Ο Πέτρος Μπιρμπίλης μιλά στην Athens Voice και στον Γιάννη Νένε, για το "Μπελ Ετουάλ" (Θράκα, 2017)

Μια “ηρωίδα” πλάι σε ανθρώπους αντιηρωικούς: Ένα κριτικό σημείωμα του Στάθη Ιντζέ για το "Γονυπετείς" της Τζούλιας Γκανάσου

Για την ποιητική συλλογή της Μαρίας Αγγελοπούλου "Η απουσιολόγος" (Θράκα, 2016), γράφει ο Χρήστος Αρμάντο Γκέζος

Ο Στέφανος Ξένος γράφει στο diavasame για τον "Άνθρωπο Τανκ" (Θράκα, 2017) του Γιώργου Λίλλη

Για το βιβλίο της Μαριάννας Κουμαριανού «Τόπος στη Γαλήνη» – γράφει η Ανθούλα Δανιήλ

Φάνης Παπαγεωργίου, Ποια γενιά; Σκέψεις για τη σχέση μεταξύ βιολογικής και δυνάμει καλλιτεχνικής γενιάς.

Δύο ανέκδοτα/αδημοσίευτα ποιήματα του Δημήτριου Δημητριάδη

Ο Παναγιώτης Βούζης γράφει στην εφημερίδα "Τα Νέα" για το "Χρονορυχείο" (Θράκα, 2017) της Στέλλας Δούμου

Σάντρο Πέννα «Ο σκονισμένος ποδηλάτης, ποιήματα 1928-1976», ανθολόγηση-μετάφραση-σημείωμα Ερρίκος Σοφράς, Εκδόσεις Το Ροδακιό, σελ. 142

Η ποίηση του Σάντρο Πέννα έχει την ομορφιά ενός φυσικού φαινομένου. Δεν προκύπτει, συμβαίνει. Δεν ανέχεται κανενός είδους «ετικέτα»: σχολής, είδους, προέλευσης. Συμβαίνει απλώς, με τη χάρη που προσδίδει στα μάτια μας μια λεπτομέρεια μορφής σκαλισμένη στο μάρμαρο της βόρειας ζωφόρου του Παρθενώνος. Φτάνει ένα ανοιγοκλείσιμο της ίριδας για να την ερωτευθούμε. Το βλέμμα στην ποίηση του Πέννα αναδεικνύεται ως τον κύριο ήρωα των ποιημάτων του. Όπως επισημαίνει εύστοχα ο Ερρίκος Σοφράς στην εισαγωγή του, με το βλέμμα του «προσπαθεί να συλλάβει…πρόσωπα ταπεινά και αγνώριμα, που όμως δεν θα τα δούμε ποτέ ολόκληρα, μισοειδωμένα μόνο, θαμπά φωτισμένα». Ένα μυστικό βλέμμα που κάνει έναν από τους πρωτεργάτες της Ιταλικής πρωτοπορίας του εξήντα, να παραδεχθεί την ήττα κάθε προγραμματικής ποιητικής και να γράψει για τον Πέννα πως μας πείθει απόλυτα για το «ακαθόριστο υλικό» με το οποίο είναι φτιαγμένη η ποίηση, κι ακόμα πως η ποίηση αυτοκαθορίζεται από το εκάστοτε δυνατό ποιητικό υποκείμενο. Ένα βλέμμα που δεν έχει το όμοιό του στην Ιταλική ποίηση του περασμένου αιώνα, χωρίς προγόνους και χωρίς επιγόνους. Ποίηση ως χάρη, το απόλυτο χάρισμα.

Τα ποιήματα που φαίνονται εύκολης και απλής διεκπεραίωσης, (όλοι εμείς που ασχολούμαστε χρόνια με τη μετάφραση, το γνωρίζουμε), είναι τα πιο δύσκολα να μεταφερθούν σε μια άλλη γλώσσα: λες και η εύθραυστη επιφάνειά τους συνθλίβεται με το πρώτο άγγιγμα των δακτύλων. Πριν καν τα πιάσουμε, απομένουμε με ένα άδειο κέλυφος στα χέρια μας. Στο τέλος της δεκαετίας του εβδομήντα καταπιάστηκα με τη μετάφραση των Ιταλών ποιητών Βιτόριο Σερένι, Ουμπέρτο Σάμπα και του Σάντρο Πέννα, υπό την άγρυπνη (κάθιδρη, θα έλεγα, επειδή τις δουλεύαμε τα καλοκαίρια στη Ρώμη) παρακολούθηση του Κώστα Μαυρουδή. Μας πείραξε τότε, γιατί ο μακαρίτης ο Ντακρέτας μετέφραζε εν αγνοία μας, επίσης Σάντρο Πέννα για την «οδό Πανός», κι οι μεταφράσεις βγήκαν σχεδόν ταυτόχρονα. Ήταν και στο πνεύμα της εποχής, ο μεταφραστής να οικειοποιείται ως προσωπική του κατάκτηση τον μεταφραζόμενο. Αμαρτίες της νεότητας. Με τον καιρό μάθαμε όλοι μας, ευτυχώς, πως η μετάφραση αποτελεί την πιο ταπεινή απ’ όλες τις τέχνες γιατί είναι εξ’ ορισμού πεπερασμένη. Τριάντα χρόνια ακριβώς μετά από την πλακέτα του «μικρού Δέντρου», τα ποιήματα του Σάντρο Πέννα, αποδεικνύοντας για άλλη μια φορά τη χάρη που τα περιβάλλει, κυκλοφόρησαν και πάλι στα Ελληνικά από το «Ροδακιό».

Ο Ερρίκος Σοφράς μετάφρασε 81 (από τα 450) ποιήματα του Πέννα, καταφέρνοντας να διασώσει την ανάλαφρη μουσικότητα των στίχων του, τις κρυφές ρίμες και την παρήχηση, που αποτελεί-αν θέλετε- και το υδατογράφημα όλης της Ιταλικής ποίησης. Δεν είναι τυχαίο, πως ο Πέννα μαθήτευσε δίπλα στους μεγάλους «μουσικούς» Μοντάλε και Σάμπα:

«Το αγγελούδι μου το βρήκα
στο ύποπτο το σινεμά.
Είχε στο χέρι ένα τσιγάρο,
μια λάμψη μέσα στη ματιά» (σελ.39)

Μεταφραστής σε περίοδο χάρητος ο Ερρίκος Σοφράς, μας παραδίδει μια μετάφραση που θα μας συντροφεύει τα επόμενα τριάντα χρόνια, διατηρώντας ανέπαφη και παρθενική την αγνή ποίηση του Σάντρο Πέννα.


Σωτήρης Παστάκας

(δημοσιεύθηκε στην ΠΟΙΗΤΙΚΗ που κυκλοφορεί, τεύχος 11, καλοκαίρι 2013)
ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA