Πώς μιλάμε για την καινούργια Ελληνική ποίηση (video)

Για τη συλλογή διηγημάτων «Όμορφοι έρωτες» του Ιάκωβου Ανυφαντάκη, (εκδ. Πατάκης), γράφει η Ειρήνη Σταματοπούλου

Φώτης Μανίκας, Ποιήματα (1η εμφάνιση)

«Ποίηση στη σχάρα» του Πέτρου Γκολίτση:«Από τις αφετηρίες στην ολοκλήρωση του μοντερνισμού: ο Νάνος Βαλαωρίτης»
πηγή
ΤΟ ΑΤΙΜΟ ΤΟ ΤΡΙΑ

Του Γιώργου Μπίζα

Στο τραπέζι 3 στην ταβέρνα του Παπαλάμπρου κάθεται πάντα ο κυρ Ανέστης, χρόνια τώρα. Απέναντι απ’ την  είσοδο, δεξιά από την τηλεόραση, η θέση του. Κάτω απ’ τη φωτογραφία του Ορέστη Μακρή. Από τότε που έμεινε μόνος, έρχεται κάθε μέρα στις 3  για φαγητό.

Τα μαλλιά του αραιά, λευκά όπως το χιόνι που λιώνει και το διώχνει η άνοιξη. Το βλέμμα του ευθύ διαπεραστικό. Τα γαλάζια μάτια του δεν μαρτυρούν τα εβδομήντα πέντε χρόνια του. Το ζεστό χαμόγελό του, κρύβει τα βάσανά του.

Τρία πιάτα διαλέγει κάθε μέρα. Σήμερα πήρε μπιφτέκι, πατάτες φούρνου και χόρτα. Μπροστά του το λαδόξυδο κι η καράφα με το νερό βρύσης. Το  γκαρσόνι ο Μάκης,  γεμίζει ευγενικά τα τρία ποτήρια που είναι μπροστά του. Ο κυρ Ανέστης δεν μπορεί. Τα χέρια του τρέμουν πια, η φωνή του βγαίνει σπαστή άρρυθμη. Έχει Πάρκινσον.

Κι άλλοι στην οικογένεια του εμφάνισαν την ασθένεια όμως ο πόλεμος της Κορέας, έπαιξε μεγάλο ρόλο για τον κυρ Ανέστη. Κουβάλαγε στην ψυχή του τις τρεις ζωές που αφαίρεσε και τους τρεις συντρόφους του χάθηκαν στον παραλογισμό της μάχης. Αλλά αυτά τα άντεξε. Λύγισε όταν έχασε το γιο του σε τροχαίο και, τρεις μήνες μετά, και τη γυναίκα του.

Τότε τον χτύπησε η αρρώστια. Τον βρήκε μοναχό και τον αγκάλιασε. Να του κρατάει συντροφιά και να τον δοκιμάζει, μέχρι να έρθει η ώρα να συναντήσει τους αγαπημένους του. Περίμενε με υπομονή τη στιγμή αυτή. Αλλά δεν το έβαζε κάτω. Συνταξιούχος τραπεζικός, αναζητούσε την παρέα – οι άνθρωποι τον έκαναν να ξεχνά τον πόνο του.

 Το χέρι του πιάνει το ποτήρι με το νερό.  Παλεύει να το φέρει στο στόμα του, να πιεί λίγο. Χύνεται στο τραπέζι, μια τρικυμισμένη θάλασσα που ξερνάει κύματα παντού. Βρέχει άθελά του και τις τρεις σακούλες σουπερμάρκετ που είναι πιασμένες στην καρέκλα αριστερά του. Συνήθεια παλιά να τις κουβαλάει μαζί του. Βάζει μέσα την πρωινή του εφημερίδα, ξηρούς καρπούς κι ένα άλμπουμ με φωτογραφίες. Συχνά δείχνει κάποια στον Μάκη λέγοντας, «κοίτα τι όμορφοι που ήμασταν οι τρεις μας». Ύστερα σαν να φτιάχνει μόνος του αντίλογο, μουρμουρίζει, «αυτό το άτιμο το τρία με κυνηγάει».

Σήμερα δίπλα του κάθεται ένα ζευγάρι. Τέλειωσαν τη βόλτα τους στα μαγαζιά, το βλέπει απ’ τις τσάντες τους, κι ήρθαν να φάνε. Παραγγέλνουν αγκαλιασμένοι, τρώνε, πίνουν λευκό κρασί, συζητάνε. Πού και πού φιλιούνται γλυκά, ξεχνώντας τον  υπόλοιπο κόσμο. Ο κυρ Ανέστης τους βλέπει ερωτευμένους, θυμάται καλύτερες εποχές στη ζωή του και τους χαμογελά. Τα παιδιά δίπλα του, ανταποδίδουν με ένα νεύμα και συνεχίζουν να τρώνε το χοιρινό με το ρύζι που είναι ακόμα ζεστό στα πιάτα τους.

Τελειώνει αργά, με κόπο το φαγητό του. Τίποτα δεν γίνεται εύκολα πια για αυτόν. Ρίχνει ματιές στην τηλεόραση. Παρακολουθεί τις ειδήσεις, συνήθως σχολιάζει τις πολιτικές εξελίξεις, με την φωνή του τη συλλαβιστή. Σήμερα δεν έχει όρεξη για πολλές κουβέντες. Κάνει νόημα στον Μάκη να πληρώσει.  Βάζει το μπουφάν του και προσπαθεί να κατέβει τα τρία σκαλιά προς την έξοδο. Χάνει την ισορροπία του. Πάει να πέσει και τρέχει ο σερβιτόρος να τον πιάσει. Στέκεται για λίγο στο ένα πόδι. Πελαργός έτοιμος να πετάξει. Για πού άραγε; Ο Μάκης τον αφήνει να τα καταφέρει μόνος του. Σε δευτερόλεπτα πατάει γερά και το δεξί του πόδι στο σκαλί. Σταθεροποιείται και βηματίζει προς την πόρτα. Πιάνει το στρογγυλό, ασημένιο πόμολο της. Την ανοίγει,  χαιρετάει,  χάνεται στον πολύβουο δρόμο.

Πάνε τρεις μέρες που έχουν να δουν τον κυρ Ανέστη στην ταβέρνα. Το αφεντικό έστειλε, τον Μάκη με φαγητό στο σπίτι του, μήπως ήταν αδιάθετος. Ο σερβιτόρος γύρισε με μαύρα μαντάτα. Χθες που πήγε να πάρει τη σύνταξη του, τρεις νεαροί του την είχαν στημένη έξω από την τράπεζα. Του κυρ. Ανέστη όμως η καρδιά δεν είχε Πάρκινσον ούτε είχε μάθει να κιοτεύει. Αντιστάθηκε με όλες του τις δυνάμεις ώσπου ένας απ’ τους ληστές βύθισε τον σουγιά του στα πλευρά του. Έπεσε κάτω από μια νεραντζιά, το αγαπημένο δέντρο της γυναίκας του. Τον βρήκαν ανάσκελα χαμογελαστό, με ορθάνοιχτα μάτια.

Στην ταβέρνα του Παπαλάμπρου, κάθε μέρα πια, το τραπέζι 3, από τις 3 ως τις 6 μένει ελεύθερο. Με μια κανάτα γεμάτη νερό και τρία ποτήρια. Κι αν κάποιος πάει από λάθος να κάτσει εκεί, το αφεντικό κι ο Μάκης λένε ότι είναι πιασμένο.

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA