύτικα κλάματα και υστερίες, σκουπίζοντας νευρικά τα χέρια της στην υγρή ποδιά,  παραπονιόταν για τη φτώχεια της την καταραμένη κι έψεγε τάχα  την πλούσια μικρή κυρία που της ξελόγιασε  τον άντρα. Κι άλλοτε με  συγκατάβαση και δήθεν μεγαλοψυχία του τύπου: “Τι να κάνει κι αυτός, άντρας είναι, κι η μικρή κυρά “ένας άγγελος, πανάθεμά την!! ”εξόργιζε περισσότερο την άλλη. Αυτό το “άγγελος” ,   τσεκουριά που έκοβε στα δυο το στέρνο της  μεγάλης. Ένας επίμονος τραχύς βήχας την έπνιγε κι ένας χοντρός, σαν από καραβόσκοινο καμωμένος κόμπος στο λαιμό, της έκοβε τη θυμωμένη ανάσα της μέχρι να της φέρει η γιαγιά νερό στο κρυστάλλινο ποτήρι και να της χτυπήσει την πλάτη. “Χριστός κυρά μου, Χριστός, τι σ’ έπιασε;” Αφού την έσωζε προσωρινά, συνέχιζε απτόητη με πείσμα ακτινοβόλο και λόγια μελετημένα: “Εγώ είμαι διατεθειμένη να τα ξεχάσω όλα, να μην πω τίποτε σε κανέναν για τη μικρή κυρία,  φτάνει να με βοηθήσεις  να φύγουμε από δω,  ν’ ανοίξουμε το ταβερνάκι, να δουλεύω για τον άντρα μου κι εσύ κυρά μου θα βρεις άλλη υπηρέτρια και προπαντός ανύπαντρη, μην σου πω και ορφανή,  τόσες κοπέλες έρχονται στην πόλη”.  Όμως εκτός από κακομούτσουνη ήταν και τσιγκούνα η μεγάλη κι όπως είναι γνωστό από πάντα, η τσιγκουνιά κυριαρχεί σε κάθε ζήλεια, υπερτερεί κάθε κακόβουλης επιθυμίας. Ο  βασιλιάς των εμμονών είναι  η τσιγκουνιά, κανείς ως τώρα δεν την έχει εκθρονίσει.

Έτσι ξεγελούσαν τα  χρόνια κι η γιαγιά έβραζε στη φτώχεια της και στα βραστά νερά της μπουγάδας, η κακομούτσουνη  έβραζε στο ζουμί της και μόνο ο "άγγελος" και ο όμορφος παππούς μου αγγίζανε όποτε τους δινόταν η ευκαιρία τη λευκή, δαντελένια ούγια της ευτυχίας.

Ώσπου σκοτώθηκε ο παππούς και κάηκαν ολοσχερώς τα φτερά του “αγγέλου”,    ξέφτια από στάχτη γίνηκαν οι προσδοκίες της γιαγιάς. Η μικρή κυρία δεν ξαναβγήκε απ’ το σπίτι. Βολτάριζε όλη νύχτα στον κήπο, αφουγκραζότανε τη διαπνοή  των δέντρων, έκλαιγε μαζί με τις δεκαοχτούρες και στο γυρισμό έγδερνε τις παλάμες της στη μάντρα. Τη μέρα κοιμότανε με χάπια. Η κακομούτσουνη γελούσε κάτω απ’ τα μουστάκια της κι η γιαγιά μου μετά την εξάντληση της μέρας κοιμόταν στο σκληρό μαξιλάρι της ανάγκης. Με τη δουλειά της όμως μεγάλωσε και σπούδασε την κόρη της,  τη μάνα μου δηλαδή. Ευτυχώς η μάνα μου ήταν καλή  μαθήτρια, πέρασε νομική και αργότερα στις εξετάσεις για να γίνει συμβολαιογράφος, αρίστευσε. Επιτέλους η γιαγιά είχε κάτι  για  να υπερηφανεύεται.

Όταν ήμουν οχτώ  χρονών με πήρε μαζί της μια μέρα στο νεκροταφείο για ν’ ανάψει το καντήλι του παππού. Α!  το έκανε το καθήκον της σαν σωστή χήρα, όλα τα χρόνια που τη θυμάμαι... Καθώς περνούσαμε από έναν κατάλευκο  τάφο - που σε μένα φάνταζε, σαν κουκλόσπιτο καμωμένο από πάγο-  με δυο φωτογραφίες, μιας όμορφης και μιας άσχημης γυναίκας, η γιαγιά κοντοστάθηκε για λίγο, χαμογέλασε με χείλη ζαρωμένα που δεν θα ξεχάσω ποτέ, με μάτια που σπίθιζαν και  μου είπε: “Τις βλέπεις;  και οι δυο εδώ είναι… Τις είχα καταραστεί και τις δυο να πεθάνουν από καρκίνο. Κι έτσι έγινε. Σ’ ένα χρόνο ξεπαστρεύτηκαν και οι δυο. Με άκουσε ο θεός…” Ανατρίχιασα, πιο πολύ γιατί δεν ήξερα τη λέξη  “καρκίνος”,  αλλά  δε μίλησα καθόλου, όπως μου είχε μάθει η μάνα μου από μικρή να κάνω κυρίως μπροστά στη γιαγιά... Κυνήγησα μια πεταλούδα μέχρι τον τάφο του παππού κι έπειτα εκβίασα ένα σιγανό, πανέμορφο κλάμα.»

Έτσι τελείωσα την αφήγηση. Ο  Μάριος  που όλη αυτή την ώρα με άκουγε με ευλαβική προσήλωση , ήπιε  μια γουλιά απ’ το λευκό κρασί  και με ρώτησε:

     -Και η γιαγιά σου τι απέγινε;

     -Α! τη γιαγιά την σκότωσε ένα μηχανάκι τη μέρα  που πέρασα στο Πανεπιστήμιο. Έτρεχε να το πει       σε μια γειτόνισσα, μακρινή συγγενή των αφεντικών της και δεν κοίταξε καθόλου στο δρόμο.

Αμέσως μετά  ο  Μάριος  έγινε πιο τρυφερός και πιο τολμηρός.

Επιβεβαιώθηκε για τρίτη φορά - αφού ο Μάριος είναι  ο τρίτος υπέροχος άντρας που γοητεύω μ’    αυτόν τον τρόπο -  η υποψία μου ότι  ηαλήθεια της αφήγησης είναι  σαγηνευτική. Κάθε αλήθεια     είναι ένα μικρό σκάνδαλο γράφει η Μαργκερίτ Γιουρσενάρ και δεν έχει άδικο. Τα σκάνδαλα κεντρίζουν τις αισθήσεις.

Να θυμηθώ να περάσω απ’ το νεκροταφείο ν’ ανάψω ένα κεράκι στη γιαγιά. Χάρη στη δική της  
αλήθεια, δε χρειάζεται να σκέφτομαι ούτε να μιλώ για την ανιαρή κι ανάξια λόγου δική μου...


 εκδόσεις ατέρμονο
σελ 64
Δημήτρης Κουταρέλλης 
                                  Εκατολόγιο


Εγώ τα παιδιά μου τα έκανα, αυτά θα με ξεκάνουν

Ο πούτσος είναι το αντίθετο του βρικόλακα,
σηκώνεται όταν είναι ζωντανός

Το κουλούρι είναι το σωσίβιο του πεινασμένου

Ένας σκύλος δεν μπορεί να παίξει πόκερ,
γιατί η ουρά του πάντα τον προδίδει όταν έχει καλό χαρτί

Η λατρεία του βινυλίου λέγεται δισκοπάθεια

Το μουνί σου είναι το νοσοκομείο μου (μέσα σαν μπω)

Οι πλούσιοι κάνουν ότι θέλουν, εγώ κάνω ότι μπορώ

Ο χειρότερος εχθρός του άντρα είναι ο γυναικείος αυνανισμός

Το μόνο που ενδιαφέρει τη μάζα είναι
όχι το αν θα ζήσει, μα αν δεν θα πεθάνει

Οι κλανιές μοιάζουν με τις ψυχές
βγαίνουν δύσκολα από το σώμα και βρωμάνε

Ένγκαρ Άλαν Πόετ

Το ψωμί των δημοσιογράφων είναι η τρομοκρατία των τηλεθεατών

Ελλάς = θέρετρο για τους τουρίστες και
φέρετρο για τoυς Έλληνες

Το πιο βαρετό πράγμα είναι να γράφεις
κάτω από την σιγουριά μιας επικείμενης επιτυχίας

Ο βλάχος είναι γερός σαν βράχος








Κυκλοφορούν ανάμεσά μας με χίλια πρόσωπα.  
Παριστάνουν τους πετυχημένους, τους σοφούς, τους συμπονετικούς, τους γοητευτικούς. Είναι παντογνώστες, κάθετοι στις απόψεις τους, δεν σηκώνουν μύγα στο σπαθί τους. Έχουν αρχές και ήθος. Νάνου.
Αν σπούδασαν, είναι σίγουροι ότι δεν χρειάζεται να ξανασπουδάσουν. Αν είναι καλλιτέχνες, είναι άριστοι αλλά αδικημένοι καθότι η κοινωνία δεν είναι ακόμα έτοιμη για το μεγαλείο τους.
Τρέχουν σε θέατρα, σε παρουσιάσεις βιβλίων, σε γκαλά, σε όλα όσα πιστεύουν ότι θα τους κάνουν διάσημους κι εξαφανίζονται αν δεν υπάρχει φωτογράφος.
Αυτοσυστήνονται και κωλογλείφουν όποιον νομίζουν ότι θα τους προωθήσει. Προσπαθούν να εισχωρήσουν σε σωματεία κι άμα τους απορρίψουν, βγάζουν αφρούς. Αλληλογραφούν με άλλους ‘αδικημένους’ για να ενωθούν στο μίσος και την αποτυχία. Στέλνουν καταγγελίες σε δημόσιες υπηρεσίες, σε εφημερίδες, σε μπλογκ, σε άλλες περσόνες. Τα ανώνυμα ή ψευδώνυμα λιβελογραφήματα είναι το φόρτε τους.
Το διαδίκτυο είναι το μέγιστο πεδίο δράσης τους. Εμφανίζονται με αμέτρητα ονόματα και μετράνε τους αόρατους φίλους τους καθημερινά. Συμμετέχουν σε παρλάτες, μιλάνε στον αέρα, βρίζουν κι αυνανίζονται. Φαντάζονται ότι αν μαζέψουν ‘αναγνώστες’ θα πετύχουν στην επόμενη επαγγελματική τους απόπειρα. Αν διανοηθείς να τους αμφισβητήσεις, θυμώνουν πολύ. Με όλη την προστυχιά της στρεβλωμένης ζωής τους. Με όλο το μένος του έγκλειστου προς τον ελεύθερο.
Διαβιούν κατάκοποι μέσα σε απόλυτη μοναξιά. Είναι πολυάσχολοι. Αλλά καθόλου εργατικοί. Δεν παράγουν έργο με την έννοια που το όρισε ο Αξελός, καθώς ούτε σκέφτονται ούτε πασχίζουν για την αυτογνωσία. Είναι ικανοποιημένοι και δυστυχείς μέσα στην κοντόφθαλμη ύπαρξή τους. Και σιχαίνονται όποιον δεν τους μοιάζει. Ειδικότερα όποιον δηλώνει γελώντας ότι δεν ξέρει τα πάντα.
Κι αν ξάφνου διαρραγεί το πέπλο, αν κάποιος τους πει ξεκάθαρα ότι πάσχουν και πετύχει, έστω για δευτερόλεπτα, να τους βάλει προ της νανίστικης μιζέριας τους, καταρρακώνονται.
Τρέχουν σε ψυχιάτρους -γιατί βέβαια τα φάρμακα είναι πιο εύκολα απ’ την ψυχοθεραπεία- και μπαίνουν στο επόμενο παιχνίδι τους. Την αυτολύπηση, το μελόδραμα, την υστερία. Η ειλικρίνεια που ίσως τους χάριζε τη λύτρωση, μέσω της ψυχοθεραπείας, είναι απαγορευμένη.
Και τότε έρχεται ο μέγας φόβος. Ενώ πριν κρύβονταν πίσω απ’ την αυταρέσκεια, τώρα φοβούνται και τον εαυτό τους και τους άλλους, ορατούς και αόρατους. Ο πόνος γίνεται το ψωμοτύρι τους. Αλλά χωρίς αυτόν δεν ζουν. Τι ζήτησαν; Λίγο θαυμασμό. Ποιος έκλεισε το τσίρκο; Η ζωή τους ένα αέναο ‘γιατί’ να τους φαρμακώνει. Είναι πάντα αδικημένοι και δεν φταίνε ποτέ.
Το χειρότερό τους είναι να δουν την ουσιαστική επιτυχία μπροστά τους. Την ευτυχία των ελάχιστων ολοκληρωμένων. Την απλότητα της γειωμένης ύπαρξης. Ο έτσι κι αλλιώς κατακερματισμένος κόσμος τους, συνθλίβεται. Κρύβονται στη γωνία, πίσω από άλλους ψηλότερους ή λιγότερο χτυπημένους και χάσκουν.
Ο ολοκληρωμένος άνθρωπος, ο χαρούμενος, ο δοτικός, ο ώριμος, είναι για τα νανάκια, θεϊκό ον. Ή το τοτέμ που θα ήθελαν να του σπάσουν τα πόδια. Όχι υποχρεωτικά για να το καταστρέψουν. Όπως οι περισσότεροι, χρειάζονται κι αυτοί τα είδωλά τους. Όμως να: αν του κόψουν τα πόδια, αν σακατέψουν τον πραγματικό άνθρωπο, θα τον φέρουν στο ύψος τους.
Γιατί βέβαια τα νανάκια δεν διανοήθηκαν ποτέ ότι μπορούν να ψηλώσουν. Και τρέμουν όταν ακούνε γέλια.

Εκπλήσσομαι όλο και περισσότερο με τις διάφορες πραγματικότητες που βιώνουμε οι άνθρωποι. Τώρα θα έλεγε κανείς, τι σχέση έχει αυτό με την εν λόγω ταινία;
Έχει.
1922 το χρονικό πλαίσιο εντός του οποίου διαδραματίζεται η ταινία και τοποθετείται το μυθιστόρημα του F. Scott Fitzgerald μια και γι αυτού την μεταφορά μιλάμε, έχουν γίνει αλλαγές, προσαρμογές, αλλά όχι ουσιαστικές ή μεγάλες.
Το 1922 συνέβει ένας από τους μαζικότερους και απάνθρωπους ξεριζωμούς.
1.000.000 άνθρωποι ξεριζώθηκαν κυριολεκτικά, εγκατέλειψαν τις εστίες τους, τις περιουσίες τους, την ζωή τους, αποδεκατίσθηκαν οικογένειες, έγιναν πρόσφυγες, από άρχοντες επαίτες εργασίας χώρου. Η ιστορία στην Ελλάδα έγραφε με αίμα, με εξαθλίωση, με πόνο μία νέα εποχή. Άνθρωποι λιμοκτονούσαν και η χώρα προσπαθούσε να ορθοποδήσει.
Την ίδια εποχή, την εποχή της ταινίας, στην άλλη άκρη του ωκεανού ήταν αλλιώς. Εκεί που πολλοί Ευρωπαίοι και Έλληνες, συγγενείς μας αρκετοί, αφήνοντας την Μικρά Ασία και Ανατολική Θράκη μετανάστευσαν για να αναζητήσουν την τύχη τους, ένα καλύτερο αύριο στην γη της επαγγελίας. Χρήμα ανάπτυξη, διασκέδαση, άνεση, χαλαρότητα.
Στην ταινία χάριν του σεναρίου και του σκηνοθέτη συμμετέχουμε σε αυτή την οικονομική έκρηξη, με θεμιτούς ή αθέμιτους τρόπους. Το χρήμα τρέχει άφθονο και τα έργα των υποδομών σε εξέλιξη. Οι άνθρωποι συρρέουν από τις άλλες πολιτείες και χώρες στην Ανατολική ακτή, κυρίως την Νέα Υόρκη, για να κάνουν τα όνειρα τους πραγματικότητα.
Παρακολουθούν τους άλλους, τους ήδη μέσα στο όνειρο, στην χλιδή, στην πολυτέλεια, τα παραμυθένια σπίτια - παλάτια, τα ξέφρενα πάρτυ, την παράδοση στην ηδονή, προβάλλουν τον εαυτό τους σ' αυτό το όνειρο διεκδικώντας μερίδιο.
Μία ευτυχισμένη κοινωνία. Ήταν έτσι;
Προκύπτει ξανά το ερώτημα πόσο αληθινό είναι αυτό που ζούν, σε ποιά στέρεα θεμέλια οικοδομείται το όνειρο, πόσοι συμμετέχουν; Πόσοι μένουν απ´ έξω κι´αν αυτοί που χορεύουν και πίνουν μέχρι τελικής πτώσεως, με τα υπέροχα ρούχα, τα φανταχτερά κοσμήματα μετουσιώνονται της ευτυχίας; Τι κυνηγουν; Πόσο αληθινές είναι οι σχέσεις τους; Ποιά τάξη και καταγωγή σου επιτρέπει την συμμετοχή; Πως είσαι μέσα ή έξω από το όνειρο; Ποιό το τίμημα; Πόσο και σε τι παρανομείς; Η ποτοαπαγόρευση αντί να συναιτίσει, αυξάνει την κατανάλωση ποτών και φέρνει απερίγραπτα κέρδη σε αυτούς που τα διανέμουν.
Εν ολίγοις αυτή είναι η ταινία.
Εντός εκείνης της πραγματικότητας ένας άνθρωπος, από φτωχική οικογένεια, ο Gatsby, ζει αυτό που ονειρεύτηκε. Ένας Kροίσος, χωρίς διευκρινήσεις πως και πότε έγινε αυτό που βλέπουμε εμείς και οι σύγχρονοί του, κινείται κουβαλώντας ένα μύθο, οπως αρμόζει στα υπάρχοντά και την περιουσία του, μάχες, σπουδές στην Οξφόρδη, κάνοντά τους να αναρωτιουνται, αλλά να απολαμβάνουν αυτά που τους χαρίζει απλόχερα, διασκέδαση με χλιδή. Ζει, ακολουθώντας στο περιθώριο, αλλά ελπίζοντας να συναντήσει την μόνη γυναίκα που αγάπησε και θα ολοκλήρωνε το όνειρό του. Κατοικεί απέναντί της, επιδιώκει την συνάντηση τους είτε διοργανώνοντας πολυπληθή, ακραίας πολυτέλειας και υπερβολής πάρτυ, είτε μέσω ανθρώπων - συνδέσμων.
Εντός της παρανομίας του είναι αυθεντικός και ο πλούτος του αποκτήθηκε, για την χαρά και ευχαρίστηση της γυναίκας, που τελικά χάριν ενός ξαδέλφου της, συγγραφέα και σχετικά αγνού, προσσεγγίζει.
Θα ζήσουν λίγο χρόνο τον έρωτα τους κρυφά, παράνομα, συναρπαστικά μέχρι την λύση που επέλεξε ο F. Scott Fitzgerald.
Σ' αυτόν τον ψεύτικο κόσμο οι γυναίκες υπάρχουν για να ικανοποιούν τους άνδρες, σαν ευτελείς πόρνες ή ρηχές, ανεγκέφαλες υπάρξεις εξασφαλίζοντας μ' αυτόν τον τρόπο το δικό τους όνειρο, συγκριτικά βέβαια για την κάθε ταξική περίπτωση, την καλή ζωή.
Εντός των χαρακτήρων ο διανοούμενος και ο αιθεροβάμων θα ξεχωρίσουν.
Θα επαναλάβω την ερώτηση; Είναι έτσι;
Αυτός ήταν ο κόσμος της Αμερικής και της ΝΥ; Θα αναφέρω ότι ήδη το 1860 είχε θεσπισθεί στην ΝΥ το πρώτο οικογενειακό δίκαιο και το 1920 δόθηκε το δικαίωμα ψήφου στις γυναίκες και με νόμο συνέβησαν αλλαγές σχετικά με την πρόσβαση στην ανώτερη εκπαίδευση, την περίθαλψη κα. Xάριν του πρώτου κύματος, όπως χαρακτηρίζεται, φεμινισμού.
Υπήρχαν ως είναι φυσικό και άλλες γυναίκες.
Η ταινία όπως την χαρακτήρισε φίλος ήταν εικονική ποίηση.
Αισθητικά συναρπαστική, η υπερβολή των εφέ και των animation χρήσιμα για να αποδώσουν την υπερβολή της τάξης, της εποχής, του όνειρου. Ελάχιστα ήταν τα ενοχλητικά, όπως κάποια χορευτικά στα πάρτυ, ασυνέπειες του είδους: πως εκ του πουθενά απέκτησε πρόσωπο ο Gatsby αφού μέχρι πρότεινος, δηλαδή μέχρι τα 3/4 της ταινίας, παρέμεινε θρύλος, μύθος για τους Νεουρκέζους. Εξαιρετικός ο ρόλος του σχολιαστή και αφηγητή συγγραφέα. Ευρηματικός ο τρόπος για να μας λυθούν αρκετές απορίες και να διευκολυνθεί τον σκηνοθέτη.
Η επιλογή της ηθοποιίας, στυλιαρισμένης, ως καρτούν, δεν ενοχλεί, τουναντίον αφαιρεί δραματικότητα για να παραμείνεις δυόμισυ ώρες, ίσως περιττό το μάκρος, στην ταινία.
Την ταινιά δεν την υποδέχτηκαν με ανοιχτές αγκάλες, αλλά θα ήταν χρήσιμο να απαντηθεί το ερώτημα "τι θέλουμε από μία εκ νέου κινηματογράφηση ένός ήδη πολυδιαβασμένου βιβλίου;" Τι προσδοκεί ο θεατής; Είναι αναπόφευκτες οι συγκρίσεις και αντιπαραθέσεις. Ενα παλιό, ανώδυνο θέμα, έχει κυλήσει πολύ νερό στο αυλάκι από τότε που τοποθετείται η ιστορία και είδαμε τον άλλο Gatsby, που μόνο με τα νέα τεχνολογικά δεδομένα, μέσα και την οπτική της σημερινής εποχής μπορείς να το προσεγγίσεις.
Τα είπε όλα όσα ανάφερα και ήθελε να πει το βιβλίο. Ή μήπως όχι;
Ολοι οι προηγούμενοι σήκωσαν μία κουρτίνα και μας άφησαν να δούμε, ο Baz Luhmann το έκανε διασκεδαστικότερο μήπως και θελήσουμε κι εμείς να διασκεδάσουμε όπως αυτοί, οι λίγοι τότε.
Και δίδαγμα πρόεκυψε:
α. Το παρελθόν δεν επαναλαμβάνεται.
β. Η δε κοινωνία σε εγκαταλείπει γρήγορα, όταν δεν μετουσιώνεται της χλιδής σου κι αν της θυμίσεις ότι δεν είναι αθώα, πόσο μάλλον η εν δυνάμει ενοχή της.
Υποκριτές σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής.
Ξεχώρισαν τρεις για την ηθοποία τους o Leonardo di Caprio, o Tobey Maguire και ο Joel Edgerton, αλλά καλύτερος ο Leonardo.
Καλή η κατανομή των ρόλων. Οι τρεις γυναίκες αποδώθηκαν, για να είμαστε δίκαιοι, καλά από τις Carey Mulligan, Isla Fisher και Elizabeth Debicki.
Αδιάφορη η μουσική της ταινίας, με εξαίρεση το κομμάτι του πιανίστα, και το υπερβολικό κομμάτι του πάρτυ.
Τα κοστούμια και τα εφέ θα τα έλεγα χωρίς πατίνα χρόνου αλλά νομίζω ότι εξυπηρετούσε η επιλογή τους την όλη προσέγγιση (concept) του δημιουργού της.


Σκηνοθεσία.                       Baz Luhmann
Σενάριο.                             Baz Luhmann - Graig Pearce
Βιβλίο.                               The Great Gatsby (1925)
                                           από τον F. Scott Fitzgerald
Επιλογή ρόλων                  Nikki Barrett, Ronna Kress
Μουσική                            Graig Armstrong
Καλλιτεχνική Διεύθυνση.   Damien Drew, Ian Gracie, Michael Turner

Ηθοποιοί :
Jay Gatsby                          Leonard DiCaprio
Daisy Buchanan                  Carey Mulligan
Tom Buchanan                    Joel Edgerton
Nick Caraway                     Tobey Maguire
Myrtle Wilson                      Isla Fisher
Jordan Baker                       Elizabeth Debicki
ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA