Ο Πέτρος Μπιρμπίλης μιλά στην Athens Voice και στον Γιάννη Νένε, για το "Μπελ Ετουάλ" (Θράκα, 2017)

Μια “ηρωίδα” πλάι σε ανθρώπους αντιηρωικούς: Ένα κριτικό σημείωμα του Στάθη Ιντζέ για το "Γονυπετείς" της Τζούλιας Γκανάσου

Για την ποιητική συλλογή της Μαρίας Αγγελοπούλου "Η απουσιολόγος" (Θράκα, 2016), γράφει ο Χρήστος Αρμάντο Γκέζος

Ο Στέφανος Ξένος γράφει στο diavasame για τον "Άνθρωπο Τανκ" (Θράκα, 2017) του Γιώργου Λίλλη

Για το βιβλίο της Μαριάννας Κουμαριανού «Τόπος στη Γαλήνη» – γράφει η Ανθούλα Δανιήλ

Φάνης Παπαγεωργίου, Ποια γενιά; Σκέψεις για τη σχέση μεταξύ βιολογικής και δυνάμει καλλιτεχνικής γενιάς.

Δύο ανέκδοτα/αδημοσίευτα ποιήματα του Δημήτριου Δημητριάδη

Ο Παναγιώτης Βούζης γράφει στην εφημερίδα "Τα Νέα" για το "Χρονορυχείο" (Θράκα, 2017) της Στέλλας Δούμου


-Πριν ένα περίπου χρόνο, σ’ ένα βιβλιοπωλείο της Αθήνας, γιόρτασες την επέτειο του Poiein.gr, της ιστοσελίδας της οποίας είσαι ο ιδρυτής. Γιατί δημιουργήθηκε; Τι αντίκτυπο νομίζεις ότι είχε στο πανόραμα της ελληνικής ποίησης; Σε τι διαφοροποιείται από τ’ άλλα;

-Η αναμφίβολη επιτυχία του «Ποιείν», οφείλεται εν μέρει στο γεγονός ότι κατάφερε ν’ ανακατέψει την τράπουλα και να δυσκολέψει, σε μεγάλο βαθμό, τα στημένα παιχνίδια -ακαδημαϊκά κι εκδοτικά-, που πολλές φορές συμβαδίζουν και πάνε αλά μπρατσέτο. Ακριβώς αυτός ήταν κι ο λόγος της δημιουργίας του: έχοντας δουλέψει από το 1980 σε κάποια απ’ τα μεγαλύτερα, έντυπα, λογοτεχνικά περιοδικά όπως το «Δέντρο», το «Πλανόδιον» κ.α., διαπίστωσα στις αρχές του 2000, ότι είχαν εξαντλήσει τη δυναμική τους: πρότειναν, απλώς, ένα άρτιο κι άψογο τυπογραφημένο «τίποτα» κι έτσι άρχισα να διερευνώ τον ανορθόγραφο λόγο των πρώτων ιστολογίων που γεννιόταν εκείνη την εποχή. Η δέσμευσή μου, τότε και τώρα, είναι ότι θα «κλείσω» το σάιτ, αν τυχόν γίνουμε κι εμείς «Ακαδημία»... Η σημαντική διαφοροποίησή μας, είναι τα ανοιχτά σχόλια και το διαρκές «παιχνίδι» με τις αναρτήσεις, νομίζω.


-Σε μια συνέντευξη, προσδιόρισες τι είναι, κατά τη γνώμη σου, και τι δεν είναι ένας ποιητής: για παράδειγμα, δεν είναι ένας φιλόσοφος, δεν είναι ψυχολόγος...

-... κι ούτε ένας θεωρητικός της λογοτεχνίας, θα πρόσθετα. Για τον απλό λόγο πως, ό,τι μπορεί να γραφτεί σε πρόζα χωρίς να χάνει την αξία του, δεν είναι ποίημα, καθώς έλεγε κι ο αγαπημένος μου Ουμπέρτο Σάμπα. Φυσικά, ο ποιητής μπορεί να είναι ό,τι θέλει, από σύμβαση κι από βιοποριστική ανάγκη, αλλά αυτό δεν πρέπει να περνάει στα ποιήματά του.


-Είπες, σχετικά με τον Hirschman: «Μου άλλαξε τη ζωή». Εννοείς ακόμη κι από άποψη δημιουργίας; Εάν ναι, με ποιο τρόπο; Το λέω αυτό γιατί, η δική σου, είναι μια γραφή πολύ γραμμική και συναφής στην πορεία των χρόνων από το πρώτο σου κιόλας βιβλίο· δεν βλέπω «τραύματα», αλλά μια σταθερή εξέλιξη ενός σώματος που από παιδί γίνεται ενήλικας.

– Ο Τζακόνε, ο μεγάλος Τζακ, όταν τον γνώρισα στο Σαν Φρανσίσκο το 2003, ήταν πάμφτωχος μεν -έμενε σ’ ένα χώρο 20 τετραγωνικών μέτρων, που χρησίμευε για γραφείο, κρεβατοκάμαρα, τραπεζαρία και βιβλιοθήκη, για τις προσωπικές του ανάγκες έπρεπε ν’ ανεβοκατεβαίνει δυο ορόφους με τα πόδια, από τον τέταρτο στον δεύτερο, όπου του είχαν παραχωρήσει δωρεάν ένα w.c.- αλλά πανευτυχής και δημιουργικότατος δε. Εγώ ήμουν πλούσιος, μεγαλογιατρός, μπλοκαρισμένος σ’ έναν αποτυχημένο γάμο, όπως και στη γραφή μου (οι «Προσευχές για φίλους» που είχα ξεκινήσει να γράφω το 1995, είχαν βαλτώσει). Χάρη σ’ αυτή τη συνάντηση, που λειτούργησε ως ένα είδος Sartori για μένα, ξεμπλόκαρα σιγά-σιγά στην προσωπική μου ζωή κι απελευθερώθηκα και στο γράψιμο: μέχρι τότε είχα βγάλει τέσσερεις ποιητικές συλλογές όλες κι όλες, και τα επόμενα χρόνια, από το 2003 μέχρι σήμερα, τουλάχιστον άλλες δέκα.


-Κάθε φορά που συναντιόμασταν, ένιωθα μεταξύ φίλων, όχι μεταξύ ποιητών. Θέλω να πω ότι η ατμόσφαιρα, που εσύ και οι άλλοι δημιουργείτε, είναι πολύ διαφορετική από εκείνη που είθισται στην Ιταλία, πιο φιλική και χαλαρή.

-Ίσως επειδή η Ελλάδα είναι μικρή (γέλια). Η αλήθεια είναι πως γνωρίζουμε καλά την αξία ο ένας του άλλου και δεν υπάρχει χώρος για κομπασμούς και ψευτο-περηφάνιες. Αυτό δεν σημαίνει πως οι λογοτεχνικές έριδες και οι τσακωμοί δεν είναι καθημερινό φαινόμενο και σε μας. Απλώς, για να χαριτολογήσουμε, η δική μας παρέα απεχθάνεται τους σοβαροφανείς ...


-Η πρώτη εντύπωση που είχα για σένα, είναι ότι είσαι ένα « συντροφικό ον», δηλαδή ότι, για σένα, το να μοιράζεσαι τη ζωή σου με τους άλλους είναι βασικό. Κι ότι αυτός ο χαρακτήρας-ανάγκη αποτελεί θεμελιώδες στοιχείο της ποίησής σου. Έτσι όπως μου φαίνεται ότι έχεις έναν χαρακτήρα διαθέσιμο κι ανοιχτό, όπως η ποίησή σου. Είναι σωστό ή κάνω λάθος;

-Βρίσκω εξαιρετικά αναζωογονητικό, για μένα, το να βρίσκομαι ανάμεσα σε κόσμο, να γνωρίζω ανθρώπους ξένους μεταξύ τους και να τους αφήνω να μιλάνε, έτσι ώστε να παίρνω τροφή απ’ τις κουβέντες τους. Τους παρατηρώ και τους ακούω, ακόμη κι όταν δείχνω αφηρημένος ή σκεπτικός. Έχεις απόλυτο δίκιο και συμφωνώ με την παρατήρηση σου, Μαξ.


-Κάποιες μέρες πριν, ένας ιταλός φίλος διάβασε κάποια από τα ποιήματά σου και μου έγραψε: «Ένας ποιητής, με καθαρή γραφή, ικανός να συμφιλιώσει το κοινό με την ανάγνωση, την καθημερινή ζωή, τα απλά πράγματα: τι θαυμάσιο ν’ αναγνωρίζεις επιτέλους τον εαυτό σου μες στους στίχους ενός ποιήματος, να μην χρειάζεται ν’ αναρωτιέσαι για τα κρυφά νοήματα!» Αυτό επιθυμείς ν’ ακούς να λέγεται; Ή θα επιθυμούσες κάτι άλλο;

-Το θεωρώ μεγάλο κομπλιμέντο. Ναι, αν πράγματι το πέτυχα, θεωρώ τον εαυτό μου τυχερό. Θεωρητικώς, θα έλεγα πως είμαι υπέρ μιας «ποίησης που συμβαίνει», παρά οπαδός μιας «ποίησης που προκύπτει».


-Όμως η ποίησή σου είναι πράγματι τόσο απλή;

-Το πιο δύσκολο πράγμα είναι να μιλήσει κανείς απλά, γιατί κάποιος μπορεί εύκολα να γλιστρήσει στο απλοϊκό, το φλύαρο και το ανούσιο. Συνηθίζω να βάζω διάφορους βαθμούς δυσκολίας: παρηχήσεις, αριθμούς στίχων και ποιημάτων... μια ολόκληρη προσωπική Καμπάλα, επινοημένη από μένα τον ίδιο, μόνο και μόνο, για να μου δυσκολεύω τη γραφή. Πρέπει να ομολογήσω πως η γραφή για μένα είναι ο ύψιστος ψυχαναγκασμός.


-Σε ένα άλλο άρθρο του «Versante Ripido» παρουσιάζουμε ολόκληρη τη συλλογή «Συσσίτιο». Τα πάντα περιστρέφονται γύρω από την τροφή με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Γιατί; Μου κάνεις μια σύντομη εισαγωγή στο «Συσσίτιο»;

-Με την οικονομική κρίση, αναμοχλεύθηκαν και αναδύθηκαν από το συλλογικό ασυνείδητο οι κυρίαρχοι φόβοι του ανθρώπου, όπως είναι η πείνα. Η τροφή δεν έπαψε ν’ αποτελεί ένα από τα πιο βασικά ένστικτα του ανθρώπου. Ένα άλλο είναι το σεξ και η αναπαραγωγή. Από την άλλη, με την οικονομική κρίση, ανακαλύψαμε ξανά τη συντροφικότητα και την αλληλεγγύη. Ας μην ξεχνάμε, πως η μοναξιά του σύγχρονου ανθρώπου είναι πολιτική, προϊόν κι επιταγή του καπιταλισμού. Είναι, δηλαδή, το καπιταλιστικό σύστημα που πριμοδοτεί την ατομικότητα και τη μοναξιά του καθενός. Το «Συσσίτιο» γράφτηκε, εν αγνοία μου, πάνω σε αυτούς τους δύο άξονες: απ’ τη μια, το οικονομικό αδιέξοδο κι απ’ την άλλη, ως λύση στο φόβο τής πείνας, τη συλλογικότητα. Άκουσα από πολλούς, γιατί δεν έγραψα κι αυτό κι εκείνο! Γιατί η πείνα είναι αστείρευτη πηγή, απ’ την τραγωδία έως τις κωμωδίες του Τσάρλι Τσάπλιν και του Τοτό. Δεν ήθελα να κάνω διατριβή πάνω στο θέμα. 22 ποιήματα μου βγήκαν, συγγνώμη αν σας φαίνονται λίγα.


-Από αυτόν το κύκλο ποιημάτων, βγαίνει επίσης μια εικόνα του εαυτού σου λίγο “flaneur”. Ποιά και «πόσο» είναι η σχέση ανάμεσα σ’ εσένα και το περιβάλλον γύρω σου; Κι ως περιβάλλον εννοώ και τους ανθρώπους και τις απρόβλεπτες συνθήκες.

-Είναι αλήθεια πως, επειδή έφυγα πολύ μικρός από την «εστία», μου έχει γίνει έμφυτο το βλέμμα του πλάνητα και του νομάδα. Έχω αναπτύξει μια προσωπική φιλοσοφία αναχωρητισμού και, ως εκ τούτου, την ικανότητα να βλέπω την «ανθρώπινη κατάσταση», κατ’ επέκταση, με τα μάτια του μελλοθάνατου. Ένας μελλοθάνατος που αρπάζει βουλιμικά την κάθε στιγμή και το καλύτερο που μπορεί από τα άτομα που τον περιβάλλουν.


-Προφανώς, οι αναγνώστες περιμένουν να διαβάσουν τα σχόλια του ποιητή για την ελληνική κατάσταση. Μου φαίνεται ότι τα μεγάλα γεγονότα εισέρχονται στα γραπτά σου στη «μύτη των ποδιών». Αλλά γνωρίζω ότι έχεις μια σαφή πολιτική θεώρηση των πραγμάτων.

-Έχουν περάσει αρκετές δεκαετίες από τη «στρατευμένη ποίηση», ένας ολόκληρος αιώνας. Το ποίημα-μανιφέστο δεν είναι το αγαπημένο μου είδος ποίησης. Επειδή και η πολιτική έχει γίνει πολύ πιο πολύπλοκη από πριν και τα πλοκάμια της απλώνονται παντού, έτσι πιστεύω πως, κι εμείς, έχουμε το χρέος να της απαντήσουμε με πολύ πιο ύπουλα μέσα: όχι μ’ ένα ποίημα που ζητά τη μετωπική σύγκρουση μαζί της, αλλά να την ξεγελάσουμε με κυκλωτικές κινήσεις, μέσα από πάρα πολλά ποιήματα και πάρα πολλούς ερωτικούς συντρόφους (γέλια).


-Το ποίημά σου που περισσότερο μ’ αρέσει είναι το «Ελλάδα Παπάκι», γιατί εκεί βρίσκω την Ελλάδα που υπήρχε, της οποίας αποτέλεσα μέρος της, που ακόμα υπάρχει κι αντέχει, και που είναι δύσκολο, αδύνατον θα έλεγα, να κοινωνήσεις σ’ όποιον δεν την έχει ζήσει. Είναι η αναστολή του χρόνου, όπου ο άνθρωπος μπορεί να έχει επίγνωση του εαυτού του; Και τι θα πρόσθετες, ή θ’ αφαιρούσες, σήμερα, σ’ αυτή τη δήλωση αγάπης;

Ελλάδα Παπάκι

Η Ελλάδα ταξιδεύει με σαράντα
Σαν το παπάκι στην παραλιακή.
Η μεγίστη δυνατή ταχύτητα
Συμπίπτει με τη δυνατότητα
Του ερωτευμένου βλέμματος:
Να καταγράφει, να χορταίνει,
Να θυμάται. Το φως στις ελάχιστες
Αποκλίσεις του, τον κυματισμό
Της θάλασσας και τη φορά του ανέμου.
Η Ελλάδα κι ο συνεπιβάτης της
Που την αγκαλιάζει, κλείνουν
Τα μάτια τους ταυτοχρόνως:
Δεν θα μάθει ποτέ τι ήταν
Αυτός για κείνη, ούτε κείνη
Πόσα πολλά της χρωστάει.
Χάρη στις χαμηλές ταχύτητες
Η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα
Όπου το σούρουπο
Προς το Σούνιο, ή στην επιστροφή,
Μπορεί να διαρκέσει ολόκληρη ζωή.

-Τις ερωτικές εξομολογήσεις, απ’ τη στιγμή που θα ειπωθούν, δεν μπορείς να τις πάρεις πίσω... κι ούτε θέλω ν’ αλλάξω τίποτα. Απλώς, για να παραμείνει ζωντανή η αγάπη, μερικές φορές κάνουμε και υπερβάσεις: προσωπικά, αυτή την αναστολή του χρόνου, την αναζητώ πλέον στην επαρχιακή Ελλάδα, στη Λάρισα, όπου επέστρεψα για να ζήσω εδώ και λίγους μήνες.


-Στους στίχους σου ανατρέχεις συχνά στο σπίτι και στις βεράντες. Πολλές φορές γράφεις για τη βεράντα σου και τις γλάστρες με τα φυτά σου, αλλά το βλέμμα πάει σπάνια, ή σχεδόν ποτέ, πέρα απ’ το κιγκλίδωμα.

-Ο Σωκράτης δεν έφυγε ποτέ από την Αθήνα, ούτε μέχρι τη Σαλαμίνα δεν πήγε. Ο Πικάσο έλεγε πως δεν αγαπούσε τα ταξίδια, γιατί αντί να πηγαίνει εκείνος σ’ ένα μέρος, προτιμούσε να τον επισκέπτονται εκείνα στο ατελιέ του. Ο Φελίνι γύριζε μόνο μέσα στα στούντιο της Τσινετσιτά. Ο Λεοπάρντι, αν δεν περιοριζόταν να περιγράψει το φράχτη, δεν θα μας μετέφερε ποτέ στο άπειρο. (Γέλια). Θέλω να πω, ναι, πως έχεις δίκιο, με την έννοια πως, στα ποιήματά μου, υπάρχει μια καταγραφή όσων βλέπουν τα μάτια μου. Μια ποιητική του βλέμματος.


-Είσαι επίσης μεταφραστής από τα ιταλικά: Πένα, Σερένι, Σάμπα, για παράδειγμα. Μου φαίνεται ότι υπάρχει μια ισχυρή, ποιητική ομοιότητα ανάμεσα σ’ εσένα κι αυτούς. Ποιά ποίηση, κι από ποιό μέρος του κόσμου, θα άξιζε μεγαλύτερης προσοχής στην Ευρώπη;

-Σου θυμίζω πως ήρθα στην Ιταλία σε ηλικία 18 χρονών κι έζησα για δέκα συνεχόμενα χρόνια. Θα μπορούσαν να με επηρεάσουν κι άλλοι ποιητές που αγαπάω επίσης πάρα πολύ, αλλά μίλησε η προσωπική ιδιοσυγκρασία, όπως και για κάθε τι που κουβαλάμε στη ζωή μας: το χρώμα των ματιών μας, η κληρονομικότητα στις αρρώστιες. Η ποίηση στην περιφέρεια αργεί να φθαρεί, ή αν θέλεις, παρακμάζει με καθυστέρηση. Αν λοιπόν, θεωρήσουμε ως «κέντρο» τις κυρίαρχες γλώσσες (αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά), που έχουν πέσει σε λήθαργο από πλευράς ποιητικής παραγωγής, οι υπόλοιπες έχουν ακόμη πολλά να δώσουν, γιατί δεν έχουν φθαρεί τα εκφραστικά τους μέσα. Η Ευρώπη δεν έχει παρά να κοιτάξει στη γειτονική της περιφέρεια με την προσοχή που δεν έχει επιδείξει ακόμα: στην Τουρκία, τη Ρουμανία, τη Βουλγαρία, την Ουγγαρία κλπ. Ίσως και λίγο πιο πέρα, στην άλλη πλευρά της Μεσογείου, για παράδειγμα, στην Αφρική.


Μετάφραση: Ευαγγελία Πολύμου

(http://penultimoorizzonte.wordpress.com)

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA